- Διαφήμιση -

Το ψωμί στην ελληνική Κοινωνική Λαογραφία: Συμβολισμοί, έθιμα και τελετουργίες

Μπάμπης Στέρτσος

 

 «Όλα είναι υφά­δια της κοι­λιάς, μα το ψωμί στη­μό­νι» (παροι­μία)

Το ψωμί, θεμε­λιώ­δες στοι­χείο της δια­τρο­φής του ανθρώ­που ανά τους αιώ­νες, κατέ­χει μια εξέ­χου­σα θέση στην ελλη­νι­κή κοι­νω­νι­κή λαο­γρα­φία που υπερ­βαί­νει κατά πολύ την απλή υλι­κή του υπό­στα­ση. Η παρου­σία του δια­περ­νά ολό­κλη­ρο το φάσμα της κοι­νω­νι­κής ζωής, από τις καθη­με­ρι­νές συνή­θειες έως τις πιο σημα­ντι­κές στιγ­μές του κύκλου της ζωής και τις θρη­σκευ­τι­κές τελε­τές, ενσω­μα­τώ­νο­ντας πλή­θος συμ­βο­λι­σμών, τελε­τουρ­γι­κών πρα­κτι­κών και δοξα­σιών που απο­τε­λούν ανα­πό­σπα­στο μέρος της ελλη­νι­κής πολι­τι­σμι­κής ταυτότητας.

Η 16η Οκτω­βρί­ου, Παγκό­σμια Ημέ­ρα Ψωμιού, μας δίνει την αφορ­μή να εμβα­θύ­νου­με στην πλού­σια πολι­τι­σμι­κή κλη­ρο­νο­μιά που συν­δέ­ε­ται με αυτό το ταπει­νό αλλά τόσο σημα­ντι­κό αγα­θό στον ελλα­δι­κό χώρο. Το έθος στις παρα­δο­σια­κές κοι­νω­νί­ες εκφρά­ζει δια­χρο­νι­κά μια συνή­θεια και απαι­τεί την επα­νά­λη­ψη. Το ψωμί για τους Νεο­έλ­λη­νες έχει μεγά­λη σημα­σία και συν­δέ­ε­ται με τελε­τουρ­γι­κά και έθι­μα σημα­ντι­κών σταθ­μών του βίου όπως η γέν­νη­ση, ο γάμος και ο θάνατος.

Η μελέ­τη της χρή­σης και των  συμ­βο­λι­σμών του ψωμιού σε διά­φο­ρα έθι­μα και τελε­τές, ανα­δει­κνύ­ει τη βαθιά του ριζω­μέ­νη σημα­σία στην ελλη­νι­κή παράδοση.

Το τελετουργικό της παρασκευής του ψωμιού

Η παρα­σκευή του ψωμιού στην παρα­δο­σια­κή ελλη­νι­κή κοι­νω­νία δεν απο­τε­λού­σε απλώς μια οικια­κή εργα­σία, αλλά μια ιερή τελε­τουρ­γία που περι­βαλ­λό­ταν από αυστη­ρούς κανό­νες, δοξα­σί­ες και συμ­βο­λι­κές πρά­ξεις. Κάθε στά­διο της δια­δι­κα­σί­ας, από την προ­ε­τοι­μα­σία του προ­ζυ­μιού έως το ψήσι­μο και την κοπή του ψωμιού, φέρει βαθύ­τε­ρο νόη­μα και συν­δέ­ε­ται με την προ­στα­σία του σπι­τιού, την ευη­με­ρία της οικο­γέ­νειας και την πνευ­μα­τι­κή καθαρότητα.

Το Προζύμι: Η ψυχή του ψωμιού

Το προ­ζύ­μι, η ζυμω­μέ­νη μάζα που χρη­σι­μο­ποιεί­ται για να φου­σκώ­σει το ψωμί, θεω­ρεί­ται η “ψυχή” του άρτου και περι­βάλ­λε­ται από ιδιαί­τε­ρη φρο­ντί­δα και σεβα­σμό. Σύμ­φω­να με την παρά­δο­ση, το προ­ζύ­μι ανα­νε­ώ­νε­ται δύο φορές το χρό­νο με αγί­α­σμα: μία κατά τη Μεγά­λη Τετάρ­τη και μία κατά την Ύψω­ση του Τιμί­ου Σταυ­ρού (14 Σεπτεμ­βρί­ου). Αυτή η πρα­κτι­κή απο­σκο­πεί στον καθα­για­σμό του ψωμιού και στην εξα­σφά­λι­ση της θεί­ας ευλο­γί­ας για ολό­κλη­ρη τη χρονιά.

Η δια­δι­κα­σία ανα­νέ­ω­σης του προ­ζυ­μιού με αγί­α­σμα ακο­λου­θεί συγκε­κρι­μέ­νο τελε­τουρ­γι­κό. Η νοι­κο­κυ­ρά κοσκι­νί­ζει το αλεύ­ρι με προ­σο­χή, αντι­κα­θι­στά το νερό με αγί­α­σμα από την εκκλη­σία, και ζυμώ­νει με προ­σευ­χή, σχη­μα­τί­ζο­ντας τον σταυ­ρό πάνω στη ζύμη. Το προ­ζύ­μι αφή­νε­ται να ξεκου­ρα­στεί για τρεις μέρες σκε­πα­σμέ­νο σε ζεστό μέρος, ώστε να γίνει η πρώ­τη ζύμω­ση. Κατά τη διάρ­κεια αυτής της περιό­δου, πιστεύ­ε­ται ότι το προ­ζύ­μι “ζωντα­νεύ­ει” και απο­κτά μαγι­κές ιδιό­τη­τες προστασίας.

