- Διαφήμιση -

Η σιωπή των λίκνων: Όταν η γη χάνει την ψυχή της

Μπάμπης Στέρτσος

Η σιωπηλή ερήμωση της Αέναης Γης

Σε μια γωνιά του κόσμου, κάτω από έναν ουρα­νό που κάπο­τε έσφυ­ζε από ζωή και γέλια, απλώ­νε­ται μια χώρα που μοιά­ζει να έχει ξεχά­σει την ίδια της την ανά­σα. Δεν είναι μια χώρα που χτυ­πή­θη­κε από πόλε­μο ή φυσι­κή κατα­στρο­φή, αλλά από μια πιο ύπου­λη, πιο αργή φθο­ρά: την απου­σία της ζωής. Η Αέναη Γη, όπως την απο­κα­λού­σαν κάπο­τε οι ποι­η­τές της, βιώ­νει μια σιω­πη­λή ερή­μω­ση, ένα δημο­γρα­φι­κό δρά­μα που εκτυ­λίσ­σε­ται χωρίς κραυ­γές, παρά μόνο με τον ψίθυ­ρο της εγκα­τά­λει­ψης. Οι γεν­νή­σεις έχουν γίνει σπά­νιες, οι νέοι φεύ­γουν, και η κυβέρ­νη­ση, απορ­ρο­φη­μέ­νη σε έναν φαύ­λο κύκλο ακρί­βειας και υπερ­φο­ρο­λό­γη­σης, αδυ­να­τεί να προ­σφέ­ρει κίνη­τρα, να ανά­ψει ξανά τη σπί­θα της ελπί­δας. Αυτές οι γραμ­μές δεν είναι μια απλή ανά­λυ­ση αριθ­μών και στα­τι­στι­κών. Είναι μια λογο­τε­χνι­κή προ­σέγ­γι­ση στην ψυχή μιας χώρας που χάνει τα παι­διά της, μια προ­σπά­θεια να αφου­γκρα­στού­με τον από­η­χο των βημά­των που απο­μα­κρύ­νο­νται και τον βου­βό πόνο των σπι­τιών που μένουν άδεια. Θα ταξι­δέ­ψου­με σε ένα από αυτά τα ερη­μω­μέ­να χωριά, ένα σύμ­βο­λο της σιω­πη­λής τρα­γω­δί­ας, για να νιώ­σου­με τον παλ­μό της απώ­λειας και να ανα­ρω­τη­θού­με για το μέλ­λον που δια­γρά­φε­ται, ένα μέλ­λον χωρίς φωνές παι­διών, χωρίς το γέλιο της νιό­της, χωρίς την υπό­σχε­ση της συνέχειας.

- Δια­φή­μι­ση -

Το χωριό των σκιών

Το χωριό Άφα­ντο, φωλια­σμέ­νο κάπο­τε σε μια κατα­πρά­σι­νη κοι­λά­δα, είναι πλέ­ον ένα μνη­μείο της σιω­πής. Τα πέτρι­να σπί­τια, με τις στέ­γες τους να έχουν υπο­χω­ρή­σει σε πολ­λά σημεία, μοιά­ζουν με άδειες κόγ­χες ματιών που κοι­τούν το που­θε­νά. Οι αυλές, άλλο­τε γεμά­τες με παι­δι­κές φωνές και το θρόι­σμα των φύλ­λων από τις κλη­μα­τα­ριές, έχουν κατα­κλυ­στεί από αγριό­χορ­τα. Η πλα­τεία, όπου κάπο­τε οι γέρο­ντες συζη­τού­σαν κάτω από τον πλά­τα­νο και τα παι­διά έπαι­ζαν κυνη­γη­τό, είναι τώρα ένας χώρος όπου μόνο ο άνε­μος σφυ­ρί­ζει τις ιστο­ρί­ες του παρελ­θό­ντος. Η εκκλη­σία, με το καμπα­να­ριό της να στέ­κει ακό­μα περή­φα­νο, χτυ­πά­ει τις καμπά­νες της μόνο για τις κηδεί­ες των τελευ­ταί­ων γερό­ντων που αρνού­νται να εγκα­τα­λεί­ψουν τον τόπο τους. Κάθε σπί­τι, κάθε σοκά­κι, ψιθυ­ρί­ζει μια ιστο­ρία φυγής. Οι νέοι, απο­γοη­τευ­μέ­νοι από την έλλει­ψη ευκαι­ριών, την ακρί­βεια που έπνι­γε κάθε όνει­ρο και την υπερ­φο­ρο­λό­γη­ση που άφη­νε ελά­χι­στα περι­θώ­ρια για επι­βί­ω­ση, άρχι­σαν να φεύ­γουν. Πρώ­τα ένας-ένας, μετά οικο­γέ­νειες ολό­κλη­ρες. Η πόλη, με τις υπο­σχέ­σεις της για δου­λειά, για μια καλύ­τε­ρη ζωή, φάντα­ζε ως η μόνη διέ­ξο­δος. Άφη­σαν πίσω τους χωρά­φια ακαλ­λιέρ­γη­τα, ζώα που δεν είχε κανείς να φρο­ντί­σει, και τις ανα­μνή­σεις μιας ζωής που χανό­ταν. Η ερή­μω­ση δεν ήταν μια ξαφ­νι­κή κατα­στρο­φή, αλλά μια αργή, βασα­νι­στι­κή απο­σύν­θε­ση, σαν ένα παλιό ξύλι­νο σπί­τι που σαπί­ζει σιγά-σιγά, μέχρι να καταρ­ρεύ­σει εντε­λώς. Οι λίγοι που έμει­ναν πίσω, οι ηλι­κιω­μέ­νοι, κου­βα­λούν στις πλά­τες τους το βάρος της μονα­ξιάς και της απώ­λειας, βλέ­πο­ντας τον τόπο τους να μετα­τρέ­πε­ται σε ένα χωριό-φάντα­σμα, μια σιω­πη­λή μαρ­τυ­ρία ενός μέλ­λο­ντος που δεν ήρθε ποτέ.

