Μια συνάντηση στη Γιάσναγια Πολυάνα: Ο Τολστόι και το αίνιγμα της Άννας Καρένινα

Μπάμπης Στέρτσος

Το ταξίδι προς τη Γιάσναγια Πολυάνα

Ήταν ένα από εκεί­να τα απο­γεύ­μα­τα του ρωσι­κού καλο­και­ριού που ο χρό­νος μοιά­ζει να δια­στέλ­λε­ται, λου­σμέ­νος σε ένα φως χρυ­σό και μελαγ­χο­λι­κό. Το ταξί­δι από τη Μόσχα προς την Τού­λα, και από εκεί με μια άμα­ξα προς το κτή­μα της Γιάσ­να­για Πολυά­να, ήταν από μόνο του μια μύη­ση. Η τρόικα—το τρί­ζυ­γο άλο­γων που με μετέφερε—καλπάζε πάνω στον χωμα­τό­δρο­μο, σηκώ­νο­ντας σύν­νε­φα λεπτής σκό­νης που χρυ­σί­ζο­νταν στο απο­γευ­μα­τι­νό φως. Ο αμα­ξάς, ένας γερο­δε­μέ­νος μου­ζί­κος με πυκνά μου­στά­κια και ρούμπασκα—το παρα­δο­σια­κό λευ­κό που­κά­μι­σο με κεντή­μα­τα στο λαιμό—τραγουδούσε μια μελαγ­χο­λι­κή ρωσι­κή ρομάν­τσα, και η φωνή του χανό­ταν στην απε­ρα­ντο­σύ­νη των χωραφιών.

- Δια­φή­μι­ση -

Κάθε βέρ­στι που άφη­να πίσω μου, με απο­μά­κρυ­νε από τη βουή της πόλης και με βύθι­ζε βαθύ­τε­ρα στην καρ­διά της ρωσι­κής γης. Τα χωρά­φια απλώ­νο­νταν ατε­λεί­ω­τα, το περί­φη­μο τσερνόζεμ—το μαύ­ρο χώμα της Ρωσί­ας, το πιο γόνι­μο της Ευρώπης—έλαμπε σκού­ρο και πλού­σιο κάτω από τον ήλιο. Σημύ­δες και έλα­τα σχη­μά­τι­ζαν μικρά δασύλ­λια στον ορί­ζο­ντα, και κατά δια­στή­μα­τα διέ­κρι­να τις ξύλι­νες ίσμπες των χωρι­κών, με τις χαρα­κτη­ρι­στι­κές σκε­πές από άχυ­ρο και τα πολύ­χρω­μα παρά­θυ­ρα με τα περί­τε­χνα ξυλό­γλυ­πτα ναλίτσνικ—τα δια­κο­σμη­τι­κά πλαί­σια που πλαι­σί­ω­ναν κάθε παρά­θυ­ρο σαν δαντέ­λα από ξύλο.

Δεν πήγαι­να ως απλός επι­σκέ­πτης. Είχα την ασύλ­λη­πτη τιμή μιας πρό­σκλη­σης, μιας ευκαι­ρί­ας να συνα­ντή­σω τον ίδιο τον γίγα­ντα της λογο­τε­χνί­ας, σε έναν από τους περί­φη­μους κύκλους συζη­τή­σε­ων που οργά­νω­νε στο σπί­τι του, μακριά από τα αδιά­κρι­τα βλέμ­μα­τα της Αγί­ας Πετρού­πο­λης και τα λαμπε­ρά σαλό­νια της Μόσχας. Στην τσέ­πη του σακα­κιού μου κρα­τού­σα σφι­χτά το γράμ­μα με την πρό­σκλη­ση, γραμ­μέ­νο με την χαρα­κτη­ρι­στι­κή γρα­φή του Κόμη, και ένιω­θα τον παλ­μό της καρ­διάς μου να επι­τα­χύ­νε­ται καθώς πλησιάζαμε.

Η άφιξη στο κτήμα

Το κτή­μα εμφα­νί­στη­κε ξαφ­νι­κά, σαν όαση γαλή­νης μέσα στην απε­ρα­ντο­σύ­νη της στέ­πας. Μια λεω­φό­ρος από λεύ­κες και σημύ­δες οδη­γού­σε στο κύριο σπί­τι, και η μυρω­διά του φρε­σκο­κομ­μέ­νου χόρ­του, των ανθι­σμέ­νων λιπ—των φιλύρων—και του υγρού χώμα­τος πλα­νιό­ταν παντού. Το σπί­τι, λιτό και επι­βλη­τι­κό ταυ­τό­χρο­να, ήταν χτι­σμέ­νο από ξύλο σημύ­δας που είχε πάρει με τα χρό­νια ένα όμορ­φο αση­μί χρώ­μα. Δεν πρό­δι­δε την αρι­στο­κρα­τι­κή κατα­γω­γή του ιδιο­κτή­τη του με χρυ­σά στο­λί­δια ή μαρ­μά­ρι­νες κολό­νες, αλλά περισ­σό­τε­ρο την ιδιο­συ­γκρα­σία ενός ανθρώ­που που είχε γυρί­σει την πλά­τη στην κοσμι­κή χλι­δή, ανα­ζη­τώ­ντας μια πιο ουσια­στι­κή αλήθεια.

Με υπο­δέ­χτη­κε στην είσο­δο ένας υπη­ρέ­της με το παρα­δο­σια­κό μαύ­ρο καφτά­νι και με οδή­γη­σε στη μεγά­λη σάλα. Καθώς περ­νού­σα τον διά­δρο­μο, παρα­τή­ρη­σα τα απλά αλλά στι­βα­ρά έπι­πλα από σημύ­δα και δρυ, τα υφα­ντά κιλί­μια στο πάτω­μα με γεω­με­τρι­κά σχέ­δια, τις εικό­νες των αγί­ων σε μια γωνιά—το κρασ­νί ουγκόλ, η «όμορ­φη γωνιά» όπου κάθε ρωσι­κό σπί­τι φιλο­ξε­νού­σε τις εικό­νες του. Στον αέρα αιω­ρού­νταν η ελα­φριά μυρω­διά του κεριού και του ξύλου που και­γό­ταν στο πετσ—το μεγά­λο τού­βλι­νο τζά­κι που ζέσται­νε το σπί­τι τους μήνες του χειμώνα.

Η συνάντηση με τον Τολστόι

Στη μεγά­λη σάλα, με τα βαριά ξύλι­να έπι­πλα και τα ράφια που λύγι­ζαν από το βάρος των βιβλίων—ρωσικά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, αγγλικά—είχαν ήδη συγκε­ντρω­θεί μερι­κοί δια­νο­ού­με­νοι. Ντό­πιοι γαιο­κτή­μο­νες με προ­ο­δευ­τι­κές ιδέ­ες, ντυ­μέ­νοι με τα σκού­ρα σακά­κια και τα ψηλά μπό­τια της ρωσι­κής επαρ­χί­ας, νεα­ροί φοι­τη­τές από τη Μόσχα με τα γυα­λιά μυω­πί­ας και τα ατη­μέ­λη­τα μαλ­λιά που πρό­δι­δαν τις αγρυ­πνί­ες πάνω στα βιβλία, και μια δασκά­λα με το απλό αλλά κομ­ψό φόρε­μα από σκού­ρο ύφα­σμα, που κρα­τού­σε στα χέρια της ένα μικρό τετρά­διο. Όλοι κρέ­μο­νταν από τα χεί­λη του δασκάλου.

Και εκεί, σε μια πολυ­θρό­να δίπλα στο παρά­θυ­ρο, καθό­ταν αυτός. Ο Λέων Νικο­λά­γιε­βιτς Τολ­στόι. Η μορ­φή του ήταν βιβλι­κή. Η μακριά, λευ­κή γενειά­δα του έπε­φτε πάνω στη στή­θος του, τα βαθου­λω­μέ­να μάτια του έκρυ­βαν μια σπά­νια έντα­ση και σοφία, τα μεγά­λα, ροζια­σμέ­να χέρια ενός ανθρώ­που που δεν φοβό­ταν τη χει­ρω­να­κτι­κή εργα­σία. Φορού­σε μια απλή ρού­μπα­σκα από χοντρό λινό ύφα­σμα, χωρίς κανέ­να στο­λί­δι, και πάνω από αυτή ένα απλό γιλέ­κο. Τα πόδια του ήταν χωμέ­να σε απλές βαλένκι—τις παρα­δο­σια­κές μάλ­λι­νες μπό­τες που φορού­σαν οι χωρι­κοί. Παρά την προ­χω­ρη­μέ­νη ηλι­κία του—ήταν τότε στα εβδομήντα—εξέπεμπε μια ακα­τα­μά­χη­τη ζωτικότητα.

Με υπο­δέ­χτη­κε με ένα νεύ­μα και ένα βλέμ­μα που έμοια­ζε να δια­περ­νά την ψυχή. «Ζντράβ­στ­βουι­τε», είπε με τη βαθιά, βρα­χνή φωνή του, και η λέξη—το τυπι­κό ρωσι­κό χαιρετισμό—ακούστηκε σαν ευλο­γία. Ένιω­σα δέος και ταπει­νό­τη­τα. Κάθι­σα σε μια καρέ­κλα απέ­να­ντί του, νιώ­θο­ντας το βάρος της στιγ­μής. Η συζή­τη­ση κυλού­σε ήδη γύρω από τις πρό­σφα­τες αγρο­τι­κές μεταρ­ρυθ­μί­σεις και την κατά­στα­ση των μου­ζί­κων, θέμα­τα που έκαι­γαν τον Κόμη.