Στη γιορ­τή της Ύψω­σης του Τιμί­ου Σταυ­ρού, εκτός από την ανα­νέ­ω­ση του προ­ζυ­μιού, παρα­σκευά­ζο­νται και τα λεγό­με­να “Σταυ­ρο­λού­λου­δα”, μικρά ψωμά­κια που μοι­ρά­ζο­νται στους πιστούς ως ευλο­γία. Αυτή η πρα­κτι­κή συν­δέ­ει άμε­σα την παρα­σκευή του ψωμιού με τον θρη­σκευ­τι­κό κύκλο και τονί­ζει την ιερό­τη­τα του άρτου. Για να φτιά­ξουν το προ­ζύ­μι, οι γυναί­κες κοσκι­νί­ζουν το αλεύ­ρι, αντι­κα­θι­στούν το νερό με αγια­σμό και ζυμώ­νουν με προ­σευ­χή, σχη­μα­τί­ζο­ντας τον σταυ­ρό και καλύ­πτο­ντας το με καθα­ρό πανί.

Η τελετουργία του ζυμώματος

Το ζύμω­μα του ψωμιού απο­τε­λεί μια από τις πιο σημα­ντι­κές στιγ­μές στην οικια­κή ζωή της παρα­δο­σια­κής ελλη­νι­κής οικο­γέ­νειας. Η νοι­κο­κυ­ρά, που συνή­θως είναι η υπεύ­θυ­νη για αυτή την εργα­σία, ακο­λου­θεί συγκε­κρι­μέ­νους κανό­νες που δια­σφα­λί­ζουν την επι­τυ­χία του ψωμιού και την προ­στα­σία της οικογένειας.

Πριν από το ζύμω­μα, η νοι­κο­κυ­ρά πρέ­πει να είναι καθα­ρή σωμα­τι­κά και πνευ­μα­τι­κά. Το νερό που χρη­σι­μο­ποιεί­ται για το ζύμω­μα πρέ­πει να είναι “άκρι­το και αμί­λη­το”, δηλα­δή να έχει αντλη­θεί από την πηγή ή το πηγά­δι χωρίς να έχει προ­φερ­θεί λέξη, για να μην χάσει τη μαγι­κή του δύνα­μη. Σε ορι­σμέ­νες περιο­χές, το νερό αντλεί­ται από τρεις δια­φο­ρε­τι­κές πηγές, συμ­βο­λί­ζο­ντας την Αγία Τριάδα.

Κατά τη διάρ­κεια του ζυμώ­μα­τος, η νοι­κο­κυ­ρά κάνει τον σταυ­ρό πάνω στη ζύμη τρεις φορές, λέγο­ντας προ­σευ­χές και ευχές για την ευη­με­ρία της οικο­γέ­νειας. Το ζύμω­μα γίνε­ται με ρυθ­μι­κές κινή­σεις, που σε ορι­σμέ­νες περιο­χές συνο­δεύ­ο­νται από τρα­γού­δια ή ρυθ­μι­κές εκφω­νή­σεις. Αυτή η πρα­κτι­κή όχι μόνο διευ­κο­λύ­νει τη φυσι­κή εργα­σία, αλλά και ενι­σχύ­ει τον τελε­τουρ­γι­κό χαρα­κτή­ρα της πράξης.

Αφού ολο­κλη­ρω­θεί το ζύμω­μα, η ζύμη καλύ­πτε­ται με ένα καθα­ρό πανί και αφή­νε­ται να φου­σκώ­σει σε ζεστό μέρος. Σε πολ­λές περιο­χές, η νοι­κο­κυ­ρά σχη­μα­τί­ζει έναν σταυ­ρό πάνω στη ζύμη με το δάχτυ­λό της ή με ένα μαχαί­ρι, για να προ­στα­τέ­ψει το ψωμί από το κακό μάτι και τα κακά πνεύ­μα­τα. Η ζύμη δεν πρέ­πει να ενο­χλη­θεί κατά τη διάρ­κεια της φού­σκω­σης, και η οικο­γέ­νεια απο­φεύ­γει τους θορύ­βους και τις έντο­νες κινή­σεις, για να μην “τρο­μά­ξει” η ζύμη και χάσει τον όγκο της.

Το πλάσιμο και η διακόσμηση

Το πλά­σι­μο του ψωμιού είναι μια τέχνη που μετα­δί­δε­ται από γενιά σε γενιά. Κάθε περιο­χή έχει τα δικά της σχή­μα­τα και τις δικές της τεχνι­κές δια­κό­σμη­σης, που φέρουν συμ­βο­λι­κό νόη­μα. Το καθη­με­ρι­νό ψωμί συνή­θως πλά­θε­ται σε απλά στρογ­γυ­λά ή επι­μή­κη καρ­βέ­λια, αλλά τα εορ­τα­στι­κά ψωμιά δια­κο­σμού­νται με περί­τε­χνα σχέ­δια που αντι­προ­σω­πεύ­ουν ευχές και προσδοκίες.

Ο σταυ­ρός είναι το πιο συνη­θι­σμέ­νο σύμ­βο­λο που απο­τυ­πώ­νε­ται πάνω στο ψωμί, είτε με χαρά­ξεις είτε με ζύμη. Άλλα συχνά σύμ­βο­λα περι­λαμ­βά­νουν που­λιά (που συμ­βο­λί­ζουν τα παι­διά και την ελευ­θε­ρία), λου­λού­δια (γονι­μό­τη­τα και ομορ­φιά), στα­φύ­λια (αφθο­νία και ευη­με­ρία), και γεω­με­τρι­κά σχέ­δια που αντι­προ­σω­πεύ­ουν την κοσμι­κή τάξη.