Η φυγή προς το άγνωστο

Όμως, η φυγή από το Άφα­ντο δεν ήταν το τέλος της οδύσ­σειας. Οι πόλεις, που αρχι­κά φάντα­ζαν ως κατα­φύ­γιο, σύντο­μα απο­κά­λυ­ψαν τη δική τους σκλη­ρή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Η  ανερ­γία και η οικο­νο­μι­κή ανέ­χεια που είχε διώ­ξει τους κατοί­κους από τα χωριά, είχε πλέ­ον απλώ­σει τα πλο­κά­μια της και στα αστι­κά κέντρα. Τα ενοί­κια ήταν δυσβά­στα­χτα, οι τιμές των τρο­φί­μων ανέ­βαι­ναν συνε­χώς, και οι μισθοί παρέ­με­ναν καθη­λω­μέ­νοι. Τα funds έπαιρ­ναν τα σπί­τια του κόσμου, η εφο­ρία είχε κατα­σχέ­σει τους μισούς τρα­πε­ζι­κούς λογα­ρια­σμούς των πολι­τών μαζί με την αξιο­πρέ­πεια τους. Αντί να υπε­ρα­σπ­στεί τις προ­σπά­θειες των μικρο­με­σαί­ων ή να άρει την άδι­κη και σκλη­ρή νομο­θε­σία ενα­ντί­ον τους είχε ποι­νι­κο­ποι­ή­σει τα οικο­νο­μι­κά παρα­στρα­τή­μα­τα επι­βί­ω­σης τον και­ρό της κρί­σης και με την πρώ­τη ευκαι­ρία τους έβα­ζε φυλα­κή απο­στε­ρώ­ντας τους πατε­ρά­δες από τη φυσι­κή τους οικο­γέ­νεια και τινά­ζο­ντας στον αέρα την ύστα­τη προ­σπά­θεια των επι­χει­ρή­σε­ων για ανά­καμ­ψη Η υπερ­φο­ρο­λό­γη­ση, ένα αόρα­το αλλά παντα­χού παρόν βάρος, έπνι­γε κάθε προ­σπά­θεια για οικο­νο­μι­κή ανά­πτυ­ξη. Οι υπο­σχέ­σεις για εργα­σία απο­δεί­χθη­καν φρού­δες για πολ­λούς, καθώς η οικο­νο­μία της χώρας, χωρίς νέο αίμα και με έναν γηρά­σκο­ντα πλη­θυ­σμό, αδυ­να­τού­σε να δημιουρ­γή­σει θέσεις εργα­σί­ας, να παρά­ξει δικό της πλού­το. Οι νέοι, που είχαν εγκα­τα­λεί­ψει τα χωριά τους με την ελπί­δα ενός καλύ­τε­ρου μέλ­λο­ντος, βρέ­θη­καν αντι­μέ­τω­ποι με την ίδια από­γνω­ση, αλλά αυτή τη φορά μέσα σε ένα απρό­σω­πο, αστι­κό περι­βάλ­λον. Η απο­γο­ή­τευ­ση μετα­τρά­πη­κε σε οργή, και η οργή σε μια νέα, πιο ορι­στι­κή φυγή. Το εξω­τε­ρι­κό, οι χώρες με τις υπο­τι­θέ­με­νες ευκαι­ρί­ες, έγι­ναν ο νέος προ­ο­ρι­σμός. Για­τροί, μηχα­νι­κοί, εκπαι­δευ­τι­κοί, αλλά και ανει­δί­κευ­τοι εργά­τες, όλοι έφευ­γαν, αφή­νο­ντας πίσω τους όχι μόνο σπί­τια, αλλά και μια χώρα που έμοια­ζε να τους διώ­χνει. Οι οικο­γέ­νειες δια­λύ­ο­νταν, οι φιλί­ες χάνο­νταν, και η κοι­νω­νι­κή συνο­χή άρχι­σε να ραγί­ζει. Η Αέναη Γη, που κάπο­τε υπε­ρη­φα­νευό­ταν για την ενό­τη­τά της, τώρα έβλε­πε τα παι­διά της να σκορ­πί­ζο­νται στα τέσ­σε­ρα σημεία του ορί­ζο­ντα, ανα­ζη­τώ­ντας μια πατρί­δα που θα τους προ­σέ­φε­ρε αξιο­πρέ­πεια και ελπί­δα. Η σιω­πή των ερη­μω­μέ­νων χωριών άρχι­σε να απλώ­νε­ται και στις γει­το­νιές των πόλε­ων, καθώς τα δια­με­ρί­σμα­τα άδεια­ζαν και οι πινα­κί­δες «πωλεί­ται» ή «ενοι­κιά­ζε­ται» πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νταν. Η χώρα έμοια­ζε με ένα σκά­φος που έπαιρ­νε νερά, με τους επι­βά­τες να το εγκα­τα­λεί­πουν ο ένας μετά τον άλλο, χωρίς να υπάρ­χει κανείς να κλεί­σει τις τρύ­πες ή να πάρει το τιμόνι.

