- Διαφήμιση -

 Οι δράκοι της Ηπείρου

Μπά­μπης Στέρτσος

Προ­αιώ­νιοι φύλακες. 

Η γέν­νη­ση των βουνών

- Δια­φή­μι­ση -

Πριν υπάρ­ξουν οι άνθρω­ποι, πριν ακό­μη η Πίν­δος σηκώ­σει την πέτρι­νή  ράχη της , η γη ανά­σαι­νε με δυσκο­λία και τα νερά της έβρα­ζαν. Τότε, από το βάθος των παγε­τώ­νων γεν­νή­θη­καν οι πρώ­τοι δρά­κοι: πνεύ­μα­τα του νερού, του πάγου και του βρά­χου. Καθέ­νας πήρε μια κορυ­φή για σπί­τι, μια λίμνη για καρ­διά, και μια απο­στο­λή: Να προ­στα­τεύ­ει τον τόπο από ξένους που θέλουν να τον πληγώσουν.

 Οι καρ­διές των βουνών 

Οι δρα­κό­λι­μνες από τότε είναι οι καρ­διές τους. Σπαρ­μέ­νες στην Πίν­δο σαν γαλά­ζια μάτια,
κοι­τούν τον ουρα­νό εδώ και αιώ­νες. Άλλοι τις λένε απο­μει­νά­ρια παγε­τώ­νων. Άλλοι κρα­τή­ρες ξεχα­σμέ­νων ηφαι­στεί­ων. Μα όσοι γεν­νή­θη­καν στα Ζαγό­ρια, στην Κόνι­τσα, στον Γράμ­μο, ξέρουν την αλή­θεια: Κάτω από τα νερά τους δεν κρύ­βε­ται απλώς πέτρα. Κρύ­βε­ται θέλη­ση. Κρύ­βε­ται μνή­μη. Κρύ­βε­ται οργή.

Οι δρά­κοι της Ηπεί­ρου δεν είναι παρα­μύ­θια για παι­διά. Είναι ο τρό­πος που τα βου­νά υπε­ρα­σπί­ζο­νται τον εαυ­τό τους. Κι ανά­με­σά τους, πιο ισχυ­ρός απ’ όλους, ο δρά­κος του Σμόλικα!

Η καρ­διά του Σμόλικα

Απά­νω στο Σμό­λι­κα, λίγο πιο κάτω απ’ την ψηλό­τε­ρη κορ­φή του, , στα δυο χιλιά­δες μέτρα, εκεί όπου τελειώ­νει το δάσος κι αρχί­ζει η πέτρα, κοι­μά­ται μια λίμνη με σχή­μα ακα­νό­νι­στης καρ­διάς. Την λένε Δρακόλιμνη.

Πολ­λοί τη βρί­σκουν μικρή όταν πρω­το­φτά­νουν – τέσ­σε­ρα με έξι στρέμ­μα­τα όλο κι όλο, μια γού­βα νερό στο μέτω­πο του βου­νού. Μα όποιος στα­θεί σιω­πη­λός ανά­με­σα στις άγριες ορχι­δέ­ες, τους κρί­νους, τους αγριο­με­νε­ξέ­δες και τις σαξι­φρα­γκιές που την περι­βά­λουν  κατα­λα­βαί­νει γρή­γο­ρα ότι το μέγε­θος εδώ δεν μετριέ­ται σε στρέμ­μα­τα. Μετριέ­ται σε βάθος. Το βάθος της λίμνης κανείς δεν το ’χει μετρή­σει σωστά. Άλλοι μιλά­νε για είκο­σι μέτρα, άλλοι για τριά­ντα και  άλλοι λένε  ότι είναι απύθ­με­νη. Το σκού­ρο της γαλά­ζιο, βαθύ σαν ουρα­νός γυρι­σμέ­νος ανά­πο­δα, κάνει τον άνθρω­πο να νιώ­θει πως αν σκύ­ψει πολύ, μπο­ρεί να πέσει όχι στο νερό, μα σε έναν άλλο κόσμο.

Στις όχθες, ο πυθ­μέ­νας κοκ­κι­νί­ζει. Πέτρες και χώμα παίρ­νουν χρώ­μα φαιο­κόκ­κι­νης σκου­ριάς, σαν να ’χει στά­ξει εκεί αίμα παλιών μαχών ή φωτιά κρυμ­μέ­νη. Μέσα στο νερό, μικρά μαύ­ρα σώμα­τα κολυ­μπά­νε αργά: αλπι­κοί τρί­τω­νες, αμφί­βια με δρα­κό­μορ­φη όψη, πορ­το­κα­λο­κόκ­κι­νη κοι­λιά και βλέμ­μα που θυμί­ζει ότι ο δρά­κος του βου­νού δεν είναι πάντα μόνο ένας και τερά­στιος. Μπο­ρεί να είναι και χίλια μικρά δρακάκια!

Οι επι­στή­μο­νες θα σου πουν: «Παγε­τω­νι­κή λίμνη, απο­μει­νά­ρι των παλιών πάγων, μονα­δι­κό οικοσύστημα».

