γράφει ο Μπάμπης Στέρτσος
Μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και τις πρώτες σελίδες των διεθνών ειδήσεων, το Σουδάν βιώνει μια από τις χειρότερες ανθρωπιστικές καταστροφές του 21ου αιώνα. Ένας αδυσώπητος εμφύλιος πόλεμος, που ξέσπασε τον Απρίλιο του 2023, έχει βυθίσει το έθνος στο χάος, προκαλώντας τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, τον εκτοπισμό εκατομμυρίων και έναν λιμό που απειλεί τις ζωές ακόμη περισσότερων. Η σύγκρουση αυτή δεν είναι απλώς μια μάχη για την εξουσία μεταξύ δύο στρατηγών. Είναι η κορύφωση δεκαετιών συστηματικής βίας, εθνοτικών εκκαθαρίσεων και πολιτικής αστάθειας, με τις ρίζες της να απλώνονται βαθιά στην αποικιακή ιστορία της χώρας. Ενώ ο κόσμος παρακολουθεί άλλες κρίσεις, στο Σουδάν εκτυλίσσεται μια γενοκτονία, μια «αθέατη γενοκτονία» που η διεθνής κοινότητα και τα μέσα ενημέρωσης επιλέγουν σε μεγάλο βαθμό να αγνοούν.
Η σημερινή κόλαση
Ο εμφύλιος πόλεμος που μαίνεται σήμερα στο Σουδάν είναι μια βίαιη σύγκρουση εξουσίας μεταξύ των Σουδανικών Ενόπλων Δυνάμεων (SAF), υπό τον στρατηγό Abdel Fattah al-Burhan, και των παραστρατιωτικών Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης (RSF), με επικεφαλής τον πρώην σύμμαχό του, στρατηγό Mohamed Hamdan Dagalo, ευρύτερα γνωστό ως Hemedti. Η σύγκρουση ξέσπασε στην καρδιά της πρωτεύουσας, Χαρτούμ, τον Απρίλιο του 2023, και γρήγορα εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα, με ιδιαίτερη σφοδρότητα στην πολύπαθη περιοχή του Νταρφούρ [1].
Οι συνέπειες είναι αποκαλυπτικές. Μέχρι τα τέλη του 2025, ο πόλεμος έχει προκαλέσει τον θάνατο περισσότερων από 150.000 ανθρώπων και έχει μετατρέψει το Σουδάν στη μεγαλύτερη κρίση εκτοπισμού παγκοσμίως, με πάνω από 12 εκατομμύρια ανθρώπους να έχουν εγκαταλείψει τις εστίες τους [1, 5]. Από αυτούς, περίπου 7,7 εκατομμύρια είναι εσωτερικά εκτοπισμένοι, ενώ πάνω από 4 εκατομμύρια έχουν αναζητήσει καταφύγιο σε γειτονικές χώρες, επιβαρύνοντας τις ήδη εύθραυστες οικονομίες τους [5].
Η ανθρωπιστική κατάσταση είναι απελπιστική. Ο λιμός έχει ήδη κηρυχθεί σε περιοχές της χώρας, συμπεριλαμβανομένων καταυλισμών εκτοπισμένων όπως ο Zamzam στο Νταρφούρ, όπου οι άνθρωποι αναγκάζονται να τρώνε «χόρτα και φλούδες από φιστίκια» για να επιβιώσουν [2]. Οι υποδομές της χώρας έχουν καταρρεύσει, με νοσοκομεία, σχολεία και κυβερνητικά κτίρια να έχουν μετατραπεί σε ερείπια [1].
Η Γενοκτονία στο Νταρφούρ
Στο Νταρφούρ, η βία έχει λάβει διαστάσεις γενοκτονίας, επαναλαμβάνοντας τις φρικαλεότητες των αρχών της δεκαετίας του 2000. Οι RSF, που προέρχονται από την περιβόητη πολιτοφυλακή Janjaweed, και οι σύμμαχοί τους κατηγορούνται για συστηματικές επιθέσεις με εθνοτικά κίνητρα εναντίον μη αραβικών κοινοτήτων, κυρίως των Masalit, Zaghawa και Fur [3, 4]. Οι επιθέσεις περιλαμβάνουν μαζικές δολοφονίες, βασανιστήρια, εκτεταμένη σεξουαλική βία και εθνοκάθαρση, με τον «προφανή στόχο να τους κάνουν να εγκαταλείψουν οριστικά την περιοχή» [1].
Τον Ιανουάριο του 2025, οι Ηνωμένες Πολιτείες χαρακτήρισαν επίσημα τις πράξεις των RSF και των συμμάχων τους στο Νταρφούρ ως γενοκτονία. Ο Υπουργός Εξωτερικών Antony Blinken δήλωσε:
«Τα μέλη των RSF και οι συμμαχικές πολιτοφυλακές έχουν διαπράξει γενοκτονία στο Σουδάν… Έχουν δολοφονήσει συστηματικά άνδρες και αγόρια — ακόμη και βρέφη — σε εθνοτική βάση, και έχουν στοχεύσει σκόπιμα γυναίκες και κορίτσια από συγκεκριμένες εθνοτικές ομάδες για βιασμό και άλλες μορφές βίαιης σεξουαλικής βίας» [2].