Τα συνή­θη στο­λί­σμα­τα των ψωμιών περι­λαμ­βά­νουν: δάφ­νη (συμ­βο­λί­ζει τη νίκη), στα­φύ­λι (την ευλο­γία), ντά­λια (την ευτυ­χία), κρι­νά­κι (την ευχά­ρι­στη είδη­ση), στά­χυ (τη γονι­μό­τη­τα) και λεμο­ναν­θούς (τους απο­γό­νους). Μερι­κά από αυτά τα ψωμιά είναι πανέ­μορ­φα έργα τέχνης, όπως η κου­λού­ρα γάμου από τον Μαρα­θώ­να, έργο της Αφρο­δί­της Χρυ­σού­λα, ή το ψωμί γάμου από το Λαο­γρα­φι­κό Μου­σείο Αχαρνών.

Στα γαμή­λια ψωμιά, η δια­κό­σμη­ση φτά­νει στο από­γειό της. Οι κου­λού­ρες του γαμπρού και της νύφης στο­λί­ζο­νται με κεντή­μα­τα από ζύμη που απει­κο­νί­ζουν σύμ­βο­λα γονι­μό­τη­τας, ευτυ­χί­ας και μακρο­ζω­ί­ας. Σε ορι­σμέ­νες περιο­χές, οι κου­λού­ρες κεντού­νται με πραγ­μα­τι­κά νήμα­τα και υφά­σμα­τα, δημιουρ­γώ­ντας πραγ­μα­τι­κά έργα τέχνης που ονο­μά­ζο­νται “κεντη­τό ψωμί” ή “πλου­μι­στό ψωμί”.

Το ψήσιμο: Η Μεταμόρφωση

Το ψήσι­μο του ψωμιού στον παρα­δο­σια­κό ξυλό­φουρ­νο απο­τε­λεί τη στιγ­μή της μετα­μόρ­φω­σης, όπου η ωμή ζύμη γίνε­ται άρτος. Πριν τοπο­θε­τη­θεί το ψωμί στον φούρ­νο, ο νοι­κο­κύ­ρης ή η νοι­κο­κυ­ρά κάνει τον σταυ­ρό και λέει μια προ­σευ­χή. Σε ορι­σμέ­νες περιο­χές, ρίχνουν λίγο αλά­τι στη φωτιά για να διώ­ξουν τα κακά πνεύματα.

Κατά τη διάρ­κεια του ψησί­μα­τος, η οικο­γέ­νεια παρα­μέ­νει σε κατά­στα­ση ανα­μο­νής και σεβα­σμού. Το άνοιγ­μα του φούρ­νου πριν από την ώρα του θεω­ρεί­ται ατυ­χία που μπο­ρεί να “πέσει” το ψωμί. Όταν το ψωμί είναι έτοι­μο, βγαί­νει από τον φούρ­νο με τελε­τουρ­γι­κό τρό­πο. Ο νοι­κο­κύ­ρης το σταυ­ρώ­νει λέγο­ντας “Χρό­νια πολ­λά” ή “Καλή όρε­ξη”, και το ψωμί τοπο­θε­τεί­ται σε ειδι­κό μέρος για να κρυώσει.

Η παρα­σκευή του ψωμιού είναι πολύ σημα­ντι­κή για τον άνθρω­πο της υπαί­θρου, γι’ αυτό και κάθε νοι­κο­κυ­ριό είχε τον δικό του φούρ­νο. Σε ορι­σμέ­νες περι­πτώ­σεις όπως στη Σκύ­ρο και την Όλυ­μπο Καρ­πά­θου, υπήρ­χαν κοι­νο­τι­κοί φούρ­νοι όπου οι νοι­κο­κυ­ρές πήγαι­ναν τα ψωμιά τους για ψήσι­μο προ­κει­μέ­νου να διευ­κο­λυν­θούν στις γεωρ­γι­κές τους εργα­σί­ες. Σύμ­φω­να με ορι­σμέ­νες μαρ­τυ­ρί­ες κατά τον 19ο αιώ­να, οι κάτοι­κοι ενός χωριού μετριού­νταν με τον αριθ­μό των φούρ­νων των νοι­κο­κυ­ριών τους.

Η κοπή του ψωμιού

Η κοπή του ψωμιού είναι επί­σης μια πρά­ξη που περι­βάλ­λε­ται από σεβα­σμό και συμ­βο­λι­σμό. Το ψωμί δεν κόβε­ται ποτέ με το μαχαί­ρι ανά­πο­δα, ούτε αφή­νε­ται ανά­πο­δο πάνω στο τρα­πέ­ζι, για­τί αυτό θεω­ρεί­ται ασέ­βεια και μπο­ρεί να φέρει δυστυ­χία στην οικο­γέ­νεια. Το καρ­βέ­λι ποτέ δεν έπρε­πε να μένει ανα­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­νο πάνω στο τρα­πέ­ζι, από φόβο μήπως όλα στην οικο­γέ­νεια πάνε στρα­βά και ανά­πο­δα. Ο πατέ­ρας της οικο­γέ­νειας συνή­θως είναι αυτός που κόβει το ψωμί, κάνο­ντας πρώ­τα τον σταυ­ρό πάνω του με το μαχαίρι.

Τα ψίχου­λα του ψωμιού δεν πετά­γο­νται ποτέ. Συλ­λέ­γο­νται προ­σε­κτι­κά και δίνο­νται στα που­λιά ή στα ζώα, ή χρη­σι­μο­ποιού­νται σε άλλες συντα­γές. Τα ψίχου­λα του τρα­πε­ζιού δεν πετά­γο­νται. Τα κορί­τσια ποτέ δεν παρα­τούν τη μπου­κιά τους ατε­λεί­ω­τη, διό­τι χάνε­ται η τύχη τους και υπάρ­χει κίν­δυ­νος να μεί­νουν ανύ­πα­ντρα. Τα αγό­ρια έπρε­πε να φάνε μέχρι και την τελευ­ταία μπου­κιά, καθώς αν την έτρω­γε κάποιος άλλος άρπα­ζε τη δύνα­μή του. Η σπα­τά­λη του ψωμιού θεω­ρεί­ται μεγά­λη αμαρ­τία, για­τί το ψωμί είναι δώρο του Θεού και σύμ­βο­λο της θεί­ας χάρης.