Οι άνθρω­ποι της Ηπεί­ρου θα σου πουν: «Εδώ μένει ο Δρά­κος. Η ψυχή του Σμό­λι­κα. Ο φρου­ρός μας».

Και κανείς τους δεν έχει άδικο!

Ο παπ­πούς που μιλού­σε με τον άνεμο

Ο Νικό­λας Γκιού­μης γεν­νή­θη­κε στην Αγία Παρα­σκευή – το παλιό Κερά­σο­βο. Το χωριό ήταν καρ­φω­μέ­νο στην πλα­γιά, λιθό­χτι­στα σπί­τια με σκε­πές από πλά­κες, μια εκκλη­σιά στη μέση σαν πέτρι­νη καρ­διά, κι από πάνω, πάντα, η σκιά του Σμόλικα.

Τα βρά­δια, όταν ο αέρας κατέ­βαι­νε από το βου­νό κου­βα­λώ­ντας μυρω­διά από ρητί­νη, θυμά­ρι, χιό­νι και καπνό, ο παπ­πούς του, ο γερο-Θύμιος, τον έβα­ζε να κάθε­ται στο κατώφλι.

– Πρώ­τα θα ακούς τον άνε­μο, μετά εμέ­να, έλε­γε. Ο άνε­μος είναι η φωνή του βουνού.

Ο Νικό­λας έκλει­νε τα μάτια. Άκου­γε το σφύ­ριγ­μα ανά­με­σα στις σκε­πές, τον παλ­μό που άλλα­ζε ξαφ­νι­κά, κάποιες βαθιές, βαριές ανά­σες, λες και μια τερά­στια ύπαρ­ξη κου­νιό­ταν κάπου πολύ ψηλά.

– Αυτός είναι, του ψιθύ­ρι­σε ένα βρά­δυ ο παπ­πούς. Ο δρά­κος του Σμό­λι­κα. Δεν τον βλέ­που­με, τον ακούμε!

– Τον φοβά­σαι; ρώτη­σε ο Νικόλας.

Ο γέρος τρά­βη­ξε μια ρου­φη­ξιά απ’ την πίπα του, κι άφη­σε τον καπνό να σηκω­θεί σαν σύν­νε­φο μικρό.

– Όχι. Ποτέ δεν ακού­στη­κε ο δρά­κος του Σμό­λι­κα να πεί­ρα­ξε άνθρω­πο στρα­το­κό­πο,  κυρα­τζή, περα­στι­κή γυναί­κα, καρα­βά­νι νυχτω­μέ­νο, τσο­μπά­νη,  κάτοι­κο των χωριών μας.  Κάθε­ται εκεί, από τότε που γίνη­κε ο κόσμος, και φυλά­ει το βου­νό. Με τους δικούς του είναι ήμε­ρος και αγα­πη­μέ­νος. Με τον ξένο, όμως…

Ο γερο-Θύμιος έκα­νε μια μικρή παύ­ση .…με τον ξένο που έρχε­ται να πάρει, όχι να ζήσει, αγριεύει.

– Και ποιος είναι ξένος; τόλ­μη­σε να ρωτή­σει ο μικρός.

Ξένος είναι όποιος βλέ­πει τα βου­νά σαν λάφυ­ρο. Όχι σαν σπίτι.

Ο άνε­μος δυνά­μω­σε, κι ο Νικό­λας ορκί­στη­κε μέσα του πως, όσο κι αν έφευ­γε στα ξένα, πάντα θα ανή­κε σ’ αυτό το σπίτι.

Οι ιστο­ρί­ες της φωτιάς

Στις στά­νες, τα βρά­δια με ομί­χλη, οι τσο­μπά­νη­δες του χωριού άνα­βαν μεγά­λη φωτιά. Γύρω της κάθο­νταν ο γέρο Θύμιος,  ο Στέρ­γιος, ο πατέ­ρας του Νικό­λα, η μάνα του η κυρά Ελέ­νη, η αδελ­φή του η Μαρι­γώ, οι Σαρα­κα­τσά­νοι που ανέ­βαι­ναν με τα κοπά­δια τους, κι όποιος άλλος είχε το στο­μά­χι να ακού­σει παλιές ιστο­ρί­ες χωρίς να τρομάξει.

Εκεί άκου­σε ο Νικό­λας για πρώ­τη φορά την έχθρα των Δράκων.

– Στις δρα­κό­λι­μνες του Σμό­λι­κα και της Τύμ­φης ζού­σαν, λένε, δυο δρά­κοι, είπε μια νύχτα ο πιο γέρος απ’ τους τσο­μπά­νη­δες. Ο ένας εδώ, ο άλλος στην Γκα­μή­λα, πάνω απ’ το Πάπιγκο.
Όταν αγρί­ευαν, πετού­σαν ο ένας στον άλλον πέτρες. Γι’ αυτό, στη δρα­κό­λι­μνη του Σμό­λι­κα έχεις άσπρο χώμα με μαύ­ρες πέτρες. Και στην Τύμ­φη, μαύ­ρο χώμα με άσπρες.