Η σεξουαλική βία χρησιμοποιείται ως όπλο πολέμου σε τρομακτική κλίμακα. Η UNICEF έχει αναφέρει περιπτώσεις βιασμού παιδιών ηλικίας ακόμη και ενός έτους, ενώ οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν καταγράψει μαρτυρίες γυναικών που υπέστησαν ομαδικούς βιασμούς από μαχητές των RSF, οι οποίοι τις χλεύαζαν με ρατσιστικά σχόλια λέγοντας ότι θα τις αναγκάσουν να κάνουν «αραβόπουλα» [1, 2]. Η κατάσταση είναι τόσο απελπιστική που ορισμένα κορίτσια, ακόμη και 14 ετών, έχουν αυτοκτονήσει μετά από ομαδικούς βιασμούς [2].
Η γένεση ενός αποτυχημένου κράτους
Η σημερινή τραγωδία δεν είναι ένα ξαφνικό ξέσπασμα βίας. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς και οδυνηρής ιστορίας διχασμού, εκμετάλλευσης και συγκρούσεων που διαμόρφωσαν το σύγχρονο Σουδάν.
Η αποικιακή κληρονομιά
Κατά την περίοδο της Αγγλο-Αιγυπτιακής Συγκυριαρχίας (1899–1956), οι Βρετανοί αποικιοκράτες εφάρμοσαν μια πολιτική «διαίρει και βασίλευε». Αντιμετώπισαν τον κυρίως αραβικό και μουσουλμανικό Βορρά ως ξεχωριστή οντότητα από τον κυρίως αφρικανικό, χριστιανικό και ανιμιστικό Νότο [7, 8]. Ο Βορράς γνώρισε σχετική ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό, ενώ ο Νότος παρέμεινε εσκεμμένα υποβαθμισμένος, με την διοίκηση να περιορίζεται στη διατήρηση της τάξης παρά στην ανάπτυξη [7]. Αυτή η πολιτική έσπειρε τους σπόρους του διχασμού που θα δηλητηρίαζαν το έθνος μετά την ανεξαρτησία.
Οι εμφύλιοι πόλεμοι Βορρά-Νότου
Με την ανεξαρτησία του Σουδάν το 1956, η εξουσία συγκεντρώθηκε στα χέρια της αραβικής ελίτ του Χαρτούμ, η οποία περιθωριοποίησε τις μη αραβικές περιφέρειες [8]. Ο Πρώτος Σουδανικός Εμφύλιος Πόλεμος (1955–1972) ξέσπασε ακόμη και πριν την επίσημη ανεξαρτησία, καθώς οι νότιοι, στους οποίους είχε ταχθεί και στη συνέχεια αφαιρεθεί το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, εξεγέρθηκαν ενάντια στην επιβολή της αραβικής γλώσσας και κουλτούρας. Ο πόλεμος αυτός στοίχισε τη ζωή σε μισό εκατομμύριο ανθρώπους [8].
Μια εύθραυστη ειρήνη έληξε το 1983, όταν ο τότε πρόεδρος Jaafar al-Nimieri επέβαλε τον ισλαμικό νόμο (Σαρία) σε ολόκληρη τη χώρα, πυροδοτώντας τον Δεύτερο Σουδανικό Εμφύλιο Πόλεμο (1983–2005). Ο πόλεμος αυτός, που εντάθηκε μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του Omar al-Bashir το 1989, ήταν ακόμη πιο καταστροφικός, με εκτιμώμενους 2 εκατομμύρια νεκρούς. Η σύγκρουση έληξε με την Ολοκληρωμένη Ειρηνευτική Συμφωνία (CPA) του 2005, η οποία άνοιξε τον δρόμο για το δημοψήφισμα του 2011, όπου οι πολίτες του Νότου ψήφισαν συντριπτικά υπέρ της ανεξαρτησίας. Στις 9 Ιουλίου 2011, γεννήθηκε η Δημοκρατία του Νοτίου Σουδάν, παίρνοντας μαζί της περίπου το 75% των πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας, ένα τεράστιο οικονομικό πλήγμα για το Χαρτούμ [8, 9].
Τα φαντάσματα του Νταρφούρ
Ενώ ο πόλεμος Βορρά-Νότου μαινόταν, μια νέα, εξίσου φρικτή σύγκρουση ξέσπασε στη δυτική περιοχή του Νταρφούρ το 2003. Εξεγερμένες ομάδες από τις τοπικές μη αραβικές φυλές (κυρίως Fur, Masalit και Zaghawa) ξεσηκώθηκαν εναντίον της κυβέρνησης του al-Bashir, διαμαρτυρόμενες για τη χρόνια περιθωριοποίηση και την οικονομική εξαθλίωση.
Η απάντηση του καθεστώτος ήταν κτηνώδης. Αντί να χρησιμοποιήσει αποκλειστικά τον τακτικό στρατό, ο al-Bashir εξόπλισε και εξαπέλυσε αραβικές πολιτοφυλακές, γνωστές ως Janjaweed (που σημαίνει «διάβολοι σε άλογα»). Αυτές οι πολιτοφυλακές, με την υποστήριξη της σουδανικής αεροπορίας, διεξήγαγαν μια εκστρατεία καμένης γης που χαρακτηρίστηκε από διεθνείς παρατηρητές ως η πρώτη γενοκτονία του 21ου αιώνα [4].