Ολό­κλη­ρο ψωμί δεν δανεί­ζε­ται, για να μη μετα­βι­βα­στεί στους ξένους μαζί με αυτό η αφθο­νία των αγα­θών του σπι­τιού. Η νοι­κο­κυ­ρά πάντα κόβει και κρα­τά μια άκρη από το ψωμί, για να δεσμεύ­σει έτσι την τύχη του σπιτιού.

Το ψωμί στον κύκλο της ζωής

Το ψωμί δια­δρα­μα­τί­ζει κεντρι­κό ρόλο στα δια­βα­τή­ρια έθι­μα, τις τελε­τουρ­γί­ες που σημα­το­δο­τούν τη μετά­βα­ση από το ένα στά­διο της ζωής στο άλλο, όπως η γέν­νη­ση, ο γάμος και ο θάνατος.

Γέννηση και προστασία της λεχώνας

Στα έθι­μα που περι­βάλ­λουν τη γέν­νη­ση, το ψωμί λει­τουρ­γεί κυρί­ως ως απο­τρο­παϊ­κό και προ­στα­τευ­τι­κό μέσο για τη λεχώ­να και το νεο­γέν­νη­το. Όπως ανα­φέ­ρει ο Άγγε­λος Ν. Δευ­τε­ραί­ος στη μνη­μειώ­δη μελέ­τη του “Ο άρτος κατά την γέν­νη­σιν και την τελευ­τήν. Η συμ­βο­λι­κή και μαγι­κή χρή­σις του υπό των νεω­τέ­ρων Ελλή­νων”, το ψωμί τοπο­θε­τεί­ται κάτω από το προ­σκέ­φα­λο της λεχώ­νας για προ­στα­σία από τη βασκα­νία και τα κακά πνεύματα.

Ευρύ­τα­τα δια­δε­δο­μέ­νη παρα­μέ­νει στον ελλη­νι­κό χώρο η δοξα­σία ότι η λεχώ­να υπό­κει­ται στην επή­ρεια κακο­ποιών δαι­μό­νων. Το ψωμί από τη στιγ­μή της γέν­νη­σης προ­φυ­λάσ­σει τη μητέ­ρα από τη βασκα­νία, το αρμέ­νι­σμα (το παρα­λή­ρη­μα της λεχώ­νας που απο­δί­δε­ται σε δαι­μο­νι­κά όντα) και όλα τα κακά πνεύ­μα­τα. Στη Λέσβο βάζουν ψωμί κάτω από το προ­σκέ­φα­λο της λεχώ­νας για να μην τη δει κακό μάτι. Στη Σαλα­μί­να βάζουν ψωμί κάτω από το προ­σκέ­φα­λο της λεχώ­νας για να μη στε­ρη­θεί το παι­δί το ψωμί και να μην του προ­κα­λέ­σουν κακό τα ξωτι­κά. Στη Σύμη μαζί με το ψωμί κάτω από το προ­σκέ­φα­λο της λεχώ­νας τοπο­θε­τεί­ται και το τυπά­ρι με το οποίο σφρα­γί­ζο­νται οι εκκλη­σια­στι­κοί άρτοι.

Σε μερι­κά μέρη της Ελλά­δος, το ψωμί θεω­ρεί­ται δύνα­μη της λεχώ­νας, γι’ αυτό απα­γο­ρεύ­ε­ται να βγει από το σπί­τι της αλεύ­ρι, προ­ζύ­μι ή ψωμί. Στην περιο­χή της Καλα­μπά­κας για να προ­στα­τευ­τεί η λεχώ­να από τις κακο­ποιές δυνά­μεις, βάζει στις τσέ­πες της φυλα­χτά από λιβά­νι, ψωμί καμέ­νο, ρόδι, σκόρ­δο, ξύλο κρα­νιάς και σκρού­μπο (στά­χτη από καμέ­νο πανί).

Στην επαρ­χία Αγιάς Λαρί­σης κατά την πρώ­τη μέρα της γέν­νη­σης κατά την οποία προ­σκα­λεί­ται στο τρα­πέ­ζι και ο ιερέ­ας για να δώσει ευχή, εκτός από ένα ποτή­ρι νερό έχει τοπο­θε­τη­θεί και λίγο ψωμί, το οποίο η λεχώ­να θα δέσει μαζί με λιβά­νι και το δακτυ­λί­δι της στο τσε­μπέ­ρι της ως αλεξίκακον.

Τα παλαιό­τε­ρα χρό­νια στην περι­φέ­ρεια του νομού Τρι­κά­λων αμέ­σως μετά τον τοκε­τό έδι­ναν στη λεχώ­να να φάει κου­λού­ρα καθά­ρια, δηλα­δή ψωμί ζυμω­μέ­νο με στα­ρέ­νιο αλεύ­ρι, αλλά χωρίς προ­ζύ­μι. Αμέ­σως μετά τον τοκε­τό καλού­σαν πρώ­τα τη μαμή και έπει­τα τους συγ­γε­νείς και τις γυναί­κες της γει­το­νιάς σε ένα κοι­νό τρα­πέ­ζι, όπου προ­σφε­ρό­ταν φρε­σκο­ψη­μέ­νο ψωμί. Η κοι­νή αυτή συνε­στί­α­ση λάμ­βα­νε πανη­γυ­ρι­κό χαρα­κτή­ρα και ονο­μα­ζό­ταν μπο­γα­νί­κια. Σ’ αυτή τη συνε­στί­α­ση, κυριό­τε­ρο έδε­σμα ήταν η μπο­γά­τσα που ήταν άζυ­μος άρτος ψημέ­νος στη σταχτοβόλη.

