της Αναστασίας Γεωργοπούλου
Τιμή σε εκείνους που στη ζωή τους όρισαν να φυλάγουν Θερμοπύλες! Τιμή και δόξα σ’ εκείνους που θυσίασαν τη ζωή τους για τη δική μας Ελευθερία.
Οι αγωνιστές του 1821 έγιναν κήρυκες αιώνιας δόξας και πανανθρώπινων ιδανικών. Είναι αυτοί που έδωσαν στον υπόδουλο Ελληνισμό τη γιγάντια ηθική δύναμη να σηκωθεί όρθιος και να αναμετρηθεί , όπως άλλωστε έκανε πάμπολλες φορές στη μακραίωνη ιστορία του με τον συντριπτικά υπέρτερο κατακτητή του. Αυτόν τον τιτάνιο αγώνα υμνεί ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός στον ύμνο του:
” Τρέχουν άρματα χιλιάδες σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ΄ οι ανδρείοι παλληκαράδες δεν ψηφούν τον αριθμό
Ω τριακόσιοι! σηκωθείτε και ξανάλθετε σε μας
τα παιδιά σας θελ’ ιδήτε πόσο μοιάζουνε με σας…”
Το Μάϊο του 1823, όταν το Μεσολόγγι φάνταζε οχυρό φρούριο Ελευθερίας, ο Διονύσιος Σολωμός (Ζάκυνθος, 8 Απριλίου 1798 − Κέρκυρα, 9 Φεβρουαρίου 1857) συνέθεσε στη βίλα του φίλου του Στράνη, στη Ζάκυνθο, τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν». Το 1825, ενώ η πόλη του Μεσολογγιού πολιορκημένη από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ έδινε τον Υπέρτατο Αγώνα εις την Ελευθερία, ο Ύμνος τυπώνεται στα τυπογραφεία της με φροντίδα του Σπυρίδωνα Τρικούπη (8/20 Απριλίου 1788 — 12/24 Φεβρουαρίου 1873), ιστορικού της Επανάστασης και στενού φίλου του ποιητή μας. Ο Ύμνος έφτασε σε κάθε περιοχή του αγωνιζόμενου έθνους, μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες, ενίσχυσε το φιλελληνικό ρεύμα, ενθάρρυνε τους μαχητές της αγωνιζόμενης Πατρίδας και φώλιασε στη συνείδηση των Ελλήνων. Αξίζει να σημειωθεί ότι πλάι στον εθνικό μας ποιητή ξεχωριστή θέση παίρνει η φυσιογνωμία του εθνικού μας μουσουργού Νικόλαου Χαλικιόπουλου- Μάντζαρου (1795- 1872), που συνδέθηκε με τον Σολωμό με βαθιά πνευματική φιλία και στάθηκε μπορούμε να πούμε εμπνευστής και ερμηνευτής της μουσικής του μεγαλοφυΐας. Γι’ αυτό ο Σολωμός γεμάτος ευγνωμοσύνη προς τον εκλεκτό φίλο του, και πολυδιάστατο δημιουργό, του έλεγε: «Όσο περισσότερο εμβαθύνω στη σκέψη σου, τόσο περισσότερο εμπνέομαι στη δική μου». Ο Μάντζαρος μελοποίησε τον «Ύμνο» όχι μία, αλλά πολλές φορές. Γιατί; Γιατί γνώριζε πως δεν αρκεί η μουσική να συνοδεύει το ποίημα – πρέπει να το εκφράζει, να το απογειώνει, να το κάνει εθνικό βίωμα. Κάθε νέα εκδοχή, μια προσπάθεια να ταιριάξει η μουσική με την Ιδέα: την ιδέα της ελευθερίας, της ταυτότητας, της μνήμης. Έτσι, ο ύμνος γίνεται κάτι παραπάνω από τέχνη – γίνεται ιστορική συνείδηση. Όμως μόνο στα 1864, όταν έγινε η ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, καθιερώθηκε ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» ως εθνικός. Έτσι η Ελληνική Επανάσταση του 1821 βρήκε στο πρόσωπο των δύο Επτανήσιων δημιουργών τους μοναδικούς “υμνητάς της“1 Ο άλλος μεγάλος εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς (13 Ιανουαρίου 1859 — Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1943), καταγόμενος από την «Ιερή Πόλη», κάνοντας κριτική στο θεόπνευστο ποίημα, έγραψε: «Ύμνους προς την Ελευθερία και προς τον Αγώνα μας έγραψαν με ανάλογη ορμή φιλοπατρίας σύγχρονοι του Σολωμού, στην ίδια