Τι σηματοδοτεί το νέο πολιτικό σκηνικό των εκλογών της 21ης Μαΐου
Πώς εξηγείται η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ – Τι σημαίνει το τέλος του δικομματισμού NΔ & ΣΥΡΙΖΑ – Τι σημαίνει αυτοδυναμία και ο μονοκομματισμός της Νέας Δημοκρατίας στο σύστημα εξουσίας – Ποιες οι προοπτικές που ανοίγονται μπροστά μας.
του Βασίλη Τακτικού
Η πρώτη εικόνα που μπορούμε να σχηματίσουμε σε σχέση με το εκλογικό αποτέλεσμα της 21ης Μαΐου είναι ότι υπάρχει μία αντιστρόφως ανάλογη μεταβολή στην εικόνα του πολιτικού σκηνικού σε σχέση με τις εκλογές του 2012. Τότε με την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ είχαμε το τέλος του δικομματισμού Νέας Δημοκρατίας–ΠΑΣΟΚ και ταυτόχρονα είχαμε την άνοδο του μικρού δικομματισμού ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ που, όπως γνωρίζουμε, διαμορφώθηκε με τις διαχωριστικές γραμμές μνημόνιο-αντιμνημόνιο.
Ο διαχωρισμός αυτός μετά το εκλογικό αποτέλεσμα της 21ης Μαΐου ούτε κατά φαντασία σήμερα δεν μπορεί να υπάρχει.
Έτσι μετά από 11 χρόνια έχουμε την εκλογική κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ και, ταυτόχρονα, την κατάρρευση αυτού του διπολισμού, καθώς έχει εκλείψει ουσιαστικά η διαμάχη και ο διαχωρισμός σε μνημονιακά και αντιμνημονιακά κόμματα. Το διακύβευμα τώρα, εκ των πραγμάτων, είναι ποιος είναι ο καλύτερος διαχειριστής στο πλαίσιο της ΕΕ.
Το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ χωρίς επιτεύγματα και ιδεολογικό πρόταγμα, χωρίς διακριτές διαχωριστικές γραμμές, το τέλος αυτού του λεγόμενου μικρού δικομματισμού μοιάζει αναπόφευκτο. Το περίφημο ηθικό πλεονέκτημα που είχε ως «ηθικό κεφάλαιο» ο ΣΥΡΙΖΑ έχει χαθεί και δεν μπορεί πλέον να προβάλλεται ως τέτοιο χάρη των προγόνων αγωνιστών της Αριστεράς. Τώρα υπάρχουν τα πεπραγμένα ενός κόμματος που βρέθηκε στην εξουσία, που άλλα έλεγε και άλλα έκανε πράξη. Σε σχέση με το εκλογικό υπόστρωμα που μετακινήθηκε έχουμε πλέον τις μετρήσεις με στοιχεία που δείχνουν ότι το 12% του εκλογικού σώματος που έφυγε από τον ΣΥΡΙΖΑ διασκορπίστηκε, χωρίς ιδεολογικούς φραγμούς προς όλα τα κόμματα και κυρίως προς τη ΝΔ.
Βεβαίως υπάρχουν διαφορές προς τα συμφέροντα από τη νομή της εξουσίας αλλά η διαφορά προς ελίτ της εξουσίας δεν συνιστά ποιοτική διαφορά. Την ίδια βουλιμία της κρατικής εξουσίας με τη συντηρητική παράταξη επέδειξε και η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Την ίδια οικονομική πολιτική επέδειξαν άλλωστε σε σχέση με την πραγματική οικονομία.
Το τέλος του δικομματισμού NΔ — ΣΥΡΙΖΑ
Οι επιφανειακές αναγνώσεις και αναλύσεις που κατακλύζουν τα ΜΜΕ δεν μας άφησαν να δούμε στο βάθος τη ροή των πραγμάτων. Το επιφαινόμενο της πολιτικής με αντικείμενο τη διαμάχη επί της απλής αναλογικής που προώθησε η πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ και η ενισχυμένη αναλογική με πρόσχημα την πολιτική σταθερότητα που προέβαλε η ΝΔ, δεν υποκαθιστά το ιδεολογικό έλλειμμα της αντιπολίτευσης σε σχέση με το κράτος και την οικονομία.