Μεταξύ 2003 και 2008, περίπου 300.000 άμαχοι σκοτώθηκαν και 2,7 εκατομμύρια εκτοπίστηκαν [4]. Οι Janjaweed εφάρμοσαν μια στρατηγική συστηματικής βίας: έκαιγαν χωριά, κατέστρεφαν καλλιέργειες, δηλητηρίαζαν πηγάδια και διέπρατταν μαζικούς βιασμούς και δολοφονίες. Ο στόχος ήταν η βίαιη εκδίωξη των μη αραβικών πληθυσμών από τη γη τους.
Η μετεξέλιξη σε RSF
Ο σημερινός ηγέτης των RSF, Hemedti, ήταν ένας από τους διαβόητους διοικητές των Janjaweed. Αντί να τιμωρηθεί για τα εγκλήματά του, ο al-Bashir τον επιβράβευσε. Το 2013, επισημοποίησε τις πολιτοφυλακές Janjaweed, μετονομάζοντάς τες σε Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF) και θέτοντάς τες απευθείας υπό τον έλεγχό του ως προσωπική φρουρά και δύναμη κρούσης [1]. Οι RSF, υπό την ηγεσία του Hemedti, απέκτησαν τεράστια οικονομική δύναμη, ελέγχοντας ορυχεία χρυσού και εμπλεκόμενοι σε συγκρούσεις στην Υεμένη και τη Λιβύη [1].
Η σημερινή γενοκτονία στο Νταρφούρ δεν είναι παρά η συνέχεια της προηγούμενης, με τους ίδιους δράστες να εφαρμόζουν τις ίδιες μεθόδους. Η ατιμωρησία για τα εγκλήματα του παρελθόντος τους έχει αποθρασύνει πλήρως, επιτρέποντας την επανάληψη της ιστορίας με ακόμη μεγαλύτερη βιαιότητα [2, 4].
Η προδομένη επανάσταση
Τον Δεκέμβριο του 2018, δεκαετίες καταπίεσης και η οικονομική κατάρρευση οδήγησαν σε μια μαζική, λαϊκή εξέγερση εναντίον του Omar al-Bashir. Με επικεφαλής την Ένωση Σουδανών Επαγγελματιών (SPA) και με εντυπωσιακή συμμετοχή γυναικών (που έφτανε το 70% των διαδηλωτών), εκατομμύρια Σουδανοί βγήκαν στους δρόμους απαιτώντας «ελευθερία, ειρήνη, δικαιοσύνη» [9].
Τον Απρίλιο του 2019, ο στρατός, υπό την πίεση των διαδηλώσεων, ανέτρεψε τον al-Bashir μετά από 30 χρόνια στην εξουσία. Ωστόσο, οι στρατηγοί, συμπεριλαμβανομένων των al-Burhan και Hemedti, προσπάθησαν να κρατήσουν την εξουσία. Μετά από μήνες διαπραγματεύσεων και μια αιματηρή καταστολή της καθιστικής διαμαρτυρίας στο Χαρτούμ, συμφωνήθηκε η δημιουργία μιας μεταβατικής κυβέρνησης, όπου στρατιωτικοί και πολίτες θα μοιράζονταν την εξουσία μέχρι τη διεξαγωγή εκλογών [9].
Αυτή η εύθραυστη ελπίδα για δημοκρατία έσβησε τον Οκτώβριο του 2021, όταν οι al-Burhan και Hemedti, σε μια κοινή κίνηση, ανέτρεψαν την πολιτική κυβέρνηση με ένα νέο πραξικόπημα, εδραιώνοντας τον έλεγχό τους [4]. Η επανάσταση είχε προδοθεί. Η συμμαχία των δύο στρατηγών, ωστόσο, ήταν προσωρινή. Οι εντάσεις μεταξύ του τακτικού στρατού (SAF) και της ολοένα και πιο ισχυρής παραστρατιωτικής δύναμης των RSF κλιμακώθηκαν. Η διαφωνία τους επικεντρώθηκε στο χρονοδιάγραμμα και τους όρους ενσωμάτωσης των RSF στον εθνικό στρατό, μια κίνηση που ο Hemedti απέρριψε καθώς θα μείωνε τη δύναμη και την αυτονομία του [4]. Τον Απρίλιο του 2023, η λανθάνουσα σύγκρουση εξερράγη σε ανοιχτό πόλεμο, με τις RSF να εξαπολύουν συντονισμένες επιθέσεις εναντίον θέσεων του στρατού σε όλη τη χώρα [4].
Η διεθνής σιωπή και τα ξένα συμφέροντα
Γιατί μια σύγκρουση τέτοιας κλίμακας και βαρβαρότητας παραμένει σε μεγάλο βαθμό «αόρατη»; Η απάντηση βρίσκεται σε ένα συνδυασμό «ιεράρχησης των συγκρούσεων» από τα διεθνή ΜΜΕ, της κατάρρευσης του τοπικού τύπου και ενός περίπλοκου ιστού ξένων παρεμβάσεων.
Η σιωπή των Μέσων Ενημέρωσης
Η προσοχή της παγκόσμιας κοινής γνώμης και των μέσων ενημέρωσης είναι πεπερασμένη και τα τελευταία χρόνια έχει μονοπωληθεί από άλλες μεγάλες κρίσεις, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία και η σύγκρουση στη Γάζα. Το Σουδάν έχει πέσει θύμα αυτής της «ιεράρχησης», με αποτέλεσμα η κρίση του να υποβαθμίζεται ή να αγνοείται πλήρως [6].
