Μπάμπης Στέρτσος
Προαιώνιοι φύλακες.
Η γέννηση των βουνών
Πριν υπάρξουν οι άνθρωποι, πριν ακόμη η Πίνδος σηκώσει την πέτρινή ράχη της , η γη ανάσαινε με δυσκολία και τα νερά της έβραζαν. Τότε, από το βάθος των παγετώνων γεννήθηκαν οι πρώτοι δράκοι: πνεύματα του νερού, του πάγου και του βράχου. Καθένας πήρε μια κορυφή για σπίτι, μια λίμνη για καρδιά, και μια αποστολή: Να προστατεύει τον τόπο από ξένους που θέλουν να τον πληγώσουν.
Οι καρδιές των βουνών
Οι δρακόλιμνες από τότε είναι οι καρδιές τους. Σπαρμένες στην Πίνδο σαν γαλάζια μάτια,
κοιτούν τον ουρανό εδώ και αιώνες. Άλλοι τις λένε απομεινάρια παγετώνων. Άλλοι κρατήρες ξεχασμένων ηφαιστείων. Μα όσοι γεννήθηκαν στα Ζαγόρια, στην Κόνιτσα, στον Γράμμο, ξέρουν την αλήθεια: Κάτω από τα νερά τους δεν κρύβεται απλώς πέτρα. Κρύβεται θέληση. Κρύβεται μνήμη. Κρύβεται οργή.
Οι δράκοι της Ηπείρου δεν είναι παραμύθια για παιδιά. Είναι ο τρόπος που τα βουνά υπερασπίζονται τον εαυτό τους. Κι ανάμεσά τους, πιο ισχυρός απ’ όλους, ο δράκος του Σμόλικα!
Η καρδιά του Σμόλικα
Απάνω στο Σμόλικα, λίγο πιο κάτω απ’ την ψηλότερη κορφή του, , στα δυο χιλιάδες μέτρα, εκεί όπου τελειώνει το δάσος κι αρχίζει η πέτρα, κοιμάται μια λίμνη με σχήμα ακανόνιστης καρδιάς. Την λένε Δρακόλιμνη.
Πολλοί τη βρίσκουν μικρή όταν πρωτοφτάνουν – τέσσερα με έξι στρέμματα όλο κι όλο, μια γούβα νερό στο μέτωπο του βουνού. Μα όποιος σταθεί σιωπηλός ανάμεσα στις άγριες ορχιδέες, τους κρίνους, τους αγριομενεξέδες και τις σαξιφραγκιές που την περιβάλουν καταλαβαίνει γρήγορα ότι το μέγεθος εδώ δεν μετριέται σε στρέμματα. Μετριέται σε βάθος. Το βάθος της λίμνης κανείς δεν το ’χει μετρήσει σωστά. Άλλοι μιλάνε για είκοσι μέτρα, άλλοι για τριάντα και άλλοι λένε ότι είναι απύθμενη. Το σκούρο της γαλάζιο, βαθύ σαν ουρανός γυρισμένος ανάποδα, κάνει τον άνθρωπο να νιώθει πως αν σκύψει πολύ, μπορεί να πέσει όχι στο νερό, μα σε έναν άλλο κόσμο.
Στις όχθες, ο πυθμένας κοκκινίζει. Πέτρες και χώμα παίρνουν χρώμα φαιοκόκκινης σκουριάς, σαν να ’χει στάξει εκεί αίμα παλιών μαχών ή φωτιά κρυμμένη. Μέσα στο νερό, μικρά μαύρα σώματα κολυμπάνε αργά: αλπικοί τρίτωνες, αμφίβια με δρακόμορφη όψη, πορτοκαλοκόκκινη κοιλιά και βλέμμα που θυμίζει ότι ο δράκος του βουνού δεν είναι πάντα μόνο ένας και τεράστιος. Μπορεί να είναι και χίλια μικρά δρακάκια!
Οι επιστήμονες θα σου πουν: «Παγετωνική λίμνη, απομεινάρι των παλιών πάγων, μοναδικό οικοσύστημα».
Οι άνθρωποι της Ηπείρου θα σου πουν: «Εδώ μένει ο Δράκος. Η ψυχή του Σμόλικα. Ο φρουρός μας».