Η χώρα έμοια­ζε σα να μισεί τα παι­διά της

Η κυβέρνηση της σιωπής

Εν μέσω αυτής της σιω­πη­λής εξό­δου, η κυβέρ­νη­ση της Αέναης Γης έμοια­ζε να ζει σε έναν παράλ­λη­λο κόσμο. Οι ανα­φο­ρές για τη δημο­γρα­φι­κή κατάρ­ρευ­ση, για τα σχο­λεία που έκλει­ναν λόγω έλλει­ψης μαθη­τών, για τα νοσο­κο­μεία που αδυ­να­τού­σαν να βρουν προ­σω­πι­κό, έπε­φταν στο κενό. Η έλλει­ψη μιας συνε­κτι­κής δημο­γρα­φι­κής πολι­τι­κής ήταν εκκω­φα­ντι­κή. Δεν υπήρ­χαν κίνη­τρα για τις νέες οικο­γέ­νειες, καμία στή­ρι­ξη για τη μητρό­τη­τα, καμία πρό­βλε­ψη για το μέλ­λον. Αντί­θε­τα, η ακρί­βεια γινό­ταν όλο και πιο ασφυ­κτι­κή, με τις τιμές των βασι­κών αγα­θών να εκτο­ξεύ­ο­νται και τους μισθούς να παρα­μέ­νουν καθη­λω­μέ­νοι. Η υπερ­φο­ρο­λό­γη­ση, ένα βάρος που συνέ­θλι­βε κάθε προ­σπά­θεια για ανά­πτυ­ξη, ήταν η μόνη στα­θε­ρά στην οικο­νο­μι­κή πολι­τι­κή. Κάθε νέα φορο­λο­γία, κάθε νέα επι­βά­ρυν­ση, έσπρω­χνε όλο και περισ­σό­τε­ρους ανθρώ­πους στην από­γνω­ση, στην επι­λο­γή να μην κάνουν παι­διά, ή στην από­φα­ση να εγκα­τα­λεί­ψουν τη χώρα. Οι πολι­τι­κοί, απο­κομ­μέ­νοι από την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μιλού­σαν για ανά­πτυ­ξη και ευη­με­ρία, ενώ η χώρα τους μαρα­ζώ­νει. Οι υπο­σχέ­σεις τους ήταν κού­φιες, τα σχέ­διά τους ανύ­παρ­κτα. Η αδια­φο­ρία τους ήταν τόσο μεγά­λη που έμοια­ζε με συνει­δη­τή επι­λο­γή, σαν να είχαν απο­δε­χθεί τη μοί­ρα της χώρας, σαν να μην τους ένοια­ζε πια. Η σιω­πή τους ήταν πιο εκκω­φα­ντι­κή από κάθε κραυ­γή, πιο οδυ­νη­ρή από κάθε απώ­λεια. Ήταν η σιω­πή της παραί­τη­σης, της εγκα­τά­λει­ψης, της προ­δο­σί­ας. Η Αέναη Γη, κάπο­τε ένα ζωντα­νό, πολύ­χρω­μο μωσαϊ­κό ανθρώ­πων και πολι­τι­σμού, μετα­τρε­πό­ταν αργά αλλά στα­θε­ρά σε ένα γηρο­κο­μείο, ένα μου­σείο ανα­μνή­σε­ων, ένα φάντα­σμα του ένδο­ξου παρελ­θό­ντος της. Οι γενιές που έρχο­νταν, όσες έρχο­νταν, θα μεγά­λω­ναν σε μια χώρα χωρίς συνο­μή­λι­κους, χωρίς παι­δι­κές χαρές γεμά­τες γέλια, χωρίς το μέλ­λον που δικαιού­νταν. Η κλη­ρο­νο­μιά που τους άφη­νε η κυβέρ­νη­ση ήταν ένα άδειο λίκνο, μια άδεια πατρίδα.