Σε μια γωνιά της σάλας, πάνω σε ένα χαμη­λό τρα­πέ­ζι, βρι­σκό­ταν το ανα­πό­φευ­κτο σαμοβάρι—το μεγά­λο μεταλ­λι­κό δοχείο που ήταν η καρ­διά κάθε ρωσι­κού σπι­τιού. Το νερό έβρα­ζε μέσα του, και ο ατμός έβγαι­νε από την κορυ­φή σε λεπτές σπεί­ρες. Δίπλα του, μικρά πια­τά­κια με βαρένιε—γλυκό του κου­τα­λιού από κεράσια—και πιρο­σκί, τα μικρά αλμυ­ρά πιτά­κια γεμι­στά με κρέ­ας ή λάχα­νο που είναι το αγα­πη­μέ­νο σνακ κάθε Ρώσου. Το άρω­μα του τσαγιού—ένα δυνα­τό μαύ­ρο τσάι που οι Ρώσοι πίνουν με λεμό­νι ή βαρένιε—γέμιζε τον αέρα.

Η ερώτηση για την Άννα Καρένινα

Παρα­κο­λού­θη­σα με προ­σή­λω­ση, προ­σπα­θώ­ντας να απορ­ρο­φή­σω κάθε λέξη, κάθε από­χρω­ση της σκέ­ψης του. Ο Τολ­στόι μιλού­σε με πάθος για την αδι­κία της γαιο­κτη­σί­ας, για τη δυστυ­χία των χωρι­κών που δού­λευαν τη γη αλλά δεν την κατεί­χαν. Τα χέρια του κινού­νταν εκφρα­στι­κά, και κάθε τόσο χτυ­πού­σε ελα­φρά το μπρά­τσο της πολυ­θρό­νας για να τονί­σει ένα σημείο. Οι άλλοι άκου­γαν με σεβα­σμό, κάποιοι κου­νώ­ντας το κεφά­λι τους σε συμ­φω­νία, άλλοι με σκε­πτι­κό βλέμμα.

Όταν μια παύ­ση απλώ­θη­κε στη σάλα, βρή­κα το θάρ­ρος να πάρω τον λόγο. «Λέων Νικο­λά­γιε­βιτς,» είπα, και η φωνή μου έτρε­με ελα­φρά, «οι σκέ­ψεις σας για την ψυχή του ρωσι­κού λαού και τις κοι­νω­νι­κές αλλα­γές με οδη­γούν ανα­πό­φευ­κτα στο τελευ­ταίο σας αρι­στούρ­γη­μα, την ‘Άννα Καρέ­νι­να’. Πολ­λοί στην πόλη μιλούν για την τρα­γι­κή ιστο­ρία ενός παρά­νο­μου έρω­τα. Αλλά εγώ αισθά­νο­μαι, δια­βά­ζο­ντάς το, πως το νήμα είναι πολύ πιο βαθύ. Τι θέλα­τε πραγ­μα­τι­κά να μας πεί­τε, πίσω από την ιστο­ρία της Άννας;»

Η φύση της δυστυχίας

Ο Τολ­στόι γύρι­σε αργά το κεφά­λι του προς το μέρος μου. Τα μάτια του, για μια στιγ­μή, έμοια­ζαν να ταξι­δεύ­ουν μακριά, σαν να ανα­κα­λού­σε στη μνή­μη του όχι απλώς τη δια­δι­κα­σία της συγ­γρα­φής, αλλά το ίδιο το βάρος των ερω­τη­μά­των που τον οδή­γη­σαν σε αυτήν. Πήρε μια ανά­σα, και για μια στιγ­μή το μόνο που ακου­γό­ταν ήταν το απα­λό βου­η­τό του σαμο­βα­ριού και το τρα­γού­δι ενός που­λιού έξω στον κήπο.

«Η Άννα…» ξεκί­νη­σε, και η φωνή του ήταν τώρα πιο χαμη­λή, πιο στο­χα­στι­κή. «Η κοι­νω­νία της Πετρού­πο­λης βλέ­πει στην Άννα το σκάν­δα­λο, την παρα­βί­α­ση των κανό­νων. Και δεν έχουν άδι­κο, επι­φα­νεια­κά. Αλλά το ερώ­τη­μα δεν είναι το σφάλ­μα της. Το ερώ­τη­μα είναι η φύση της δυστυ­χί­ας. Γι’ αυτό ξεκί­νη­σα το βιβλίο με αυτή τη φρά­ση, ξέρε­τε. ‘Οι ευτυ­χι­σμέ­νες οικο­γέ­νειες είναι ίδιες κι απα­ράλ­λα­χτες, όμως κάθε δυστυ­χι­σμέ­νη οικο­γέ­νεια τη βαραί­νει η δική της, η ιδιαί­τε­ρη δυστυ­χία’. Η δυστυ­χία της Άννας δεν ήταν απλώς ο Βρόν­σκι. Ο Βρόν­σκι ήταν το σύμ­πτω­μα, η από­πει­ρα από­δρα­σης από ένα κενό που προϋπήρχε.»

Στα­μά­τη­σε για μια στιγ­μή, και η Σοφία Αντρέ­γιεβ­να, που είχε μπει δια­κρι­τι­κά στη σάλα, του έφε­ρε ένα φλι­τζά­νι τσάι. Το πήρε με ένα ευχαριστώ—«σπασίμπο»—και κρά­τη­σε το ζεστό φλι­τζά­νι στα χέρια του, σαν να ζεσται­νό­ταν από αυτό. «Βλέ­πε­τε,» συνέ­χι­σε, «η Άννα είναι προ­ϊ­όν μιας κοι­νω­νί­ας που έχει χάσει την ψυχή της. Μιας κοι­νω­νί­ας που ζει με ψεύ­τι­κους κανό­νες, με υπο­κρι­σία. Ο γάμος της με τον Καρέ­νιν δεν ήταν ένω­ση ψυχών, ήταν κοι­νω­νι­κή σύμ­βα­ση. Μια συναλ­λα­γή. Και σε αυτό το κενό, ο έρω­τας, το πάθος, φαντά­ζει ως η μόνη αλή­θεια, η μόνη σωτη­ρία. Αλλά είναι μια ψευδαίσθηση.»

Ήπιε μια γου­λιά τσάι και συνέ­χι­σε. «Το πάθος που δεν ριζώ­νει σε κάτι βαθύ­τε­ρο, σε μια κοι­νή πορεία, σε μια πίστη, καί­ει και κατα­στρέ­φει. Η Άννα έπε­σε θύμα αυτού του μύθου. Πίστε­ψε ότι η ατο­μι­κή ευτυ­χία, η εκπλή­ρω­ση του πόθου, θα μπο­ρού­σε να υπο­κα­τα­στή­σει τα πάντα: την οικο­γέ­νεια, την κοι­νω­νι­κή θέση, ακό­μα και την αγά­πη για τον γιο της, τον μικρό Σεριό­ζα. Και όταν ανα­κά­λυ­ψε ότι το πάθος από μόνο του δεν αρκεί για να γεμί­σει μια ολό­κλη­ρη ύπαρ­ξη, ήταν ήδη αργά. Είχε κάψει όλες τις γέφυ­ρες πίσω της.»

Ο Λέβιν: Το αντίβαρο της Άννας

«Γι’ αυτό υπάρ­χει και ο Λέβιν», παρε­νέ­βη ένας νεα­ρός φοι­τη­τής, ο Αλε­ξέι, σχε­δόν με τόλ­μη. «Είναι η άλλη όψη του νομίσματος;»

Ο Τολ­στόι χαμο­γέ­λα­σε ελα­φρά, ένα σπά­νιο, φωτει­νό χαμό­γε­λο που φώτι­σε το πρό­σω­πό του. «Ακρι­βώς, μπα­τού­σκα», είπε χρη­σι­μο­ποιώ­ντας την τρυ­φε­ρή ρωσι­κή λέξη που σημαί­νει «πατε­ρού­λη» αλλά χρη­σι­μο­ποιεί­ται και για νεα­ρούς άνδρες με στορ­γή. «Ο Κων­στα­ντίν Ντμί­τριτς Λέβιν είναι το αντί­βα­ρο. Είναι κι αυτός ένας άνθρω­πος σε κρί­ση, γεμά­τος αμφι­βο­λί­ες και εσω­τε­ρι­κές συγκρού­σεις. Αλλά η ανα­ζή­τη­σή του τον οδη­γεί προς την αντί­θε­τη κατεύ­θυν­ση. Ενώ η Άννα ανα­ζη­τά την ευτυ­χία στην ατο­μι­κή της επι­βε­βαί­ω­ση, στην έντα­ση του πάθους, ο Λέβιν τη βρί­σκει στην υπέρ­βα­ση του εγώ.»

Σηκώ­θη­κε από την πολυ­θρό­να του και πλη­σί­α­σε το παρά­θυ­ρο. Έξω, το απο­γευ­μα­τι­νό φως έρι­χνε μακριές σκιές πάνω στα χωρά­φια. «Τη βρί­σκει στη γη, στη δου­λειά του αγρού, στην επα­φή με τους απλούς ανθρώ­πους, τους μου­ζί­κους. Όταν θερί­ζει μαζί τους, όταν νιώ­θει το βάρος του δρε­πα­νιού στα χέρια του, όταν ιδρώ­νει κάτω από τον ήλιο και μοι­ρά­ζε­ται μαζί τους το ψωμί και το αλάτι—χλεμπ-σόλ, όπως λέμε εμείς, το ιερό σύμ­βο­λο της φιλοξενίας—τότε κατα­λα­βαί­νει. Όχι με το μυα­λό, αλλά με την καρ­διά, ότι η αλη­θι­νή ζωή δεν είναι η διαρ­κής ανα­ζή­τη­ση της ηδο­νής, αλλά η προ­σφο­ρά. Η δημιουργία.»

Γύρι­σε και μας κοί­τα­ξε όλους. «Η οικο­γέ­νεια που χτί­ζει με την Κίτι, παρά τις δυσκο­λί­ες και τις μικρές καθη­με­ρι­νές μάχες, έχει θεμέ­λια. Έχει ρίζες στη γη και στον Θεό. Η ευτυ­χία του Λέβιν δεν είναι μια φλό­γα που τυφλώ­νει, είναι μια φωτιά που ζεσταί­νει, που συντη­ρεί τη ζωή. Σαν το πετσ που καί­ει όλη τη νύχτα και κρα­τά ζεστό το σπίτι.»