Και κανείς τους δεν έχει άδικο!
Ο παππούς που μιλούσε με τον άνεμο
Ο Νικόλας Γκιούμης γεννήθηκε στην Αγία Παρασκευή – το παλιό Κεράσοβο. Το χωριό ήταν καρφωμένο στην πλαγιά, λιθόχτιστα σπίτια με σκεπές από πλάκες, μια εκκλησιά στη μέση σαν πέτρινη καρδιά, κι από πάνω, πάντα, η σκιά του Σμόλικα.
Τα βράδια, όταν ο αέρας κατέβαινε από το βουνό κουβαλώντας μυρωδιά από ρητίνη, θυμάρι, χιόνι και καπνό, ο παππούς του, ο γερο-Θύμιος, τον έβαζε να κάθεται στο κατώφλι.
– Πρώτα θα ακούς τον άνεμο, μετά εμένα, έλεγε. Ο άνεμος είναι η φωνή του βουνού.
Ο Νικόλας έκλεινε τα μάτια. Άκουγε το σφύριγμα ανάμεσα στις σκεπές, τον παλμό που άλλαζε ξαφνικά, κάποιες βαθιές, βαριές ανάσες, λες και μια τεράστια ύπαρξη κουνιόταν κάπου πολύ ψηλά.
– Αυτός είναι, του ψιθύρισε ένα βράδυ ο παππούς. Ο δράκος του Σμόλικα. Δεν τον βλέπουμε, τον ακούμε!
– Τον φοβάσαι; ρώτησε ο Νικόλας.
Ο γέρος τράβηξε μια ρουφηξιά απ’ την πίπα του, κι άφησε τον καπνό να σηκωθεί σαν σύννεφο μικρό.
– Όχι. Ποτέ δεν ακούστηκε ο δράκος του Σμόλικα να πείραξε άνθρωπο στρατοκόπο, κυρατζή, περαστική γυναίκα, καραβάνι νυχτωμένο, τσομπάνη, κάτοικο των χωριών μας. Κάθεται εκεί, από τότε που γίνηκε ο κόσμος, και φυλάει το βουνό. Με τους δικούς του είναι ήμερος και αγαπημένος. Με τον ξένο, όμως…
Ο γερο-Θύμιος έκανε μια μικρή παύση .…με τον ξένο που έρχεται να πάρει, όχι να ζήσει, αγριεύει.
– Και ποιος είναι ξένος; τόλμησε να ρωτήσει ο μικρός.
– Ξένος είναι όποιος βλέπει τα βουνά σαν λάφυρο. Όχι σαν σπίτι.
Ο άνεμος δυνάμωσε, κι ο Νικόλας ορκίστηκε μέσα του πως, όσο κι αν έφευγε στα ξένα, πάντα θα ανήκε σ’ αυτό το σπίτι.
Οι ιστορίες της φωτιάς
Στις στάνες, τα βράδια με ομίχλη, οι τσομπάνηδες του χωριού άναβαν μεγάλη φωτιά. Γύρω της κάθονταν ο γέρο Θύμιος, ο Στέργιος, ο πατέρας του Νικόλα, η μάνα του η κυρά Ελένη, η αδελφή του η Μαριγώ, οι Σαρακατσάνοι που ανέβαιναν με τα κοπάδια τους, κι όποιος άλλος είχε το στομάχι να ακούσει παλιές ιστορίες χωρίς να τρομάξει.
Εκεί άκουσε ο Νικόλας για πρώτη φορά την έχθρα των Δράκων.
– Στις δρακόλιμνες του Σμόλικα και της Τύμφης ζούσαν, λένε, δυο δράκοι, είπε μια νύχτα ο πιο γέρος απ’ τους τσομπάνηδες. Ο ένας εδώ, ο άλλος στην Γκαμήλα, πάνω απ’ το Πάπιγκο.
Όταν αγρίευαν, πετούσαν ο ένας στον άλλον πέτρες. Γι’ αυτό, στη δρακόλιμνη του Σμόλικα έχεις άσπρο χώμα με μαύρες πέτρες. Και στην Τύμφη, μαύρο χώμα με άσπρες.