Αυτή η σιωπή επιδεινώνεται από την εσωτερική κατάρρευση των σουδανικών μέσων ενημέρωσης. Ο πόλεμος έχει κυριολεκτικά εξοντώσει τον τοπικό τύπο. Περίπου το 90% των μέσων ενημέρωσης της χώρας έχουν καταστραφεί, 27 εφημερίδες έχουν σταματήσει να λειτουργούν και 75 χρόνια αρχείων έχουν καεί [6]. Οι δημοσιογράφοι διώκονται, απειλούνται, απήχθησαν ή αναγκάστηκαν να εξοριστούν. Από τους 1.500 ενεργούς δημοσιογράφους πριν τον πόλεμο, λιγότεροι από 300 παραμένουν στη χώρα, πολλοί από τους οποίους αναγκάζονται να εργάζονται ανώνυμα [6]. Χωρίς αξιόπιστες πηγές στο έδαφος, η ροή πληροφοριών προς τον έξω κόσμο έχει σχεδόν σταματήσει. «Η σιωπή σκοτώνει», όπως εύστοχα επισημαίνει η οργάνωση International Media Support [6].

Το παιχνίδι των εθνών
Η σύγκρουση στο Σουδάν δεν είναι απλώς ένας εσωτερικός πόλεμος. Είναι επίσης ένας πόλεμος δι’ αντιπροσώπων, όπου περιφερειακές και παγκόσμιες δυνάμεις τροφοδοτούν τις φλόγες για να προωθήσουν τα δικά τους οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα [10].
| Ξένος Παράγοντας | Υποστηριζόμενη Πλευρά | Κύρια Συμφέροντα |
| Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) | RSF | Οικονομικά (χρυσός, γεωργία), Αντίθεση στη δημοκρατική μετάβαση (μέρος της ευρύτερης αντι-Αραβικής Άνοιξης στρατηγικής) |
| Αίγυπτος | SAF | Εθνική ασφάλεια, Σταθερότητα στα σύνορα, Ασφάλεια υδάτων του Νείλου (διαμάχη με Αιθιοπία για το φράγμα GERD) |
| Ρωσία (Wagner Group/Africa Corps) | RSF (κυρίως) / SAF (διαπραγματεύσεις) | Γεωπολιτική επιρροή στην Αφρική, Πρόσβαση σε φυσικούς πόρους (χρυσός), Δημιουργία ναυτικής βάσης στην Ερυθρά Θάλασσα |
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κατηγορούνται ευρέως ότι είναι ο κύριος στρατιωτικός και οικονομικός υποστηρικτής των RSF. Παρά τις επίμονες αρνήσεις, εκθέσεις του ΟΗΕ και έρευνες από διεθνείς οργανισμούς έχουν τεκμηριώσει την προμήθεια όπλων από τα ΗΑΕ προς τις RSF [10]. Τα κίνητρα των ΗΑΕ είναι διπλά: οικονομικά, καθώς επιδιώκουν να ελέγξουν τον φυσικό πλούτο του Σουδάν, ιδίως τα τεράστια αποθέματα χρυσού που ελέγχονται από τον Hemedti και εξάγονται λαθραία μέσω του Ντουμπάι, και ιδεολογικά, καθώς τα ΗΑΕ αντιτίθενται σθεναρά σε οποιαδήποτε δημοκρατική μετάβαση στην αραβική περιοχή [10].
Η Αίγυπτος, από την άλλη πλευρά, παραδοσιακά υποστηρίζει τον τακτικό στρατό (SAF) του al-Burhan. Για το Κάιρο, η σταθερότητα του Σουδάν είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Μια αποσταθεροποιημένη ή διαμελισμένη χώρα στα νότια σύνορά της αποτελεί άμεση απειλή. Επιπλέον, η Αίγυπτος βλέπει ένα φιλικό καθεστώς στο Χαρτούμ ως κρίσιμο σύμμαχο στη μακροχρόνια διαμάχη της με την Αιθιοπία για το Μεγάλο Φράγμα της Αναγέννησης στον Νείλο, καθώς ο ποταμός αποτελεί τη σανίδα σωτηρίας της [10].
Η Ρωσία παίζει ένα πιο διπλό παιχνίδι. Μέσω της μισθοφορικής οργάνωσης Wagner (τώρα Africa Corps), έχει υποστηρίξει τις RSF, παρέχοντας πυραύλους και βοηθώντας στο λαθρεμπόριο χρυσού για τη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία. Ταυτόχρονα, το Κρεμλίνο διαπραγματεύεται με την πλευρά του al-Burhan για τη δημιουργία μιας πολυπόθητης ναυτικής βάσης στο Πορτ Σουδάν, στην Ερυθρά Θάλασσα, ενισχύοντας τη γεωπολιτική της παρουσία στην περιοχή [10].
__________________________________________________
Ο ρόλος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων — Ο αρχιτέκτονας της καταστροφής
Ενώ διάφοροι ξένοι παράγοντες εμπλέκονται στον πόλεμο του Σουδάν, κανένας δεν έχει διαδραματίσει τόσο κεντρικό και καταστροφικό ρόλο όσο τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ). Παρά τις επίσημες διαψεύσεις, μια συντριπτική πλειοψηφία αποδείξεων από τον ΟΗΕ, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ερευνητικά ινστιτούτα, καταδεικνύει ότι τα ΗΑΕ είναι ο κύριος στρατιωτικός, οικονομικός και πολιτικός υποστηρικτής των Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης (RSF), της παραστρατιωτικής ομάδας που κατηγορείται για γενοκτονία. Η εμπλοκή των ΗΑΕ δεν είναι τυχαία, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική οικονομικής ηγεμονίας, γεωπολιτικής επέκτασης και ιδεολογικής αντι-επανάστασης που έχει μετατρέψει το Σουδάν σε ένα ακόμη πιόνι στη σκακιέρα των περιφερειακών τους φιλοδοξιών [14, 15].