Συμπόνια, όχι καταδίκη

«Άρα, κατα­δι­κά­ζε­τε την Άννα;» ρώτη­σα, νιώ­θο­ντας την ανά­γκη να κατα­νο­ή­σω τη στά­ση του δημιουρ­γού απέ­να­ντι στο πλά­σμα του.

Ο Κόμης με κοί­τα­ξε ξανά με εκεί­νο το δια­πε­ρα­στι­κό βλέμ­μα. Κού­νη­σε αργά το κεφά­λι του. «Νιέτ, νιέτ», είπε απα­λά. «Δεν είμαι εισαγ­γε­λέ­ας για να κατα­δι­κά­σω. Είμαι παρα­τη­ρη­τής της ανθρώ­πι­νης ψυχής. Δεν κατα­δι­κά­ζω την Άννα περισ­σό­τε­ρο από όσο κατα­δι­κά­ζω ένα δέντρο που ξερι­ζώ­νε­ται από τη θύελ­λα. Τη λυπά­μαι. Τη λυπά­μαι βαθιά. Είναι μια γυναί­κα με τερά­στια ψυχι­κά χαρί­σμα­τα, με μια δίψα για αλη­θι­νή αγά­πη, που όμως γεν­νή­θη­κε σε λάθος επο­χή και σε λάθος περιβάλλον.»

Επέ­στρε­ψε στην πολυ­θρό­να του και κάθι­σε βαριά. «Η κοι­νω­νία την κατα­δί­κα­σε, όχι εγώ. Και η ίδια, στην απελ­πι­σία της, δεν μπό­ρε­σε να βρει έναν άλλο δρό­μο. Ο δικός της δρό­μος την οδή­γη­σε στην αυτο­κα­τα­στρο­φή, για­τί ήταν ένας δρό­μος μονα­χι­κός. Η αγά­πη που δεν γίνε­ται γέφυ­ρα προς τον άλλο, αλλά καθρέ­φτης του εγώ μας, είναι κατα­δι­κα­σμέ­νη να γίνει φυλακή.»

Η σιω­πή που ακο­λού­θη­σε ήταν βαριά, γεμά­τη νόη­μα. Ο ήλιος είχε αρχί­σει να γέρ­νει, και οι σκιές μάκραι­ναν στον κήπο. Μέσα από το ανοι­χτό παρά­θυ­ρο ακου­γό­ταν το τρα­γού­δι των πουλιών—το μελω­δι­κό σολο­βέι, το αηδό­νι που είναι τόσο αγα­πη­μέ­νο στη ρωσι­κή ποίηση—και η μυρω­διά των ανθι­σμέ­νων φιλύ­ρων γέμι­ζε τον αέρα. Κανείς δεν τολ­μού­σε να δια­κό­ψει τη ροή της σκέ­ψης του. Είχα­με την αίσθη­ση ότι δεν ακού­γα­με απλώς μια λογο­τε­χνι­κή ανά­λυ­ση, αλλά μια βαθιά, προ­σω­πι­κή εξομολόγηση.

Οι συνομιλητές και η διανοητική αναζήτηση

Η ατμό­σφαι­ρα στη σάλα ήταν ηλε­κτρι­σμέ­νη, όχι με την έντα­ση της σύγκρου­σης, αλλά με τη σπί­θα της δια­νοη­τι­κής ανα­ζή­τη­σης. Ανά­με­σα στους παρευ­ρι­σκό­με­νους, διέ­κρι­να τον Ιβάν Πετρό­βιτς, έναν γηραιό γαιο­κτή­μο­να με αυστη­ρό πρό­σω­πο και χέρια που μαρ­τυ­ρού­σαν δεκα­ε­τί­ες δου­λειάς στη γη. Φορού­σε το παρα­δο­σια­κό σκού­ρο καφτά­νι με τα μεταλ­λι­κά κου­μπιά, και τα μου­στά­κια του ήταν λευ­κά σαν το χιό­νι. Δίπλα του, ο νεα­ρός Ντι­μί­τρι, ένας φοι­τη­τής από το Πανε­πι­στή­μιο της Μόσχας με γυα­λιά μυω­πί­ας και μια φλό­γα στα μάτια, κρα­τού­σε σημειώ­σεις σε ένα μικρό τετρά­διο, διψα­σμέ­νος για κάθε νέα ιδέα που θα μπο­ρού­σε να αλλά­ξει τον κόσμο. Υπήρ­χε και η Όλγα Σερ­γκέ­γιεβ­να, μια δασκά­λα από το τοπι­κό σχο­λείο που είχε ιδρύ­σει ο ίδιος ο Τολ­στόι, μια γυναί­κα με ήρε­μη δύνα­μη και ένα βλέμ­μα γεμά­το αφο­σί­ω­ση. Φορού­σε ένα απλό σκού­ρο φόρε­μα με λευ­κό περι­λαί­μιο, και τα μαλ­λιά της ήταν δεμέ­να σε ένα αυστη­ρό κότσο. Ο καθέ­νας τους εκπρο­σω­πού­σε μια δια­φο­ρε­τι­κή όψη της Ρωσί­ας που πάλευε να βρει τον δρό­μο της.

Η γη και η ιδιοκτησία

Πριν η συζή­τη­ση στρα­φεί ξανά στην Άννα Καρέ­νι­να, ο Τολ­στόι μίλη­σε για τη φύση της ιδιο­κτη­σί­ας. Με μια φωνή που κυμαι­νό­ταν από την πατρι­κή νου­θε­σία στην προ­φη­τι­κή οργή, υπο­στή­ρι­ξε ότι η γη δεν μπο­ρεί να ανή­κει σε κανέ­ναν. «Η γη είναι σαν τον αέρα και το νερό», είπε, χτυ­πώ­ντας ελα­φρά το μπρά­τσο της πολυ­θρό­νας του. «Είναι δώρο του Θεού για όλα τα πλά­σμα­τά του. Η ιδέα ότι ένας άνθρω­πος μπο­ρεί να κατέ­χει χιλιά­δες δεσιατίνες—τα ρωσι­κά στρέμματα—ενώ άλλοι πεθαί­νουν της πεί­νας, είναι μια δια­στρο­φή, μια αμαρ­τία που δηλη­τη­ριά­ζει την ψυχή μας και γεν­νά τη βία και τη δυστυχία.»

Ο γαιο­κτή­μο­νας Ιβάν Πετρό­βιτς ανα­σά­λε­ψε στη θέση του, φανε­ρά ενο­χλη­μέ­νος. «Μα, Λέων Νικο­λά­γιε­βιτς», είπε με σεβα­σμό αλλά και επι­μο­νή, «αυτή είναι η τάξη πραγ­μά­των. Είναι η κλη­ρο­νο­μιά μας, η ευθύ­νη μας. Χωρίς εμάς, τους γαιο­κτή­μο­νες, ποιος θα φρό­ντι­ζε τη γη; Θα επι­κρα­τού­σε το χάος.»

Ο Τολ­στόι τον κοί­τα­ξε με συμπά­θεια. «Η ευθύ­νη μας, φίλε μου, δεν είναι να κατέ­χου­με, αλλά να υπη­ρε­τού­με. Να καλ­λιερ­γού­με τη γη με τα ίδια μας τα χέρια, πλάι-πλάι με τον μου­ζί­κο, και να μοι­ρα­ζό­μα­στε τους καρ­πούς της. Αυτή είναι η μόνη αλη­θι­νή τάξη πραγ­μά­των, η τάξη του Ευαγ­γε­λί­ου. Όταν ο Χρι­στός είπε ‘μακά­ριοι οι πτω­χοί’, δεν μιλού­σε μετα­φο­ρι­κά. Μιλού­σε για την πραγ­μα­τι­κή φτώ­χεια, για την απλό­τη­τα, για την απο­ποί­η­ση του πλούτου.»

Αυτή η ανταλ­λα­γή από­ψε­ων ήταν το τέλειο προ­οί­μιο για τη συζή­τη­ση που θα ακο­λου­θού­σε. Η σύγκρου­ση ανά­με­σα στην κοι­νω­νι­κή σύμ­βα­ση και τον ηθι­κό νόμο, ανά­με­σα στην κλη­ρο­νο­μη­μέ­νη τάξη και την πνευ­μα­τι­κή αλή­θεια, ήταν το ίδιο το πεδίο μάχης πάνω στο οποίο θα παι­ζό­ταν η τρα­γω­δία της Άννας. Κατά­λα­βα τότε ότι για τον Τολ­στόι, η λογο­τε­χνία δεν ήταν μια από­δρα­ση από την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, αλλά το πιο ισχυ­ρό εργα­λείο για να την ανα­τέ­μνει, να τη φωτί­ζει και, τελι­κά, να την αλλάζει.

Η υποκρισία της αριστοκρατίας

Η συζή­τη­ση στρά­φη­κε τότε στα θέμα­τα που δια­περ­νούν την Άννα Καρέ­νι­να. Ο Τολ­στόι μίλη­σε για την υπο­κρι­σία της αρι­στο­κρα­τί­ας με μια πικρία που πρό­δι­δε την προ­σω­πι­κή του εμπει­ρία. «Στην Πετρού­πο­λη», είπε, και η φωνή του πήρε μια νότα σαρ­κα­σμού, «στα μεγά­λα σαλό­νια με τους πολυ­ε­λαί­ους από κρύ­σταλ­λο και τα παρ­κέ από ξύλο ρόζ­γουντ, όπου οι κυρί­ες φορούν φορέ­μα­τα από παρι­σι­νή μετά­ξι και οι κύριοι καπνί­ζουν κου­βα­νέ­ζι­κα πού­ρα, η μοι­χεία είναι απο­δε­κτή, αρκεί να γίνε­ται δια­κρι­τι­κά, πίσω από κλει­στές πόρτες.»