Ο Νικόλας φαντάστηκε τον ουρανό γεμάτο βράχους να πετάνε από βουνό σε βουνό. Έσφιξε τα γόνατά του, μα δεν φοβήθηκε. Ήταν σαν να άκουγε ιστορία συγγενών του που μάλωναν μεταξύ τους.
– Ο δικός μας ο Δράκος, πρόσθεσε ο γέρος, πετούσε και σβώλους αλάτι. Ο άλλος τους κατάπινε, τους νόμιζε πέτρες. Μετά τον έπιανε δίψα φοβερή, έπινε, έπινε, κι η λίμνη του φούσκωνε και ξεχείλιζε. Έτσι γίνονταν οι μεγάλες πλημμύρες εκεί πάνω.
Γέλια, σχόλια, μορφασμοί. Μα όλοι ήξεραν: πίσω από το παραμύθι κρυβόταν κάτι πιο μεγάλο. Ότι τα βουνά δεν είναι νεκρή πέτρα· είναι θεϊκές δυνάμεις με τη μορφή δράκων.
Κάποιος άλλος έπιασε την κουβέντα για το φάντασμα του τσοπάνου που πνίγηκε στη δρακόλιμνη από ερωτική απογοήτευση, για τη σκιά που περιφέρεται ακόμη στις όχθες τις νύχτες με βοριά. Κι άλλος για το χρυσό κριάρι, που βγήκε από τα νερά ένα βράδυ, βέλαξε καλώντας τα πρόβατα, κι ύστερα τα πήρε όλα μαζί του πίσω στη λίμνη, αφήνοντας τους βοσκούς να στέκονται με τα χέρια άδεια.
– Το κριάρι, κατέληξε ο Στέργιος, ήταν ο ίδιος ο δράκος με άλλη μορφή. Κι από τότε οι Σαρακατσάνοι δεν φέρνουν τα κοπάδια πολύ κοντά στις δρακόλιμνες. Κάποια όρια δεν τα περνάς, όσο δικά σου και να ’ναι.
Ο Νικόλας έσκυψε πιο κοντά στη φωτιά. Οι σπινθήρες πετούσαν ψηλά, και για μια στιγμή του φάνηκε πως πάνω απ’ τις κορφές κάτι πετά, κάτι μεγάλο, αρχαίο, που δεν το χωράει το μάτι.
Ο πασάς που προκάλεσε τη λίμνη
Τα χρόνια περνούσαν, μα οι κατακτητές δεν έλειπαν από την Ήπειρο. Ο Αλής Πασάς, στα Γιάννενα, είχε την κακή συνήθεια να μετράει τα βουνά της περιοχής όπως μετρά κανείς λεφτά. Τίποτα δεν έπρεπε να μένει έξω από την εξουσία του· ούτε ποτάμι, ούτε πέρασμα, ούτε λίμνη.
Όταν έμαθε για τη δρακόλιμνη της Γκαμήλας, κάπου ανάμεσα στις κορφές της Τύμφης,
θυμωμένος που υπήρχε νερό που δεν είχε «δοκιμάσει». Ήταν το 1814 όταν εξέδωσε διαταγή: “Δύο μονόξυλα, από τη λίμνη των Ιωαννίνων, να ανέβουν ως εκεί πάνω”.
Θα βάλω τις βάρκες μου στη λίμνη των δράκων, είπε αποφασισμένος ο Αλής. Οι άντρες του πέρασαν από τα Ζαγόρια, από την Αγία Παρασκευή, από τα χωριά της Κόνιτσας. Αγγάρεψαν άντρες και γυναίκες. Οι Γκιούμηδες ήταν ανάμεσά τους. Ο γερο-Θύμιος στάθηκε στην πλατεία μπροστά στον αγά που μετέφερε τη διαταγή.
– Αφέντη, του είπε ήρεμα, το βουνό δεν είναι λιμάνι. Και η λίμνη εκεί πάνω δεν στέκει για να παίζουν μέσα της οι πασάδες.
Ο αγάς τον κοίταξε αφ’ υψηλού.
– Αν έχει παράπονο ο δράκος σου, γέρο, να έρθει ο ίδιος να μου το πει, απάντησε.