Ουσιαστικά η μάχη για την απλή αναλογική δεν δόθηκε ποτέ αφού δεν υπήρχε και δεν εκδηλώθηκε ποτέ καμία προοπτική συνεργασίας των κομμάτων της κεντροαριστεράς. Κατά βάθος, δεν υπήρξε ποτέ το υπόστρωμα της συμμετοχικής δημοκρατίας που είναι απαραίτητη προϋπόθεση της απλής αναλογικής για να ευδοκιμήσει..
Οι περισσότεροι πολιτικοί αναλυτές συμφωνούν ότι έπεσαν έξω στις προβλέψεις τους και αποδίδουν τα αίτια του εκλογικού αποτελέσματος στο πολιτικό αφήγημα και το πολιτικό σχέδιο που προέβαλε η κάθε πλευρά, επιμένοντας στα λάθη της τελευταίας εβδομάδας. Αυτές οι αναλύσεις όμως αποδίδουν τη μισή αλήθεια. Για την ίδια την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ φταίνε τα άλλα κόμματα της κεντροαριστεράς που δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα και δεν έχουν κουλτούρα συνεργασίας. Όλες αυτές οι εκτιμήσεις είναι προφανώς ανεπαρκείς και δεν βλέπουν το βάθος των πολιτικών εξελίξεων.
Η αυτοδυναμία και ο μονοκομματισμός της ΝΔ ως κατάληξη προκύπτει ακριβώς από την αδυναμία των πολλών κομμάτων της κεντροαριστεράς να συνεργαστούν. Καθώς το ποσοστό (41%) της Κεντροδεξιάς ΝΔ δεν είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των κομμάτων της κεντροαριστεράς και Αριστεράς που φτάνει το 43%. δεν μπορούμε να μιλάμε για συντριπτική νίκη της κεντροδεξιάς. Αλλά, για μία νίκη στη δεδομένη πολιτική συγκυρία που κερδήθηκε ελλείψει πολιτικού σχεδίου και ικανής ηγεσίας της Κεντροαριστεράς να συνθέσει την κοινωνική της απήχηση και να τη μετασχηματίσει σε πολιτική δύναμη.
Το γεγονός ότι κάθε πολιτικό αφήγημα και πολιτικό σχέδιο πατάει πάνω στις αντικειμενικές συνθήκες και πραγματικότητες που διαμορφώνονται εντός και εκτός των εθνικών συνθηκών, από τις αγορές και το διεθνές περιβάλλον πρέπει να αποτελεί και την βασική πυξίδα των πολιτικών αναλύσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι το εκλογικό σώμα αντιδρά όχι μόνο με βάση τα πρόσωπα και το θυμικό, αλλά από τα αποτελέσματα και τα οικονομικά συμφέροντα. Καθοριστικό ρόλο παίζουν και οι διεθνείς οικονομικές συνθήκες και τα περιθώρια που δίνει στην οικονομία η οικονομική πολιτική της Ε.Ε.
Γνωρίζουμε πλέον ότι το πολιτικό θυμικό κυριάρχησε στις εκλογές του 2012 (ο μεγάλος θυμός στις πλατείες) όταν οι περικοπές και η μείωση του εισοδήματος έφτασε στο 25% και το αντιμνημόνιο φάνταζε ως μία κάποια διέξοδος που αποδείχθηκε μια απελπισμένη διέξοδος. Το 2015 όμως είχαμε μία απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα με ένα τρίτο μνημόνιο που υπογράφηκε από τον άλλοτε «αντιμνημονιακό» Αλέξη Τσίπρα. Το παράδοξο είναι ότι με αυτή την γνωστή κυβίστηση της τότε κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έγινε και αφοπλισμός της κεντροδεξιάς Ν.Δ. που ήταν τότε αντιπολίτευση. Παρά την αντίθετη ρητορική, κυβέρνηση και αντιπολίτευση αντικειμενικά βρέθηκαν στην ίδια πλευρά και προσχώρησαν στο «μένουμε Ευρώπη».