Στα­μά­τη­σε και πήρε άλλη μια γου­λιά τσάι. «Το έγκλη­μα της Άννας δεν ήταν ότι αγά­πη­σε τον Βρόν­σκι. Το έγκλη­μά της ήταν ότι τόλ­μη­σε να ζητή­σει να ζήσει αυτή την αγά­πη στο φως, να απαι­τή­σει την ευτυ­χία της ως δικαί­ω­μα. Αρνή­θη­κε να παί­ξει το παι­χνί­δι της υπο­κρι­σί­ας. Και γι’ αυτό, η κοι­νω­νία που ανέ­χε­ται κάθε είδους ακο­λα­σία στα σκοτεινά—τις κρυ­φές ερω­μέ­νες, τα παρά­νο­μα παι­διά, τα χαρ­το­παί­γνια και τα χρέη—δεν μπο­ρού­σε να της το συγ­χω­ρή­σει. Την εξό­ρι­σε, την απο­μό­νω­σε, και τελι­κά την όπλι­σε με την απελ­πι­σία που την οδή­γη­σε στο τέλος της.»

Ατομική και συλλογική ευθύνη

Ένας από τους νεα­ρούς φοι­τη­τές, ο Αλε­ξέι Ιβά­νο­βιτς, ένας ξαν­θός νεα­ρός με ένα έντο­νο προ­φίλ και ένα αέρα ανυ­πο­μο­νη­σί­ας, σήκω­σε το χέρι του. «Λέων Νικο­λά­γιε­βιτς, αλλά δεν είναι η Άννα υπεύ­θυ­νη για τη δική της κατα­στρο­φή; Δεν έπρε­πε να σκε­φτεί τις συνέ­πειες; Τον γιο της, τον μικρό Σεριό­ζα, τη θέση της; Δεν είναι αυτή η ατο­μι­κή ευθύ­νη που πρεσβεύετε;»

Ο Τολ­στόι γύρι­σε προς το μέρος του, και το βλέμ­μα του ήταν γεμά­το κατα­νό­η­ση. «Ναι, φίλε μου, η Άννα έχει την ευθύ­νη της. Δεν το αρνού­μαι. Αλλά η ευθύ­νη δεν είναι μόνο ατο­μι­κή. Είναι και συλ­λο­γι­κή. Η κοι­νω­νία που τη δημιούρ­γη­σε, που τη μόρ­φω­σε να είναι ένα όμορ­φο αντι­κεί­με­νο για επί­δει­ξη, που την παντρεύτηκε—σχεδόν την πούλησε—με έναν άνδρα που δεν την αγα­πού­σε, που της έμα­θε να ζει με ψεύ­τι­κες αξί­ες και ψεύ­τι­κα συναι­σθή­μα­τα, αυτή η κοι­νω­νία έχει την πρώ­τη ευθύνη.»

Σηκώ­θη­κε ξανά και άρχι­σε να περ­πα­τά αργά στη σάλα. «Η Άννα είναι θύμα και θύτης ταυ­τό­χρο­να. Και αυτή είναι η τρα­γω­δία της. Αν ζού­σε σε μια κοι­νω­νία που σεβό­ταν την αλη­θι­νή αγά­πη, που τιμού­σε την ειλι­κρί­νεια πάνω από την υπο­κρι­σία, ίσως θα μπο­ρού­σε να βρει έναν άλλο δρό­μο. Αλλά δεν ζού­σε σε μια τέτοια κοι­νω­νία. Ζού­σε στη δική μας. Στη Ρωσία του 19ου αιώ­να, όπου οι γυναί­κες είναι ακό­μα ιδιο­κτη­σία των ανδρών τους, όπου ένας γάμος δεν μπο­ρεί να δια­λυ­θεί παρά μόνο με την άδεια της Εκκλη­σί­ας και του Τσάρου.»

Η θέση της γυναίκας

Η απά­ντη­ση αυτή έφε­ρε μια νέα σιω­πή. Ήταν σαν να είχε ανοί­ξει ένα παρά­θυ­ρο και να είχε μπει ένα ρεύ­μα παγω­μέ­νου αέρα από τη στέ­πα, υπεν­θυ­μί­ζο­ντάς μας ότι δεν μιλού­σα­με για αφη­ρη­μέ­νες ιδέ­ες, αλλά για την ίδια τη ζωή μας, για τις δικές μας επι­λο­γές και αμαρτίες.

Η δασκά­λα Όλγα Σερ­γκέ­γιεβ­να πήρε τον λόγο, με μια φωνή χαμη­λή αλλά στα­θε­ρή. «Λέων Νικο­λά­γιε­βιτς, εσείς μιλά­τε για τον Λέβιν ως το αντί­δο­το στην Άννα. Αλλά ο Λέβιν είναι άνδρας, γαιο­κτή­μο­νας, με ελευ­θε­ρία και δύνα­μη. Η Άννα είναι γυναί­κα, δέσμια των κανό­νων της κοι­νω­νί­ας της. Δεν είναι αυτή η δια­φο­ρά καθοριστική;»

Ο Τολ­στόι την κοί­τα­ξε με σεβα­σμό και κάτι σαν θαυ­μα­σμό. «Έχε­τε από­λυ­το δίκιο, ματού­σκα», είπε χρη­σι­μο­ποιώ­ντας την τρυ­φε­ρή λέξη που σημαί­νει «μητέ­ρα» αλλά χρη­σι­μο­ποιεί­ται και για γυναί­κες με σεβα­σμό. «Η θέση της γυναί­κας στην κοι­νω­νία μας είναι μια από τις μεγα­λύ­τε­ρες αδι­κί­ες. Η Άννα δεν έχει τις ίδιες επι­λο­γές με τον Λέβιν. Δεν μπο­ρεί να φύγει στην ύπαι­θρο και να ζήσει ως αγρό­τισ­σα, να βρει την πίστη στη δου­λειά της γης, να θερί­σει τα χωρά­φια με το δρε­πά­νι. Της απα­γο­ρεύ­ε­ται ακό­μα και να δει το παι­δί της, τον Σεριό­ζα που την αγα­πά και την χρειά­ζε­ται. Η κοι­νω­νία μας είναι ανε­λέ­η­τη με τις γυναί­κες που παρα­βαί­νουν τους κανό­νες, ενώ είναι επιει­κής, σχε­δόν συγ­χω­ρη­τι­κή, με τους άνδρες. Αυτή η διπλή ηθι­κή είναι μια από τις πιο σκο­τει­νές πλευ­ρές μας. Και η Άννα πλη­ρώ­νει το τίμη­μά της.»

Ο χαρακτήρας του Βρόνσκι

Η συζή­τη­ση στρά­φη­κε τότε στον χαρα­κτή­ρα του Βρόν­σκι. Ο Τολ­στόι τον περιέ­γρα­ψε με μια μίξη συμπά­θειας και απο­γο­ή­τευ­σης. «Ο Αλε­ξέι Κίρι­λο­βιτς Βρόν­σκι δεν είναι κακός άνθρω­πος», είπε. «Είναι απλώς ένας άνθρω­πος του κόσμου του, ένας αξιω­μα­τι­κός της φρου­ράς με τιμή και θάρ­ρος, που φορά την επι­βλη­τι­κή στο­λή του με τα χρυ­σά κου­μπιά και τις επι­γο­να­τί­δες, που καβα­λά τα καλύ­τε­ρα άλο­γα στους αγώ­νες, που παί­ζει χαρ­τιά στο κλαμπ και χορεύ­ει μαζούρ­κα στα μπαλ. Αλλά είναι άνθρω­πος χωρίς βάθος.»

Κάθι­σε ξανά και συνέ­χι­σε. «Αγα­πά την Άννα, αλλά η αγά­πη του είναι επι­φα­νεια­κή. Δεν μπο­ρεί να κατα­νο­ή­σει το βάθος της ψυχι­κής της ανά­γκης. Για αυτόν, η σχέ­ση τους είναι μια περι­πέ­τεια που έγι­νε δέσμευ­ση, και αργά αργά αρχί­ζει να τη νιώ­θει ως βάρος. Δεν το θέλει, δεν το σχε­διά­ζει, αλλά συμ­βαί­νει. Και η Άννα, με την οξεία ευαι­σθη­σία της, το αντι­λαμ­βά­νε­ται. Αυτή η αντί­λη­ψη την τρε­λαί­νει, την οδη­γεί στη ζήλια, στην παρά­νοια. Η αγά­πη που ήταν η σωτη­ρία της γίνε­ται η φυλα­κή της. Και τελι­κά, ο θάνα­τός της.»

Υπάρχει ελπίδα για την Άννα;

Ρώτη­σα τότε, με μια τόλ­μη που με εξέ­πλη­ξε τον ίδιο μου τον εαυ­τό, «Λέων Νικο­λά­γιε­βιτς, υπάρ­χει κάποια ελπί­δα για την Άννα; Υπάρ­χει κάποιος τρό­πος που θα μπο­ρού­σε να σωθεί;»

Ο Τολ­στόι με κοί­τα­ξε για μια μακρά στιγ­μή, και στα μάτια του διέ­κρι­να μια απέ­ρα­ντη λύπη. Έξω, ο ήλιος είχε σχε­δόν δύσει, και το φως που έμπαι­νε από το παρά­θυ­ρο ήταν τώρα ροδα­λό, σχε­δόν μελαγ­χο­λι­κό. «Ίσως», είπε τελι­κά, «αν είχε βρει την πίστη. Όχι την πίστη των τυπι­κών τελε­τουρ­γιών, των εικό­νων και των λιτα­νειών, αλλά την πίστη που έχει ο Λέβιν. Την πίστη στο νόη­μα της ζωής, στην υπέρ­βα­ση του εγώ, στην αγά­πη που δίνει χωρίς να περι­μέ­νει ανταπόδοση.»