Οι γυναίκες χαμήλωσαν τα μάτια. Οι άντρες έσφιξαν τα χείλη. Δεν είχαν όπλα, είχαν μόνο ελπίδα στο βουνό.
Η πομπή ξεκίνησε: τα μονόξυλα πάνω σε κυλίνδρους, σχοινιά στο λαιμό των χωρικών, ιδρώτας και κατάρες. Στις ράχες, στα στενά μονοπάτια, ο ήχος από τα καραβόξυλα αντηχούσε παράταιρα. Η μία βάρκα δεν άντεξε. Κάπου ανάμεσα στο Καπέσοβο και το Σκαμνέλι, σε μια απότομη πλαγιά, γλίστρησε, χτύπησε σε βράχο και διαλύθηκε. Η κορυφή εκείνη ονομάστηκε από τότε Μονόξυλο. Να θυμίζει σε όλους πόσο ανόητο είναι να σέρνεις βάρκες στα βουνά της Πίνδου. Η άλλη συνέχισε, μέσα από ιδρώτα κι αίμα, ως πάνω απ’ τη Ροδόβολη. Εκεί τους βρήκε η νύχτα.
Η καταιγίδα που είχε άποψη
Ο ουρανός ήταν βαριά συννεφιασμένος, μα αυτό στα βουνά δεν είναι σπάνιο. Οι στρατιώτες έστησαν τις τέντες του πασά, οι χωρικοί κουλουριάστηκαν όπου βρήκαν, κι ο Νικόλας, που είχε ανέβει κι αυτός βοηθός, δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Κάτι στον αέρα ήταν λάθος. Ο άνεμος δεν φυσούσε όπως συνήθως. Ήταν σαν να ερχόταν από όλες τις πλευρές μαζί, σαν να έκανε γύρους, ψάχνοντας κάτι.
Μια αστραπή έσκισε τον ουρανό. Ύστερα μία ακόμη, κι άλλη μία, πιο κοντά. Ο ήχος τους δεν ήταν απλό μπουμπουνητό. Ήταν σαν γέλιο θυμωμένου θεού. Κι έπειτα άνοιξαν οι ουρανοί. Η βροχή έπεφτε κάθετα, λοξά, κυκλικά. Μέσα σε λίγα λεπτά, το χώμα έγινε λάσπη, οι τέντες ξεκόλλησαν από τα πασαλάκια, άνθρωποι και άλογα ανακατεύτηκαν σ’ ένα πανικό. Και τότε ήρθε το χαλάζι. Δεν ήταν σβώλοι πάγου. Ήταν πέτρες · άσπρες, σκληρές, μεγάλες σαν γροθιές. Έπεφταν με τέτοια δύναμη που άνοιγαν τρύπες στις τέντες, έσπαγαν κεφάλια, τσάκιζαν ξύλα.
Μέσα στην οχλοβοή, ο Νικόλας ένιωσε τη γη να τρέμει, όχι σαν σεισμό, μα σαν βαρύ βήμα υπόγειου γίγαντα. Από ψηλά, από την πλευρά της Γκαμήλας, φάνηκε για μια στιγμή ένα φως· σαν μάτι μέσα στη νύχτα. Η Δρακόλιμνη της Τύμφης, κάπου κρυμμένη, έμοιαζε να φωτίζεται από τα έγκατά της. Ο αγάς του Πασά ούρλιαζε, οι στρατιώτες σκόρπισαν σαν μυρμήγκια που τα διώχνει μια ξαφνική νεροποντή, κι η βάρκα, η πολύπαθη, σήκωσε για μια στιγμή τη μύτη της, χτυπήθηκε σε βράχο και έγινε κομμάτια. Τότε, για πρώτη φορά, ο Νικόλας άκουσε καθαρά τη φωνή του Δράκου: ένα βαθύ, μακρόσυρτο βρυχηθμό που δεν έμοιαζε με κανένα ζώο, κανένα φυσικό φαινόμενο, παρά μόνο με την ίδια την οργή της γης. Ο Αλής, τρομαγμένος όσο ποτέ, καβάλησε το άλογό του, κι άρχισε μέσα από τα μονοπάτια να κατρακυλάει προς το Σκαμνέλι. Οι άνθρωποί του έτρεχαν πίσω του όπως όπως. Μόλις πέρασαν τη ζώνη του βουνού, η καταιγίδα σταμάτησε. Ο ουρανός καθάρισε. Τα άστρα βγήκαν, γαληνεμένα. Εκείνος δεν ξαναγύρισε ποτέ.