Προστασία του νεογέννητου

Μετά το κόψι­μο του ομφά­λιου λώρου και το λού­σι­μο του νεο­γέν­νη­του, ακο­λου­θεί το φάσκιω­μα. Σε πολ­λά μέρη της Ελλά­δος τοπο­θε­τούν ψωμί στα σπάρ­γα­να του βρέ­φους, για να το προ­φυ­λά­ξουν από τις κακο­ποιές δυνά­μεις. Στην ελλη­νι­κή ύπαι­θρο προ­κει­μέ­νου να διώ­ξουν τα κακά πνεύ­μα­τα, δαί­μο­νες, φαντά­σμα­τα κ.ά. τοπο­θε­τούν πάνω στο σώμα του βρέ­φους ψωμί. Ενί­ο­τε τοπο­θε­τούν και άλλα αντι­κεί­με­να όπως ψαλί­δι, σίδε­ρο, λιβά­νι, σκόρ­δο ή τετρα­βάγ­γε­λο, ύφα­σμα από εγκαί­νια εκκλη­σί­ας, βάγια κ.ά.

Στη Σαλα­μί­να, για την προ­στα­σία του νηπί­ου τοπο­θε­τούν κάτω από το προ­σκέ­φα­λό του ένα κου­λου­ρά­κι μέχρι τη βάπτι­σή του. Στη Λευ­κά­δα, το μαυ­ρο­μά­νι­κο μαχαί­ρι και το ψωμί προ­φυ­λάσ­σουν τα βρέ­φη από τους δαί­μο­νες. Στο Νεστό­ριο της Καστο­ριάς για να προ­φυ­λά­ξουν τα παι­διά από τις νεράι­δες, που πίστευαν ότι τα αρπά­ζουν ή τους παίρ­νουν τη φωνή, τοπο­θε­τού­σαν στο κατώ­φλι της πόρ­τας αλά­τι, κατρά­μι και ψωμί. Στη Σκύ­ρο, εκτός από ψωμί τοπο­θε­τού­σαν και τη σφρα­γί­δα με την οποία σφρα­γί­ζουν τα πρό­σφο­ρα. Στην Ικα­ρία, για να μην βασκα­θεί το παι­δί, έκα­ναν φυλα­κτό από αντί­δω­ρο της Μ. Πέμ­πτης, το οποίο τοπο­θε­τού­σαν μέσα σε ύφα­σμα από εγκαί­νια ναού.

Μια από τις κρί­σι­μες στιγ­μές, είναι η ώρα του πρώ­του θηλα­σμού του βρέ­φους. Στη Θρά­κη, την ώρα που η λεχώ­να θηλά­ζει για πρώ­τη φορά το παι­δί, κρα­τούν πάνω από το κεφά­λι της ένα κόσκι­νο με αλά­τι, κρα­σί και ψωμί. Στην Κω, όταν η λεχώ­να δεν έχει γάλα, της δίνουν να φάει ψωμί ταξι­διά­ρι­κο (ψωμί που έρχε­ται από μέρη μακρι­νά, έδρα των δαι­μό­νων, που ο λαός πιστεύ­ει ότι έχει μέσα του μια δύνα­μη υπερφυσική).

Οι μοίρες και το ψωμί

Ο λαός πιστεύ­ει ότι ορι­σμέ­νη μέρα από τη γέν­νη­ση του βρέ­φους το επι­σκέ­πτο­νται οι τρεις Μοί­ρες, υπερ­φυ­σι­κά όντα τα οποία απο­φα­σί­ζουν για τη ζωή του. Η ημέ­ρα αυτή θεω­ρεί­ται κρί­σι­μη για το νεο­γέν­νη­το διό­τι ό,τι γρά­ψουν οι Μοί­ρες θα το ακο­λου­θεί σε όλο του τον βίο. Οι συγ­γε­νείς του βρέ­φους προ­σπα­θούν να εξευ­με­νί­σουν τις Μοί­ρες προ­σφέ­ρο­ντάς τους διά­φο­ρα εδέ­σμα­τα, γλυ­κί­σμα­τα, ψωμί. Κατα­σκευά­ζουν, επί­σης, περί­α­πτα τα οποία περιέ­χουν ρίγα­νη, σκόρ­δο, αλά­τι, ψωμί κ.ά.

Το ψωμί, το οποίο παρα­σκευά­ζε­ται με αγνά υλι­κά και μελώ­νε­ται, χρη­σι­μο­ποιεί­ται με μαγι­κο­θρη­σκευ­τι­κά τελε­τουρ­γι­κά που απο­σκο­πούν στην προ­στα­σία του βρέ­φους. Σε πολ­λά μέρη της Ελλά­δος, παρα­σκευά­ζουν ψωμί σε σχή­μα κύκλου και περ­νούν μέσα από αυτό το νεο­γέν­νη­το με σκο­πό την προ­στα­σία του. Πρό­κει­ται για το γνω­στό έθι­μο του τρυ­πο­πε­ρά­σμα­τος, με τη δια­φο­ρά ότι εδώ ο κύκλος είναι κατα­σκευα­σμέ­νος από ψωμί.

Ατεκνία και τεκνογονία

Ο ελλη­νι­κός λαός θεω­ρεί μεγά­λο ατύ­χη­μα την μη από­κτη­ση παι­διών από το ζευ­γά­ρι των παντρε­μέ­νων. Για να απο­τρέ­ψουν την ατε­κνία οι κάτοι­κοι δια­φό­ρων ελλη­νι­κών τόπων εφαρ­μό­ζουν πολ­λές μεθό­δους. Μετα­ξύ των μέσων τα οποία χρη­σι­μο­ποιού­νται για τον σκο­πό αυτό είναι και η προ­σφυ­γή στο ψωμί.