Ο Νικό­λας φαντά­στη­κε τον ουρα­νό γεμά­το βρά­χους να πετά­νε από βου­νό σε βου­νό. Έσφι­ξε τα γόνα­τά του, μα δεν φοβή­θη­κε. Ήταν σαν να άκου­γε ιστο­ρία συγ­γε­νών του που μάλω­ναν μετα­ξύ τους.

– Ο δικός μας ο Δρά­κος, πρό­σθε­σε ο γέρος, πετού­σε και σβώ­λους αλά­τι. Ο άλλος τους κατά­πι­νε, τους νόμι­ζε πέτρες. Μετά τον έπια­νε δίψα φοβε­ρή, έπι­νε, έπι­νε, κι η λίμνη του φού­σκω­νε και ξεχεί­λι­ζε. Έτσι γίνο­νταν οι μεγά­λες πλημ­μύ­ρες εκεί πάνω.

Γέλια, σχό­λια, μορ­φα­σμοί. Μα όλοι ήξε­ραν: πίσω από το παρα­μύ­θι κρυ­βό­ταν κάτι πιο μεγά­λο. Ότι τα βου­νά δεν είναι νεκρή πέτρα· είναι θεϊ­κές δυνά­μεις με τη μορ­φή δράκων.

Κάποιος άλλος έπια­σε την κου­βέ­ντα για το φάντα­σμα του τσο­πά­νου που πνί­γη­κε στη δρα­κό­λι­μνη από ερω­τι­κή απο­γο­ή­τευ­ση, για τη σκιά που περι­φέ­ρε­ται ακό­μη στις όχθες τις νύχτες με βοριά. Κι άλλος για το χρυ­σό κριά­ρι, που βγή­κε από τα νερά ένα βρά­δυ, βέλα­ξε καλώ­ντας τα πρό­βα­τα, κι ύστε­ρα τα πήρε όλα μαζί του πίσω στη λίμνη, αφή­νο­ντας τους βοσκούς να στέ­κο­νται με τα χέρια άδεια.

– Το κριά­ρι, κατέ­λη­ξε ο Στέρ­γιος, ήταν ο ίδιος ο δρά­κος με άλλη μορ­φή. Κι από τότε οι Σαρα­κα­τσά­νοι δεν φέρ­νουν τα κοπά­δια πολύ κοντά στις δρα­κό­λι­μνες. Κάποια όρια δεν τα περ­νάς, όσο δικά σου και να ’ναι.

Ο Νικό­λας έσκυ­ψε πιο κοντά στη φωτιά. Οι σπιν­θή­ρες πετού­σαν ψηλά, και για μια στιγ­μή του φάνη­κε πως πάνω απ’ τις κορ­φές κάτι πετά, κάτι μεγά­λο, αρχαίο, που δεν το χωρά­ει το μάτι.

Ο πασάς που προ­κά­λε­σε τη λίμνη

Τα χρό­νια περ­νού­σαν, μα οι κατα­κτη­τές δεν έλει­παν από την Ήπει­ρο. Ο Αλής Πασάς, στα Γιάν­νε­να, είχε την κακή συνή­θεια να μετρά­ει τα βου­νά της περιο­χής όπως μετρά κανείς λεφτά. Τίπο­τα δεν έπρε­πε να μένει έξω από την εξου­σία του· ούτε ποτά­μι, ούτε πέρα­σμα, ούτε λίμνη.

Όταν έμα­θε για τη δρα­κό­λι­μνη της Γκα­μή­λας, κάπου ανά­με­σα στις κορ­φές της Τύμφης,
θυμω­μέ­νος που υπήρ­χε νερό που δεν είχε «δοκι­μά­σει». Ήταν το 1814 όταν εξέ­δω­σε δια­τα­γή: “Δύο μονό­ξυ­λα, από τη λίμνη των Ιωαν­νί­νων, να ανέ­βουν ως εκεί πάνω”.

Θα βάλω τις βάρ­κες μου στη λίμνη των δρά­κων, είπε απο­φα­σι­σμέ­νος ο Αλής. Οι άντρες του πέρα­σαν από τα Ζαγό­ρια, από την Αγία Παρα­σκευή, από τα χωριά της Κόνι­τσας. Αγγά­ρε­ψαν άντρες και γυναί­κες. Οι Γκιού­μη­δες ήταν ανά­με­σά τους. Ο γερο-Θύμιος στά­θη­κε στην πλα­τεία μπρο­στά στον αγά που μετέ­φε­ρε τη διαταγή.

– Αφέ­ντη, του είπε ήρε­μα, το βου­νό δεν είναι λιμά­νι. Και η λίμνη εκεί πάνω δεν στέ­κει για να παί­ζουν μέσα της οι πασάδες.

Ο αγάς τον κοί­τα­ξε αφ’ υψηλού.

– Αν έχει παρά­πο­νο ο δρά­κος σου, γέρο, να έρθει ο ίδιος να μου το πει, απάντησε.