Αφού κατέρρευσε το αντιμνημονιακό προφίλ του Τσίπρα παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα, το ζήτημα από κει και πέρα ήταν ποιος είναι ο καλύτερος διαχειριστής των μνημονιακών συνθηκών. Ο αντιπερισπασμός της συντηρητικής αντιπολίτευσης ήταν να χρεωθεί το τρίτο μνημόνιο ο ΣΥΡΙΖΑ και να καεί το αφήγημά του μέσα από τις αντιφάσεις του.
Αυτό το σενάριο συντελέστηκε στη συνέχεια με αργούς ρυθμούς πράγματι, καθώς, στην εφαρμοσμένη πολιτική ο ΣΥΡΙΖΑ ανταποκρίθηκε σε αυτό τον υστερο-μνημονιακό του ρόλο με σκληρή δημοσιονομική πολιτική αφήνοντας το γνωστό μαξιλάρι τα 37 δισ. με το επιχείρημα «σας βγάλαμε από το μνημόνιο».
Αυτό όμως είχε μακροχρόνιες συνέπειες. Την αφαίμαξη των μικρομεσαίων, γεγονός που έμεινε αποτυπωμένο στη μνήμη του εκλογικού σώματος και όπως αποδείχθηκε από τις πρόσφατες εκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε μόνο 17% από την συγκεκριμένη επαγγελματική τάξη. Δεν ήταν μόνο η πολιτική γκάφα του Κατρούγκαλου πού κόστισε το εκλογικό αποτέλεσμα, κυρίως ήταν το κοινωνικό αποτύπωμα μιας διαδρομής που δεν δικαιώνεται από τις πολιτικές εξελίξεις. Κι αυτό συμβαίνει συνήθως όταν ένα κόμμα δοκιμάζεται στην εξουσία όπως δοκιμάστηκε ο ΣΥΡΙΖΑ.
Το γεγονός ότι δεν πλήρωσε άμεσα όλο το πολιτικό κόστος της προγραμματικής του αποτυχίας και το πλήρωσε μετά από 4 χρόνια είναι θέμα ωρίμανσης αλλά και σύγκρισης πάντα με τον ανταγωνιστή. Η ΝΔ επωφελήθηκε από το διεθνές περιβάλλον και ο ΣΥΡΙΖΑ έμεινε στάσιμος προγραμματικά και οργανωτικά.
Η ΝΔ ήρθε στην εξουσία το 2019 μέσα από μία ευνοϊκή συγκυρία σε σχέση με τις οικονομικές αποφάσεις της ΕΕ. Το Ταμείο Ανάκαμψης και η ποσοτική χαλάρωση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας, έδωσαν τη δυνατότητα στην κυβέρνηση της ΝΔ να προσφέρει πολλά δώρα και επιδόματα για τα ευάλωτα νοικοκυριά για την αντιμετώπιση της φτώχειας εξαιτίας της κρίσης της πανδημίας αλλά και της ενεργειακής κρίσης.
Υπό αυτές τις συνθήκες ήταν επόμενο να καρπωθεί οφέλη η κυβέρνηση της ΝΔ η οποία παρουσιάστηκε ως θιασώτης του προνοιακού κρατικού παρεμβατισμού, κάτι που στην πραγματικότητα δεν ισχύει, για να πιστωθεί δυνατότητες που δεν οφείλονται στην ίδια τη δική της αποτελεσματικότητα, αλλά στις έκτακτες παροχές που χρηματοδοτήθηκαν από την ΕΕ.