Η άτε­κνη (στέρ­φα), η οποία εθε­ω­ρεί­το κατώ­τε­ρη των άλλων γυναι­κών, ανα­ζη­τού­σε τη βοή­θεια του ψωμιού προ­κει­μέ­νου να επι­τύ­χει τεκνο­γο­νία. Ο ιερέ­ας, σε πολ­λά μέρη της Ελλά­δος, δεν δεχό­ταν προ­σφο­ρά άρτου για την παρα­σκευή της θεί­ας Κοι­νω­νί­ας (λει­τουρ­γιά) από τα χέρια άκλη­ρης γυναίκας.

Στη γιορ­τή του Αγί­ου Ευθυ­μί­ου (20 Ιαν.) οι στεί­ρες γυναί­κες παρα­σκευά­ζουν εκκλη­σια­στι­κούς άρτους και τους προ­σφέ­ρουν στην εκκλη­σία με σκο­πό την από­κτη­ση παι­διών. Στις περιο­χές που επι­κρα­τεί αυτό το έθι­μο, ο Άγιος Ευθύ­μιος θεω­ρεί­ται προ­στά­της των μικρών παι­διών. Η λει­τουρ­γιά που προ­σφέ­ρει η στεί­ρα γυναί­κα στην Εκκλη­σία ονο­μά­ζε­ται κλή­ρα.

Εάν η άκλη­ρη γυναί­κα μεί­νει έγκυος, πηγαί­νει άρτο στην Εκκλη­σία και παρα­κα­λεί τον Άγιο Στυ­λια­νό, προ­στά­τη των εγκύ­ων, να τη βοη­θή­σει, και τον Άγιο Ελευ­θέ­ριο να την ελευ­θε­ρώ­σει απρό­σκο­πτα. Στην περιο­χή Καλα­βρύ­των, όταν μια γυναί­κα πλη­σιά­ζει να γεν­νή­σει, προς διευ­κό­λυν­ση του τοκε­τού, η πεθε­ρά ή η μαμή ρίχνει αντί­δω­ρο στα κερα­μί­δια του σπι­τιού και θάβει στις τέσ­σε­ρις γωνί­ες του σπι­τιού από ένα μπου­κά­λι με αγιασμό.

Γάμος: Η τελετουργική παρασκευή του ψωμιού

Ο γάμος από τα αρχαία χρό­νια μέχρι σήμε­ρα θεω­ρεί­ται, όπως και σ’ άλλους λαούς, από τα σπου­δαιό­τε­ρα γεγο­νό­τα του κοι­νω­νι­κού βίου, γι’ αυτό και έχει συν­δε­θεί με ειδι­κούς θεσμούς και τελε­τουρ­γί­ες. Στην προ­ε­τοι­μα­σία της τέλε­σης του γάμου γενι­κά, εκτός από τα άλλα, σημα­ντι­κή θέση κατα­λαμ­βά­νει η τελε­τουρ­γι­κή παρα­σκευή του ψωμιού για τον εορ­τα­σμό του γάμου, ειδι­κό­τε­ρα δε η κου­λού­ρα του γαμπρού και της νύφης.

Προετοιμασία του σταριού

Το στά­ρι που θα απαι­τη­θεί για αυτό τον σκο­πό δια­λέ­γε­ται από τον γεωρ­γό κατά το αλώ­νι­σμα, όπως συνη­θί­ζε­ται στη Σκύ­ρο και σε άλλα μέρη. Οι οικο­γέ­νειες που προ­σκα­λού­νται στον γάμο στέλ­νουν στην οικο­γέ­νεια του γαμπρού ή της νύφης το απαι­τού­με­νο στά­ρι, όπως π.χ. στη Σιτα­ριά Φλώ­ρι­νας, όπου κάθε προ­σκε­κλη­μέ­νος οικο­γε­νειάρ­χης στέλ­νει ένα κόσκι­νο γεμά­το στάρι.

Όσα άτο­μα θα χρη­σι­μο­ποι­η­θούν για το ζύμω­μα των ψωμιών του γάμου πρέ­πει να είναι αμφι­θα­λή (δηλα­δή να έχουν και τους δύο γονείς τους εν ζωή). Το στά­ρι που προ­ο­ρί­ζε­ται για τα ψωμιά του γάμου, με τη συνο­δεία μου­σι­κής και τρα­γου­διών, μετα­φέ­ρε­ται στο κοντι­νό­τε­ρο ποτά­μι ή πηγή για πλύ­σι­μο. Μετά το στέ­γνω­μα, το άλε­σμά του γινό­ταν παλαιό­τε­ρα με χει­ρό­μυ­λο στο σπί­τι των γονιών του γαμπρού και της νύφης, ή στο γου­δί από κοπέ­λες με συνο­δεία μου­σι­κής και τραγουδιών.

Ο μυλω­νάς, μόλις κατα­λά­βει ότι έρχο­νται τα κορί­τσια, θα δια­κό­ψει το άλε­σμα άλλου στα­ριού για να δοθεί έτσι προ­τε­ραιό­τη­τα στα αλέ­σμα­τα του γάμου. Σύμ­φω­να με το έθι­μο, επι­βάλ­λε­ται να αλε­σθεί το στά­ρι του γάμου την ίδια στιγ­μή που θα φτά­σει στον μύλο, για να μην παρα­μεί­νει εκεί όπου, σύμ­φω­να με τις λαϊ­κές δοξα­σί­ες, παρα­μο­νεύ­ουν κακο­ποιά πνεύματα.