Στα­μά­τη­σε και κοί­τα­ξε έξω στον κήπο, όπου οι σκιές είχαν γίνει πια βαθιές. «Αλλά η Άννα δεν μπό­ρε­σε να βρει αυτή την πίστη. Ήταν πολύ βυθι­σμέ­νη στον πόνο της, στην απο­μό­νω­σή της, στην απελ­πι­σία της. Και αυτό είναι το πιο τρα­γι­κό. Ότι η σωτη­ρία ήταν εκεί, μπρο­στά της, αλλά δεν μπο­ρού­σε να την δει. Τυφλώ­θη­κε από το πάθος της, από τον πόνο της, από την οργή της. Και έτσι, ο μόνος δρό­μος που έβλε­πε ήταν ο δρό­μος προς το τέλος. Προς τις ράγες του τρέ­νου, προς το σκοτάδι.»

Η προσωπική εξομολόγηση του Τολστόι

Η νύχτα είχε πέσει πλέ­ον, και το φως των κεριών—τα μεγά­λα κεριά από κερί μέλισ­σας που έκαι­γαν στα κηροπήγια—έριχνε τρε­μά­με­νες σκιές στους τοί­χους της σάλας. Η ατμό­σφαι­ρα είχε γίνει πιο οικεία, πιο προ­σω­πι­κή. Ο Τολ­στόι, σαν να είχε αφή­σει πίσω του το βάρος του δασκά­λου, μίλη­σε για τη δική του σχέ­ση με το έργο.

«Όταν έγρα­φα την Άννα Καρέ­νι­να», είπε, και η φωνή του ήταν τώρα πιο απα­λή, σχε­δόν εξο­μο­λο­γη­τι­κή, «ήμουν σε μια περί­ο­δο μεγά­λης εσω­τε­ρι­κής σύγ­χυ­σης. Είχα πετύ­χει τα πάντα στα μάτια του κόσμου: φήμη, πλού­τη, οικο­γέ­νεια. Το όνο­μά μου ήταν γνω­στό από την Πετρού­πο­λη μέχρι το Παρί­σι. Κι όμως, ένιω­θα ένα τερά­στιο κενό. Ανα­ρω­τιό­μουν για το νόη­μα όλων αυτών. Για­τί ζού­με; Για­τί υπο­φέ­ρου­με; Για­τί πεθαί­νου­με; Αυτά τα ερω­τή­μα­τα με βασά­νι­ζαν μέρα και νύχτα, με κρα­τού­σαν ξύπνιο τις μακριές νύχτες του χει­μώ­να, όταν ο άνε­μος ούρ­λια­ζε έξω και το χιό­νι σκέ­πα­ζε τα πάντα.»

Πήρε μια ανά­σα. «Και μέσα από τη συγ­γρα­φή του βιβλί­ου, προ­σπά­θη­σα να τα απα­ντή­σω. Η Άννα είναι η εικό­να της ζωής χωρίς νόη­μα, της ζωής που στη­ρί­ζε­ται στο πάθος και την ψευ­δαί­σθη­ση. Ο Λέβιν είναι η ανα­ζή­τη­ση του νοή­μα­τος, η πάλη για να βρει κανείς μια αλή­θεια που να αξί­ζει να ζήσει για αυτήν. Και στο τέλος, ο Λέβιν βρί­σκει αυτή την αλή­θεια. Όχι στα βιβλία, όχι στη φιλο­σο­φία, αλλά στα λόγια ενός απλού χωρι­κού, του Φιό­ντορ, που του λέει: ‘Πρέ­πει να ζού­με για την ψυχή, να θυμό­μα­στε τον Θεό’. Αυτή είναι η απά­ντη­ση. Απλή, αλλά τόσο δύσκο­λο να τη ζήσει κανείς.»

Πρόοδος και επανάσταση

Ο νεα­ρός Ντι­μί­τρι, που είχε στα­μα­τή­σει να γρά­φει και άκου­γε με το στό­μα ανοι­χτό, ρώτη­σε, «Αλλά Λέων Νικο­λά­γιε­βιτς, αυτό δεν είναι πολύ συντη­ρη­τι­κό; Η επι­στρο­φή στη θρη­σκεία, στην παρά­δο­ση; Εμείς, η νέα γενιά, πιστεύ­ου­με στην πρό­ο­δο, στην επι­στή­μη, στην ελευ­θε­ρία του ατό­μου. Δια­βά­ζου­με τον Μαρξ, τον Μπα­κού­νιν. Θέλου­με να αλλά­ξου­με τον κόσμο με την επα­νά­στα­ση, όχι με την προσευχή.»

Ο Τολ­στόι χαμο­γέ­λα­σε, αλλά το χαμό­γε­λό του ήταν λυπη­μέ­νο. «Η πρό­ο­δος, η επι­στή­μη, η ελευ­θε­ρία», είπε αργά. «Όλα αυτά είναι ωραί­ες λέξεις, όπως και η επα­νά­στα­ση. Αλλά τι σημαί­νουν; Η πρό­ο­δος χωρίς ηθι­κή είναι κατα­στρο­φή. Η επι­στή­μη χωρίς αγά­πη είναι τυραν­νία. Η ελευ­θε­ρία χωρίς ευθύ­νη είναι χάος. Και η επα­νά­στα­ση χωρίς συγ­χώ­ρε­ση είναι απλώς μια αντι­κα­τά­στα­ση μιας τυραν­νί­ας με μια άλλη.»

Σηκώ­θη­κε και πλη­σί­α­σε τον νεα­ρό. Του έβα­λε το χέρι στον ώμο. «Δεν μιλώ για την επι­στρο­φή στη θρη­σκεία των δογ­μά­των και των τελε­τουρ­γιών, των χρυ­σών άμφιων και των πολυ­τε­λών ναών. Μιλώ για την επι­στρο­φή στην ουσία του χρι­στια­νι­κού μηνύ­μα­τος: την αγά­πη, την ταπει­νό­τη­τα, την προ­σφο­ρά. Αυτά δεν είναι συντη­ρη­τι­κά. Είναι επα­να­στα­τι­κά. Είναι τα πιο επα­να­στα­τι­κά πράγ­μα­τα που μπο­ρεί να κάνει ένας άνθρω­πος σε μια κοι­νω­νία που βασί­ζε­ται στην εκμε­τάλ­λευ­ση, στην υπο­κρι­σία, στην αδι­κία. Να αγα­πάς τον εχθρό σου, να μοι­ρά­ζε­σαι το ψωμί σου με τον πει­να­σμέ­νο, να συγ­χω­ρείς αντί να εκδικείσαι—αυτά είναι πράγ­μα­τα που μπο­ρούν να αλλά­ξουν τον κόσμο πιο βαθιά από οποια­δή­πο­τε επανάσταση.»

Μια στιγμή μεταμόρφωσης

Η συζή­τη­ση άρχι­σε να παίρ­νει μια πιο προ­σω­πι­κή τρο­πή. Ο γηραιός Ιβάν Πετρό­βιτς, που είχε μεί­νει σιω­πη­λός για αρκε­τή ώρα, μίλη­σε με μια φωνή που έτρε­με ελα­φρά. «Λέων Νικο­λά­γιε­βιτς, εγώ είμαι γέρος. Έχω ζήσει τη ζωή μου σύμ­φω­να με τους κανό­νες της τάξης μου. Έχω κάνει πολ­λά λάθη, έχω αμαρ­τή­σει. Έχω κακο­με­τα­χει­ρι­στεί τους χωρι­κούς μου, έχω ζήσει στην πολυ­τέ­λεια ενώ αυτοί πεθαί­να­νε της πεί­νας. Αλλά τώρα, στο τέλος της ζωής μου, ανα­ρω­τιέ­μαι: Τι θα αφή­σω πίσω μου; Ποιο είναι το νόη­μα όλων αυτών που έκανα;»

Ο Τολ­στόι σηκώ­θη­κε από την πολυ­θρό­να του και πλη­σί­α­σε τον γέρο. Του έβα­λε το χέρι στον ώμο με μια χει­ρο­νο­μία γεμά­τη τρυ­φε­ρό­τη­τα. «Φίλε μου, μπρά­τετς», είπε με την τρυ­φε­ρή λέξη που σημαί­νει «αδελ­φέ», «δεν είναι ποτέ αργά. Το νόη­μα δεν βρί­σκε­ται στο παρελ­θόν, αλλά στο παρόν. Στο τι κάνεις τώρα, αυτή τη στιγ­μή. Αν ανοί­ξεις την καρ­διά σου στην αγά­πη, αν συγ­χω­ρή­σεις τον εαυ­τό σου και τους άλλους, αν ζήσεις έστω και μια μέρα με αλή­θεια και καλο­σύ­νη, αυτό έχει απε­ριό­ρι­στη αξία. Η ζωή δεν είναι ένα άθροι­σμα πρά­ξε­ων. Είναι μια διαρ­κής δυνα­τό­τη­τα μετα­μόρ­φω­σης. Ακό­μα και στην τελευ­ταία ανά­σα σου, μπο­ρείς να αλλά­ξεις, να γίνεις καλύτερος.»

Ο γέρος Ιβάν σκού­πι­σε τα μάτια του με το χέρι του, και κανείς δεν τολ­μού­σε να μιλή­σει. Ήταν μια στιγ­μή καθα­ρής, ανθρώ­πι­νης σύν­δε­σης, πέρα από τις ιδέ­ες και τις θεω­ρί­ες. Ένιω­σα τότε ότι κατά­λα­βα για­τί ο Τολ­στόι ήταν κάτι περισ­σό­τε­ρο από έναν συγ­γρα­φέα. Ήταν ένας θερα­πευ­τής ψυχών, ένας σταρέτς—ένας πνευ­μα­τι­κός πατέ­ρας, όπως οι μεγά­λοι ασκη­τές της ρωσι­κής παρά­δο­σης. Ένας άνθρω­πος που, μέσα από τα λόγια του και την παρου­σία του, μπο­ρού­σε να αγγί­ξει το βαθύ­τε­ρο μέρος της ανθρώ­πι­νης ύπαρ­ξης, εκεί όπου κρύ­βο­νται ο φόβος, η μονα­ξιά, η ανα­ζή­τη­ση του νοήματος.