Αργότερα, ένας Φάλαρης δοκίμασε κι αυτός να ανεβάσει βάρκα σε δρακόλιμνη. Και βρήκε κι εκείνος μπροστά του χαλαζοθύελλα. Από τότε, κανείς δεν τόλμησε ξανά.
Οι δράκοι είχαν πει την άποψή τους.
Ο όρκος στη λίμνη
Λίγες μέρες μετά, ο Νικόλας ανέβηκε μόνος του ως τη δρακόλιμνη του Σμόλικα. Ακολούθησε το μονοπάτι από την Αγία Παρασκευή, σκαρφάλωσε μέσα από δάση μαύρης πεύκης, μακεδονίτικου έλατου, οξιάς και ρόμπολου. Σε κάθε ξέφωτο έβλεπε λουλούδια, σε κάθε ρίζα δέντρου μικρές ζωές. Σιγά σιγά τα δέντρα λιγόστεψαν. Η γραμμή του δάσους τελείωσε. Άρχισε το γυμνό των αλπικών λιβαδιών, συστάδες από πέτρα κι ένας αγέρας που μνημόνευε μοιρολογώντας ηπειρώτικους σκοπούς. Και τότε, αναπάντεχα, η λίμνη φάνηκε μπροστά του. Ήταν σαν να είχε ανοίξει ξαφνικά η καρδιά του βουνού. Η επιφάνειά της ήρεμη, το σχήμα της καθαρό – μια καρδιά ακανόνιστη, σαν να την είχαν λαβώσει κάποτε και να ’χε μείνει έτσι για πάντα.
Ο Νικόλας πλησίασε στην όχθη. Γονάτισε, άπλωσε το χέρι. Το νερό ήταν παγωμένο, μα του φαινόταν ότι είχε τη θερμότητα του ζωντανού πλάσματος.
– Ξέρω πως είσαι εδώ, είπε. Σε άκουσα να διώχνεις τον Πασά. Σε άκουσα μικρός, στα βράδια του χειμώνα. Σε είδα στα κοπάδια που πήρες, στα χαλάζια που έριξες. Δεν είσαι παραμύθι. Είσαι ο τρόπος που αυτός ο τόπος λέει «όχι».
Πήρε μια ανάσα.
– Σου ορκίζομαι πως, όσο θα ’χω φωνή, δε θα σ’ αφήσω να σε διακωμωδούν στις κουβέντες τους. Θα λέω στα παιδιά μου και στα εγγόνια μου ότι εδώ ζει ένας δράκος που φυλάει την ελευθερία των βουνών. Και πως όποιος έρχεται να τα σκλαβώσει, θα ’χει εσένα απέναντί του.
Ο άνεμος σηκώθηκε απαλά. Μια μικρή δίνη φάνηκε στο κέντρο της λίμνης, ανέβηκε, άνοιξε, έκλεισε. Ήταν σαν χαμόγελο. Ο Νικόλας σηκώθηκε. Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Ήξερε ότι την ημέρα που θα χρειαζόταν ξανά ο δράκος, δεν θα έλειπε.
Στρατιώτες ενός άλλου τυράννου
Πέρασαν χρόνια. Ο Αλής έπεσε, άλλοι άρχοντες ανέβηκαν, μα ο τόπος δεν ησύχασε. Ήρθε ο Μεγάλος Πόλεμος, κι ύστερα ο άλλος, ο πιο φοβερός. Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι αλπινιστές του Μουσολίνι ανέβηκαν την Πίνδο, βέβαιοι πως τα χιόνια είναι δικοί τους σύμμαχοι. Η στολή τους ήταν ραμμένη για βουνά, τα όπλα τους για παγετώνες, η εκπαίδευσή τους για λευκές κορφές. Μα δεν είχαν υπολογίσει πως εδώ τα βουνά έχουν ψυχή.