Για παράδειγμα, στην κρίση του 2009–2012 οι αντικειμενικές συνθήκες υπαγόρευσαν ακριβώς την αντίθετη περιοριστική πολιτική από την ΕΕ που έπληξαν τότε το κυβερνών κόμμα του ΠΑΣΟΚ. Το 2010 οι ευρωπαίοι είχαν τιμωρητική διάθεση απέναντι στην Ελλάδα για το μεγάλο δημόσιο χρέος. Αντίθετα, το 2020–22 επειδή αντιμετώπισαν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη την ύφεση και τον πληθωρισμό, υπήρξε η ποσοτική χαλάρωση και με το ταμείο ανάπτυξης για να χρηματοδοτούν όλα τα κράτη με πολύ υψηλότερο δημόσιο χρέος. Να θυμίσουμε ότι όταν το 2010 το δημόσιο χρέος ήταν 120% του ΑΕΠ, η ελληνική οικονομία τέθηκε υπό τους περιορισμούς των μνημονίων προκειμένου να συνεχίσει να λειτουργεί το κράτος και να μη χρεοκοπήσει. Αντίθετα, την περίοδο του 2020–23 που διανύομε τώρα με κυβέρνηση Μητσοτάκη, το δημόσιο χρέος με δεδομένη και την κληρονομιά της διαχείρισης του ΣΥΡΙΖΑ, έχει φτάσει το 200% και φαινομενικά δεν υπάρχει πρόβλημα. Οι αυξήσεις σε πραγματικούς μισθούς υπολείπονται του πληθωρισμού και παραδόξως η εικόνα της οικονομίας παρουσιάζεται βιώσιμη και η Νέα Δημοκρατία παρουσιάζεται ως καλύτερος διαχειριστής.
Η πραγματική οικονομία
Τα πράγματα όμως σε κάποια στιγμή θα κριθούν στο επίπεδο της πραγματικής οικονομίας, της βιωσιμότητας και της κοινωνικής συνοχής. Σε αυτό το πεδίο θα κριθούν κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Αλλά και στο επίπεδο της μείωσης των ανισοτήτων. Επί αυτού του πεδίου τι έχει να αντιπαρατάξει η αντιπολίτευση;
Θα μπορούσε να αντιπαρατάξει μεταρρυθμίσεις για την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας, την ανάπτυξη της κοινωνικής κατοικίας, την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας με ενεργειακές κοινότητες, την πράσινη μετάβαση, ένα νέο παραγωγικό μοντέλο. Όχι μόνο στο επίπεδο διακηρύξεων άλλα στο επίπεδο κινητοποίησης παραγωγικών σχέσεων και εξεύρεσης των αναγκαίων πόρων. Στην πραγματικότητα εδώ δεν υπάρχει εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο.
Σε σχέση με αυτή την προσέγγιση η ΝΔ έχει να προβάλει το μετασχηματισμό στο ψηφιακό κράτος αλλά μέχρι εκεί. Δεν παρείχε τους πόρους ούτε από το Ταμείο Ανάκαμψης για την ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας. Δεν υπάρχουν, επομένως, οι προοπτικές να βελτιωθεί αυτή η κατάσταση και το εισόδημα των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων.
Αν έρθουμε στο παρόν και τις δεύτερες εκλογές της 25ης Ιουνίου, είναι πιθανόν να μπουν κι άλλα μικρά κόμματα στη Βουλή και το διαφαινόμενο εύρος της αυτοδυναμίας να περιοριστεί. Ενώ από τη ΝΔ σίγουρα κάποιοι ψηφοφόροι της δεξιάς πτέρυγας (Καραμανλικοί, Σαμαρικοί) θα φυλλορροήσουν προς άλλες επιλογές, από τη στιγμή που δεν θεωρούν ότι διακυβεύεται η εξουσία.