- Δια­φή­μι­ση -

Το δείπνο στη Γιάσναγια Πολυάνα

Καθώς περ­πα­τού­σα­με προς την τρα­πε­ζα­ρία, η δασκά­λα Όλγα με πλη­σί­α­σε. «Είναι συγκλο­νι­στι­κό, δεν είναι;» μου ψιθύ­ρι­σε. «Να βρί­σκε­σαι τόσο κοντά σε έναν τέτοιο άνθρω­πο. Νιώ­θω ότι κάθε φορά που τον ακούω, αλλά­ζω λίγο. Γίνο­μαι πιο αλη­θι­νή, πιο ζωντα­νή.» Κατέ­νευ­σα. Κι εγώ ένιω­θα το ίδιο. Υπήρ­χε κάτι στην παρου­σία του Τολ­στόι που σε ανά­γκα­ζε να κοι­τά­ξεις μέσα σου, να αντι­με­τω­πί­σεις τις αλή­θειες που συνή­θως αποφεύγεις.

Το δεί­πνο ήταν μια απλή, σχε­δόν σπαρ­τιά­τι­κη υπό­θε­ση, αντι­κα­το­πτρί­ζο­ντας τις αρχές του οικο­δε­σπό­τη. Η τρα­πε­ζα­ρία ήταν απλή, με ένα μεγά­λο ξύλι­νο τρα­πέ­ζι από δρυ και απλές καρέ­κλες. Στο τρα­πέ­ζι, σε απλά κερα­μι­κά πιά­τα, σερ­βί­ρο­νταν τα φαγη­τά: σι—η παρα­δο­σια­κή ρωσι­κή σού­πα από λάχα­νο, κρεμ­μύ­δια και παν­τζά­ρια, που και­γό­ταν ακό­μα στο πιά­το και μύρι­ζε υπέ­ρο­χα. Δίπλα, ένα μεγά­λο κομ­μά­τι από το μαύ­ρο ρωσι­κό ψωμί—το τσιόρ­νι χλεμπ που ψήνε­ται με σίκα­λη και έχει μια ξινή, χαρα­κτη­ρι­στι­κή γεύ­ση. Υπήρ­χε επί­σης κάσα—κουάκερ από φαγό­πυ­ρο, το αγα­πη­μέ­νο φαγη­τό των Ρώσων χωρικών—και απλά λαχα­νι­κά από τον κήπο: αγγού­ρια, ντο­μά­τες, κρεμμύδια.

Ο Τολ­στόι είχε υιο­θε­τή­σει έναν σχε­δόν χορ­το­φα­γι­κό τρό­πο ζωής, πιστεύ­ο­ντας ότι η κατα­νά­λω­ση κρέ­α­τος ήταν μια μορ­φή βίας και εκμε­τάλ­λευ­σης των ζώων. «Το σώμα μας δεν χρειά­ζε­ται κρέ­ας», είπε καθώς καθό­μα­σταν. «Χρειά­ζε­ται απλά, καθα­ρά τρό­φι­μα που έρχο­νται από τη γη. Τα λαχα­νι­κά, τα δημη­τρια­κά, τα όσπρια. Αυτά μας δίνουν τη δύνα­μη να ζήσου­με και να εργαστούμε.»

Κι όμως, παρά τη λιτό­τη­τα, το γεύ­μα ήταν χαρού­με­νο. Η Σοφία Αντρέ­γιεβ­να, η σύζυ­γός του, ήταν μια παρου­σία ήρε­μη αλλά ισχυ­ρή. Φορού­σε ένα απλό φόρε­μα από σκού­ρο ύφα­σμα με λευ­κό περι­λαί­μιο, και τα μαλ­λιά της ήταν δεμέ­να σε ένα κότσο. Φρό­ντι­ζε τους πάντες με μια αθό­ρυ­βη απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα, γεμί­ζο­ντας τα πιά­τα, προ­σφέ­ρο­ντας ψωμί, φρο­ντί­ζο­ντας να έχουν όλοι αρκε­τό τσάι. Μοι­ρα­ζό­ταν ιστο­ρί­ες από τα παι­διά τους—είχαν δεκα­τρία παι­διά, από τα οποία επέ­ζη­σαν οκτώ—από τις καθη­με­ρι­νές χαρές και δυσκο­λί­ες της οικο­γε­νεια­κής ζωής, και ο Τολ­στόι την άκου­γε με μια έκφρα­ση τρυ­φε­ρό­τη­τας που αντί­κει­το στην αυστη­ρό­τη­τα του φιλόσοφου.

Για ποτό, υπήρ­χε κβας—το παρα­δο­σια­κό ρωσι­κό ανα­ψυ­κτι­κό που φτιά­χνε­ται από ζυμω­μέ­νο ψωμί σίκα­λης και έχει μια ελα­φρά αλκο­ο­λι­κή περιε­κτι­κό­τη­τα και μια ξινή, ανα­ζω­ο­γο­νη­τι­κή γεύ­ση. Και φυσι­κά, απε­ριό­ρι­στο τσάι από το σαμο­βά­ρι, που είχε μετα­φερ­θεί στην τρα­πε­ζα­ρία και έβρα­ζε ακό­μα, γεμί­ζο­ντας τον αέρα με τον ατμό του.

Συζητήσεις για τη λογοτεχνία

Μετά το δεί­πνο, επι­στρέ­ψα­με στη σάλα για τσάι. Ο Τολ­στόι άνα­ψε την πίπα του—μια απλή ξύλι­νη πίπα που γέμι­σε με μαχόρ­κα, τον χοντρό ρωσι­κό καπνό—και ο καπνός ανέ­βαι­νε σε αργούς σπει­ροει­δείς κύκλους προς την ορο­φή. Η συζή­τη­ση έγι­νε πιο χαλα­ρή, πιο απο­σπα­σμα­τι­κή. Μιλή­σα­με για τη λογο­τε­χνία, για τους άλλους μεγά­λους Ρώσους συγγραφείς.

Ο Τολ­στόι εξέ­φρα­σε τον θαυ­μα­σμό του για τον Πού­σκιν, «τον πατέ­ρα όλων μας», όπως τον απο­κά­λε­σε. «Ο Αλε­ξά­ντρ Σερ­γκέ­γιε­βιτς», είπε με σεβα­σμό, «ήταν ο πρώ­τος που μας έδει­ξε ότι η ρωσι­κή γλώσ­σα μπο­ρεί να είναι όμορ­φη, μου­σι­κή, ποι­η­τι­κή. Πριν από αυτόν, η αρι­στο­κρα­τία μας μιλού­σε γαλ­λι­κά και θεω­ρού­σε τα ρωσι­κά γλώσ­σα των χωρι­κών. Ο Πού­σκιν μας έδω­σε την ταυ­τό­τη­τά μας.»

Για τον Ντο­στο­γιέφ­σκι, η σχέ­ση του ήταν πιο περί­πλο­κη. «Ο Φιό­ντορ Μιχάι­λο­βιτς είναι ένας μεγά­λος συγ­γρα­φέ­ας», είπε, «αλλά δια­φέ­ρου­με θεμε­λιω­δώς. Αυτός βλέ­πει τη σωτη­ρία στον πόνο, στην ταπεί­νω­ση, στην απο­δο­χή της δυστυ­χί­ας. Πιστεύ­ει ότι μέσα από το βάσα­νο, μέσα από την κατά­πτω­ση, ο άνθρω­πος μπο­ρεί να βρει τον Θεό. Εγώ πιστεύω στη χαρά, στην απλό­τη­τα, στη δυνα­τό­τη­τα μιας καλής ζωής εδώ και τώρα, όχι στην άλλη ζωή. Αυτή είναι η δια­φο­ρά μας. Ο Ντο­στο­γιέφ­σκι είναι ο συγ­γρα­φέ­ας της Πετρού­πο­λης, της πόλης των ομι­χλών και των λευ­κών νυχτών, των σκο­τει­νών γωνιών και των απελ­πι­σμέ­νων ψυχών. Εγώ είμαι ο συγ­γρα­φέ­ας της υπαί­θρου, των χωρα­φιών και των δασών, του ήλιου και της γης.»

Το μέλλον της Ρωσίας

Ρώτη­σα τότε για το μέλ­λον της Ρωσί­ας. Ο Τολ­στόι έγι­νε σκο­τει­νός. Το πρό­σω­πό του σκλή­ρυ­νε. «Βλέ­πω σύν­νε­φα στον ορί­ζο­ντα», είπε αργά. «Η αδι­κία, η κατα­πί­ε­ση, η ανι­σό­τη­τα δεν μπο­ρούν να συνε­χι­στούν για πάντα. Οι χωρι­κοί πει­νούν ενώ εμείς, οι γαιο­κτή­μο­νες, ζού­με σε πολυ­τέ­λεια. Οι εργά­τες στα εργο­στά­σια δου­λεύ­ουν δεκα­έ­ξι ώρες τη μέρα για ένα κομ­μά­τι ψωμί, ενώ οι καπι­τα­λι­στές πλου­τί­ζουν. Κάποια στιγ­μή, θα έρθει η εκρη­κτι­κή αντί­δρα­ση. Και φοβά­μαι ότι θα είναι βίαιη, αιματηρή.»

Στα­μά­τη­σε και κοί­τα­ξε τον καπνό της πίπας του. «Γι’ αυτό κηρύτ­τω την απο­χή από τη βία, την παθη­τι­κή αντί­στα­ση, την αλλα­γή μέσα από την αγά­πη. Αλλά φοβά­μαι ότι λίγοι με ακούν. Οι άνθρω­ποι προ­τι­μούν τις εύκο­λες λύσεις, την επα­νά­στα­ση με τα όπλα, το αίμα και τη φωτιά. Και αυτό θα φέρει μόνο περισ­σό­τε­ρη δυστυ­χία, περισ­σό­τε­ρο αίμα. Η βία γεν­νά βία. Η εκδί­κη­ση γεν­νά εκδί­κη­ση. Μόνο η αγά­πη μπο­ρεί να σπά­σει αυτόν τον κύκλο.»

Τα λόγια του ήταν προ­φη­τι­κά, αν και εκεί­νη τη στιγ­μή δεν μπο­ρού­σα­με να φαντα­στού­με πόσο προ­φη­τι­κά. Λίγα χρό­νια αργό­τε­ρα, η Ρωσία θα βυθι­ζό­ταν στην επα­νά­στα­ση του 1905, και μετά στην Οκτω­βρια­νή Επα­νά­στα­ση του 1917, στον εμφύ­λιο πόλε­μο, σε μια θύελ­λα βίας που θα άλλα­ζε για πάντα το πρό­σω­πο της χώρας. Αλλά εκεί­νο το βρά­δυ, στη Γιάσ­να­για Πολυά­να, η ιστο­ρία φαι­νό­ταν να έχει σταματήσει.

Ήμα­σταν σε έναν χώρο εκτός χρό­νου, όπου οι αιώ­νιες αλή­θειες της ανθρώ­πι­νης ύπαρ­ξης μιλού­σαν δυνα­τό­τε­ρα από τις πολι­τι­κές ανα­τα­ρα­χές. Και η Άννα Καρέ­νι­να, με την τρα­γι­κή της ιστο­ρία, ήταν ένα παρά­δειγ­μα αυτών των αιώ­νιων αλη­θειών. Η ανα­ζή­τη­ση της αγά­πης, η πάλη με την κοι­νω­νία, η σύγκρου­ση ανά­με­σα στο πάθος και την ευθύ­νη, η μονα­ξιά της ψυχής που δεν βρί­σκει το νόη­μά της. Όλα αυτά δεν ήταν απλώς θέμα­τα ενός μυθι­στο­ρή­μα­τος του 19ου αιώ­να. Ήταν τα θέμα­τα κάθε ανθρώ­πι­νης ζωής, σε κάθε επο­χή, σε κάθε τόπο.

Ο αποχαιρετισμός

Όταν ήρθε η ώρα να φύγω, ο Τολ­στόι με συνό­δευ­σε μέχρι την πόρ­τα. Ο ουρα­νός ήταν καθα­ρός, γεμά­τος αστέ­ρια. Η νύχτα της ρωσι­κής υπαί­θρου είχε μια μαγεία που δεν μπο­ρού­σε να συγκρι­θεί με τίπο­τα. Ο αέρας ήταν δρο­σε­ρός και μύρι­ζε λίπα—φιλύρα—και υγρό χώμα. Στον ορί­ζο­ντα, μπο­ρού­σα να δια­κρί­νω τα φώτα από τις ίσμπες των χωρι­κών, μικρά σημεία φωτός στο απέ­ρα­ντο σκοτάδι.

«Θυμη­θεί­τε», μου είπε, κρα­τώ­ντας το χέρι μου για μια στιγ­μή, «η Άννα δεν είναι μόνο μια ιστο­ρία. Είναι μια προει­δο­ποί­η­ση και μια πρό­σκλη­ση. Προει­δο­ποί­η­ση για τους κιν­δύ­νους μιας ζωής χωρίς νόη­μα, χωρίς πίστη. Και πρό­σκλη­ση να ανα­ζη­τή­σου­με αυτό το νόη­μα, αυτή την πίστη, όχι στα μεγά­λα πράγ­μα­τα, αλλά στα μικρά. Στην καθη­με­ρι­νή καλο­σύ­νη, στην ειλι­κρι­νή αγά­πη, στην ταπει­νή προ­σφο­ρά. Αυτή είναι η διδα­χή του Λέβιν. Και αυτή είναι η διδα­χή της ζωής.»

Με ευλό­γη­σε με το σημείο του σταυ­ρού, όπως κάνουν οι Ρώσοι όταν απο­χαι­ρε­τούν κάποιον για μακρύ ταξί­δι. «Ιντί ς Μπό­γκομ», είπε—«Πήγαινε με τον Θεό». Και εγώ απά­ντη­σα με το παρα­δο­σια­κό «Πρασάιτε»—«Συγχωρέστε με», που είναι ο τρό­πος που οι Ρώσοι ζητούν συγ­χώ­ρε­ση για οποια­δή­πο­τε αθέ­λη­τη προ­σβο­λή πριν φύγουν.

Καθώς η τρόι­κα με απο­μά­κρυ­νε από τη Γιάσ­να­για Πολυά­να, κοί­τα­ξα πίσω για τελευ­ταία φορά. Το σπί­τι ήταν πια μια σκιά στο σκο­τά­δι, αλλά το φως από τα παρά­θυ­ρα έλα­μπε ακό­μα, σαν ένας φάρος στη νύχτα. Και κου­βα­λού­σα μέσα μου όχι μόνο τις λέξεις του Τολ­στόι, αλλά την αίσθη­ση μιας βαθιάς αλλαγής.

Επίλογος

Είχα πάει στη Γιάσ­να­για Πολυά­να ως ανα­γνώ­στης, ως θαυ­μα­στής. Έφευ­γα ως μαθη­τής, ως ανα­ζη­τη­τής. Η συνά­ντη­ση με τον Λέο­ντα Νικο­λά­γιε­βιτς Τολ­στόι και η συζή­τη­ση για την Άννα Καρέ­νι­να δεν ήταν απλώς μια λογο­τε­χνι­κή εμπει­ρία. Ήταν μια πνευ­μα­τι­κή μύη­ση, μια πρό­σκλη­ση να ζήσω τη ζωή μου με περισ­σό­τε­ρη αλή­θεια, περισ­σό­τε­ρη αγά­πη, περισ­σό­τε­ρο νόημα.

Καθώς η άμα­ξα κου­νιό­ταν στον χωμα­τό­δρο­μο, άκου­γα τον αμα­ξά να τρα­γου­δά ξανά, μια μελαγ­χο­λι­κή ρομάν­τσα για την απέ­ρα­ντη ρωσι­κή γη, για τη μονα­ξιά και την ανα­ζή­τη­ση. Και κατά­λα­βα ότι αυτό το τρα­γού­δι, αυτή η μελαγ­χο­λία, αυτή η ανα­ζή­τη­ση, ήταν η ίδια η ψυχή της Ρωσί­ας. Η ψυχή που ο Τολ­στόι είχε απο­τυ­πώ­σει στα έργα του, και ιδιαί­τε­ρα στην Άννα Καρένινα.

Και αυτή η πρό­σκλη­ση, όπως κατά­λα­βα αργό­τε­ρα, ήταν το μεγα­λύ­τε­ρο δώρο που θα μπο­ρού­σε να μου κάνει ένας δάσκα­λος. Όχι απα­ντή­σεις, αλλά ερω­τή­μα­τα. Όχι δόγ­μα­τα, αλλά ανα­ζή­τη­ση. Όχι βεβαιό­τη­τες, αλλά πίστη στη δυνα­τό­τη­τα της αλλα­γής, της μετα­μόρ­φω­σης, της σωτη­ρί­ας μέσα από την αγά­πη και την προσφορά.

Πέρα­σαν χρό­νια από εκεί­νη τη συνά­ντη­ση στη Γιάσ­να­για Πολυά­να. Ο Κόμης Λέων Νικο­λά­γιε­βιτς Τολ­στόι δεν είναι πια ανά­με­σά μας. Έφυ­γε από τη ζωή το 1910, σε έναν μικρό σιδη­ρο­δρο­μι­κό σταθ­μό στην Αστά­πο­βο, μακριά από το σπί­τι του, σε μια τελευ­ταία από­πει­ρα να ζήσει σύμ­φω­να με τις ιδέ­ες του, να ξεφύ­γει από τις αντι­φά­σεις της ύπαρ­ξής του. Ήταν ογδό­ντα δύο ετών, και το τέλος του ήταν τόσο δρα­μα­τι­κό όσο και η ζωή του.

Αλλά τα λόγια του, τα έργα του, και πάνω απ’ όλα, το παρά­δειγ­μά του, συνε­χί­ζουν να ζουν. Η Άννα Καρέ­νι­να παρα­μέ­νει ένα από τα μεγα­λύ­τε­ρα λογο­τε­χνι­κά έργα όλων των επο­χών, όχι μόνο για την καλ­λι­τε­χνι­κή του τελειό­τη­τα, αλλά για το βάθος της ανθρώ­πι­νης κατα­νό­η­σης που περιέ­χει. Κάθε φορά που το ξανα­δια­βά­ζω, ανα­κα­λύ­πτω κάτι νέο, μια νέα από­χρω­ση, μια νέα αλήθεια.

Και κάθε φορά, θυμά­μαι εκεί­νο το από­γευ­μα στη Γιάσ­να­για Πολυά­να. Το φως του ηλιο­βα­σι­λέ­μα­τος που έπε­φτε πάνω στα χωρά­φια του τσερ­νό­ζεμ. Τη μυρω­διά των φιλύ­ρων και του φρε­σκο­κομ­μέ­νου χόρ­του. Το βου­η­τό του σαμο­βα­ριού και τη γεύ­ση του μαύ­ρου τσα­γιού. Τη φωνή του γέρου Κόμη, βαθιά και βρα­χνή, γεμά­τη σοφία και πόνο. Και την αίσθη­ση ότι άγγι­ζα, έστω και για λίγο, κάτι αιώ­νιο και αληθινό.

Η Ρωσία άλλα­ξε. Ήρθε η επα­νά­στα­ση που φοβό­ταν ο Τολ­στόι, με όλη τη βία και το αίμα της. Η Γιάσ­να­για Πολυά­να έγι­νε μου­σείο. Αλλά το μήνυ­μα παρα­μέ­νει. Η ανα­ζή­τη­ση του νοή­μα­τος, η πίστη στην αγά­πη, η πρό­σκλη­ση να ζήσου­με με αλή­θεια και προ­σφο­ρά. Αυτά δεν γερ­νούν ποτέ. Αυτά είναι αιώ­νια, όπως η ίδια η ανθρώ­πι­νη ψυχή.

ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΡΩΣΙΚΩΝ ΟΡΩΝ

Βαλέν­κι (Ρωσι­κά: Валенки): Παρα­δο­σια­κές μάλ­λι­νες μπό­τες που φορού­σαν οι Ρώσοι χωρι­κοί και αργό­τε­ρα υιο­θε­τή­θη­καν από όλες τις κοι­νω­νι­κές τάξεις για προ­στα­σία από το ρωσι­κό κρύο.

Βαρέ­νιε (Ρωσι­κά: Варенье): Γλυ­κό του κου­τα­λιού από φρού­τα (κερά­σια, φρά­ου­λες, βατό­μου­ρα) που σερ­βί­ρε­ται με το τσάι, είτε δια­λυ­μέ­νο μέσα του είτε ως συνοδευτικό.

Βέρ­στι (Ρωσι­κά: Верста): Παλιά ρωσι­κή μονά­δα μέτρη­σης από­στα­σης, ίση με περί­που 1,067 χιλιόμετρα.

Δεσια­τί­να (Ρωσι­κά: Десятина): Ρωσι­κή μονά­δα μέτρη­σης γης, περί­που 1,09 εκτά­ρια ή 10,9 στρέμματα.

Ζντράβ­στ­βουι­τε (Ρωσι­κά: Здравствуйте): Τυπι­κός χαι­ρε­τι­σμός στα ρωσι­κά, που σημαί­νει «γεια σας» ή «χαί­ρε­τε».

Ιντί ς Μπό­γκομ (Ρωσι­κά: Иди с Богом): Παρα­δο­σια­κή ευχή απο­χαι­ρε­τι­σμού που σημαί­νει «πήγαι­νε με τον Θεό», χρη­σι­μο­ποιεί­ται για μακρι­νά ταξίδια.

Ίσμπα (Ρωσι­κά: Изба): Παρα­δο­σια­κό ρωσι­κό ξύλι­νο σπί­τι των χωρι­κών, συνή­θως με σκε­πή από άχυ­ρο και πολύ­χρω­μα παράθυρα.

Καφτά­νι (Ρωσι­κά: Кафтан): Μακρύ παρα­δο­σια­κό ρωσι­κό παλ­τό ή ένδυ­μα με μεταλ­λι­κά κου­μπιά, που φορού­σαν άνδρες όλων των κοι­νω­νι­κών τάξεων.

Κάσα (Ρωσι­κά: Каша): Παρα­δο­σια­κό ρωσι­κό πιά­το από βρα­σμέ­να δημη­τρια­κά (φαγό­πυ­ρο, βρώ­μη, σίκα­λη), το βασι­κό φαγη­τό των χωρικών.

Κβας (Ρωσι­κά: Квас): Παρα­δο­σια­κό ρωσι­κό ανα­ψυ­κτι­κό από ζυμω­μέ­νο ψωμί σίκα­λης, με ελα­φρά αλκο­ο­λι­κή περιε­κτι­κό­τη­τα και ξινή, ανα­ζω­ο­γο­νη­τι­κή γεύση.

Κρασ­νί Ουγκόλ (Ρωσι­κά: Красный угол): Η «όμορ­φη γωνιά» ή «κόκ­κι­νη γωνιά» κάθε ρωσι­κού σπι­τιού, όπου τοπο­θε­τού­νταν οι εικό­νες των αγί­ων και γινό­ταν η προσευχή.

Λίπα (Ρωσι­κά: Липа): Η φιλύ­ρα, δέντρο με αρω­μα­τι­κά άνθη πολύ αγα­πη­μέ­νο στη ρωσι­κή λογο­τε­χνία και κουλτούρα.

Μαχόρ­κα (Ρωσι­κά: Махорка): Χοντρός ρωσι­κός καπνός που καπνί­ζε­ται σε πίπα, φθη­νό­τε­ρος από τον εισα­γό­με­νο καπνό.

Ματού­σκα (Ρωσι­κά: Матушка): Τρυ­φε­ρός τρό­πος απευ­θύν­σε­ως που σημαί­νει «μητέ­ρα» ή «μητρού­λα», χρη­σι­μο­ποιεί­ται και για γυναί­κες με σεβασμό.

Μπα­τού­σκα (Ρωσι­κά: Батюшка): Τρυ­φε­ρός τρό­πος απευ­θύν­σε­ως που σημαί­νει «πατέ­ρας» ή «πατε­ρού­λης», χρη­σι­μο­ποιεί­ται και για νεα­ρούς άνδρες με στοργή.

Μπορς (Ρωσι­κά: Борщ): Παρα­δο­σια­κή ρωσι­κή σού­πα από παν­τζά­ρια, λάχα­νο και κρέ­ας, με χαρα­κτη­ρι­στι­κό κόκ­κι­νο χρώμα.

Μπρά­τετς (Ρωσι­κά: Братец): Τρυ­φε­ρή λέξη που σημαί­νει «αδελ­φέ» ή «αδελ­φά­κι», χρη­σι­μο­ποιεί­ται για να δεί­ξει στορ­γή και οικειότητα.

Ναλί­τσ­νικ (Ρωσι­κά: Наличник): Τα περί­τε­χνα ξυλό­γλυ­πτα δια­κο­σμη­τι­κά πλαί­σια γύρω από τα παρά­θυ­ρα των ρωσι­κών ξύλι­νων σπι­τιών, που μοιά­ζουν με δαντέλα.

Νιέτ (Ρωσι­κά: Нет): Η λέξη «όχι» στα ρωσικά.

Πετσ (Ρωσι­κά: Печь): Το μεγά­λο τού­βλι­νο τζά­κι που ήταν το κέντρο κάθε ρωσι­κού σπι­τιού, χρη­σι­μο­ποιού­νταν για θέρ­μαν­ση, μαγεί­ρε­μα και συχνά ως κρεβάτι.

Πιρο­σκί (Ρωσι­κά: Пирожки): Μικρά αλμυ­ρά ή γλυ­κά πιτά­κια γεμι­στά με κρέ­ας, λάχα­νο, πατά­τες, μανι­τά­ρια ή φρού­τα, το αγα­πη­μέ­νο σνακ των Ρώσων.

Πρα­σάι­τε (Ρωσι­κά: Простите): Η λέξη «συγ­χω­ρέ­στε με», παρα­δο­σια­κά λέγε­ται πριν από ανα­χώ­ρη­ση για να ζητη­θεί συγ­χώ­ρε­ση για τυχόν αθέ­λη­τες προσβολές.

Ρομάν­τσα (Ρωσι­κά: Романс): Μελαγ­χο­λι­κό ρωσι­κό τρα­γού­δι, συνή­θως για τον έρω­τα, τη νοσταλ­γία ή τη φύση.

Ρού­μπα­σκα (Ρωσι­κά: Рубашка): Το παρα­δο­σια­κό λευ­κό ή έγχρω­μο που­κά­μι­σο με κεντή­μα­τα στο λαι­μό και τα μανί­κια, που φορού­σαν Ρώσοι άνδρες όλων των τάξεων.

Σαμο­βά­ρι (Ρωσι­κά: Самовар): Το μεταλ­λι­κό δοχείο για βρά­σι­μο νερού που είναι το σύμ­βο­λο της ρωσι­κής φιλο­ξε­νί­ας, χρη­σι­μο­ποιεί­ται για την παρα­σκευή τσαγιού.

Σι (Ρωσι­κά: Щι): Παρα­δο­σια­κή ρωσι­κή σού­πα από λάχα­νο, κρεμ­μύ­δια και συχνά παν­τζά­ρια, ένα από τα πιο αγα­πη­μέ­να φαγητά.

Σολο­βέι (Ρωσι­κά: Соловей): Το αηδό­νι, που­λί με μελω­δι­κό τρα­γού­δι που είναι πολύ αγα­πη­μέ­νο στη ρωσι­κή ποί­η­ση και λαϊ­κή κουλτούρα.

Σπα­σί­μπο (Ρωσι­κά: Спасибо): Η λέξη «ευχα­ρι­στώ» στα ρωσικά.

Στα­ρέτς (Ρωσι­κά: Старец): Πνευ­μα­τι­κός πατέ­ρας, γέρο­ντας ασκη­τής της ρωσι­κής ορθό­δο­ξης παρά­δο­σης που καθο­δη­γεί τους πιστούς.

Τρόι­κα (Ρωσι­κά: Тройка): Το χαρα­κτη­ρι­στι­κό ρωσι­κό τρί­ζυ­γο αλό­γων που τρα­βούν άμα­ξα ή έλκη­θρο, σύμ­βο­λο της ρωσι­κής ταχύ­τη­τας και ελευθερίας.

Τσερ­νό­ζεμ (Ρωσι­κά: Чернозём): Το «μαύ­ρο χώμα», το εξαι­ρε­τι­κά γόνι­μο χώμα της νότιας Ρωσί­ας και της Ουκρα­νί­ας, το πιο πλού­σιο της Ευρώπης.

Τσιόρ­νι Χλεμπ (Ρωσι­κά: Чёрный хλеб): Το μαύ­ρο ψωμί από σίκα­λη, βασι­κό τρό­φι­μο των Ρώσων, με χαρα­κτη­ρι­στι­κή ξινή γεύ­ση και πυκνή υφή.

Φιό­ντορ (Ρωσι­κά: Фёδор): Ρωσι­κό ανδρι­κό όνο­μα, στο μυθι­στό­ρη­μα ο χωρι­κός που δίνει στον Λέβιν τη φρά­ση-κλει­δί για το νόη­μα της ζωής.

Χλεμπ-Σόλ (Ρωσι­κά: Хлеб-соль): Κυριο­λε­κτι­κά «ψωμί και αλά­τι», το ιερό σύμ­βο­λο της ρωσι­κής φιλο­ξε­νί­ας, προ­σφέ­ρε­ται στους επι­σκέ­πτες ως σημά­δι καλωσορίσματος.

 

Βρεί­τε μας και στις σχε­τι­κές σελί­δες μας στο Facebook:

Η Ρωσία σήμερα

Η Λογο­τε­χνία σήμερα

Η Γυναί­κα σήμερα

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like
Leave A Reply

Your email address will not be published.