Το ζύμωμα του γαμήλιου ψωμιού

Το ζύμω­μα του προ­ζυ­μιού, το ανά­πια­σμα όπως λέγε­ται, γίνε­ται σύμ­φω­να με προ­κα­θο­ρι­σμέ­νο τυπι­κό: τρία αμφι­θα­λή αγό­ρια θα πάνε στη βρύ­ση για τη μετα­φο­ρά του ανα­γκαί­ου νερού. Σε κάποια μάλι­στα μέρη της Ελλά­δος, όπως στο Μανιά­κι Πυλί­ας, τα αγό­ρια πάνε στη βρύ­ση μεταμ­φιε­σμέ­να με ρού­χα κορι­τσί­στι­κα. Κατά τη μετά­βα­ση στη βρύ­ση δεν επι­τρέ­πε­ται κανείς να μιλή­σει ούτε να ακου­μπή­σει σε κανέ­να σημείο, το νερό πρέ­πει να μετα­φερ­θεί μέσα σε και­νούρ­για και ολο­κέ­ντη­τη στά­μνα άκρι­το και αμί­λη­το (Σκύ­ρος).

Πριν αρχί­σει το ζύμω­μα, ένα μικρό αγό­ρι με ένα ζευ­γλί (σιδε­ρέ­νιο ραβδί το οποίο χρη­σι­μο­ποιεί­ται για τον ζυγό των βοδιών), κατά προ­τί­μη­ση κλεμ­μέ­νο από άλλο σπί­τι, όπου στην κορυ­φή του έχει δεθεί, σε σχή­μα σταυ­ρού, ένα ματσά­κι βασι­λι­κού με κόκ­κι­νη κορ­δέ­λα, μαζί με το δακτυ­λί­δι των αρρα­βώ­νων του γαμπρού ή της νύφης, χαράσ­σει στο ζυμά­ρι το σημείο του σταυρού.

Στην Ινέ­πο­λη της Σινώ­πης σκέ­πα­ζαν, παλαιό­τε­ρα (προ του 1923), το προ­ζύ­μι με ωραίο και κεντη­μέ­νο μακρύ ύφα­σμα. Στις Κάτω Κλει­νές της Φλώ­ρι­νας το σκέ­πα­ζαν με την κάπα του πιο ηλι­κιω­μέ­νου βοσκού. Στη συνέ­χεια τοπο­θε­τεί­ται το προ­ζύ­μι στο μέσον της αίθου­σας, και γύρω γύρω στή­νε­ται χορός και τρα­γου­δούν και τα σχε­τι­κά τραγούδια.

Αφού ανε­βεί το προ­ζύ­μι, αρχί­ζει το ζύμω­μα των ψωμιών, με συνο­δεία τρα­γου­διών από παρευ­ρι­σκό­με­να αμφι­θα­λή κορί­τσια. Στην Τσε­ντώ της Θρά­κης (προ του 1923), στο ζύμω­μα των ψωμιών του γάμου συμ­με­τεί­χε μια πρω­το­γέν­νη­τη κόρη και μια τελευ­ταία στη σει­ρά των παι­διών, απο­τε­κνά­δι όπως λέγε­ται (το νεό­τε­ρο παι­δί στη σει­ρά παι­διών μιας οικο­γέ­νειας), για­τί τα πρω­τό­το­κα παι­διά, όπως και οι πρω­το­στέ­φα­νες γυναί­κες, θεω­ρεί­ται ότι είναι περισ­σό­τε­ρο τυχερά.

Στη ζύμη ενί­ο­τε έρι­χναν διά­φο­ρα μυρω­δι­κά, όπως μοσχο­κά­ρυ­δο, κανέλ­λα, ψιλο­σού­σα­μο κ.ά., για να γίνουν τα ψωμιά του γάμου αφρά­τα και μυρω­δά­τα. Μετά το ανά­πια­σμα των προ­ζυ­μιών, οι παρευ­ρι­σκό­με­νοι ρίχνουν μέσα στη σκά­φη νομί­σμα­τα αση­μέ­νια ή χρυ­σά, τα οποία παίρ­νει εκεί­νη που ζύμω­σε τα ψωμιά.

Πλάσιμο και ψήσιμο

Μετά το ζύμω­μα, όταν το φύρα­μα (η ζύμη) ανε­βεί, αρχί­ζει το πλά­σι­μο των ψωμιών από ειδι­κές γυναί­κες, οι οποί­ες στην Κάρ­πα­θο λέγο­νται πλά­στρου­σαι. Ιδιαί­τε­ρη φρο­ντί­δα κατα­βάλ­λε­ται για τις κου­λού­ρες που θα στα­λούν από το σόι της νύφης σε εκεί­νο του γαμπρού και αντι­στρό­φως. Πάνω στους άρτους αυτούς, σχη­μα­τί­ζο­νται με τη ζύμη προ­σε­κτι­κά και με καλαι­σθη­σία τα αρχι­κά γράμ­μα­τα των ονο­μά­των και των δύο νεο­νύμ­φων και άλλα στο­λί­δια. Καρ­φώ­νο­νται επί­σης πάνω στο ζυμά­ρι κλα­διά κλή­μα­τος, μηλιάς, μήλα, λου­λού­δια κ.ά.

Συγ­χρό­νως με το πλά­σι­μο και το στό­λι­σμα των ψωμιών, πυρώ­νε­ται ο φούρ­νος για το ψήσι­μό τους. Μόλις ετοι­μα­στεί ο φούρ­νος, σταυ­ρώ­νε­ται το στό­μιό του μετά την εισα­γω­γή των ψωμιών.