Ενώ από τον ΣΥΡΙΖΑ οι διαρροές θα είναι προς όλες τις κατευθύνσεις, η επόμενη τετραετία θα χαρακτηριστεί από τον πόλεμο μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ για το ποιο από τα δύο κόμματα θα ηγεμονεύσει στο χώρο της κεντροαριστεράς. Σε κάθε περίπτωση η 21η Μαΐου θα μείνει στην πολιτική ιστορία όχι μόνο για το θρίαμβο της ΝΔ του Μητσοτάκη αλλά κυρίως για τη διαφαινόμενη ανατροπή στον κεντροαριστερό χώρο.
Το άλλο ερώτημα είναι αν μπορεί να καλύψει το χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης το ΠΑΣΟΚ, όπως φαντάζονται πολλοί εντός και εκτός της κεντροαριστεράς ή θα προκύψουν και νέες δυνάμεις για την ανασύνθεση της κεντροαριστεράς;
Το βέβαιον είναι ότι το ΠΑΣΟΚ θα επωφεληθεί της πτώσης του ΣΥΡΙΖΑ αλλά με τη σημερινή του συγκρότηση και ηγεσία δύσκολα θα γίνει ο μεγάλος πόλος της κεντροαριστεράς. Ακριβώς γιατί πέρα από τη διεκδίκηση και τη νομή της εξουσίας δεν έχει εναλλακτικό πρόγραμμα για την πραγματική οικονομία από τη ΝΔ. Ενδεχομένως έχει μεγαλύτερες δημοκρατικές ευαισθησίες αλλά αυτό δεν καθορίζει αποφασιστικά την κίνηση των μαζών. Η οικονομική δημοκρατία στην πράξη είναι εκείνη που μπορεί να αποτελέσει την ποιοτική διαφορά και αυτό δεν υπάρχει στην ορολογία και την κουλτούρα του σημερινού ΠΑΣΟΚ.
Υπάρχει επόμενος πολιτικός χώρος για την ανάδειξη νέων δυνάμεων στο χώρο της κεντροαριστεράς που θα επιτρέψουν να υπάρξουν οι προϋποθέσεις μιας συνολικής ανασυγκρότησης.
Προς το παρόν, τα μικρά κόμματα που ενδεχομένως μπουν στη Βουλή της 25ης Ιουνίου θα παίξουν καταλυτικό ρόλο στην ανασυγκρότηση ενός μετώπου της κεντροαριστεράς.
Αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι τι θα γίνει εάν, σε ένα-δυο χρόνια έχουμε μία νέα κρίση χρέους, όπως προβλέπουν σήμερα διαπρεπείς οικονομολόγοι, ξεκινώντας από την ίδια την Αμερική. Θα μπορέσει να αντέξει η ελληνική οικονομία δίχως βαθιές μεταρρυθμίσεις που θα αντιμετωπίσουν τη φτώχεια και τις μεγάλες ανισότητες; Θα συνεχιστεί τότε, όπως διαφαίνεται σήμερα, η ηγεμονία της ΝΔ;
Το πιο πιθανόν είναι μπροστά σε μια νέα διαφαινόμενη παγκόσμια κρίση Χρέους, ότι η νίκη και ηγεμονία της ΝΔ μπορεί να αποδειχθεί τόσο «στρατηγική» όσο ήταν και η νίκη του Γιώργου Παπανδρέου το 2009 με το 44% του εκλογικού σώματος. Να δοκιμαστεί σε σκληρές συνθήκες. Να γίνει δηλαδή αναλώσιμη. Η μονοκρατορία να γίνει πρόβλημα και να χρειαστούν συναινέσεις για μεγάλες και κρίσιμες αποφάσεις όταν νέοι «αγανακτισμένοι» βγουν στις πλατείες και πιέζουν το πολιτικό σύστημα πολύ πιο πριν ολοκληρωθεί η δεύτερη τετραετία του Μητσοτάκη και της Ν.Δ.