Στρατιωτική υποστήριξη και παραβίαση του εμπάργκο όπλων
Η υποστήριξη των ΗΑΕ προς τις RSF είναι απτή και θανατηφόρα. Έρευνες της Διεθνούς Αμνηστίας και άλλων οργανώσεων έχουν τεκμηριώσει μια σταθερή ροή προηγμένων όπλων από τα ΗΑΕ προς τις δυνάμεις του Hemedti, κατάφωρη παραβίαση του εμπάργκο όπλων που έχει επιβάλει ο ΟΗΕ στο Νταρφούρ από το 2004. Τον Μάρτιο του 2025, για παράδειγμα, αναγνωρίστηκαν σε επίθεση των RSF στο Βόρειο Νταρφούρ υπολείμματα από κατευθυνόμενες βόμβες GB50A, κινεζικής κατασκευής, οι οποίες μπορούν να εκτοξευθούν από drones τύπου Wing Loong II. Τα ΗΑΕ είναι ο μοναδικός γνωστός χρήστης αυτών των drones στην περιοχή, και τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι τα όπλα αυτά εξήχθησαν από την Κίνα στα ΗΑΕ και στη συνέχεια επανεξήχθησαν παράνομα στο Σουδάν [11].
Επιπλέον, έχουν αναγνωριστεί κινεζικής κατασκευής οβιδοβόλα AH‑4 155mm σε οπλοστάσια των RSF που κατέλαβε ο σουδανικός στρατός στο Χαρτούμ. Σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI), τα ΗΑΕ είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που έχει εισαγάγει αυτό το σύστημα από την Κίνα [11]. Η υποστήριξη δεν σταματά εκεί. Έρευνα της εφημερίδας The Guardian αποκάλυψε ότι βρετανικός στρατιωτικός εξοπλισμός, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων στόχευσης της εταιρείας Militec και κινητήρων Cummins για τεθωρακισμένα οχήματα Nimr (κατασκευής ΗΑΕ), βρέθηκε σε θέσεις των RSF. Αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη συνεχιζόμενη πώληση όπλων από δυτικές χώρες προς τα ΗΑΕ, παρά τις «αξιόπιστες» κατηγορίες του ΟΗΕ ότι το Άμπου Ντάμπι εξοπλίζει μια πολιτοφυλακή που διαπράττει γενοκτονία [12].
| Τύπος Όπλου/Εξοπλισμού | Προέλευση | Πώς Συνδέεται με τα ΗΑΕ |
| Drones (Wing Loong II, FeiHong-95) | Κίνα | Παραδόθηκαν από τα ΗΑΕ στις RSF |
| Κατευθυνόμενες Βόμβες (GB50A) | Κίνα | Επανεξήχθησαν παράνομα από τα ΗΑΕ στο Σουδάν |
| Οβιδοβόλα (AH‑4 155mm) | Κίνα | Τα ΗΑΕ είναι ο μοναδικός ξένος αγοραστής |
| Τεθωρακισμένα Οχήματα (Nimr) | ΗΑΕ | Κατασκευάζονται στα ΗΑΕ, χρησιμοποιούν βρετανικούς κινητήρες |
| Συστήματα Στόχευσης (Militec) | Ηνωμένο Βασίλειο | Εξήχθησαν στα ΗΑΕ και βρέθηκαν σε θέσεις των RSF |
Οικονομικά κίνητρα: Η δίψα για χρυσό
Η στρατιωτική υποστήριξη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα των ΗΑΕ στο Σουδάν, με επίκεντρο τον χρυσό. Το Ντουμπάι έχει καθιερωθεί ως ο κυρίαρχος κόμβος για το νόμιμο και παράνομο εμπόριο χρυσού από ολόκληρη την Αφρική. Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής χρυσού του Σουδάν, ειδικά από τα ορυχεία που ελέγχονται από τις RSF στο Νταρφούρ και αλλού, καταλήγει λαθραία στο Ντουμπάι. Αυτό το εμπόριο αίματος παρέχει στον Hemedti τα απαραίτητα κεφάλαια για να χρηματοδοτεί τον πόλεμο, να πληρώνει τους μισθοφόρους του και να διατηρεί την πολεμική του μηχανή, ενώ ταυτόχρονα πλουτίζει τις ελίτ και τις εταιρείες στα ΗΑΕ [13].
Σύμφωνα με το Chatham House, το 2024, τα ΗΑΕ ήταν η μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά του Σουδάν, με τις εξαγωγές να ανέρχονται σε 1,6 δισεκατομμύρια δολάρια, εκ των οποίων πάνω από το 91% ήταν χρυσός. Ακόμη και ο επίσημος χρυσός από τις περιοχές που ελέγχει ο στρατός (SAF) εξάγεται σχεδόν εξ ολοκλήρου (97%) στα ΗΑΕ, αποφέροντας 1,52 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024 [13]. Αυτό καταδεικνύει μια οικονομική εξάρτηση και από τις δύο πλευρές της σύγκρουσης από τα ΗΑΕ, δίνοντας στο Άμπου Ντάμπι τεράστια επιρροή.