Οι γυναί­κες χαμή­λω­σαν τα μάτια. Οι άντρες έσφι­ξαν τα χεί­λη. Δεν είχαν όπλα, είχαν μόνο ελπί­δα στο βουνό.

Η πομπή ξεκί­νη­σε: τα μονό­ξυ­λα πάνω σε κυλίν­δρους, σχοι­νιά στο λαι­μό των χωρι­κών, ιδρώ­τας και κατά­ρες. Στις ράχες, στα στε­νά μονο­πά­τια, ο ήχος από τα καρα­βό­ξυ­λα αντη­χού­σε παρά­ται­ρα. Η μία βάρ­κα δεν άντε­ξε. Κάπου ανά­με­σα στο Καπέ­σο­βο και το Σκα­μνέ­λι, σε μια από­το­μη πλα­γιά, γλί­στρη­σε, χτύ­πη­σε σε βρά­χο και δια­λύ­θη­κε. Η κορυ­φή εκεί­νη ονο­μά­στη­κε από τότε Μονό­ξυ­λο. Να θυμί­ζει σε όλους πόσο ανό­η­το είναι να σέρ­νεις βάρ­κες στα βου­νά της Πίν­δου. Η άλλη συνέ­χι­σε, μέσα από ιδρώ­τα κι αίμα, ως πάνω απ’ τη Ροδό­βο­λη. Εκεί τους βρή­κε η νύχτα.

 Η καται­γί­δα που είχε άποψη

Ο ουρα­νός ήταν βαριά συν­νε­φια­σμέ­νος, μα αυτό στα βου­νά δεν είναι σπά­νιο. Οι στρα­τιώ­τες έστη­σαν τις τέντες του πασά, οι χωρι­κοί κου­λου­ριά­στη­καν όπου βρή­καν, κι ο Νικό­λας, που είχε ανέ­βει κι αυτός βοη­θός, δεν μπο­ρού­σε να κλεί­σει μάτι. Κάτι στον αέρα ήταν λάθος. Ο άνε­μος δεν φυσού­σε όπως συνή­θως. Ήταν σαν να ερχό­ταν από όλες τις πλευ­ρές μαζί, σαν να έκα­νε γύρους, ψάχνο­ντας κάτι.

Μια αστρα­πή έσκι­σε τον ουρα­νό. Ύστε­ρα μία ακό­μη, κι άλλη μία, πιο κοντά. Ο ήχος τους δεν ήταν απλό μπου­μπου­νη­τό. Ήταν σαν γέλιο θυμω­μέ­νου θεού. Κι έπει­τα άνοι­ξαν οι ουρα­νοί. Η βρο­χή έπε­φτε κάθε­τα, λοξά, κυκλι­κά. Μέσα σε λίγα λεπτά, το χώμα έγι­νε λάσπη, οι τέντες ξεκόλ­λη­σαν από τα πασα­λά­κια, άνθρω­ποι και άλο­γα ανα­κα­τεύ­τη­καν σ’ ένα πανι­κό. Και τότε ήρθε το χαλά­ζι. Δεν ήταν σβώ­λοι πάγου. Ήταν πέτρες · άσπρες, σκλη­ρές, μεγά­λες σαν γρο­θιές. Έπε­φταν με τέτοια δύνα­μη που άνοι­γαν τρύ­πες στις τέντες, έσπα­γαν κεφά­λια, τσά­κι­ζαν ξύλα.

Μέσα στην οχλο­βοή, ο Νικό­λας ένιω­σε τη γη να τρέ­μει, όχι σαν σει­σμό, μα σαν βαρύ βήμα υπό­γειου γίγα­ντα. Από ψηλά, από την πλευ­ρά της Γκα­μή­λας, φάνη­κε για μια στιγ­μή ένα φως·  σαν μάτι μέσα στη νύχτα. Η Δρα­κό­λι­μνη της Τύμ­φης, κάπου κρυμ­μέ­νη, έμοια­ζε να φωτί­ζε­ται από τα έγκα­τά της. Ο αγάς του Πασά ούρ­λια­ζε, οι στρα­τιώ­τες σκόρ­πι­σαν σαν μυρ­μή­γκια που τα διώ­χνει μια ξαφ­νι­κή νερο­πο­ντή, κι η βάρ­κα, η πολύ­πα­θη, σήκω­σε για μια στιγ­μή τη μύτη της, χτυ­πή­θη­κε σε βρά­χο και έγι­νε κομ­μά­τια. Τότε, για πρώ­τη φορά, ο Νικό­λας άκου­σε καθα­ρά τη φωνή του Δρά­κου: ένα βαθύ, μακρό­συρ­το βρυ­χηθ­μό που δεν έμοια­ζε με κανέ­να ζώο, κανέ­να φυσι­κό φαι­νό­με­νο, παρά μόνο με την ίδια την οργή της γης. Ο Αλής, τρο­μαγ­μέ­νος όσο ποτέ, καβά­λη­σε το άλο­γό του, κι άρχι­σε μέσα από τα μονο­πά­τια να κατρα­κυ­λά­ει προς το Σκα­μνέ­λι. Οι άνθρω­ποί του έτρε­χαν πίσω του όπως όπως. Μόλις πέρα­σαν τη ζώνη του βου­νού, η καται­γί­δα στα­μά­τη­σε. Ο ουρα­νός καθά­ρι­σε. Τα άστρα βγή­καν, γαλη­νε­μέ­να. Εκεί­νος δεν ξανα­γύ­ρι­σε ποτέ.