Ο Ασημάκης δισέγγονο του Νικόλα, πολεμιστής, είχε στήσει με την ομάδα του πολυβολεία στη σκιά του Σμόλικα. Στη Σούσνιτσα και στον Κλέφτη, στην Πολιάνα, στη Γύφτισα, στο Ταμπούρι, οι δικοί του κρατούσαν τις γραμμές. Ο βράχος έμοιαζε να τους βοηθάει: στέριωνε μπροστά τους, έκρυβε τα σώματά τους, άνοιγε μονοπάτια τη νύχτα και χανόταν την ημέρα.
Όταν οι αλπινιστές προσπάθησαν να περάσουν τις ράχες, ο καιρός άλλαξε απότομα. Ομίχλη σκέπασε τα πάντα. Χιόνι ήρθε από το πουθενά. Άνεμος, ανάποδος, έσπρωχνε τους εισβολείς πίσω. Βράχοι κατρακυλούσαν τυφλά, μα έσπαγαν πάντα εκεί που έπρεπε. Μερικοί Ιταλοί χάθηκαν σε χαράδρες που δεν φαινόντουσαν στον χάρτη. Άλλοι, λιγοστοί επιζήσαντες βρέθηκαν μίλια μακριά ‚από έναν θυμό που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει, ίσα — ίσα για να διηγηθούν τι συνέβη. Οσοι πρόλαβαν να μιλήσουν, είπαν πάνω–κάτω το ίδιο: «Δεν πολεμήσαμε μόνο Έλληνες. Πολεμήσαμε και το βουνό.»
Οι δικοί μας έλεγαν:
– Τους έριξε ο δράκος. Τους τσάκισε. Κι άφησε λίγους να γυρίσουν για να πουν στους άλλους τι τους περίμενε εδώ. Κι όντως, όσοι γύρισαν στην πατρίδα τους, περιέγραψαν βουνά που τους πολεμούσαν, καιρό που είχε πρόθεση, πέτρες που έρχονταν από το πουθενά, φωνές από χαράδρες χωρίς στόμα. Σε εκείνες τις μέρες, ο δράκος του Σμόλικα δεν ήταν μόνος. Κι οι άλλες δρακόλιμνες – της Γκαμήλας, του Γράμμου, της Φλέγγας –ξύπνησαν τις δικές τους ψυχές. Γιατί η Ήπειρος δεν λυγίζει εύκολα. Κι όταν κινδυνεύει η ελευθερία της, τα βουνά της στέκονται πρώτα στην γραμμή.
Οι νέοι κατακτητές
Ο πόλεμος πέρασε. Τα όπλα σώπασαν, μα η απειλή δεν χάθηκε˙ απλώς άλλαξε μορφή. Δεν ήρθαν πια πασάδες. Δεν ήρθαν στρατοί με στολές. Ήρθαν χαρτιά.
Κάποια μέρα, στην πλατεία της Αγίας Παρασκευής, ένας άντρας άνοιξε έναν φάκελο.
– Λένε ότι εδώ είναι από τις καθαρότερες, πιο αγνές, μη βιομηχανοποιημένες περιοχές της Ευρώπης, είπε. Κι ότι κάτω απ’ τα βουνά μας έχει πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Θέλουν να κάνουν έρευνες. Να φέρουν μηχανήματα. Να ανοίξουν δρόμους.
– Και τι θα γίνει με τα ζώα; ρώτησε μια γριά. Με τα νερά; Με τις λίμνες;
Ο άντρας σήκωσε τους ώμους.
Τα χαρτιά δεν είχαν θέση για τέτοιες ερωτήσεις.
Στις άκρες της πλατείας, οι γέροι συζητούσαν χαμηλόφωνα.
– Θα χαθούν φυτά που μόνο εδώ φυτρώνουν.
– Θα φύγουν τα αγρίμια.
– Θα σακατέψουν τις δρακόλιμνες.
– Θα ’ναι σαν να τρυπάνε την καρδιά του βουνού.