Η οργάνωση The Sentry έχει αποκαλύψει το περίπλοκο εταιρικό δίκτυο που έχει στήσει η οικογένεια του Hemedti και οι συνεργάτες του στο Ντουμπάι για να διευκολύνουν αυτό το εμπόριο. Εταιρείες-βιτρίνες, που δραστηριοποιούνται από την εμπορία κοσμημάτων έως τις συμβουλευτικές υπηρεσίες, χρησιμοποιούνται για το ξέπλυμα χρήματος από τον χρυσό και τη μετατροπή του σε σκληρό νόμισμα. Άτομα όπως ο Mazin Fadlalla, ο οποίος στο παρελθόν αγόραζε οχήματα για τις RSF, βρίσκονται πίσω από αυτές τις εταιρείες, αποκαλύπτοντας τη βαθιά συμπλοκή μεταξύ των επιχειρηματικών δικτύων των RSF και του χρηματοπιστωτικού συστήματος των ΗΑΕ [15].
Γεωπολιτική στρατηγική: Αντι-επανάσταση και περιφερειακή ηγεμονία
Πέρα από το οικονομικό κέρδος, η πολιτική των ΗΑΕ στο Σουδάν καθοδηγείται από μια σαφή ιδεολογική και γεωπολιτική ατζέντα. Τα ΗΑΕ, υπό την ηγεσία του Sheikh Mohammed bin Zayed Al Nahyan, έχουν αναδειχθεί στον κύριο χορηγό της αντι-επανάστασης στον αραβικό κόσμο μετά την Αραβική Άνοιξη του 2011. Το Άμπου Ντάμπι αντιλαμβάνεται τα λαϊκά, δημοκρατικά κινήματα ως υπαρξιακή απειλή για το δικό του αυταρχικό μοναρχικό μοντέλο. Ως εκ τούτου, έχει παρέμβει ενεργά σε χώρες όπως η Αίγυπτος, η Λιβύη και η Τυνησία για να υποστηρίξει αυταρχικούς ηγέτες και να υπονομεύσει τις δημοκρατικές μεταβάσεις [14].
Η λαϊκή επανάσταση του Σουδάν το 2019, που ανέτρεψε τον Omar al-Bashir και έφερε την ελπίδα για μια δημοκρατική διακυβέρνηση, ήταν ακριβώς το είδος της εξέλιξης που τα ΗΑΕ ήθελαν να αποτρέψουν. Η υποστήριξή τους προς τον Hemedti και τις RSF, μια δύναμη χωρίς λαϊκή νομιμοποίηση που προέρχεται από τις γενοκτονικές πολιτοφυλακές Janjaweed, ήταν ένας τρόπος να διασφαλίσουν ότι το Σουδάν θα παρέμενε υπό τον έλεγχο ενός ισχυρού στρατιωτικού ηγέτη, ευνοϊκού προς τα συμφέροντά τους, και όχι μιας απρόβλεπτης δημοκρατικής κυβέρνησης. Η υποστήριξη σε μια αδίστακτη παραστρατιωτική δύναμη έναντι ενός τακτικού στρατού εξυπηρετεί επίσης τη στρατηγική των ΗΑΕ για τη δημιουργία εξαρτημένων και ευέλικτων “proxy” δυνάμεων που δεν δεσμεύονται από τις δομές και τους κανόνες ενός κράτους.
Αυτή η προσέγγιση εντάσσεται σε αυτό που το Transnational Institute αποκαλεί «αναδυόμενο υπο-ιμπεριαλιστικό ρόλο» των ΗΑΕ στην Αφρική. Αξιοποιώντας τον τεράστιο πλούτο τους, τα ΗΑΕ επεκτείνουν την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική τους επιρροή, επενδύοντας σε λιμάνια, υποδομές και φυσικούς πόρους, και παρεμβαίνοντας σε συγκρούσεις για να διαμορφώσουν τα αποτελέσματα προς όφελός τους. Ο έλεγχos του Σουδάν, με τη στρατηγική του θέση στην Ερυθρά Θάλασσα και τον ορυκτό του πλούτο, αποτελεί κρίσιμο κομμάτι αυτού του παζλ για την περιφερειακή ηγεμονία [14]. Η τραγωδία του σουδανικού λαού είναι, σε μεγάλο βαθμό, παράπλευρη απώλεια σε αυτό το ανελέητο παιχνίδι εξουσίας.
__________________________________________________
Το “περιδέραιο από μαργαριτάρια” των ΗΑΕ: Η ευρύτερη στρατηγική στην Ερυθρά Θάλασσα
Η βαθιά και αποσταθεροποιητική εμπλοκή των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων στο Σουδάν δεν αποτελεί μια μεμονωμένη περίπτωση, αλλά το πιο πρόσφατο και βίαιο επεισόδιο σε μια ευρύτερη, υπολογισμένη στρατηγική για την εδραίωση της ηγεμονίας τους στην Ερυθρά Θάλασσα και το Κέρας της Αφρικής. Αυτή η στρατηγική, που συχνά περιγράφεται ως η δημιουργία ενός «περιδέραιου από μαργαριτάρια», συνίσταται στην απόκτηση του ελέγχου ενός δικτύου εμπορικών λιμανιών και στρατιωτικών βάσεων που επιτρέπουν στο Άμπου Ντάμπι να προβάλλει ισχύ, να ασφαλίζει τις εμπορικές οδούς και να διαμορφώνει την περιφερειακή πολιτική σκηνή κατά το δοκούν. Η προσέγγιση αυτή, που το Carnegie Endowment for International Peace αποκαλεί μοντέλο των «ευέλικτων προφυλακών» (flexible outposts), περιλαμβάνει την κατασκευή νέων βάσεων, την επέκταση υφιστάμενων εγκαταστάσεων ή την προσωρινή χρήση τους σε συμμαχικές χώρες, συχνά με μυστικότητα για την αποφυγή πολιτικού κόστους [17].