Ο απόηχος της σιωπής

Ο από­η­χος αυτής της σιω­πη­λής ερή­μω­σης απλω­νό­ταν σε κάθε πτυ­χή της κοι­νω­νί­ας. Τα σχο­λεία, άλλο­τε γεμά­τα με τις φωνές των παι­διών, τώρα είχαν άδεια θρα­νία. Οι δάσκα­λοι, κάπο­τε αφο­σιω­μέ­νοι στο έργο τους, τώρα έβλε­παν τους εαυ­τούς τους να περισ­σεύ­ουν, να μετα­τί­θε­νται σε άλλες περιο­χές ή να ανα­ζη­τούν την τύχη τους στο εξω­τε­ρι­κό. Τα νοσο­κο­μεία, που κάπο­τε πάλευαν να εξυ­πη­ρε­τή­σουν έναν αυξα­νό­με­νο πλη­θυ­σμό, τώρα αντι­με­τώ­πι­ζαν την έλλει­ψη προ­σω­πι­κού, καθώς οι νέοι για­τροί και νοση­λευ­τές προ­τι­μού­σαν να εργα­στούν σε χώρες που τους προ­σέ­φε­ραν καλύ­τε­ρες συν­θή­κες και μεγα­λύ­τε­ρες ευκαι­ρί­ες. Η οικο­νο­μία, χωρίς το νέο αίμα της εργα­τι­κής δύνα­μης, μαρα­ζώ­νει. Οι επι­χει­ρή­σεις έκλει­ναν, η παρα­γω­γή μειω­νό­ταν, και η χώρα εξαρ­τιό­ταν όλο και περισ­σό­τε­ρο από εισα­γω­γές. Η και­νο­το­μία, η δημιουρ­γι­κό­τη­τα, η δυνα­μι­κή που φέρ­νει η νιό­τη, είχαν χαθεί. Η κοι­νω­νι­κή ασφά­λι­ση, ένα σύστη­μα που βασι­ζό­ταν στην ανα­λο­γία εργα­ζο­μέ­νων προς συντα­ξιού­χους, βρι­σκό­ταν στα πρό­θυ­ρα της κατάρ­ρευ­σης, καθώς οι συντα­ξιού­χοι αυξά­νο­νταν και οι εργα­ζό­με­νοι λιγό­στευαν. Η χώρα έμοια­ζε με ένα γέρι­κο δέντρο που έχα­νε τα φύλ­λα του ένα-ένα, χωρίς να φυτρώ­νουν νέα. Η πολι­τι­στι­κή κλη­ρο­νο­μιά, οι παρα­δό­σεις, η ίδια η ταυ­τό­τη­τα της Αέναης Γης, κιν­δύ­νευαν να χαθούν, καθώς δεν υπήρ­χαν πλέ­ον νέες γενιές για να τις μετα­φέ­ρουν, να τις ζήσουν, να τις εξε­λί­ξουν. Η σιω­πή δεν ήταν πλέ­ον μόνο η απου­σία ήχου, αλλά η απου­σία ζωής, η απου­σία μέλ­λο­ντος. Ήταν η σιω­πή ενός περή­φα­νου έθνους που αργο­πε­θαί­νει, όχι από μια ξαφ­νι­κή, βίαιη πρά­ξη, αλλά από μια αργή, βασα­νι­στι­κή αιμορ­ρα­γία, μια αιμορ­ρα­γία ψυχών και ονεί­ρων. Η Αέναη Γη, κάπο­τε σύμ­βο­λο ζωής και ευη­με­ρί­ας, μετα­τρε­πό­ταν σε ένα μνη­μείο του τι συμ­βαί­νει όταν μια κυβέρ­νη­ση αγνο­εί τις κραυ­γές του λαού της, όταν η απλη­στία και η αδια­φο­ρία υπε­ρι­σχύ­ουν της πρό­νοιας και της ελπί­δας. Το μέλ­λον της, αν υπήρ­χε μέλ­λον, θα ήταν ένα μέλ­λον γεμά­το σκιές, ανα­μνή­σεις και τον αιώ­νιο από­η­χο μιας σιωπής.

 

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Λογο­τε­χνία σήμερα

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like

Comments are closed.