Η Ελένη, κόρη του Ασημάκη, δασκάλα στο χωριό, άκουγε την καρδιά της να σφίγγεται. Ήξερε από σπουδές, ήξερε από διαδίκτυα, ήξερε από πόλεις. Μα ήξερε και κάτι που δεν έγραφε κανένα χαρτί: πως αυτός ο τόπος ήταν ζωντανός.
Εκείνο το απόγευμα πήρε τον ανήφορο. Ακολούθησε το μονοπάτι ως τη δρακόλιμνη, όπως είχαν κάνει τόσες φορές οι πρόγονοι της. Όταν έφτασε, ο αέρας ήταν ακίνητος. Τα νερά, καθρέφτης. Οι τρίτωνες κολυμπούσαν σαν μαύρα σημάδια μέσα στο γαλάζιο. Η Ελένη στάθηκε στην όχθη.
– Ξέρω πως είσαι εδώ, είπε. Μπορεί οι ξένοι να σε λένε «τουριστικό προορισμό» ή «υγροτοπικό οικοσύστημα», μα για μας είσαι κάτι άλλο. Είσαι φρουρός.
Πήρε μια βαθιά ανάσα.
– Στα χρόνια του Αλή, τους έδιωξες με χαλάζι. Στα χρόνια του Μουσολίνι, τους έριξες στις χαράδρες. Τώρα έρχονται με άλλα όπλα: μετρήσεις, γεωτρήσεις, υπογραφές. Δεν είναι εύκολο να τους πολεμήσεις μόνος. Γι’ αυτό ήρθα: να σου πω πως δεν θα σ’ αφήσουμε. Έβγαλε από την τσάντα της ένα παλιό τετράδιο. Μέσα ήταν γραμμένοι, με το χέρι του παππού της, οι θρύλοι του χωριού: ο Δράκος, το κριάρι, ο τσοπάνος που χάθηκε από έρωτα, ο πασάς με τα μονόξυλα, οι αλπινιστές του Μουσολίνι.
– Αυτά θα τα μάθω στα παιδιά μου, στα παιδιά των μαθητών μου, στους ξένους που θα ’ρθουν εδώ. Θα κάνω για σένα ό,τι έκανε η λίμνη του Λοχ Νες για τη Σκωτία. Θα φωνάξω σε όλο τον κόσμο ότι εδώ ζουν Δράκοι. Όχι για να φοβηθούν, αλλά για να σε σέβονται.
Ο άνεμος σηκώθηκε ξαφνικά. Έκανε τον κύκλο της λίμνης σαν να τη χάιδευε, χτύπησε στα βράχια της ράχης, και γύρισε πίσω, πιο ήρεμος. Στο κέντρο της λίμνης φάνηκε για μια στιγμή μια σκιά, μακρόστενη, βαριά, που έμοιαζε να αλλάζει θέση και να χάνεται. Ήταν αρκετό. Η Ελένη χαμογέλασε.
– Οι δράκοι σου φυλάνε την ελευθερία των βουνών.
Από σήμερα, θα βοηθάμε κι εμείς.
Οι άλλες λίμνες, οι άλλοι δράκοι
Ο Σμόλικας δεν είναι μόνος.
Στην Τύμφη, πάνω από το Μικρό Πάπιγκο, η δρακόλιμνη της Γκαμήλας, ελλειψοειδής, πέντε στρέμματα γης και νερού, κρέμεται δίπλα στον γκρεμό, βλέποντας από ψηλά τον Αώο και τον Βοϊδομάτη.
Στον Γράμμο, η Γκίστοβα – η ψηλότερη δρακόλιμνη της Ελλάδας, στα 2.350 μέτρα, και η λίμνη των Αρένων, κρυμμένη σε δάσος οξιάς, ανάμεσα σε σύνορα που χάραξε ο άνθρωπος και μονοπάτια που έφτιαξε η φύση.
Στη Βάλια Κάλντα, οι δίδυμες λίμνες της Φλέγγας, σαν δυο μάτια που κοιτάζουν η μία την άλλη, τρέφουν με το νερό τους το Αρκουδόρεμα και μαζί του έναν ολόκληρο κόσμο.
Στον Λάκμο, η Βερλίγκα σχηματίζει κύκλο σχεδόν τέλειο – για αυτό οι Βλάχοι τη λένε «Βρίγγα», ο κύκλος του βουνού.