εποχήν απάνω κάτω, ο Ρίζος Νερουλός, ο Παναγιώτης Σούτσος και άλλοι. Και πως εκείνοι δεν λογαριάζονται για τούτο , και πως τους στίχους εκείνων τους εθάψαμε βαθιά στα χώματα της λήθης, πως δεν αγωνιζόμαστε κι εκείνων τ’ αγάλματα να στήσουμε; Γιατί εκείνοι, όσο κι αν δείχνουν πλούσια την αγάπη της πατρίδας, έχουνε στενή τη φαντασία και μικρή την τέχνη, αγνάντια στο μεγαλοφάνταστο και μεγαλότεχνο τραγουδιστή του «Ύμνου». Γιατί δεν δοξάζουμε τον άνθρωπο με την καρδιάν, αλλά τον ποιητή με το νου, τη φαντασία και τη θεία πνοή, την ιδέα και τη μορφή, το στίχο και το ρυθμό, τη γλώσσα και το λόγο του Σολωμού, αχώριστα». Κι ο διαπρεπής βυζαντινολόγος, φιλόλογος και καθηγητής Πανεπιστημίου Ν. Β. Τωμαδάκης (1907–1993) ανάλογα εξήρε τον Ύμνο του Σολωμού: «…Ουδείς Έλλην υπάρχει, ο οποίος ου μόνον να αγνοή το όνομα του Σολωμού, αλλά και να μη εφρικίασε με τας πρώτας στροφάς του Ύμνου εις την Ελευθερίαν, τας οποίας όλοι απομνημόνευσαν. Ουδείς ίσως κλασσικός, βυζαντινός ή νεώτερος λόγιος, μετά τον Όμηρον, εύρεν εις την Ελλάδα τόσην φήμην και τόσην υπόληψιν εις τον Λαόν». Βασικό κείμενο για την κατανόηση του σολωμικού έργου είναι τα Προλεγόμενα του Ιάκωβου Πολυλά (1825–1896) στην έκδοση των «Ευρισκομένων» του Σολωμού. Μιλώντας ειδικά για τους Ελεύθερους Πολιορκημένους ο Πολυλάς λέει ότι η ηθική ελευθερία είναι το πιο οχυρό καταφύγιο της ανθρώπινης ψυχής που πολιορκείται από τη φυσική βία. Ο άνθρωπος που συνειδητοποιεί την αυτονομία του απέναντι στις φυσικές δυνάμεις οδηγείται στη δράση και από τη σύγκρουση αυτή γεννιούνται οι υψηλές πράξεις. Στο ποίημα αποτυπώνεται ακέραιος ο άνθρωπος· η ψυχική δύναμη αλλά και τα φυσικά αισθήματα ( έρωτας, μητρική αγάπη, ενθουσιασμός για τη δόξα, αγάπη για την ομορφιά της φύσης) σε όλη τους την δύναμη, ενώ ο θάνατος πλησιάζει. Στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» αξιώνει να υψώσει τους ταπεινούς ήρωες του Μεσολογγίου, άνδρες και γυναίκες, σε πανανθρώπινο σύμβολο θυσίας και ηθικής ελευθερίας.
- Βικιπαίδεια.

Η Αναστασία Γεωργοπούλου γεννήθηκε στη Κεφαλονιά. Σπούδασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνιολογία και Πολιτικές Επιστήμες.
Το ενδιαφέρον της και η αγάπη της για την Ιστορία και ειδικότερα για την τοπική Ιστορία την προσανατόλισε σε μεταπτυχιακές σπουδές στο ομώνυμο Πανεπιστήμιο με κατεύθυνση τη Νεότερη Πολιτική Ιστορία. Η έρευνά της επικεντρώθηκε στη μελέτη της Επτανησιακής Ιστορίας, την περίοδο της Αγγλοκρατίας. Εχει καταρτιστεί στην Εκπαίδευση Ενηλίκων. Δίδαξε σε Ινστιτούτα και Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, δημόσια και ιδιωτικά (Ι.Ε.Κ, Κ.Ε.Κ), στην Επαγγελματική Νοσηλευτική Σχολή Αργοστολίου, καθώς και στην Ανώτατη Σχολή Ικάρων.
Σήμερα είναι καθηγήτρια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Εργάζεται και κατοικεί στην Αθήνα.
Είναι συγγραφέας του βιβλίου:
“ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΟΡΑΜΑ ΤΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΝΑ — ΑΝΔΡΕΑ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ
Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΟ 19ο ΑΙΩΝΑ
ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ”







Comments are closed.