Στη Σομαλία, τα ΗΑΕ έχουν εφαρμόσει με μαεστρία την τακτική «διαίρει και βασίλευε». Ενώ επισήμως διατηρούν σχέσεις με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση στο Μογκαντίσου, στην πράξη έχουν καλλιεργήσει βαθιές σχέσεις με τις ημιαυτόνομες περιοχές της Πούντλαντ και της αυτοαποκαλούμενης ανεξάρτητης Σομαλιλάνδης. Μέσω της κρατικής εταιρείας DP World, τα ΗΑΕ έχουν επενδύσει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια και διαχειρίζονται τα στρατηγικά λιμάνια του Μποσάσο (Πούντλαντ) και της Μπερμπέρα (Σομαλιλάνδη) [16]. Αυτό όχι μόνο τους δίνει τον έλεγχο κρίσιμων θαλάσσιων πυλών, αλλά υποδαυλίζει και τις αποσχιστικές τάσεις, υπονομεύοντας την κεντρική κυβέρνηση και συντηρώντας μια κατάσταση αστάθειας που εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Η κίνηση αυτή έχει προκαλέσει την οργή του Μογκαντίσου, το οποίο έχει χαρακτηρίσει τις συμφωνίες παράνομες, και έχει οξύνει την αντιπαλότητα των ΗΑΕ με την Τουρκία, στενό σύμμαχο της σομαλικής κυβέρνησης [17].
Στην Υεμένη, η στρατηγική των ΗΑΕ είναι ακόμη πιο επιθετική. Υποστηρίζοντας το αυτονομιστικό Νότιο Μεταβατικό Συμβούλιο (STC), το Άμπου Ντάμπι έχει εξασφαλίσει τον de facto έλεγχο του νότου της χώρας και, κυρίως, στρατηγικών νησιών. Έχει κατασκευάσει ένα δίκτυο βάσεων στο αρχιπέλαγος της Σοκότρα (στα νησιά Abd al-Kuri και Samhah) και στο ηφαιστειογενές νησί Mayun (ή Perim) ακριβώς στο στενό Bab al-Mandab, την «πύλη των δακρύων» από όπου διέρχεται το 30% του παγκόσμιου πετρελαίου. Αυτό το «δαχτυλίδι ελέγχου» επιτρέπει στα ΗΑΕ να παρακολουθούν και να ελέγχουν μια από τις πιο κρίσιμες θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη, συχνά σε συνεργασία με το Ισραήλ μετά τις Συμφωνίες του Αβραάμ [16].
Στην Αιθιοπία, τα ΗΑΕ παρενέβησαν αποφασιστικά στον πόλεμο του Τιγκράι, παρέχοντας στρατιωτική υποστήριξη, κυρίως με drones, στην κυβέρνηση του πρωθυπουργού Abiy Ahmed, αλλάζοντας την ισορροπία δυνάμεων στο πεδίο της μάχης. Προηγουμένως, το 2018, είχαν μεσολαβήσει, μαζί με τη Σαουδική Αραβία, για την ιστορική ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ Αιθιοπίας και Ερυθραίας, τερματίζοντας δύο δεκαετίες σύγκρουσης. Αυτή η διπλωματική επιτυχία τους επέτρεψε να εδραιώσουν την παρουσία τους στην Ερυθραία, όπου χρησιμοποίησαν τη στρατιωτική βάση του Ασάμπ ως κύριο λογιστικό κόμβο για τον πόλεμο στην Υεμένη [17]. Αυτό το δίκτυο βάσεων, επενδύσεων και πολιτικών παρεμβάσεων, από το Σουδάν και την Υεμένη μέχρι τη Σομαλία και την Αιθιοπία, αποκαλύπτει την κλίμακα της φιλοδοξίας των ΗΑΕ να αναδειχθούν σε κυρίαρχη υπο-ιμπεριαλιστική δύναμη, αναδιαμορφώνοντας ολόκληρη την περιοχή για να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα, με συχνά καταστροφικές συνέπειες για τους τοπικούς πληθυσμούς.

Εν κατακλείδι
Η κρίση στο Σουδάν είναι μια τραγωδία τεραστίων διαστάσεων που εκτυλίσσεται στη σκιά της παγκόσμιας αδιαφορίας. Δεν είναι μια απλή σύγκρουση, αλλά ένα πολυεπίπεδο δράμα με βαθιές ιστορικές ρίζες, εθνοτικές εντάσεις και ένα περίπλοκο παιχνίδι ξένων δυνάμεων που θυσιάζουν έναν ολόκληρο λαό στον βωμό των συμφερόντων τους. Η γενοκτονία που συμβαίνει στο Νταρφούρ, για δεύτερη φορά μέσα σε δύο δεκαετίες, αποτελεί μια ανεξίτηλη κηλίδα στη συνείδηση της ανθρωπότητας.