Αργό­τε­ρα, ένας Φάλα­ρης δοκί­μα­σε κι αυτός να ανε­βά­σει βάρ­κα σε δρα­κό­λι­μνη. Και βρή­κε κι εκεί­νος μπρο­στά του χαλα­ζο­θύ­ελ­λα. Από τότε, κανείς δεν τόλ­μη­σε ξανά.

Οι δρά­κοι είχαν πει την άπο­ψή τους.

 Ο όρκος στη λίμνη

Λίγες μέρες μετά, ο Νικό­λας ανέ­βη­κε μόνος του ως τη δρα­κό­λι­μνη του Σμό­λι­κα. Ακο­λού­θη­σε το μονο­πά­τι από την Αγία Παρα­σκευή, σκαρ­φά­λω­σε μέσα από δάση μαύ­ρης πεύ­κης, μακε­δο­νί­τι­κου έλα­του, οξιάς και ρόμπο­λου. Σε κάθε ξέφω­το έβλε­πε λου­λού­δια, σε κάθε ρίζα δέντρου μικρές ζωές. Σιγά σιγά τα δέντρα λιγό­στε­ψαν. Η γραμ­μή του δάσους τελεί­ω­σε. Άρχι­σε το γυμνό των αλπι­κών λιβα­διών, συστά­δες από πέτρα κι ένας αγέ­ρας που μνη­μό­νευε μοι­ρο­λο­γώ­ντας ηπει­ρώ­τι­κους σκο­πούς. Και τότε, ανα­πά­ντε­χα, η λίμνη φάνη­κε μπρο­στά του. Ήταν σαν να είχε ανοί­ξει ξαφ­νι­κά η καρ­διά του βου­νού. Η επι­φά­νειά της ήρε­μη, το σχή­μα της καθα­ρό – μια καρ­διά ακα­νό­νι­στη, σαν να την είχαν λαβώ­σει κάπο­τε και να ’χε μεί­νει έτσι για πάντα.

Ο Νικό­λας πλη­σί­α­σε στην όχθη. Γονά­τι­σε, άπλω­σε το χέρι. Το νερό ήταν παγω­μέ­νο, μα του φαι­νό­ταν  ότι είχε τη θερ­μό­τη­τα του ζωντα­νού πλάσματος.

– Ξέρω πως είσαι εδώ, είπε. Σε άκου­σα να διώ­χνεις τον Πασά. Σε άκου­σα μικρός, στα βρά­δια του χει­μώ­να. Σε είδα στα κοπά­δια που πήρες, στα χαλά­ζια που έρι­ξες. Δεν είσαι παρα­μύ­θι. Είσαι ο τρό­πος που αυτός ο τόπος λέει «όχι».

Πήρε μια ανάσα.

– Σου ορκί­ζο­μαι πως, όσο θα ’χω φωνή, δε θα σ’ αφή­σω να σε δια­κω­μω­δούν στις κου­βέ­ντες τους. Θα λέω στα παι­διά μου και στα εγγό­νια μου ότι εδώ ζει ένας δρά­κος που φυλά­ει την ελευ­θε­ρία των βου­νών. Και πως όποιος έρχε­ται να τα σκλα­βώ­σει, θα ’χει εσέ­να απέ­να­ντί του.

Ο άνε­μος σηκώ­θη­κε απα­λά. Μια μικρή δίνη φάνη­κε στο κέντρο της λίμνης, ανέ­βη­κε, άνοι­ξε, έκλει­σε. Ήταν σαν χαμό­γε­λο. Ο Νικό­λας σηκώ­θη­κε. Έφυ­γε χωρίς να κοι­τά­ξει πίσω. Ήξε­ρε ότι την ημέ­ρα που θα χρεια­ζό­ταν ξανά ο δρά­κος, δεν θα έλειπε.

  Στρα­τιώ­τες ενός άλλου τυράννου

Πέρα­σαν χρό­νια. Ο Αλής έπε­σε, άλλοι άρχο­ντες ανέ­βη­καν, μα ο τόπος δεν ησύ­χα­σε. Ήρθε ο Μεγά­λος Πόλε­μος, κι ύστε­ρα ο άλλος, ο πιο φοβε­ρός. Στον Β’ Παγκό­σμιο Πόλε­μο, οι αλπι­νι­στές του Μου­σο­λί­νι ανέ­βη­καν την Πίν­δο, βέβαιοι πως τα χιό­νια είναι δικοί τους σύμ­μα­χοι. Η στο­λή τους ήταν ραμ­μέ­νη για βου­νά, τα όπλα τους για παγε­τώ­νες, η εκπαί­δευ­σή τους για λευ­κές κορ­φές. Μα δεν είχαν υπο­λο­γί­σει πως εδώ τα βου­νά έχουν ψυχή.

Ο Αση­μά­κης δισέγ­γο­νο του Νικό­λα,  πολε­μι­στής, είχε στή­σει με την ομά­δα του πολυ­βο­λεία στη σκιά του Σμό­λι­κα. Στη Σούσ­νι­τσα και στον Κλέ­φτη, στην Πολιά­να, στη Γύφτι­σα, στο Ταμπού­ρι, οι δικοί του κρα­τού­σαν τις γραμ­μές. Ο βρά­χος έμοια­ζε να τους βοη­θά­ει: στέ­ριω­νε μπρο­στά τους, έκρυ­βε τα σώμα­τά τους, άνοι­γε μονο­πά­τια τη νύχτα και χανό­ταν την ημέρα.

Όταν οι αλπι­νι­στές προ­σπά­θη­σαν να περά­σουν τις ράχες, ο και­ρός άλλα­ξε από­το­μα. Ομί­χλη σκέ­πα­σε τα πάντα. Χιό­νι ήρθε από το που­θε­νά. Άνε­μος, ανά­πο­δος, έσπρω­χνε τους εισβο­λείς πίσω. Βρά­χοι κατρα­κυ­λού­σαν τυφλά, μα έσπα­γαν πάντα εκεί που έπρε­πε. Μερι­κοί Ιτα­λοί χάθη­καν σε χαρά­δρες που δεν φαι­νό­ντου­σαν στον χάρ­τη. Άλλοι, λιγο­στοί επι­ζή­σα­ντες  βρέ­θη­καν μίλια μακριά ‚από έναν θυμό που κανείς δεν μπο­ρού­σε να εξη­γή­σει, ίσα — ίσα για να διη­γη­θούν τι συνέ­βη. Οσοι πρό­λα­βαν να μιλή­σουν, είπαν πάνω–κάτω το ίδιο: «Δεν πολε­μή­σα­με μόνο Έλλη­νες. Πολε­μή­σα­με και το βουνό.»

Οι δικοί μας έλεγαν:
– Τους έρι­ξε ο δρά­κος. Τους τσά­κι­σε. Κι άφη­σε λίγους να γυρί­σουν για να πουν στους άλλους τι τους περί­με­νε εδώ. Κι όντως, όσοι γύρι­σαν στην πατρί­δα τους, περιέ­γρα­ψαν βου­νά που τους πολε­μού­σαν, και­ρό που είχε πρό­θε­ση, πέτρες που έρχο­νταν από το που­θε­νά, φωνές από χαρά­δρες χωρίς στό­μα. Σε εκεί­νες τις μέρες, ο δρά­κος του Σμό­λι­κα δεν ήταν μόνος. Κι οι άλλες δρα­κό­λι­μνες – της Γκα­μή­λας, του Γράμ­μου, της Φλέγ­γας –ξύπνη­σαν τις δικές τους ψυχές. Για­τί η Ήπει­ρος δεν λυγί­ζει εύκο­λα. Κι όταν κιν­δυ­νεύ­ει η ελευ­θε­ρία της, τα βου­νά της στέ­κο­νται πρώ­τα στην γραμμή.

Οι νέοι κατακτητές

Ο πόλε­μος πέρα­σε. Τα όπλα σώπα­σαν, μα η απει­λή δεν χάθη­κε˙ απλώς άλλα­ξε μορ­φή. Δεν ήρθαν πια πασά­δες. Δεν ήρθαν στρα­τοί με στο­λές. Ήρθαν χαρτιά.

Κάποια μέρα, στην πλα­τεία της Αγί­ας Παρα­σκευ­ής, ένας άντρας άνοι­ξε έναν φάκελο.

– Λένε ότι εδώ είναι από τις καθα­ρό­τε­ρες, πιο αγνές, μη βιο­μη­χα­νο­ποι­η­μέ­νες περιο­χές της Ευρώ­πης, είπε. Κι ότι κάτω απ’ τα βου­νά μας έχει πετρέ­λαιο και φυσι­κό αέριο. Θέλουν να κάνουν έρευ­νες. Να φέρουν μηχα­νή­μα­τα. Να ανοί­ξουν δρόμους.

– Και τι θα γίνει με τα ζώα; ρώτη­σε μια γριά. Με τα νερά; Με τις λίμνες;

Ο άντρας σήκω­σε τους ώμους.

Τα χαρ­τιά δεν είχαν θέση για τέτοιες ερωτήσεις.

Στις άκρες της πλα­τεί­ας, οι γέροι συζη­τού­σαν χαμηλόφωνα.
– Θα χαθούν φυτά που μόνο εδώ φυτρώνουν.
– Θα φύγουν τα αγρίμια.
– Θα σακα­τέ­ψουν τις δρακόλιμνες.
– Θα ’ναι σαν να τρυ­πά­νε την καρ­διά του βουνού.

Η Ελέ­νη, κόρη  του Αση­μά­κη, δασκά­λα στο χωριό, άκου­γε  την καρ­διά της να σφίγ­γε­ται. Ήξε­ρε από σπου­δές, ήξε­ρε από δια­δί­κτυα, ήξε­ρε από πόλεις. Μα ήξε­ρε και κάτι που δεν έγρα­φε κανέ­να χαρ­τί: πως αυτός ο τόπος ήταν ζωντανός.

Εκεί­νο το από­γευ­μα πήρε τον ανή­φο­ρο. Ακο­λού­θη­σε το μονο­πά­τι ως τη δρα­κό­λι­μνη, όπως είχαν κάνει τόσες φορές οι πρό­γο­νοι της. Όταν έφτα­σε, ο αέρας ήταν ακί­νη­τος. Τα νερά, καθρέ­φτης. Οι τρί­τω­νες κολυ­μπού­σαν σαν μαύ­ρα σημά­δια μέσα στο γαλά­ζιο. Η Ελέ­νη στά­θη­κε στην όχθη.

– Ξέρω πως είσαι εδώ, είπε. Μπο­ρεί οι ξένοι να σε λένε «του­ρι­στι­κό προ­ο­ρι­σμό» ή «υγρο­το­πι­κό οικο­σύ­στη­μα», μα για μας είσαι κάτι άλλο. Είσαι φρουρός.

Πήρε μια βαθιά ανάσα.

– Στα χρό­νια του Αλή, τους έδιω­ξες με χαλά­ζι. Στα χρό­νια του Μου­σο­λί­νι, τους έρι­ξες στις χαρά­δρες. Τώρα έρχο­νται με άλλα όπλα: μετρή­σεις, γεω­τρή­σεις, υπο­γρα­φές. Δεν είναι εύκο­λο να τους πολε­μή­σεις μόνος. Γι’ αυτό ήρθα: να σου πω πως δεν θα σ’ αφή­σου­με. Έβγα­λε από την τσά­ντα της ένα παλιό τετρά­διο. Μέσα ήταν γραμ­μέ­νοι, με το χέρι του παπ­πού της, οι θρύ­λοι του χωριού: ο Δρά­κος, το κριά­ρι, ο τσο­πά­νος που χάθη­κε από έρω­τα, ο πασάς με τα μονό­ξυ­λα, οι αλπι­νι­στές του Μουσολίνι.

Αυτά θα τα μάθω στα παι­διά μου, στα παι­διά των μαθη­τών μου, στους ξένους που θα ’ρθουν εδώ. Θα κάνω για σένα ό,τι έκα­νε η λίμνη του Λοχ Νες για τη Σκω­τία. Θα φωνά­ξω σε όλο τον κόσμο ότι εδώ ζουν Δρά­κοι. Όχι για να φοβη­θούν, αλλά για να σε σέβονται.

Ο άνε­μος σηκώ­θη­κε ξαφ­νι­κά. Έκα­νε τον κύκλο της λίμνης σαν να τη χάι­δευε, χτύ­πη­σε στα βρά­χια της ράχης, και γύρι­σε πίσω, πιο ήρε­μος. Στο κέντρο της λίμνης φάνη­κε για μια στιγ­μή μια σκιά, μακρό­στε­νη, βαριά, που έμοια­ζε να αλλά­ζει θέση και να χάνε­ται. Ήταν αρκε­τό. Η Ελέ­νη χαμογέλασε.

– Οι δρά­κοι σου φυλά­νε την ελευ­θε­ρία των βουνών.

Από σήμε­ρα, θα βοη­θά­με κι εμείς.

Οι άλλες λίμνες, οι άλλοι δράκοι

Ο Σμό­λι­κας δεν είναι μόνος.

Στην Τύμ­φη, πάνω από το Μικρό Πάπι­γκο, η δρα­κό­λι­μνη της Γκα­μή­λας, ελλει­ψοει­δής, πέντε στρέμ­μα­τα γης και νερού, κρέ­με­ται δίπλα στον γκρε­μό, βλέ­πο­ντας από ψηλά τον Αώο και τον Βοϊδομάτη.

Στον Γράμ­μο, η Γκί­στο­βα – η ψηλό­τε­ρη δρα­κό­λι­μνη της Ελλά­δας, στα 2.350 μέτρα, και η λίμνη των Αρέ­νων, κρυμ­μέ­νη σε δάσος οξιάς, ανά­με­σα σε σύνο­ρα που χάρα­ξε ο άνθρω­πος και μονο­πά­τια που έφτια­ξε η φύση.

Στη Βάλια Κάλ­ντα, οι δίδυ­μες λίμνες της Φλέγ­γας, σαν δυο μάτια που κοι­τά­ζουν η μία την άλλη, τρέ­φουν με το νερό τους το Αρκου­δό­ρε­μα και μαζί του έναν ολό­κλη­ρο κόσμο.

Στον Λάκ­μο, η Βερ­λί­γκα σχη­μα­τί­ζει κύκλο σχε­δόν τέλειο – για αυτό οι Βλά­χοι τη λένε «Βρίγ­γα», ο κύκλος του βουνού.

Σε όλες ζουν δρά­κοι. Άλλοι πιο ήσυ­χοι, άλλοι πιο άγριοι. Άλλοι που σπά­νια μιλά­νε, άλλοι που φωνά­ζουν σε κάθε καται­γί­δα. Οι βοσκοί της Πίν­δου λένε πως, όταν ο ουρα­νός μαυ­ρί­ζει ξαφ­νι­κά πάνω απ’ την ορο­σει­ρά, δεν είναι πάντα κακο­και­ρία. Καμιά φορά είναι συνά­ντη­ση: οι δρά­κοι των λιμνών μαζεύ­ο­νται, συζη­τούν με βρο­ντές, ανταλ­λάσ­σουν πέτρες και κεραυ­νούς, μοι­ρά­ζο­νται τα νέα:

«Εσύ τι έκα­νες όταν ήρθαν να σε τρυπήσουν;»
«Εσύ πώς τους έδει­ξες ότι δε φοβάσαι;»

Κι ύστε­ρα ξανα­γυ­ρί­ζουν ο καθέ­νας στη λίμνη του, μα αφή­νουν πίσω τους ουρα­νούς με σημάδια.

Επί­λο­γος

 Οι δρά­κοι δεν πεθαίνουν

Στη Σκω­τία έχουν το τέρας του Λοχ Νες, τη Νέσι.  Εμείς έχου­με τους Δρά­κους της Ηπεί­ρου. Εκεί­νο είναι μόνο μια σκιά σε φωτο­γρα­φί­ες. Εδώ, οι σκιές είναι ζεστές, γεμά­τες αίμα και μνήμη.

Στα Ζαγο­ρο­χώ­ρια, στην Κόνι­τσα, στον Γράμ­μο, στη Βόρεια Πίν­δο, οι άνθρω­ποι λένε στα παι­διά τους:

Οι δρά­κοι ζουν. Δεν τους βλέ­που­με, μα τους νιώ­θου­με. Στις καται­γί­δες που έρχο­νται όταν πρέ­πει, στις πέτρες που κυλούν όταν χρειά­ζε­ται, στους ξένους που δεν κατά­φε­ραν ποτέ να ριζώ­σουν εδώ πάνω.

Όταν ο ήλιος δύει πίσω από την κορ­φή της Γκα­μή­λας, όταν η ομί­χλη σηκώ­νε­ται από τη δρα­κό­λι­μνη του Σμό­λι­κα σαν ανά­σα, όταν οι αλπι­κοί τρί­τω­νες κολυ­μπούν ήσυ­χοι στο κρύο νερό, ο τόπος θυμάται.

Θυμά­ται τον τσο­πά­νο που χάθη­κε για έναν έρω­τα, τον Πασά που έφυ­γε κυνη­γη­μέ­νος από χαλά­ζι και την οργή του δρά­κου,  τους αλπι­νι­στές που τους κατά­πιαν οι χαρά­δρες, τους πρώ­τους ανθρώ­πους που σήκω­σαν κεφά­λι στις εξο­ρύ­ξεις, τα παι­διά που ακό­μα ανε­βαί­νουν στις λίμνες και ψιθυρίζουν:

«Είμα­στε δικοί σου. Φύλα­γέ μας.»

Οι δρά­κοι της Ηπεί­ρου δεν χρειά­ζο­νται κάμε­ρες, ούτε ντο­κι­μα­ντέρ, ούτε ειδι­κά εφέ. Τους αρκεί ο άνε­μος. Κι ένας άνθρω­πος που θα στα­θεί στην όχθη μιας δρα­κό­λι­μνης και θα κοι­τά­ξει το νερό βαθιά  θα κατα­λά­βει ότι κάτω από την επι­φά­νεια δεν κρύ­βε­ται τέρας, μα μια ιδέα: ότι υπάρ­χουν ακό­μα μέρη στον κόσμο που αρνού­νται να παραδοθούν.

Όσο  τα σύν­νε­φα  σκί­ζο­νται στις κορυ­φές της Πίν­δου και ο άνε­μος δια­τη­ρεί μνή­μη παλαιό­τε­ρη από τους ανθρώ­πους,  όσο τα χωριά ζουν κάτω από τη σκιά του Σμό­λι­κα, της Τύμ­φης και του Γράμ­μου, όσο ένα παι­δί θα ρωτά­ει τον παπ­πού του «υπάρ­χουν δρά­κοι;» κι εκεί­νος θα χαμο­γε­λά­ει και θα λέει «ναι, και είναι με το μέρος μας», τόσο οι δρά­κοι της Ηπεί­ρου θα συνε­χί­ζουν να φυλά­νε τα βου­νά της: αόρα­τοι, αθά­να­τοι, ανίκητοι.

 

 

Βρεί­τε μας και στις σχε­τι­κές σελί­δες μας στο  Facebook:

Δρα­κό­λι­μνη Τύμφης

Η Ηπει­ρος σήμε­ρα Epirus today

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like

Comments are closed.