Σε όλες ζουν δράκοι. Άλλοι πιο ήσυχοι, άλλοι πιο άγριοι. Άλλοι που σπάνια μιλάνε, άλλοι που φωνάζουν σε κάθε καταιγίδα. Οι βοσκοί της Πίνδου λένε πως, όταν ο ουρανός μαυρίζει ξαφνικά πάνω απ’ την οροσειρά, δεν είναι πάντα κακοκαιρία. Καμιά φορά είναι συνάντηση: οι δράκοι των λιμνών μαζεύονται, συζητούν με βροντές, ανταλλάσσουν πέτρες και κεραυνούς, μοιράζονται τα νέα:
«Εσύ τι έκανες όταν ήρθαν να σε τρυπήσουν;»
«Εσύ πώς τους έδειξες ότι δε φοβάσαι;»
Κι ύστερα ξαναγυρίζουν ο καθένας στη λίμνη του, μα αφήνουν πίσω τους ουρανούς με σημάδια.
Επίλογος
Οι δράκοι δεν πεθαίνουν
Στη Σκωτία έχουν το τέρας του Λοχ Νες, τη Νέσι. Εμείς έχουμε τους Δράκους της Ηπείρου. Εκείνο είναι μόνο μια σκιά σε φωτογραφίες. Εδώ, οι σκιές είναι ζεστές, γεμάτες αίμα και μνήμη.
Στα Ζαγοροχώρια, στην Κόνιτσα, στον Γράμμο, στη Βόρεια Πίνδο, οι άνθρωποι λένε στα παιδιά τους:
– Οι δράκοι ζουν. Δεν τους βλέπουμε, μα τους νιώθουμε. Στις καταιγίδες που έρχονται όταν πρέπει, στις πέτρες που κυλούν όταν χρειάζεται, στους ξένους που δεν κατάφεραν ποτέ να ριζώσουν εδώ πάνω.
Όταν ο ήλιος δύει πίσω από την κορφή της Γκαμήλας, όταν η ομίχλη σηκώνεται από τη δρακόλιμνη του Σμόλικα σαν ανάσα, όταν οι αλπικοί τρίτωνες κολυμπούν ήσυχοι στο κρύο νερό, ο τόπος θυμάται.
Θυμάται τον τσοπάνο που χάθηκε για έναν έρωτα, τον Πασά που έφυγε κυνηγημένος από χαλάζι και την οργή του δράκου, τους αλπινιστές που τους κατάπιαν οι χαράδρες, τους πρώτους ανθρώπους που σήκωσαν κεφάλι στις εξορύξεις, τα παιδιά που ακόμα ανεβαίνουν στις λίμνες και ψιθυρίζουν:
«Είμαστε δικοί σου. Φύλαγέ μας.»
Οι δράκοι της Ηπείρου δεν χρειάζονται κάμερες, ούτε ντοκιμαντέρ, ούτε ειδικά εφέ. Τους αρκεί ο άνεμος. Κι ένας άνθρωπος που θα σταθεί στην όχθη μιας δρακόλιμνης και θα κοιτάξει το νερό βαθιά θα καταλάβει ότι κάτω από την επιφάνεια δεν κρύβεται τέρας, μα μια ιδέα: ότι υπάρχουν ακόμα μέρη στον κόσμο που αρνούνται να παραδοθούν.
Όσο τα σύννεφα σκίζονται στις κορυφές της Πίνδου και ο άνεμος διατηρεί μνήμη παλαιότερη από τους ανθρώπους, όσο τα χωριά ζουν κάτω από τη σκιά του Σμόλικα, της Τύμφης και του Γράμμου, όσο ένα παιδί θα ρωτάει τον παππού του «υπάρχουν δράκοι;» κι εκείνος θα χαμογελάει και θα λέει «ναι, και είναι με το μέρος μας», τόσο οι δράκοι της Ηπείρου θα συνεχίζουν να φυλάνε τα βουνά της: αόρατοι, αθάνατοι, ανίκητοι.

Βρείτε μας και στις σχετικές σελίδες μας στο Facebook:






Comments are closed.