Η διεθνής κοινότητα έχει αποτύχει παταγωδώς να προστατεύσει τον λαό του Σουδάν. Η σιωπή των μέσων ενημέρωσης επιτρέπει στους δράστες και τους ξένους υποστηρικτές τους να δρουν ατιμώρητοι. Η ιστορία, ωστόσο, θα κρίνει αυστηρά όσους επέλεξαν να κοιτάξουν από την άλλη πλευρά. Για τα εκατομμύρια των Σουδανών που υποφέρουν, η ελπίδα λιγοστεύει κάθε μέρα που περνά. Η «αθέατη γενοκτονία» τους απαιτεί την προσοχή και τη δράση του κόσμου, πριν το Σουδάν σβήσει οριστικά από τον χάρτη ως ένα λειτουργικό κράτος και η ιστορία του γραφτεί αποκλειστικά με αίμα και δάκρυα.
Υστερόγραφο: Σημείωση για τη χρήση του όρου «Γενοκτονία»
Ο όρος «γενοκτονία» συνήθως χρησιμοποιείται όταν υπάρχει σκόπιμη και συστηματική καταστροφή μιας συγκεκριμένης εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας, σύμφωνα με τη Σύμβαση για τη Γενοκτονία του ΟΗΕ του 1948. Στην περίπτωση του Σουδάν, η χρήση αυτού του όρου βασίζεται στην επίσημη αξιολόγηση των Ηνωμένων Πολιτειών, που τον Ιανουάριο του 2025 χαρακτήρισαν τις πράξεις των Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης (RSF) και των συμμαχικών τους πολιτοφυλακών στο Νταρφούρ ως γενοκτονία.
Ωστόσο, αναγνωρίζεται ότι η κατάσταση στο Σουδάν είναι πολύπλοκη. Λόγω των πολλαπλών εθνοτικών, φυλετικών και πολιτικών παραγόντων που εμπλέκονται στη σύγκρουση, κάποιοι αναλυτές και παρατηρητές θεωρούν τις πράξεις στο Νταρφούρ ως γενοκτονία με βάση τα συστηματικά εθνοτικά κίνητρα και τη στοχευμένη βία κατά συγκεκριμένων ομάδων (Masalit, Zaghawa, Fur), ενώ άλλοι την προσεγγίζουν ως μια ευρύτερη εθνοτική σύγκρουση ή εμφύλιο πόλεμο με εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Χρησιμοποιώντας τον όρο «αθέατη γενοκτονία» στον τίτλο και το κείμενο, το παρόν άρθρο επισημαίνει δύο κρίσιμα σημεία: πρώτον, ότι υπάρχει μια συστηματική, στοχευμένη βία κατά ορισμένων εθνοτικών ομάδων που πληροί τα κριτήρια της γενοκτονίας σύμφωνα με τη νομική αξιολόγηση των ΗΠΑ και τις προειδοποιήσεις του ΟΗΕ, και δεύτερον, ότι αυτή η τραγωδία δεν λαμβάνει τη διεθνή προσοχή, κάλυψη και δράση που θα έπρεπε, καθιστώντας την ουσιαστικά «αθέατη» στη συνείδηση του διεθνούς κοινού.
Η χρήση του όρου δεν υποτιμά άλλες τραγωδίες ούτε εξισώνει όλες τις συγκρούσεις. Αντίθετα, αναγνωρίζει την ειδική βαρύτητα και τη νομική σημασία των πράξεων που διαπράττονται στο Σουδάν, ώστε η διεθνής κοινότητα να αντιμετωπίσει την κρίση με τη σοβαρότητα που της αρμόζει και να ενεργοποιήσει τους μηχανισμούς προστασίας που προβλέπει το διεθνές δίκαιο.
__________________________________________________
Πηγές
1] [BBC News, “Sudan war: A simple guide to what is happening”
2] [CNN, “Genocide is declared once more in Sudan. How did the country get here?”
3] [Le Monde, “Guerre au Soudan : le risque de génocide est « très élevé », alerte l’ONU”
4] [United States Holocaust Memorial Museum, “Darfur”
5] [Migration Policy Institute, “Forgotten and Neglected, War-Torn Sudan Has Become the World’s Leading Displacement Crisis”
6] [International Media Support, “Silence kills: The state of media in war-torn Sudan”
7] [Britannica, “Sudan — British Conquest, Colonization, Resistance”
8] [United States Holocaust Memorial Museum, “A Country Divided”
9] [BBC News, “Sudan coup: Why Omar al-Bashir was overthrown”
10] [CNN, “Sudan’s bloody conflict is plagued by foreign influence – here is what we know”
11] [Amnesty International, “Sudan: Advanced Chinese weaponry provided by UAE identified in breach of arms embargo”
12] [The Guardian, “UK military equipment used by militia accused of genocide found in Sudan, UN told”
13] [Chatham House, “Gold and the war in Sudan”
14] [Transnational Institute, “The emerging sub-imperial role of the United Arab Emirates in Africa”
15] [The Sentry, “The RSF’s Business Network in the UAE”
16] [Middle East Eye, “How the UAE built a circle of bases to control the Gulf of Aden”
17] [Carnegie Endowment for International Peace, “Flexible Outposts: The Emirati Approach to Military Bases Abroad”
Βρείτε μας και στις σχετικές σελίδες μας στο Facebook:





