Μπάμπης Στέρτσος
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Η άφιξη στη Βιέννη
Το τρένο έκοβε ταχύτητα καθώς έμπαινε στον σταθμό της Wien Franz-Josefs-Bahnhof, διάστικτο από εκείνη τη μονίμως υγρή ομίχλη που ανέδιδε η χειμωνιάτικη Βιέννη. Η πόλη απλωνόταν μπροστά μου σαν μια παλιά χαλκογραφία: γκρίζοι ουρανοί, κομψά, αυστηρά κτίρια, άμαξες που κυλούσαν αργά στους δρόμους, και πλήθη ανθρώπων που κινούνταν χωρίς να σηκώνουν το βλέμμα — σαν να μην ήθελαν να συναντήσουν κατάματα τον ίδιο τους τον εαυτό.
Ερχόμουν στη Βιέννη για έναν και μόνο λόγο∙ μια ανεξήγητη, σχεδόν ακατανόητη πρόσκληση. Ένα γράμμα χωρίς αποστολέα, γραμμένο με μια καλλιγραφία παλαιάς κοπής, έγραφε:
«Αν θέλετε να μιλήσουμε για τις ιδιότητες του κόσμου ελάτε στη Βιέννη.
R. Μ.»
R. Μ.
Μπορούσε να σημαίνει μόνο ένα πράγμα.
Robert Musil.

Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά καθώς πέρασα τις πύλες του σταθμού. Δεν γνώριζα αν θα τον συναντούσα πραγματικά. Αν επρόκειτο για κάποιο τέχνασμα ή παρεξήγηση. Ή, ακόμα πιο αλλόκοτο, αν επρόκειτο για ένα παιχνίδισμα του χρόνου, μια παράξενη ρωγμή που επέτρεπε σε δυο εποχές να συναντηθούν.
Η πόλη ήταν υπνωτιστική. Μια αίσθηση τάξης, γεωμετρίας και ταυτόχρονα ασφυκτικής τελειότητας έπνιγε τον αέρα. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με στρατιωτικούς, αξιωματούχους, κυρίες με μακριές γούνες και αγόρια που πουλούσαν εφημερίδες με τίτλους που μιλούσαν για ανησυχίες, εντάσεις, πράγματα που ωρίμαζαν υπόγεια. Το ρολόι της πόλης έδειχνε μια εποχή που έτριζε∙ που επίκειται να καταρρεύσει.
Η Βιέννη του 1913 δεν ήταν απλώς μια πόλη. Ήταν ένας προθάλαμος σε κάτι που δεν μπορούσε κανείς να ονομάσει ακόμη — μια αναμονή για μια έκρηξη που δεν είχε καν αρχίσει να γίνεται αντιληπτή.
Περπάτησα προς την Berggasse, όπου βρισκόταν το μικρό ξενοδοχείο στο οποίο θα έμενα. Στον δρόμο πέρασα μπροστά από ένα καφενείο που έβριθε συζητήσεων∙ δυο άνδρες διαφωνούσαν έντονα για την οικονομική πολιτική της αυτοκρατορίας, ενώ στο βάθος ένας τρίτος έγραφε πυρετωδώς σε ένα σημειωματάριο. Η Βιέννη ζούσε μέσα σε μια φρενίτιδα ιδεών, μια ένταση δημιουργικότητας που ισορροπούσε στο χείλος της παρακμής.
Όταν άφησα τη βαλίτσα στο δωμάτιό μου, βρήκα ένα δεύτερο σημείωμα κάτω από την πόρτα. Ήταν η ίδια γραφή.
«Θα σας περιμένω στο Café Central.
Αύριο, στις πέντε.
Μην αργήσετε.»
Ένιωσα ένα ρίγος.
Το Café Central — το θρυλικό άντρο συγγραφέων, φιλοσόφων, πολιτικών, ψυχαναλυτών. Η καφετέρια όπου ο Τρότσκι έγραψε άρθρα, όπου ο Κάφκα σύχναζε σιωπηλός, όπου η λέξη «πνευματικότητα» αποκτούσε μια σχεδόν υλική πυκνότητα.
Το βράδυ πέρασε αργά. Κοίταζα τα φώτα της πόλης από το παράθυρο του μικρού δωματίου, ακούγοντας το αδιάκοπο καμπάνισμα ενός μακρινού τραμ. Προσπαθούσα να βρω εξήγηση. Μπορούσα να συνομιλήσω με έναν άνθρωπο που θεωρούνταν ήδη ένας από τους πιο απαιτητικούς συγγραφείς της Ευρώπης;
Και, κυρίως:
Τι σημαίνει να συζητάς για τον “Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες”, όταν ο ίδιος ο κόσμος φαίνεται να χάνει τις δικές του;
Κοιμήθηκα με μια περίεργη ανησυχία. Και όταν ξημέρωσε, η Βιέννη μου φάνηκε ακόμη πιο κρύα, ακόμη πιο ευγενής, ακόμη πιο αποξενωμένη — σαν να είχε αφαιρέσει και αυτή κάποιες από τις ιδιότητές της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Café Central: Η πρώτη συνάντηση
Έφτασα στο Café Central λίγο πριν τις πέντε. Το κτίριο ορθωνόταν με μια σοβαρότητα που θύμιζε αυτοκρατορική αίθουσα. Μαρμάρινες κολόνες, βαριές βελούδινες κουρτίνες, καθρέφτες που επέκτειναν τον χώρο σαν να ήθελαν να δώσουν την ψευδαίσθηση μιας μεγαλωμένης, διασταλμένης πραγματικότητας.
Η ατμόσφαιρα ήταν πηχτή από συζητήσεις. Μαθηματικοί, λογοτέχνες, αξιωματικοί, άνθρωποι της υψηλής κοινωνίας και της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας συνυπήρχαν σε ένα παράδοξο σύμπαν όπου η αυστηρότητα της αυτοκρατορίας συναντούσε την εκκεντρικότητα της εποχής.
Το βλέμμα μου περιπλανήθηκε ανάμεσα στα τραπέζια, ώσπου τελικά τον είδα.
Καθόταν μόνος, με ένα βιβλίο ανοιχτό μπροστά του. Ένα λεπτό μειδίαμα σχηματιζόταν στο πρόσωπό του καθώς διάβαζε.
Ήταν ο Ρόμπερτ Μούζιλ — ή κάποιος που έμοιαζε ενοχλητικά πολύ με εκείνον.
Στάθηκα μπροστά του. Σήκωσε το βλέμμα του, με κοίταξε με μια προσεκτική, σχεδόν επιστημονική περιέργεια.
— Καλώς ήρθατε.
Η φωνή του ήταν ήρεμη, χαμηλή, σαν σχόλιο πάνω στην ίδια την ατμόσφαιρα του καφενείου.
— Κάθισε, είπε χωρίς τον παραμικρό τόνο διαταγής. Ήταν απλώς μια υπόδειξη, όπως εκείνες που διατυπώνονται όταν δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
Κάθισα.
— Υποθέτω πως θέλετε να μιλήσουμε για τον “Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες”.
Δεν ήταν ερώτηση. Ήταν διαπίστωση.
— Ναι, απάντησα. Το βιβλίο σας… δεν είναι απλώς μυθιστόρημα. Είναι μια ανατομία της πραγματικότητας. Και της εποχής σας.
Το χαμόγελό του έγινε ανεπαίσθητα ειρωνικό.
— Της εποχής μου;
Έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
— Της δικής σας μήπως;
Παραξενεύτηκα.
— Τι εννοείτε;
Έκλεισε το βιβλίο αργά.
— Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες δεν περιγράφει το 1913. Περιγράφει κάτι διαχρονικό, κάτι που γίνεται ολοένα πιο ορατό: την απώλεια του προσώπου μέσα στην πληθώρα των δυνατοτήτων. Την αποσύνθεση των ιδιοτήτων που άλλοτε συνιστούσαν χαρακτήρα, θέση, κοινωνικό ρόλο.
Έγειρε μπροστά, τα μάτια του άστραψαν.
— Πείτε μου, μου είπε,
— εσείς από ποια εποχή έρχεστε πραγματικά;
Ένιωσα τον λαιμό μου να στεγνώνει.
— Από… το μέλλον, είπα τελικά, χωρίς να ξέρω γιατί το έλεγα. Από έναν κόσμο που έχει… πολλές δυνατότητες. Πάρα πολλές.
Χαμογέλασε.
Αυτήν τη φορά με κατανόηση.
— Τότε καταλαβαίνετε. Το πρόβλημα δεν είναι η ελευθερία των δυνατοτήτων. Είναι ότι:
Όταν οι δυνατότητες γίνουν υπερβολικά πολλές, ο άνθρωπος χάνει την ικανότητα να επιλέξει. Και όταν δεν μπορεί να επιλέξει, χάνει τον εαυτό του.
Έμεινα σιωπηλός.
— Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, συνέχισε, δεν είναι κάποιος που στερείται ταλέντων ή χαρίσματος. Είναι κάποιος που έχει τόσες πιθανές εκδοχές, τόσα “αν”, τόσες πλευρές, ώστε καμία να μην κυριαρχεί. Ο εαυτός του γίνεται ένα πεδίο πολλαπλών αναγνώσεων — όπως η ίδια η πραγματικότητα.
Οι λέξεις του αιωρήθηκαν σαν καπνός από τα πούρα που κάπνιζαν κάποιοι πίσω μας.
— Αυτό εννοείτε με την πολλαπλή ανάγνωση της πραγματικότητας; ρώτησα.
— Ότι η γνώση και η νόηση δεν αποκαλύπτουν μία αλήθεια, αλλά πολλές ταυτόχρονες;
— Ακριβώς, απάντησε ο Μούζιλ.
— Η πραγματικότητα δεν είναι μία. Είναι ένα σύνολο δυνατοτήτων. Ο άνθρωπος που πιστεύει ότι κατέχει μια ιδιότητα — μια σταθερή ταυτότητα — απλώς δεν έχει δει πόσο εύθραυστη είναι.
Έγειρε πίσω. Σιωπή.
— Στη δική μου εποχή, του είπα, ο άνθρωπος δεν είναι δίχως ιδιότητες… αλλά δίχως σταθερότητα. Αλλάζουμε ρόλους, εικόνες, πρόσωπα. Χανόμαστε σε πληροφορίες, σε επιλογές, σε δεδομένα.
Ο Μούζιλ γέλασε απαλά.
Ήταν το γέλιο κάποιου που βλέπει μια προφητεία του να επιβεβαιώνεται.
— Τότε ίσως εσείς είστε ακόμη πιο κοντά στον Άνθρωπο χωρίς Ιδιότητες απ’ όσο εγώ.
Το Café Central γύρω μας έσφυζε από συζητήσεις περί τέχνης, φιλοσοφίας, πολιτικής. Ήταν ένας μικρόκοσμος μιας αυτοκρατορίας που έδυε χωρίς να το ξέρει. Και εμείς καθόμασταν στο κέντρο αυτού του κόσμου, μιλώντας για κάτι που τον υπερέβαινε. Για τον άνθρωπο, για την ταυτότητα, για το χάος των δυνατοτήτων. Για εκείνον που, χάνοντας τις ιδιότητές του, ίσως βρίσκει — ή χάνει για πάντα — τον εαυτό του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Η Βιέννη ως μηχανή πολλαπλών πραγματικοτήτων
Ο Μούζιλ άναψε ένα λεπτό, πικρό τσιγάρο και το σήκωσε ελάχιστα, σαν να το εξέταζε ως αντικείμενο. Ήταν χαρακτηριστικό του: να κοιτά ένα ασήμαντο πράγμα σαν να επρόκειτο για πείραμα στη φυσική.
— Αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά, είπε, πρέπει ας αρχίσουμε από την πόλη. Η Βιέννη δεν είναι απλώς μια πρωτεύουσα∙ είναι ένας μηχανισμός. Ένα εργαστήριο. Μια μηχανή που παράγει πραγματικότητες πιο γρήγορα απ’ όσο οι άνθρωποι μπορούν να τις κατανοήσουν.
Έδειξε με το χέρι τον χώρο γύρω μας, το Café Central που έμοιαζε περισσότερο με αίθουσα παρατηρήσεων παρά με καφενείο.
— Εδώ μέσα, είπε, υπάρχουν δεκάδες κόσμοι. Οι μαθηματικοί επινοούν έναν κόσμο χωρίς ευθείες∙ οι συγγραφείς έναν κόσμο χωρίς θεούς∙ οι πολιτικοί έναν κόσμο χωρίς εχθρούς και οι στρατιωτικοί έναν κόσμο που θα τελειώσει με τη βία των οβίδων. Καθένας δημιουργεί τη δική του πραγματικότητα, και όλες συνυπάρχουν σαν να ήταν αληθινές.
Έσκυψε μπροστά.
— Αυτό είναι που ονομάζω πολλαπλή ανάγνωση της πραγματικότητας. Κανένα γεγονός δεν είναι μονοσήμαντο. Κανένας άνθρωπος δεν είναι ενιαίος.
Ήπια μια γουλιά από τον καφέ μου. Ήταν πικρός, σχεδόν επιθετικός στη γεύση. Αντανακλούσε μυστικά την ίδια ατμόσφαιρα της πόλης.
— Στη δική μου εποχή, του είπα, αυτή η πολλαπλότητα έχει γίνει καθημερινότητα. Κανείς δεν έχει μία ταυτότητα. Όλοι είμαστε δεκάδες πιθανά πρόσωπα…
— …κι αυτή ακριβώς είναι η παγίδα, με διέκοψε.
— Η πολλαπλότητα δεν είναι ελευθερία. Είναι διάχυση. Είναι η κατάργηση της βαρύτητας του εαυτού.
Ο τρόπος που το είπε ήταν απόλυτος. Όχι από αυταρχισμό, αλλά επειδή η λογική του δεν άφηνε περιθώρια αλλιώς.
Η πόλη ως αιτιοκρατικό και ταυτόχρονα χαοτικό σύστημα
— Η Βιέννη, συνέχισε, δεν είναι απλώς η πρωτεύουσα της Δυαδικής Μοναρχίας. Είναι το σημείο όπου όλα αυτά τα πολλαπλά συστήματα πραγματικότητας βρίσκονται σε τέτοια ένταση, ώστε η κατάρρευση γίνεται νομοτελειακή.
Ήταν σαν να περιέγραφε ένα φυσικό φαινόμενο. Κάτι αναπόφευκτο.
— Σκεφτείτε, είπε, ότι η αυτοκρατορία λειτουργεί σαν μια μηχανή που προσπαθεί να διατηρήσει άκαμπτες κατηγορίες:
Αυστριακός / Ούγγρος,
Αξιωματούχος / Ιδιώτης,
Πνευματικός / Πρακτικός άνθρωπος.
Κι όμως — οι άνθρωποι δεν ταιριάζουν σε καμία από αυτές τις κατηγορίες πια.
Άγγιξε το μέτωπό του με τα δάχτυλα, σαν να ήθελε να ανακτήσει μια σκέψη που του ξεφεύγει.
— Το πρόβλημα είναι το εξής: Όταν οι κατηγορίες καταρρέουν, οι άνθρωποι δεν ξέρουν πλέον ποιοι είναι. Δεν υπάρχει τρόπος να σταθεροποιήσουν τον εαυτό τους. Και τότε… οι ιδιότητες, αυτές που κάποτε θεωρούσαμε δεδομένες, απλώς εξαφανίζονται.
Η λέξη εξαφανίζονται ειπώθηκε τόσο αθόρυβα, που σχεδόν δεν την άκουσα. Έμοιαζε με σκιά που περνά πάνω από ένα τραπέζι.
Η εποχή ως συμπτωματικό υλικό
— Σας μοιάζει ίσως παράξενο, συνέχισε, αλλά δεν με ενδιαφέρει τόσο η πολιτική, ούτε η ιστορία με τη στενή της έννοια. Όλα αυτά , οι στρατοί, οι νόμοι, η διπλωματία, δεν είναι παρά συμπτωματικό υλικό. Αυτό που με απασχολεί είναι ο μετασχηματισμός της ανθρώπινης συνείδησης.
Έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να υπολόγιζε κάτι.
— Η εποχή μας, και ίσως ακόμη περισσότερο η δική σας, παράγει έναν άνθρωπο που χαρακτηρίζεται όχι από το τι είναι, αλλά από το τι θα μπορούσε να είναι.
Ο άνθρωπος αυτός δεν έχει σταθερό χαρακτήρα∙ έχει δυνατότητες. Και το αστείο —ή το τραγικό— είναι πως όσο περισσότερες δυνατότητες έχει, τόσο λιγότερο μπορεί να τις ζήσει.
Ένα μειδίαμα, σχεδόν ανεπαίσθητο.
— Αυτός είναι ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες.
Όχι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα, αλλά ο άνθρωπος που δεν είναι ένα πράγμα.
Η σιωπή ως μεταφυσικό στοιχείο
Το Café Central γύρω μας είχε βυθιστεί σε εκείνη την περίεργη σιωπή που δεν είναι απουσία ήχου, αλλά υπερβολική ποσότητα σκέψης.
Η Βιέννη είχε αυτή την ιδιότητα: δεν μιλούσε∙ σκεφτόταν.
— Ξέρετε, είπε χαμηλόφωνα, μερικές φορές πιστεύω πως αυτή η πόλη έχει ήδη πεθάνει, αλλά δεν το γνωρίζει. Σαν ένα σώμα που συνεχίζει να κινείται από ορμή, ενώ το κέντρο του έχει καταρρεύσει.
Με κοίταξε καρφώνοντας το βλέμμα του πάνω μου λέγοντας
— Κι όμως, μέσα σε αυτό το κενό, γεννιέται ο νέος άνθρωπος. Αμφίθυμος, ρευστός, αβέβαιος. Ένας άνθρωπος που δεν μπορεί πια να προσδιορίσει τον εαυτό του με όρους ιδιοτήτων.
Πήρε μια ανάσα.
— Πείτε μου… στη δική σας εποχή… ο άνθρωπος βρήκε τελικά έναν τρόπο να ορίσει τον εαυτό του;
Δεν απάντησα αμέσως. Η ερώτηση ήταν απελπιστικά απλή και απελπιστικά αδύνατη.
— Στη δική μου εποχή… είπα τελικά… ο άνθρωπος έχει άπειρες δυνατότητες να οριστεί. Και γι’ αυτό… δεν ορίζεται ποτέ.
Ο Μούζιλ χαμογέλασε αργά. Ήταν σαν κάποιος να του επιβεβαίωνε μαθηματικό θεώρημα.
— Ώστε είμαστε ακόμα στην αρχή. Πολύ καλά.
Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Το πρόσωπό του πήρε την έκφραση κάποιου που αντιλαμβάνεται την εποχή του ως ιατρικό περιστατικό.
— Τότε έχουμε πολλά να πούμε ακόμη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Περί της κατάρρευσης: Η Δυαδική Μοναρχία ως σύμπτωμα
Ο Μούζιλ άφησε το τσιγάρο του στο τασάκι με μια κίνηση επιτηδευμένης αδιαφορίας — σαν να επρόκειτο για κάποιο αντικείμενο που είχε πάψει πια να τον αφορά. Κοίταξε για λίγο έξω από το παράθυρο. Η Βιέννη έμοιαζε με ένα τεράστιο σύνολο από γραμμές, γωνίες και σκιές∙ μια πόλη που δεν κατασκευάστηκε για να κατοικείται, αλλά για να παρατηρείται.
— Ας μιλήσουμε τώρα για την αυτοκρατορία, είπε τελικά. Όχι για να εξηγήσουμε την εποχή, αλλά για να κατανοήσουμε τον άνθρωπο.
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να επέλεγε τις λέξεις του με την αυστηρότητα μαθηματικού προτάγματος.
— Η Δυαδική Μοναρχία, η λαμπρή αυτή κατασκευή του συμβιβασμού, δεν είναι ένα ιστορικό γεγονός. Είναι ένα σύμπτωμα. Η κατάρρευσή της είναι το σύμπτωμα μιας βαθύτερης αποσύνθεσης: της αδυναμίας των ανθρώπων να κρατηθούν μέσα στις ιδιότητές τους.
Έριξε ένα βλέμμα στον χώρο. Έμοιαζε σαν να ζύγιζε το καφενείο, τους ανθρώπους, την ατμόσφαιρα, σαν να ήταν όλοι στοιχεία σε μια εξίσωση.
— Όταν η αυτοκρατορία δημιουργήθηκε, είπε, οι άνθρωποι είχαν ιδιότητες. Ο Αυστριακός ήταν Αυστριακός, ο Ούγγρος ήταν Ούγγγρος, ο αξιωματούχος ήταν αξιωματούχος, ο πολίτης πολίτης. Οι ρόλοι ήταν κλειστοί, στέρεοι, ορισμένοι.
Έγειρε ελαφρά.
— Κι όταν οι ρόλοι είναι ορισμένοι, ο άνθρωπος έχει μορφή. Έχει όρια. Έχει βάρος.
Πήρε το φλιτζάνι του, το περιστρέφοντας ανάμεσα στα δάχτυλά του.
— Αλλά τώρα — και όταν λέω “τώρα”, εννοώ τόσο τη δική μου εποχή όσο και τη δική σας, η πραγματικότητα διευρύνεται πιο γρήγορα από τις έννοιες. Κι έτσι οι άνθρωποι ανακαλύπτουν ότι μπορούν να είναι πολλά πράγματα, ή κανένα. Και τότε… η παλιά τάξη καταρρέει.
Η Αυτοκρατορία ως αδύνατη κατασκευή
— Η Δυαδική Μοναρχία, συνέχισε ο Μούζιλ, είναι μια κατασκευή που μόνο μια εποχή με υπερβολική εμπιστοσύνη στην αφηρημένη λογική θα μπορούσε να δημιουργήσει. Δύο λαοί, δύο γλώσσες, δύο γραφειοκρατίες, δύο πολιτικές νοοτροπίες… ενωμένες σε έναν μηχανισμό που έμοιαζε εκ των πραγμάτων αναποτελεσματικός.
Ένα λεπτό χαμόγελο τρεμόπαιξε στις άκρες των χειλιών του.
— Είναι σαν να προσπαθείς να υψώσεις έναν ουρανοξύστη πάνω σε άμμο, επειδή έχεις πολύ καλή γνώμη για τα σχέδιά σου.
Έγειρε το κεφάλι.
— Μην με παρεξηγείτε. Δεν ειρωνεύομαι την αυτοκρατορία. Ειρωνεύομαι τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος προσπαθεί να επιβάλλει τάξη στον κόσμο, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι το χάος είναι το φυσικό του περιβάλλον.
Η πολιτική ως τεχνητή σταθερότητα
— Ό,τι ονομάζουμε “πολιτική τάξη” δεν είναι παρά μια προσπάθεια να σταθεροποιηθεί το ασταθές. Και όταν αυτή η προσπάθεια γίνεται υπερβολικά περίπλοκη, ο πολιτικός κόσμος μοιάζει όλο και περισσότερο με την ανθρώπινη ψυχή: μια συσσώρευση αντιφατικών δυνάμεων, που καμία δεν μπορεί να κυριαρχήσει.
Με κοίταξε με εκείνη την διαπεραστική, ακριβή ματιά ενός ανθρώπου που βλέπει πέρα από τα πράγματα.
— Κι όταν η ψυχή βρίσκεται σε αυτήν την κατάσταση, τι κάνουμε;
Προσπαθούμε να ονομάσουμε τις αντιφάσεις. Να τις κατατάξουμε. Να τους δώσουμε “ιδιότητες”.
Έκανε μια παύση.
— Αλλά οι ιδιότητες, ξέρετε… δεν είναι παρά λέξεις. Κι όταν οι λέξεις απομακρύνονται από τα πράγματα, οι άνθρωποι αρχίζουν να ζουν περισσότερο μέσα στις λέξεις παρά στην πραγματικότητα.
Η κατάρρευση ως λογική συνέπεια
— Έτσι, η αυτοκρατορία καταρρέει όχι επειδή είναι κακή, αλλά επειδή είναι πολύ λογική.
Πολύ ιδεατή. Πολύ αφηρημένη.
Έσκυψε προς το μέρος μου, με έναν τόνο εμπιστευτικότητας.
— Ο κόσμος δεν καταρρέει από έλλειψη λογικής. Καταρρέει από την υπερβολή της.
Από την ανάγκη να ταιριάξουμε ό,τι είναι αταίριαστο. Από την φιλοδοξία να δώσουμε μορφή σε αυτό που από τη φύση του είναι ρευστό.
Χαμογέλασε ελαφρά.
— Και όταν η πραγματικότητα δεν υπακούει, δεν είναι η πραγματικότητα που φταίει.
Εμείς φταίμε — που επιμέναμε να της αποδώσουμε ιδιότητες που δεν είχε.
Έγειρε πάλι πίσω.
— Έτσι γεννιέται ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες: όταν ο κόσμος γύρω του χάνει τις δικές του.
Η σιωπή της Αυτοκρατορίας
Έξω από το παράθυρο ένα τρόλεϊ πέρασε, κουβαλώντας μέσα του αξιωματικούς, γραμματείς, μικροϋπαλλήλους∙ ανθρώπους που προσπαθούσαν με την καθημερινή τους πράξη να στηρίξουν έναν κόσμο που δεν πίστευαν πια.
Ο Μούζιλ τους κοίταξε.
— Τους βλέπετε; Καθένας από αυτούς φοράει μια στολή, μια μάσκα, μια ιδιότητα. Κι όμως… μέσα τους δεν υπάρχει πια τίποτα σταθερό. Η εποχή τους τους έχει ήδη αφαιρέσει τον χαρακτήρα — όχι με βία, αλλά με δυνατότητες.
Το βλέμμα του καρφώθηκε στο δικό μου.
— Στη δική σας εποχή… η κατάρρευση είναι πιο αθόρυβη; Ή πιο εκκωφαντική;
Δεν ήξερα τι να απαντήσω.
Για πρώτη φορά καταλάβαινα ότι ο Μούζιλ δεν ενδιαφερόταν για την ιστορία, αλλά για το υπόστρωμά της. Για τον άνθρωπο που στέκει μπροστά σε έναν κόσμο που μεγαλώνει και μικραίνει συγχρόνως και τελικά διαλύεται.
Ήπια μια τελευταία γουλιά από τον καφέ μου, που είχε πια κρυώσει.
— Στη δική μου εποχή, είπα… η κατάρρευση είναι… αόρατη.
Κανείς δεν τη βλέπει γιατί όλοι είναι απασχολημένοι με τον εαυτό τους ή με αυτό που θα μπορούσαν να είναι.
Ο Μούζιλ κούνησε αργά το κεφάλι.
— Τότε είστε ακόμη πιο κοντά στην καταστροφή απ’ ό,τι νομίζετε.
Και λοιπόν… θα συνεχίσουμε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Ο ‘Ανθρωπος ως εξίσωση: Η ταυτότητα ως πρόβλημα και όχι ως δεδομένο
Ο Μούζιλ σταύρωσε τα χέρια του σαν να ετοιμαζόταν για διάλεξη.
Όχι μια διάλεξη για φοιτητές∙ αλλά για κάποιον που οφείλει να καταλάβει κάτι κρίσιμο, αλλιώς ολόκληρη η συζήτηση χάνει το νόημά της.
— Πρέπει να κατανοήσετε κάτι θεμελιώδες, είπε.
— Η ταυτότητα δεν είναι μια ουσία. Είναι μια εξίσωση.
Δεν μιλούσε μεταφορικά.
Μιλούσε σαν να είχε μπροστά του πίνακα και κιμωλία.
— Η παραδοσιακή κοινωνία, συνέχισε, αντιμετώπιζε τον άνθρωπο ως συνάρτηση των ιδιοτήτων του: του επαγγέλματός του, της τάξης του, της καταγωγής του, της θρησκείας του. Ήταν μια εξίσωση με λίγες μεταβλητές, που έδινε πάντα το ίδιο αποτέλεσμα.
Έκανε ένα μικρό νεύμα προς τον σερβιτόρο, σαν να ήθελε να επιβεβαιώσει ότι η πραγματικότητα γύρω του εξακολουθούσε να υπακούει στους στοιχειώδεις της κανόνες.
— Σήμερα, είπε, οι μεταβλητές έχουν πολλαπλασιαστεί. Τα πιθανά αποτελέσματα είναι άπειρα. Και η εξίσωση δεν επιλύεται πια.
Έσφιξε τα χείλη ελαφρά.
— Κι όταν μια εξίσωση δεν επιλύεται, δεν σημαίνει ότι είναι λάθος. Σημαίνει ότι ο κόσμος στον οποίο επιχειρούμε να τη λύσουμε δεν έχει πια σταθερές.
Η ταυτότητα ως προσποίηση
— Στη δική μου εποχή, συνέχισε, οι άνθρωποι άρχισαν δειλά — δειλά να συνειδητοποιούν πως ο εαυτός δεν είναι κάτι σταθερό. Γι’ αυτό και μιλούσαν διαρκώς για “χαρακτήρα”, “ήθος”, “καθήκον”. Οι λέξεις αυτές λειτουργούσαν σαν αμορτισέρ, όπως οι παλιές ξύλινες ράμπες που βάζουν κάτω από τα καροτσάκια για να μη χτυπήσει ο άξονας.
Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο.
— Στη δική σας εποχή όμως… αυτά έχουν χαθεί. Ο άνθρωπος αλλάζει ταυτότητες όπως αλλάζει ενδύματα. Με την ίδια ευκολία και την ίδια απερισκεψία.
Με κοίταξε χωρίς ίχνος συναισθήματος.
— Πείτε μου: Στη δική σας εποχή, έχετε ακόμη την ψευδαίσθηση ότι είστε ένα πρόσωπο; Ή έχετε ήδη αποδεχτεί πως είστε μια σειρά από πολλαπλές εκδοχές, που καμία δεν επικρατεί οριστικά;
Δεν απάντησα.
Η ερώτηση έμοιαζε να ανοίγει τρύπα στο έδαφος κάτω από εμένα.
Ο Μούζιλ συνέχισε σαν να είχε ήδη αναλάβει την απάντηση.
Η εξαφάνιση των ιδιοτήτων
— Βλέπετε, είπε, ο άνθρωπος δεν είναι δίχως ιδιότητες επειδή είναι άδειος∙ αλλά επειδή έχει πάρα πολλές. Κάθε πιθανότητα ακυρώνει την άλλη. Και έτσι ο άνθρωπος γίνεται… τι;
Έκανε μια παύση.
— Ένα σημείο.
Ένα σημείο μέσα σε ένα σύστημα δυνάμεων, πιθανοτήτων, επιρροών, επιθυμιών. Και το σημείο αυτό δεν έχει εσωτερικότητα. Έχει μόνο θέσεις. Θέσεις σε σχέση με άλλους, με ιδέες, με κοινωνικούς ρόλους, με ευκαιρίες.
Η λογική του ήταν ψυχρή, διαυγής, σχεδόν απάνθρωπη.
Και όμως, μέσα σε αυτή την ψυχρότητα κρυβόταν η ακρίβεια ενός ανθρώπου που δεν πλανιέται από ρομαντικές ιδέες περί “εαυτού”.
— Ο εαυτός, είπε τελικά, είναι το αποτέλεσμα μιας εξίσωσης που δεν έχει λύση.
Η ψευδαίσθηση της συνέχειας
— Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστεύει ότι είναι το ίδιο πρόσωπο που ξύπνησε το πρωί. Αλλά αυτό είναι μια ψευδαίσθηση. Ο εαυτός αλλάζει από στιγμή σε στιγμή, με μικροσκοπικές μετατοπίσεις πιο ακριβείς κι από εκείνες που συμβαίνουν στην κβαντική φυσική.
Άναψε ξανά τσιγάρο. Η κίνηση ήταν μηχανική, σαν αναπνοή.
— Το μόνο που κρατά ενωμένες αυτές τις μετατοπίσεις είναι η αφήγηση που κάνουμε για τον εαυτό μας. Μια αφήγηση που είναι αναγκαία, όχι επειδή είναι αληθινή, αλλά επειδή μας επιτρέπει να λειτουργούμε.
Μου φάνηκε πως χαμογέλασε.
— Αν δεν την είχαμε, θα καταρρέαμε μέσα στις δυνατότητές μας.
Η τέχνη ως μέθοδος
— Γι’ αυτό γράφω, ξέρετε. Όχι για να δημιουργήσω χαρακτήρες, αλλά για να μελετήσω το ίδιο το πρόβλημα. Ο Ούλριχ… δεν είναι άνθρωπος. Είναι μέθοδος.
Η φωνή του χαμήλωσε.
— Μέθοδος για να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί ο άνθρωπος όταν έχει πάρα πολλές δυνατότητες και καμία ταυτότητα.
Έγειρε πίσω, σαν να είχε ολοκληρώσει μια εξίσωση.
— Ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες δεν είναι μυθιστόρημα. Είναι ανατομία του σύγχρονου κόσμου.
Έπειτα με κοίταξε με εκείνη την διαπεραστική, ακριβή, σχεδόν ενοχλητική του ματιά.
— Και τώρα… επιτρέψτε μου να σας ρωτήσω: στη δική σας εποχή… η εξίσωση έχει γίνει πιο απλή; Ή πιο αδύνατη;
Τα λόγια του έπεσαν βαριά όπως πέφτει χιόνι σε μια πόλη που ήδη τρίζει από το βάρος της.
Και η Βιέννη, έξω από το παράθυρο, έμοιαζε με ένα τέλειο παράδειγμα αυτού που μόλις περιέγραφε: μια ταυτότητα που προσπαθούσε απεγνωσμένα να παραμείνει ενιαία, ενώ όλα τα συστατικά της είχαν ήδη διαλυθεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Η λογική και το ΄΄άλογο΄΄: Το ρήγμα μεταξύ σκέψης και ζωής
Ο Μούζιλ έγειρε ελαφρά το κεφάλι του, σαν να άκουγε μια φωνή που ερχόταν όχι από εμένα, αλλά από κάποιο εσωτερικό εργαστήριο.Όταν μίλησε, ο τόνος ήταν ακόμη πιο ξεκάθαρος, ακόμη πιο απογυμνωμένος από περιττή ανθρωπιά:
— Η εποχή μας — και ίσως ακόμη περισσότερο η δική σας — έχει υπερβολική εμπιστοσύνη στη λογική.Και την ίδια στιγμή, μια παθολογική αδυναμία να ζήσει σύμφωνα με αυτήν.
Έκανε μια μικρή κίνηση με το χέρι, σαν να ήθελε να τινάξει μακριά μια σκόνη.
— Πάντα υπήρχε απόσταση ανάμεσα στη σκέψη και στη ζωή. Αλλά κάποτε η ζωή κουβαλούσε μέσα της κάποια μορφή οργάνωσης, μια ακατέργαστη λογική, έστω και πρωτόγονη. Τώρα όμως… η λογική έχει εξελιχθεί σε μηχανισμό, ενώ η ζωή παραμένει… ένα μάλλον απροσδιόριστο υλικό.
Με κοίταξε σαν να περίμενε να κατανοήσω αμέσως την έκταση αυτού που μόλις είπε.
— Η σκέψη είναι καθαρή. Η ζωή δεν είναι.
Σήκωσε το φλιτζάνι, το γύρισε γύρω από τον άξονά του.
— Όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να ζήσει με τους κανόνες της σκέψης, γίνεται αφύσικος.
Όταν ζει χωρίς σκέψη, γίνεται απαράδεκτος.
Χαμογέλασε αχνά — ένα χαμόγελο που έκρυβε όχι ευθυμία, αλλά ακρίβεια.
— Αυτό το ρήγμα είναι το πρόβλημα της σύγχρονης εποχής. Από τη μια, έχουμε μια λογική που προχωρά με την ταχύτητα των μαθηματικών. Από την άλλη, μια ύπαρξη που κινείται όπως κινείται ένας άνθρωπος που περπατά στο σκοτάδι: στα τυφλά, με μικρές παρακάμψεις, με λάθη.
Έγειρε μπροστά.
— Και στο έργο μου, ονομάζω αυτό το αντίθετο της λογικής… “το απροσδιόριστο αλλιώς.”
Το Απροσδιόριστο Αλλιώς
— Το απροσδιόριστο αλλιώς, συνέχισε, είναι η περιοχή όπου η λογική δεν μπορεί να επιβληθεί. Είναι η περιοχή των συναισθημάτων, των ξαφνικών εμπνεύσεων, των αμφιβολιών, των στιγμών όπου ο άνθρωπος δεν ξέρει τι θέλει αλλά ξέρει τι δεν μπορεί να είναι.
Με κοίταξε διαπεραστικά.
— Είναι το μοναδικό σημείο όπου ο άνθρωπος παραμένει πραγματικός.
Έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να άκουγε την ίδια τη σιωπή να συμπληρώνει τη σκέψη του.
Η λογική ως παρέκκλιση
— Πιστεύουμε πως η λογική είναι η φυσική μας κατάσταση. Και όμως — είναι μια παρέκκλιση. Κάτι που επινοήσαμε για να τιθασεύσουμε το χάος.
Πέρασε το δάχτυλο πάνω από την επιφάνεια του τραπεζιού, σαν να χάραζε μια ευθεία γραμμή.
— Η λογική είναι ένα εργαλείο για να απλοποιούμε τα πράγματα. Η ζωή όμως… δεν επιτρέπει απλοποιήσεις. Κάθε φορά που επιχειρούμε να τη μειώσουμε σε εξίσωση, αντιδρά με παροξυσμούς παραλογισμού.
— Όπως στα γεγονότα της εποχής σας; τον ρώτησα.
Χαμογέλασε με εκείνη την επικίνδυνη, σχεδόν ψυχρή του ικανοποίηση.
— Ακριβώς. Πόλεμοι, επαναστάσεις, ιδεολογίες που υπόσχονται λογική τάξη και καταφέρνουν μόνο μεγαλύτερο χάος. Μα αυτό είναι φυσικό. Ο άνθρωπος προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα του κόσμου μόνο με το ένα του χέρι — αυτό της λογικής. Και αγνοεί πλήρως το άλλο του χέρι — αυτό του Aπροσδιόριστου Αλλιώς.
Ο Ούλριχ ως αποτυχία και επιτυχία
— Ο Ούλριχ, ο ήρωάς μου, δεν είναι άνθρωπος που έχει χάσει τον δρόμο του. Είναι άνθρωπος που αρνείται να τον βρει. Επειδή καταλαβαίνει πως κάθε δρόμος είναι υπερβολικά στενός για την πολυπλοκότητα του ανθρώπου.
Πήρε μια ανάσα — μια από αυτές τις ανάσες που δεν είναι ανάσες, αλλά αλλαγή παραγράφου.
— Ο Ούλριχ είναι ένας άνθρωπος της λογικής που γνωρίζει το παράλογο. Και ένας άνθρωπος του παράλογου που γνωρίζει τη λογική.
— Δηλαδή; ρώτησα.
— Δηλαδή κάποιος που ξέρει πως ο κόσμος δεν μπορεί να περιγραφεί ούτε από το ένα ούτε από το άλλο. Και που δεν έχει ακόμη επινοηθεί μια τρίτη μέθοδος.
Έγειρε πίσω στην καρέκλα του.
— Γι’ αυτό ονομάζω το έργο μου “Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες” και όχι “Άνθρωπος χωρίς λογική” ή “χωρίς συναισθήματα”. Ο άνθρωπος δεν στερείται τίποτα. Ακριβώς το αντίθετο:
έχει τα πάντα σε βαθμό που δεν μπορεί πια να ξεχωρίσει τι είναι χρήσιμο και τι όχι.
Το ρήγμα
— Και αυτό, αγαπητέ μου φίλε, είναι το ρήγμα. Το σημείο όπου η λογική συναντά το άλογο.
Όπου η σκέψη συναντά την πραγματικότητα. Και όπου ο άνθρωπος, ο σύγχρονος άνθρωπος και των δύο εποχών, βρίσκεται ανίκανος να γεφυρώσει την απόσταση.
Το βλέμμα του σκοτείνιασε.
— Η δυσκολία δεν είναι να σκεφτούμε σωστά. Η δυσκολία είναι να ζήσουμε σε έναν κόσμο που δεν μπορεί να σκεφτεί σωστά τον ίδιο του τον εαυτό.
Έξω, η Βιέννη έμοιαζε να κατεβάζει σιγά-σιγά το φως της. Τα φανάρια άναβαν, όχι για να φωτίσουν τον δρόμο, αλλά για να θυμίζουν πως το σκοτάδι υπάρχει ακόμη. Ο Μούζιλ έσβησε το τσιγάρο του με αργή, καθαρή κίνηση. Ήταν σαν να έβαζε τελεία σε μια εξίσωση που δεν λύνεται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7
Η εποχή των πιθανοτήτων: Η Ιστορία ως περιφερειακό έγγραφο της ψυχής
Ο Μούζιλ έσκυψε ελαφρά, σαν κάποιος που πιάνει έναν μίτο σκέψης από τον αέρα, προτού εκείνος διαλυθεί. Το βλέμμα του δεν ήταν στραμμένο σε μένα, ούτε στο καφενείο∙ ήταν στραμμένο κάπου ανάμεσα στα δύο. Σε μια περιοχή σκέψης που δεν είναι ακριβώς ορατή.
— Πρέπει να μιλήσουμε για την εποχή των πιθανοτήτων, είπε. Η εποχή μου παρήγαγε δυνατότητες τις οποίες δεν μπορούσε να ζήσει. Η δική σας παρήγαγε δυνατότητες τις οποίες δεν μπορεί καν να συλλάβει.
Σταμάτησε σαν να περίμενε ο κόσμος να καταλάβει μόνος του την παραδοξότητα αυτής της φράσης.
— Η Ιστορία, είπε τελικά, είναι ένα περιφερειακό έγγραφο της ψυχής. Κάτι σαν τα διοικητικά χαρτιά που συνοδεύουν έναν άνθρωπο∙ χρήσιμα, αλλά δευτερεύοντα. Το ουσιώδες βρίσκεται αλλού.
Έκανε μια μικρή κίνηση με το δάχτυλο:
— Στην περιοχή του δυνατού.
Το Ιστορικό ως παράγωγο του ψυχολογικού
— Δεν πιστεύω, ξέρετε, ότι η Ιστορία διαμορφώνει τον άνθρωπο. Το αντίθετο: ο άνθρωπος διαμορφώνει την Ιστορία στον βαθμό που δεν καταφέρνει να διαμορφώσει τον εαυτό του.
Αυτή η φράση ειπώθηκε με τέτοια ψυχρή ακρίβεια, ώστε ένιωσα ρίγος.
— Όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να σταθεί μέσα στις ιδιότητές του… όταν δεν ξέρει αν είναι στρατιώτης ή ποιητής, πατέρας ή εραστής, λογικός ή παραληρηματικός… τότε οι αντιφάσεις του γίνονται πολιτική, τα αδιέξοδά του γίνονται ιδεολογία, και οι παρορμήσεις του — πόλεμος.
Έγερνε προς το μέρος μου, με το βλέμμα διαυγές σαν λαβύρινθος.
— Η κατάρρευση της Δυαδικής Μοναρχίας δεν είναι Ιστορία. Είναι ψυχολογία. Είναι η αποτυχία ενός κόσμου να συμφιλιώσει τις αντιφατικές δυνάμεις μέσα του.
Ο Άνθρωπος των πιθανοτήτων
— Ο άνθρωπος της δικής μου εποχής, είπε ο Μούζιλ, άρχισε μόλις να αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να είναι κάτι πέρα από τις σταθερές κατηγορίες που του αποδίδονταν. Γι’ αυτό και φοβήθηκε. Κανείς δεν φοβάται τόσο πολύ όσο αυτός που συνειδητοποιεί για πρώτη φορά ότι μπορεί να γίνει κάτι άλλο.
Ένα στιγμιαίο μειδίαμα, καθόλου φιλικό.
— Στη δική σας εποχή, οι άνθρωποι δεν έχουν πια αυτόν τον φόβο. Έχουν κάτι χειρότερο:
την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να γίνουν όλα τα πιθανά πράγματα, χωρίς συνέπεια.
Στα μάτια του υπήρχε εκείνη η σκληρή, εσωτερική ειρωνεία ενός ανθρώπου που βλέπει περισσότερο από όσο επιτρέπεται.
— Αυτός ο άνθρωπος… δεν ζει μέσα στις ιδιότητες. Ζει μέσα στην πιθανότητα. Και η πιθανότητα είναι ένα υλικό που ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατοικήσει, μπορεί μόνο να το σκεφτεί.
Η Ιστορία ως υποπροϊόν του μη βιωμένου τμήματος του εαυτού μας
— Γι’ αυτό και η Ιστορία γεμίζει με γεγονότα τα οποία οι άνθρωποι δεν ήθελαν πραγματικά, αλλά δεν μπόρεσαν να αποφύγουν. Αυτοκρατορίες που διαλύονται χωρίς κανένας να το αποφασίσει, πόλεμοι που ξεσπούν από παρεξηγήσεις, ιδέες που κυριαρχούν επειδή δεν υπήρχε άλλη ιδέα πρόχειρη.
Σήκωσε τα χέρια του· όχι θεατρικά αλλά ανατομικά.
— Η Ιστορία, αγαπητέ μου φίλε, μοιάζει με ένα γραφείο που προσπαθεί να καταγράψει τις πράξεις ανθρώπων που δεν είχαν καμία πρόθεση να τις πράξουν.
Η φωνή του απέκτησε μια αυστηρή, σχεδόν αποστειρωμένη καθαρότητα:
— Η Ιστορία είναι η γραμματεία του ασυνείδητου.
Η εποχή σας ως πειραματική συνθήκη
— Και τώρα φτάνουμε στη δική σας εποχή.
Μια εποχή όπου οι δυνατότητες είναι τόσες πολλές ώστε ο άνθρωπος μοιάζει με βιβλιοθήκη που συνεχώς προσθέτει νέα βιβλία, χωρίς ποτέ να τα διαβάζει.
Ήπιε μια μικρή γουλιά καφέ — ήταν η πρώτη του κίνηση με κάτι που έμοιαζε με κόπο.
— Η δική σας εποχή δεν έχει μια “Μεγάλη Ιδέα”. Έχει πολλές μικρές. Και καμία δεν έχει το βάρος να γίνει καθοριστική.
Κοιτάζοντάς με, είπε:
— Αυτό δεν είναι πρόοδος. Είναι αποδιάρθρωση. Ο κόσμος σας δεν προχωρά προς ένα νόημα. Προχωρά προς μια πολλαπλότητα που δεν μπορεί να διερευνηθεί.
Η στιγμή ως μονάδα χρόνου
Έσκυψε ξανά.
— Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες υπάρχει σε δύο εποχές: στην δική μου, που τον προετοιμάζει, και στη δική σας, που τον καταναλώνει.
Πήρε μια ανάσα.
— Στην δική μου εποχή, ο άνθρωπος έχασε την πίστη στις ιδιότητες. Στη δική σας, έχασε και την πίστη στο ότι χρειάζεται ιδιότητες.
Σιωπή. Μια σιωπή που δεν είχε βάρος, αλλά πυκνότητα.
— Και τότε… τι μένει;
Με κοίταξε σαν να περίμενε από εμένα να δώσω την πρώτη ανθρώπινη απάντηση μετά από σελίδες καθαρής σκέψης. Δεν ήξερα τι να του πω. Εκείνος χαμογέλασε — όχι ανθρώπινα, αλλά καθαρά, λογικά.
— Μένει ο άνθρωπος των πιθανοτήτων. Και αυτός ο άνθρωπος…είναι τρομακτικός. Όχι επειδή μπορεί να γίνει πολλά. Αλλά επειδή μπορεί να γίνει τίποτα.
Το Café Central πήρε ξανά την υποβόσκουσα βοή της σκέψης. Η Βιέννη απ’ έξω έμοιαζε με πόλη που βρίσκεται στο χείλος ενός γεγονότος που δεν έχει ακόμη αποφασιστεί.
Ο Μούζιλ ακούμπησε τα χέρια του στο τραπέζι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8
Η τυραννία της ερμηνείας: Πως η αναζήτηση νοήματος καταργεί το νόημα
Ο Μούζιλ αναστέναξε ελαφρά — όχι με κόπωση, αλλά με εκείνη τη χαρακτηριστική «παύση» της σκέψης που χρειάζεται να τοποθετήσει μια ιδέα πολύ ακριβής, σαν νυστέρι που πρέπει να μπει στην ακριβή γραμμή.
— Θα σας πω κάτι που ίσως δεν είναι ευχάριστο, είπε με τόνο σχεδόν ιατρικό.
— Ο σύγχρονος άνθρωπος πάσχει από υπερβολική ανάγκη για νόημα.
Έκανε μια μικρή κίνηση με το χέρι, σαν να διέγραφε έναν κύκλο.
— Παλαιότερα, οι άνθρωποι ζούσαν μέσα στις πράξεις τους. Τώρα ζουν μέσα στις ερμηνείες τους. Και αυτό είναι ένα είδος παρακμής πιο ύπουλο από την πολιτική ή την ηθική παρακμή.
Έγειρε ελαφρά.
— Η ερμηνεία έχει γίνει τυραννία.
Η απελπισμένη αναζήτηση συνεχειών
— Σκεφτείτε:
Δεν υπάρχει γεγονός, λέξη, πράξη, συναίσθημα, που να μην ζητά να ερμηνευθεί. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν αντέχει το ακαθόριστο. Δεν αντέχει την αμφισημία. Δεν αντέχει το μη νόημα.
Χαμογέλασε πικρά.
— Παραδόξως, αυτή η ανάγκη για νόημα οδηγεί σε… απώλεια νοήματος. Όπως όταν ένα παιδί ρίχνει υπερβολικό φως σε μια λιβελούλα και η λιβελούλα πεθαίνει.
Κοίταξε προς το παράθυρο, σαν να έβλεπε ένα είδος μεταφυσικής εξίσωσης στον δρόμο.
— Ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος για να τον εξηγούμε διαρκώς. Είναι φτιαγμένος για να τον βιώνουμε.
Έκανε μια μικρή παύση.
— Αλλά όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται από την εμπειρία και καταφεύγει μόνο στην ερμηνεία, τότε η ερμηνεία γίνεται φυλακή.
Η ερμηνεία ως παρέκκλιση της ζωής
— Υπάρχει μια ειρωνεία εδώ, είπε ο Μούζιλ.
— Όσο περισσότερο προσπαθούμε να αποδώσουμε νόημα σε έναν κόσμο που αλλάζει, τόσο περισσότερο χάνουμε την ικανότητα να τον συλλαμβάνουμε.
Σήκωσε το χέρι του, σαν να έπαιρνε κάτι από τον αέρα.
— Ο άνθρωπος της εποχής μας εξηγεί τόσο πολύ την πραγματικότητα, που στο τέλος δεν έχει πια πραγματικότητα∙ έχει μόνο ερμηνευτικά σχήματα.
Ακούμπησε τα δάχτυλά του στο μέτωπο.
— Είναι σαν να θέλει κάποιος να ζήσει τον έρωτα….αναλύοντας τον έρωτα. Και στο τέλος να απομένει με αναλύσεις και χωρίς έρωτα.
Ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο:
— Το κάνετε κι εσείς αυτό στην εποχή σας, έτσι δεν είναι; Εξηγείτε τόσο πολύ τον εαυτό σας, που στο τέλος δεν μένει κανένας «εαυτός» να εξηγηθεί.
Η απώλεια του άμεσου
— Το χειρότερο, συνέχισε με αυστηρή διαύγεια, είναι ότι ο άνθρωπος έχασε την αμεσότητα. Δεν ζει πια. Παρατηρεί τον εαυτό του να ζει.
Με κοίταξε απότομα, σαν να ήθελε να δει αν σ’ εμένα είχε ήδη συμβεί.
— Ο άνθρωπος της εποχής των δυνατοτήτων, ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, δεν είναι άνθρωπος που δεν έχει χαρακτήρα. Είναι άνθρωπος που έχει αντικαταστήσει τον χαρακτήρα με την εξήγηση του χαρακτήρα.
Έσκυψε προς τα εμπρός.
— Αυτός είναι ο πυρήνας της παρακμής: όχι ότι ο άνθρωπος δεν ξέρει ποιος είναι, αλλά ότι δεν μπορεί πια να ζήσει χωρίς να το εξηγεί.
Το ανερμήνευτο ως αναγκαία συνθήκη
— Και όμως, είπε πιο ήρεμα, το ανεξήγητο είναι απαραίτητο. Χωρίς αυτό, ο άνθρωπος πνίγεται μέσα στις ίδιες του τις σκέψεις. Η ζωή χρειάζεται χώρο όπου να μην είναι υποχρεωμένη να γίνει λογική.
Έκανε ένα μικρό νεύμα σαν συμπέρασμα:
— Γι’ αυτό πιστεύω ότι η ερμηνεία πρέπει να περιορίζεται. Όχι να καταργείται, όχι να εξορίζεται, αλλά να κρατιέται στο περιθώριο. Διότι όταν η ερμηνεία κυριαρχεί, η ζωή εξαφανίζεται.
Έδειξε με το βλέμμα του το καφενείο, τον κόσμο, την πόλη:
— Όλα αυτά που βλέπετε… δεν είναι φτιαγμένα για να ερμηνεύονται∙ είναι φτιαγμένα για να υπάρχουν.
Και τότε με κοίταξε με εκείνη την κλινική ακρίβεια που είχε από την αρχή:
— Η εποχή της τυραννίας της ερμηνείας είναι η εποχή του ανθρώπου χωρίς ιδιότητες. Διότι ο άνθρωπος που αναλύει τα πάντα, αφήνει έκθετο το ίδιο του το κέντρο.
‘Ηπιε μια γουλιά από τον καφέ του, ψυχρά, σαν να ήταν διαδικασία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9
Η αδυναμία να αποφασίζει κανείς: Ο Ανθρωπος που ζει στις δυνατότητες και όχι στην πράξη
Ο Μούζιλ έγειρε προς τα πίσω, αφήνοντας τον καφέ του άθικτο. Αυτή η στάση από μόνη της είχε κάτι δηλωτικό: σαν να έβαζε ένα αόρατο όριο ανάμεσα σε όσα είχαν ειπωθεί και όσα θα έρχονταν. Το πρόσωπό του έγινε ακόμη πιο αυστηρό∙ το βλέμμα του απέκτησε την ψυχρή διεισδυτικότητα ενός ανθρώπου που προετοιμάζεται να περιγράψει ένα είδος πνευματικής νόσου.
— Η εποχή μας, είπε αργά, είναι η εποχή όπου οι άνθρωποι έπαψαν να μπορούν να αποφασίσουν.
Δεν φάνηκε να εννοεί την αναποφασιστικότητα ως αδυναμία χαρακτήρα. Την εννοούσε σαν συστημικό σύμπτωμα.
— Παλαιότερα, ο άνθρωπος αποφάσιζε επειδή δεν είχε πολλές δυνατότητες. Είχε μια θέση, μια κοινωνική λειτουργία, ένα πλαίσιο ζωής, κι έτσι η απόφαση είχε νόημα. Τώρα όμως…
Σταμάτησε και σήκωσε το χέρι του σαν να ήθελε να συλλάβει την ίδια την ατμόσφαιρα που πλανιόταν γύρω μας.
— Τώρα ο άνθρωπος έχει τόσες δυνατότητες, που καμία απόφαση δεν μπορεί πια να σταθεί ως βέβαιη.
Η πληθώρα ως παραλυσία
— Μπορεί κανείς να γίνει οτιδήποτε. Μπορεί να εγκαταλείψει τη ζωή του, να αλλάξει τόπο, επάγγελμα, προσωπικότητα. Όμως αυτή η πολλαπλότητα αντί για ελευθερία, γεννά ένα είδος παραλυτικής αμφιβολίας.
Έσκυψε ελαφρά.
— Όταν όλα είναι δυνατά, τότε όλα είναι εξίσου αμφίβολα. Και έτσι… κανένα δεν πραγματοποιείται.
Με κοίταξε με βλέμμα που ακουμπούσε κατευθείαν στο κέντρο της συνείδησης.
— Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν επιλέγει. .Αναβάλλει. Ζει μέσα στις δυνατότητες σαν μέσα σε ομίχλη. Περιμένει να ξεχωρίσει το σωστό μονοπάτι, μέχρι που το μονοπάτι εξαφανίζεται.
Ο Άνθρωπος της πράξης και ο Άνθρωπος των δυνατοτήτων
— Κοιτάξτε, είπε, ο άνθρωπος της πράξης είναι άνθρωπος με ιδιότητες. Οι ιδιότητες είναι σαν κατευθύνσεις. Όταν κάποιος έχει χαρακτήρα, έχει και βαρύτητα∙ έλκεται προς μια συγκεκριμένη επιλογή.
Άφησε τα δάχτυλά του να χτυπήσουν ελαφρά στο τραπέζι.
— Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες όμως, ζει σε μια κατάσταση αιώρησης. Δεν έχει βαρύτητα.
Και ό,τι δεν έχει βαρύτητα… δεν πέφτει ποτέ στο έδαφος της πράξης.
Ένα ψυχρό μειδίαμα διέτρεξε τα χείλη του.
— Θα έλεγα ότι ο σύγχρονος άνθρωπος είναι μια συλλογή δυνατοτήτων σε αναμονή. Ένα σύνολο από μη πραγματοποιημένα ενδεχόμενα.
Η απόφαση ως πράξη βίας
— Η απόφαση, είπε ο Μούζιλ, είναι πάντοτε μια πράξη βίας. Κόβει κανείς το πλήθος των δυνατοτήτων και επιλέγει μία. Και ο άνθρωπος των δυνατοτήτων, ο άνθρωπος της δικής σας εποχής, δεν αντέχει τη βία αυτή.
Είχε την ψυχρότητα επιστήμονα που περιγράφει παθολογικό εύρημα.
— Ο άνθρωπος του σήμερα θέλει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Θέλει να είναι ο ένας και ο άλλος, ο λογικός και ο παθιασμένος, ο ρεαλιστής και ο ονειροπόλος, ο παρών και ο απών
ταυτόχρονα.
Άγγιξε τα δάχτυλά του μεταξύ τους.
— Αλλά αυτή η ταυτόχρονη επιθυμία καταργεί την πράξη. Και χωρίς πράξη… ο άνθρωπος γίνεται ένα διάγραμμα.
Η αρχή της απραξίας
— Παρατηρώ, είπε ο Μούζιλ, ότι όσο περισσότερο ένας άνθρωπος σκέφτεται,
τόσο λιγότερο ενεργεί. Όχι επειδή δεν θέλει να ενεργήσει, αλλά επειδή αντιλαμβάνεται όλες τις πιθανότητες. Και η επίγνωση όλων των πιθανοτήτων ίσως είναι η μεγαλύτερη παγίδα της λογικής.
Άφησε μια βαθιά σιωπή.
— Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν κάνει περισσότερα στη ζωή τους, μόνο και μόνο επειδή είχαν τη χαζή βεβαιότητα της απλότητας.
Χαμογέλασε με μια από εκείνες τις ψυχρές ειρωνείες:
— Η βλακεία, ξέρετε, είναι εξαιρετικό καύσιμο για την πράξη. Η νοημοσύνη είναι θαυμάσια δικαιολογία για την απραξία.
Ο Ούλριχ και η τέχνη της αποφυγής
— Ο Ούλριχ, ο ήρωάς μου, είναι ακριβώς αυτό: ένας άνθρωπος που βλέπει όλες τις πιθανότητες και γι’ αυτό δεν μπορεί να επιλέξει καμία. Δεν είναι δειλός, ούτε αδύναμος∙ είναι υπερβολικά ακριβής.
Έσκυψε:
— Όταν βλέπετε το σύνολο των δυνατοτήτων, η επιλογή μοιάζει πάντα με απώλεια. Και η απώλεια… πονά περισσότερο από την επιθυμία.
Ακούμπησε τα χέρια του στο τραπέζι· ένα σιωπηλό συμπέρασμα:
— Η εποχή σας δεν πάσχει από σύγκρουση ιδεών. Πάσχει από αδυναμία επιλογής. Και ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες είναι το τέλειο σύμβολό της.
Σήκωσε το βλέμμα:
— Πρέπει τώρα να περάσουμε στον επόμενο κύκλο σκέψης: τι συμβαίνει όταν ένας ολόκληρος πολιτισμός χάνει την ικανότητα να αποφασίσει. Πού οδηγεί αυτό; Και τι μορφή παίρνει η κατάρρευση;
Ανασήκωσε ελαφρά το φρύδι
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10
Η Κατάρρευση ως λογική συνέπεια. Η εποχή που δεν μπορεί να επιλέξει το μέλλον της
Η συζήτηση είχε φτάσει σε εκείνο το σημείο που η λογική δεν είναι απλώς εργαλείο αλλά ατμόσφαιρα∙ σαν ο αέρας του Café Central να είχε πυκνώσει σε τέτοιο βαθμό ώστε κάθε ιδέα να έπλεε μέσα του με απειλητική καθαρότητα.
Ο Μούζιλ έγειρε μπροστά, σταθερός, με τη στάση χειρουργού που ετοιμάζεται να κάνει την τελευταία, πιο λεπτή τομή.
— Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να αποφασίσει, είπε ήρεμα, τότε ούτε η εποχή του μπορεί.
Και όταν μια εποχή δεν μπορεί να αποφασίσει… καταρρέει.
Έκανε μια μικρή παύση∙ όχι για να με αφήσει να σκεφτώ, αλλά επειδή ήθελε να απολαύσει την ακρίβεια της σκέψης του.
Η Ιστορία ως εξίσωση χωρίς βέβαιη λύση
— Οι ιστορικοί συχνά παρουσιάζουν τα γεγονότα σαν συνέπεια εξωτερικών δυνάμεων:
οικονομία, στρατοί, αυτοκρατορικές φιλοδοξίες, διπλωματικές αποτυχίες. Αλλά αυτά είναι επιφάνειες.
Έγνεψε.
— Κάτω από αυτές βρίσκεται μια εσωτερική εξίσωση: η ικανότητα ή η ανικανότητα ενός πολιτισμού να αποφασίσει ποιος είναι.
Ήπιε μια σταγόνα νερό από το ποτήρι του, όπως θα έκανε ένας χημικός που καθαρίζει τα γυαλικά προτού συνεχίσει το πείραμά του.
— Η Δυαδική Μοναρχία, είπε, ήταν ένας πολιτισμός που είχε πάψει να αποφασίζει. Το ήξερε; Όχι. Κανένας πολιτισμός δεν γνωρίζει την κατάσταση του καλύτερα από όσο γνωρίζει ένας ετοιμοθάνατος την ημερομηνία θανάτου του.
Χαμογέλασε ανεπαίσθητα.
— Η αυτοκρατορία δεν πέθανε όταν διαλύθηκε. Πέθανε όταν έπαψε να αποφασίζει.
Η ακινησία ως παγωμένη εξέλιξη
— Η παρακμή δεν είναι φασαρία. Είναι ησυχία.
Κοίταξε γύρω μας∙ οι αξιωματικοί, οι τραπεζίτες, οι λογοτέχνες, όλοι αυτοί που γεμίζουν το Café Central, έμοιαζαν ξαφνικά σαν αντικείμενα ενός πειράματος που δεν γνώριζαν ότι διεξάγεται.
— Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, είπε ο Μούζιλ, ζουν σε έναν κόσμο που έχει παγώσει. Οι θεσμοί είναι ακίνητοι, οι ιδέες επαναλαμβάνονται, η ζωή εκτελεί ρόλους που έχουν χάσει το περιεχόμενό τους. Και κανείς δεν τολμά να δηλώσει ότι αυτή η ακινησία είναι ήδη θάνατος.
Έσκυψε.
— Ο θάνατος ενός πολιτισμού δεν μοιάζει με καταστροφή. Μοιάζει με παράταση μιας παράστασης της οποίας το κοινό έχει φύγει.
Η δύναμη του αναπόφευκτου
— Θα σας πω κάτι που θα σας φανεί παράδοξο: Η κατάρρευση είναι λογική συνέπεια της ανικανότητας να αποφασίσει κανείς.
Δεν σήκωσε τον τόνο. Δεν χρειάστηκε.
— Σκεφτείτε τον άνθρωπο που δεν ξέρει αν πρέπει να αγαπήσει ή να απέχει. Αν πρέπει να γράψει ή να σιωπήσει. Αν πρέπει να ζήσει ή να αφήσει τη ζωή να τον παρασύρει.
Κούνησε το χέρι του σαν να έδιωχνε μια μύγα.
— Αυτός ο άνθρωπος, τελικά, αφήνει το περιβάλλον να αποφασίσει για εκείνον. Και το περιβάλλον αποφασίζει πάντα με τον πιο σκληρό τρόπο.
Έκανε μια παύση, σαν να ακροβατούσε ανάμεσα στα επίπεδα του νοητού και του ιστορικού:
— Έτσι συμβαίνει και με τις εποχές. Όταν ένας πολιτισμός δεν μπορεί να αποφασίσει το μέλλον του, το μέλλον αποφασίζει για αυτόν.
Η Αυτοκρατορία ως σύμπτωμα απραξίας
— Η Δυαδική Μοναρχία ήταν ένας οργανισμός που πάσχιζε να ζήσει σε έναν κόσμο όπου οι παλιές της ιδιότητες είχαν χάσει την ισχύ τους. Ήταν ένας κόσμος ευγενής, μορφωμένος, μαθηματικός στην τάξη του… και γι’ αυτό ακριβώς ανίκανος να προσαρμοστεί.
Κοίταξε με μάτια που δεν έβλεπαν πλέον την αίθουσα, αλλά μια ιστορία που εκτυλισσόταν πέρα από αυτήν.
— Η λογική της αυτοκρατορίας ήταν πολύ αυστηρή για να δεχθεί νέα δεδομένα. Όπως ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες έχει πάρα πολλές πιθανότητες για να γίνει κάτι, η αυτοκρατορία είχε πάρα πολλή λογική για να παραμείνει ζωντανή.
Η κατάρρευση ως μορφή κάθαρσης
— Η κατάρρευση, είπε ο Μούζιλ με απόλυτη καθαρότητα, είναι μια μορφή κάθαρσης. Όχι με την αρχαία έννοια της τραγωδίας, αλλά με την αυστηρά λογική έννοια: το σύστημα αποβάλλει τις αντιφάσεις του επειδή δεν μπορεί να τις λύσει.
Έγειρε μπροστά.
— Και οι πολιτισμοί, όπως και οι άνθρωποι, δεν πεθαίνουν από τα λάθη τους. Πεθαίνουν από την αδυναμία τους να επιλέξουν.
Με κοίταξε βαθιά.
— Στη δική σας εποχή… αυτό πόσο έχει προχωρήσει;
Έμεινα σιωπηλός, γιατί η απάντηση ήταν δυσάρεστα γνωστή.
Ο Μούζιλ χαμογέλασε με το σκληρό, κλινικό του μειδίαμα:
— Πολύ καλά.
Τώρα πρέπει να περάσουμε σε κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο: στο τι συμβαίνει όταν η κοινωνία αναζητά λύσεις έξω από τον εαυτό της. Όταν ψάχνει «χαρισματικούς ανθρώπους», σωτήρες, μορφές, παραδείγματα, δηλαδή, όταν κατασκευάζει ψεύτικες ιδιότητες για να αποφύγει τη δική της κενότητα.
Σήκωσε το χέρι του σαν να καλούσε να γυρίσουμε σελίδα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11
Ο μύθος της ιδιότητας: Πως ο κόσμος εφευρίσκει πρόσωπα για να κρύψει το κενό του
Ο Μούζιλ άναψε ένα ακόμη τσιγάρο, αλλά αυτή τη φορά το έκανε με μια ιδιαίτερη προσοχή, σαν ολόκληρη η διαδικασία να αποτελούσε προοίμιο μιας σκέψης που ήθελε να σχηματίσει με ακρίβεια.
— Πρέπει να μιλήσουμε για τον μύθο της ιδιότητας, είπε.
— Γιατί σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν έχει πλέον σταθερή ταυτότητα, η κοινωνία αναγκάζεται να επινοεί ανθρώπους που την έχουν.
Ακούμπησε το τσιγάρο σε μια γωνία στο τάσι χωρίς να το αφήσει.
— Είναι η αντίδραση ενός οργανισμού που αισθάνεται τον ίδιο του τον αποσυντονισμό. Όπως το παιδί που φοβάται το σκοτάδι και γι’ αυτό τραγουδάει.
Η εφεύρεση των χαρισματικών
— Όταν η κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει σταθερές αξίες, δεν το ομολογεί. Το αποκρύπτει. Και ο πιο εύκολος τρόπος να το αποκρύψει είναι να δημιουργήσει ανθρώπους που να φαίνονται ότι τις έχουν.
Έγειρε.
— Έτσι γεννιούνται οι «χαρισματικοί». Οι ηγέτες, οι στοχαστές, οι «εξαιρετικές προσωπικότητες», τα πρόσωπα στα οποία η εποχή αποδίδει όλες τις ιδιότητες που έχει χάσει μέσα της.
Ένα μικρό, ειρωνικό χαμόγελο:
— Δεν είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι τις διαθέτουν. Είναι ότι η εποχή τους τις χρειάζεται.
Οι ιδιότητες ως φαντάσματα
— Ο κόσμος, είπε ο Μούζιλ, είναι γεμάτος πρόσωπα που οι άλλοι τα θαυμάζουν όχι επειδή έχουν ιδιότητες, αλλά επειδή οι ίδιοι δεν έχουν.
Έδειξε με το βλέμμα του τον χώρο γύρω μας: στρατιωτικούς με λαμπερές στολές, φιλοσόφους που μιλούσαν με αποφθεγματικό ύφος, κυρίες που υποδύονταν τον ρόλο της κομψότητας.
— Όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι αυτό που δείχνουν. Είναι αυτό που οι άλλοι χρειάζονται να είναι. Η κοινωνία τους αναγκάζει να παίξουν ρόλους που καλύπτουν τρύπες.
Σήκωσε τα φρύδια:
— Η αυτοκρατορία, ας πούμε, χρειάζεται αξιωματικούς που ενσαρκώνουν το κύρος.
Οι αξιωματικοί το ξέρουν, και έτσι φορούν τον ρόλο σαν στολή. Όχι επειδή πιστεύουν στον εαυτό τους, αλλά επειδή ο κόσμος γύρω τους έχει ανάγκη να πιστέψει σε κάτι.
Η ανάγκη για πρόσωπα
— Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες δεν είναι ενοχλητικός μόνο για τον εαυτό του.
Είναι ενοχλητικός για όλους τους άλλους. Οι άνθρωποι θέλουν από κάποιον να είναι «κάτι». Θέλουν ένα σημείο αναφοράς.
Κοίταξε εμένα.
— Δεν αντέχουν την καθαρή δυνατότητα. Θέλουν την τετελεσμένη πραγματικότητα.
Ένα σκληρό μειδίαμα:
— Γι’ αυτό και σε περιόδους παρακμής οι κοινωνίες παραδίδονται εύκολα σε όσους υπόσχονται «σταθερές», «ταυτότητες», «ισχυρές ιδέες». Πίσω από κάθε τέτοια ανάγκη κρύβεται η κούραση των ανθρώπων που δεν μπορούν να αντέξουν την ελευθερία των δυνατοτήτων τους.
Οι εξαιρετικοί άνθρωποι ως κατασκευάσματα
— Θα σας το πω όσο πιο ψυχρά γίνεται. Ο κόσμος κατασκευάζει εξαιρετικούς ανθρώπους μόνο επειδή δεν μπορεί να κατασκευάσει εξαιρετικούς εαυτούς.
Το είπε σαν απόλυτο αξίωμα.
— Ο «μεγάλος ποιητής» ο «μεγάλος ηγέτης» ο «μεγάλος στοχαστής» είναι συχνά άνθρωποι που βρέθηκαν στο σωστό σημείο του ψυχικού κενού της εποχής τους.
Ακούμπησε τα δάχτυλα στο τραπέζι.
— Είναι καθρέφτες. Τίποτα περισσότερο. Αλλά οι άνθρωποι προτιμούν έναν καθρέφτη που τους λέει τι να βλέπουν, παρά τον δικό τους εσωτερικό λαβύρινθο.
Η μετατόπιση της ευθύνης
— Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο. Όταν μια κοινωνία ψάχνει πρόσωπα για να κρύψει το κενό της, τους δίνει και την ευθύνη για όσα δεν μπορεί να κάνει.
Μια σκιά πέρασε από το βλέμμα του.
— Γι’ αυτό, σε κάθε εποχή, οι άνθρωποι λατρεύουν τους «δυνατούς» και μισούν τους ίδιους ανθρώπους λίγα χρόνια αργότερα. Δεν αγαπούν ή μισούν πρόσωπα. Αγαπούν ή μισούν τις δικές τους προσδοκίες.
Έγειρε μπροστά:
— Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες δεν ταιριάζει σε αυτήν την ανάγκη. Δεν μπορεί να γίνει σύμβολο, δεν μπορεί να γίνει εικόνα, δεν μπορεί να γίνει φαντασίωση. Και γι’ αυτό η εποχή τον απορρίπτει.
Η απομυθοποίηση ως κόλαση και ελευθερία
— Η εποχή σας, μου είπε, έχει φτάσει στην κορυφή αυτής της απομυθοποίησης.
Δεν πιστεύει πλέον σε «μεγάλους ανθρώπους», διότι έχει μάθει να τους αποδομεί πριν καν εμφανιστούν.
Σήκωσε το κεφάλι:
— Αλλά αυτό είναι επίσης μια νέα μορφή εξάρτησης. Αποδομούμε πρόσωπα επειδή δεν μπορούμε να ανεχθούμε ότι υπάρχουν άνθρωποι πραγματικότεροι από εμάς.
Ο τόνος του ήταν σχεδόν σκληρός.
— Έτσι, η κοινωνία της εποχής σας βρίσκεται σε μια νέα κόλαση: η κόλαση όπου δεν υπάρχουν πια ήρωες. Ούτε καινούργιοι, ούτε παλαιοί. Μόνο άνθρωποι χωρίς ιδιότητες που ζητούν από άλλους ανθρώπους χωρίς ιδιότητες να γίνουν κάτι διαφορετικό.
Αναστέναξε· η πρώτη ανθρώπινη κίνηση μετά από ώρα.
Το κενό ως απαιτητική παρουσία
— Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο, είπε. Όταν ο κόσμος καταλάβει ότι κανείς δεν έχει ιδιότητες… τότε αναγκάζεται να κοιτάξει το ίδιο του το κενό. Και η αυτοκρατορία — η δική του και η δική μας, ήταν έτοιμη ακριβώς για αυτό:
— να καταρρεύσει μπροστά στο ίδιο της το κενό.
Έσβησε το τσιγάρο του αργά.
— Πρέπει τώρα να μιλήσουμε για το τελευταίο μέρος:
τι έρχεται μετά το κενό. Και αν ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες μπορεί να υπάρξει σε έναν κόσμο χωρίς σταθερές.
Κοίταξε προς την πόρτα του καφενείου.
— Αυτό θα είναι το πιο δύσκολο κεφάλαιο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12
Τι έρχεται μετά: Ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες σε έναν κόσμο χωρίς σταθερές
Ο Μούζιλ έμεινε για λίγο σιωπηλός. Η σιωπή του δεν ήταν παύση∙ ήταν μέθοδος.
Έμοιαζε σαν να καλούσε τον κόσμο να υποχωρήσει, για να αφήσει χώρο στη σκέψη.
— Φτάσαμε στο τέλος, είπε τελικά.
— Ή, μάλλον… φτάσαμε σε ένα σημείο όπου το τέλος δεν ξεχωρίζει από την αρχή.
Έριξε μια ματιά γύρω του, σαν να διαπιστώνει αν το Café Central, η Βιέννη, η εποχή, ήταν ακόμη εκεί ή είχαν ήδη χαθεί μέσα στον ίδιο τους τον στοχασμό.
— Μιλήσαμε για την κατάρρευση των ιδιοτήτων, για την αδυναμία απόφασης, για τον μύθο των χαρισματικών, για την τυραννία της ερμηνείας. Όλα αυτά είναι συμπτώματα.
Με κοίταξε ευθεία.
— Τώρα πρέπει να μιλήσουμε για το μετά.
Τι απομένει όταν όλα έχουν χαθεί;
— Ο κόσμος σας, όπως και ο δικός μου, είναι σε μια κατάσταση όπου οι παλιές σταθερές έχουν καταρρεύσει και ακόμη δεν έχουν βρεθεί νέες. Είναι μια «μεταβατική εποχή». Οι μεταβατικές εποχές είναι επικίνδυνες. Αλλά είναι και δημιουργικές.
Ακούμπησε τα χέρια του στο τραπέζι· μια ανθρώπινη κίνηση, ξαφνικά πιο γυμνή.
— Όταν ο άνθρωπος χάνει τις ιδιότητές του, κάνει κάτι που φοβάστε όλοι να παραδεχτείτε:
ξαναρχίζει από το μηδέν.
Σήκωσε ένα φρύδι:
— Το μηδέν δεν είναι κενό. Είναι δυνατότητα.
Η ζωή πέρα από τα σχήματα
— Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες δεν είναι κατώτερος τύπος ανθρώπου. Είναι ο άνθρωπος που έμεινε γυμνός από τις λέξεις που τον προσδιορίζουν. Και αυτή η γύμνια δεν είναι αθλιότητα·είναι ελευθερία.
Με κοίταξε σαν να ήθελε να δει αν αυτή η λέξη είχε βάρος μέσα μου.
— Ο κόσμος σας, είπε, έχει περισσότερες δυνατότητες από όσο μπορεί να αντέξει. Αλλά έχει επίσης μια ευκαιρία που εμείς δεν είχαμε: να επινοήσει νέες μορφές ύπαρξης.
Έσκυψε μπροστά.
— Όχι να επιστρέψει σε παλιές ιδιότητες. Αλλά να δημιουργήσει νέες ποιότητες.
Η ποίηση του πιθανού
Ο Μούζιλ έδειξε προς τον δρόμο, όπου ένα βαγόνι του τραμ περνούσε αργά, φωτισμένο από το κίτρινο φως της λάμπας.
— Κάθε εποχή που καταρρέει αφήνει πίσω της ένα κενό. Αυτό το κενό είναι τρομακτικό. Αλλά είναι και το μόνο μέρος όπου μπορεί να γεννηθεί κάτι νέο.
Έπαιξε με το δαχτυλίδι του σαν να ήθελε να θυμηθεί μια σκέψη:
— Η εποχή σας δεν χρειάζεται ήρωες. Δεν χρειάζεται «ανθρώπους με ιδιότητες». Χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να κινηθούν μέσα στο ρευστό της πραγματικότητας χωρίς να εξαρτώνται από το συμπαγές των λέξεων.
Συνέχισε:
— Η εποχή σας χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να αντέξουν την πολλαπλότητα
χωρίς να διαλυθούν από αυτήν.
Ο νέος Άνθρωπος
— Και αυτός ο άνθρωπος, ο άνθρωπος που μπορεί να αντέξει την πολλαπλότητα, είναι ο πραγματικός άνθρωπος χωρίς ιδιότητες. Όχι εκείνος που έχει χάσει τα πάντα, αλλά εκείνος που μπορεί να γίνει πολλά.
Η φωνή του χαμήλωσε:
— Ο άνθρωπος δίχως ιδιότητες δεν είναι το τέλος του ανθρώπου. Είναι η αρχή ενός νέου.
Σήκωσε το κεφάλι:
— Ένας άνθρωπος που μπορεί να ζήσει μέσα στο ενδεχόμενο χωρίς να απαιτεί σταθερότητα. Που μπορεί να δημιουργήσει αξίες χωρίς να τις επιβάλλει στον κόσμο. Που μπορεί να υπάρξει χωρίς να χρειάζεται να ονομάσει αυτή την ύπαρξη.
Το μέλλον ως άσκηση
— Το μέλλον, είπε, δεν θα ανήκει σε εκείνους που θα έχουν πιο ισχυρές ιδιότητες. Θα ανήκει σε εκείνους που μπορούν να αντέξουν την απουσία τους. Σε εκείνους που μπορούν να ζουν με πιθανότητες, με αβεβαιότητες, με μεταβλητότητα.
Πήρε μια ανάσα · μια βαθιά ανάσα, σαν να ήθελε να αποδεσμευτεί από την ίδια του την αυστηρότητα.
— Ο κόσμος σας θα δοκιμαστεί πιο πολύ από τον δικό μου. Αλλά έχει και πιο πολλά εφόδια.
Σήκωσε το βλέμμα και το κάρφωσε στο δικό μου:
— Αν θέλετε να ξέρετε τι έρχεται μετά… θα σας το πω με απλότητα που δεν συνηθίζω: ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες πρέπει να μάθει να ζει, όχι να εξηγεί. Να επιλέγει, όχι να αναβάλλει. Να δημιουργεί, όχι να αναμένει. Να δέχεται το ασύμμετρο, το ασυνάρτητο, το πολλαπλό, ως φυσικό μέρος της ζωής.
Έγειρε πίσω στην καρέκλα:
— Αυτή είναι η μόνη λύση. Όχι λύση λογική. Λύση υπαρξιακή.
Η έξοδος
Ο Μούζιλ σηκώθηκε αργά από την καρέκλα. Η κίνησή του ήταν σιωπηλή, αλλά είχε κάτι το τελετουργικό. Έβαλε το καπέλο του και τίναξε ανεπαίσθητα τη στάχτη από το παλτό του,
σαν να απομάκρυνε το περίσσευμα του κόσμου.
— Θα μείνετε στη Βιέννη όσο χρειαστεί, είπε. Είναι καλή πόλη για να χαθεί κανείς. Και ακόμη καλύτερη για να ξαναβρεθεί.
Σήκωσε το καπέλο ελάχιστα — μια ένδειξη σεβασμού, ή ίσως μια μορφή χαιρετισμού.
— Αν ποτέ θελήσετε να συζητήσουμε ξανά… δεν θα χρειαστεί να με ψάξετε. Αρκεί να ανοίξετε ένα βιβλίο. Ή να κοιτάξετε μέσα σας.
Έκανε μεταβολή και βγήκε από το Café Central με αργό, ελαφρώς μαθηματικό βήμα.
Και τότε, σαν κάτι να υποχώρησε μέσα στον χώρο, κατάλαβα ότι η συζήτησή μας δεν ήταν μια συνάντηση με έναν συγγραφέα. Ήταν μια συνάντηση με μια εποχή. Με μια σκέψη.
Με έναν τρόπο να κοιτάζει κανείς τον κόσμο όταν όλες οι ιδιότητες έχουν χαθεί. Έμεινα μόνος στο τραπέζι. Στο σημείωμα που είχε αφήσει ο Μούζιλ κάτω από το φλιτζάνι μου, υπήρχε μόνο μία φράση:
«Ό,τι μένει όταν όλα χαθούν · αυτός είσαι.»
Και τότε, για πρώτη φορά, ένιωσα τι σημαίνει να ζεις ως άνθρωπος χωρίς ιδιότητες · όχι ως έλλειψη, αλλά ως δυνατότητα.
……………………………………….
Υστερόγραφο του συγγραφέα για το έργο του Μούζιλ
Όταν τελειώνει κανείς την ανάγνωση του δίτομου έργου του Ρόμπερτ Μούζιλ, στα ελληνικά, «Άνθρωπος δίχως ιδιότητες», δεν έχει την αίσθηση ότι ολοκλήρωσε ένα βιβλίο∙ έχει την αίσθηση ότι στάθηκε μπροστά σε μια ακτινογραφία της ίδιας του της εποχής — και του ίδιου του εαυτού του.
Το έργο του Μούζιλ ανήκει στα ελάχιστα εκείνα κείμενα που δεν αφηγούνται έναν κόσμο, αλλά τον αναλύουν μέχρι να διαλυθεί στις λεπτότερες ίνες του. Γι’ αυτό βρέθηκε δίπλα στον Οδυσσέα του Τζόυς και στον Προυστ· όχι επειδή μοιάζει μαζί τους, αλλά επειδή κοιτάζει την ανθρώπινη συνείδηση από το ίδιο, σχεδόν απάνθρωπο ύψος.
Στον Ούλριχ, ο Μούζιλ δεν έπλασε ήρωα∙ έπλασε μέθοδο. Έδειξε πως ο άνθρωπος του νεότερου κόσμου δεν είναι πια ένα σύνολο σταθερών ιδιοτήτων, αλλά μία διαρκής εκδοχή τού «θα μπορούσα να είμαι». Και αυτή η πολλαπλότητα, άλλοτε απελευθερωτική και άλλοτε εξουθενωτική, έγινε η νέα μοίρα του 20ού και 21ου αιώνα.
Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο διδάχθηκε σε πανεπιστήμια όχι ως λογοτεχνικό δείγμα, αλλά ως εργαλείο κατανόησης της νεωτερικότητας. Στο Βερολίνο, το αντιμετωπίζουν ως φιλοσοφικό σύγγραμμα: όχι ως ιστορία ανθρώπων, αλλά ως ιστορία πιθανών ανθρώπων∙ όχι ως μυθιστόρημα εποχής, αλλά ως χάρτη των αδιεξόδων ενός κόσμου που έχασε πρώτα τις βεβαιότητές του και έπειτα τις εξηγήσεις του.
Η πραγματική σημασία του έργου βρίσκεται ίσως σε αυτό: ότι τολμά να αποδεχθεί πως η ταυτότητα είναι πιο εύθραυστη από όσο θα θέλαμε και πιο περίπλοκη από όσο αντέχουμε. Και πως αυτό δεν είναι σφάλμα του ανθρώπου∙ είναι χαρακτηριστικό της εποχής του. Ίσως και του κόσμου του μέλλοντος.
Γι’ αυτό, όταν ο Μούζιλ ανατέμνει τον άνθρωπο χωρίς ιδιότητες, δεν περιγράφει έναν «ελλιπή» άνθρωπο.
Περιγράφει τον άνθρωπο που μένει όταν οι ιδιότητες καταρρεύσουν, όταν τα προσωπεία χαλαρώσουν, όταν οι κοινωνικές φόρμες χάσουν τη σκληρότητά τους, όταν η ζωή ζητήσει από τον καθένα να σταθεί μπροστά στον εαυτό του χωρίς πλάγιες εξηγήσεις.
Και τότε γίνεται ξεκάθαρο γιατί το έργο αυτό παραμένει επίκαιρο: επειδή περιγράφει όχι μια συγκεκριμένη εποχή, αλλά την αιώνια στιγμή όπου ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι δεν ορίζεται από αυτό που είναι, αλλά από αυτό που μπορεί ακόμη να γίνει.
Εξ ου και και το υστερόγραφο εδώ, στο τέλος αυτού του μυθιστορήματος, όχι ως λογοτεχνική αναφορά, αλλά ως καθρέφτης: μια υπενθύμιση ότι η απουσία ιδιοτήτων δεν είναι μόνο κρίση, αλλά και δυνατότητα∙ ότι η πολλαπλότητα δεν είναι μόνο σύγχυση, αλλά και χώρος ελευθερίας∙ και ότι η μεγαλύτερη περιπέτεια της ανθρώπινης ζωής δεν είναι η διατήρηση μιας ταυτότητας, αλλά η εύρεση εκείνης της μορφής ύπαρξης που μπορεί να συνεχίσει να κινείται, ακόμη και όταν όλα γύρω της αλλάζουν.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………
Βρείτε μας και στη σελίδα μας στο Facebook: Η Λογοτεχνία σήμερα