Το ψωμί ως πρόσκληση και δώρο

Το κάλε­σμα στον γάμο θεω­ρεί­ται τιμη­τι­κό, όταν γίνε­ται με ψωμί που στέλ­νε­ται στον προ­σκε­κλη­μέ­νο. Το ψωμί του γάμου επέ­χει θέση προ­σκλη­τη­ρί­ου. Οι απο­δε­χό­με­νοι την πρό­σκλη­ση του γάμου φέρ­νουν ως δώρο στους μελ­λό­νυμ­φους πολυ­κε­ντη­μέ­νην και λου­λου­δο­στο­λη­σμέ­νην κου­λού­ρα, αντα­πο­δί­δο­ντας έτσι την τιμή της πρό­σκλη­σης και την αγά­πη τους στο νέο ζευγάρι.

Ο γαμπρός κατά την εκκί­νη­ση από το πατρι­κό του για την παρα­λα­βή της νύφης για τη στέ­ψη υπο­κλί­νε­ται πρώ­τος κάνο­ντας τον σταυ­ρό του μπρο­στά στο ψωμί, το οποίο παίρ­νει μαζί του ως σύμ­βο­λο δύνα­μης και ευτυ­χί­ας. Κομ­μά­τια ψωμιού ρίχνει μετά η νύφη στη στέ­γη του σπι­τιού της, προ­τού ξεκι­νή­σει για τη στέ­ψη, ως προ­σφο­ρά της στα δαι­μο­νι­κά όντα που κατοι­κο­ε­δρεύ­ουν εκεί.

Δύο πρό­σφο­ρα τοπο­θε­τού­νται εν συνε­χεία στη μασχά­λη των μελ­λο­νύμ­φων, προ­τού εισέλ­θουν στην Εκκλη­σία, ως προ­στα­τευ­τι­κά από την επή­ρεια των κακο­ποιών δαι­μό­νων και επι­δρά­σε­ων των μαγι­κών πρά­ξε­ων κατά τη διάρ­κεια της στέ­ψης (έθι­μο περιο­χής Γρεβενών).

Αρχαία Μακεδονία

Οι Έλλη­νες Μακε­δό­νες κατά το μυστή­ριο του γάμου έκο­βαν φρε­σκο­ψη­μέ­νο ψωμί στη μέση και έδι­ναν από ένα κομ­μά­τι στους νεό­νυμ­φους για να ευλο­γη­θεί το μυστή­ριο. Έτσι έγι­νε και στο γάμο του Μεγά­λου Αλε­ξάν­δρου με τη Ρωξά­νη, απο­δει­κνύ­ο­ντας τη βαθιά ριζω­μέ­νη παρά­δο­ση του ψωμιού στα γαμή­λια τελε­τουρ­γι­κά από την αρχαιότητα.

Θάνατος και μνημόσυνα

Ο άρτος συνο­δεύ­ει τον άνθρω­πο και στην τελευ­ταία του πορεία. Σύμ­φω­να με τον Δευ­τε­ραίο, στη μελέ­τη του για τον άρτο κατά την τελευ­τή, το ψωμί προ­σφέ­ρε­ται στα μνη­μό­συ­να και τις τελε­τές μνή­μης, συμ­βο­λί­ζο­ντας την αιώ­νια ζωή και την κοι­νω­νία των ζώντων με τους νεκρούς.

Ο θάνα­τος θεω­ρεί­ται ότι είναι το σοβα­ρό­τε­ρο δυστύ­χη­μα που μπο­ρεί να πλή­ξει τον άνθρω­πο. Γι’ αυτό πιστεύ­ε­ται ότι οι νεκροί δυσα­ρε­στού­νται σε μεγά­λο βαθ­μό και ότι η ψυχή ζηλεύ­ει τους επι­ζώ­ντες. Κατά τη λαϊ­κή δοξα­σία, οι δαί­μο­νες αρέ­σκο­νται να εισχω­ρούν σε νεκρά σώμα­τα, γι’ αυτό και οι ζωντα­νοί ανα­γκά­ζο­νται να τοπο­θε­τούν ψωμί πάνω στον νεκρό και να εντα­φιά­ζε­ται μαζί με αυτό.

Ο λαός θεω­ρεί επι­κίν­δυ­νη στιγ­μή τη διάρ­κεια μιας κηδεί­ας ή ενός μνη­μό­συ­νου και προ­στα­τεύ­ε­ται από την επή­ρεια κακο­ποιών δυνά­με­ων με ψωμί και λιβά­νι. Ίδια προ­φύ­λα­ξη λαμ­βά­νε­ται και κατά την απο­χώ­ρη­ση ατό­μου από σπί­τι που υπάρ­χει άτα­φος νεκρός. Όσοι παρευ­ρέ­θη­καν στην ταφή, επι­στρέ­φο­ντας στα σπί­τια τους θα διέλ­θουν προη­γου­μέ­νως από πηγή νερού για καθαρ­μό. Όσοι έρχο­νται για παρη­γο­ριά των συγ­γε­νών του νεκρού, φέρουν μαζί τους ψωμί.

Στο χωριό Καστα­νιές της Θρά­κης βάζουν στον τάφο του νεκρού μια ελιά ή μια τετρά­γω­νη αρτο­σφρα­γί­δα, για να μην γίνει βρι­κό­λα­κας. Σε μερι­κά μέρη της Ελλά­δος μετά την ταφή του νεκρού, κοντά στο μνή­μα στρώ­νο­νται τρα­πέ­ζια με φαγη­τά και απα­ραι­τή­τως ψωμιά, οι λεγό­με­νες μακα­ριές, όπου συμ­με­τέ­χουν οι συγ­γε­νείς και οι φίλοι του θανόντος.

Σε άλλα μέρη τα ψωμιά που μοι­ρά­ζο­νται στο νεκρο­τα­φείο για συγ­χώ­ριο της ψυχής του νεκρού λέγο­νται ψυχού­δια. Τα παρα­σκευα­ζό­με­να και δια­νε­μό­με­να ψωμιά στο σπί­τι του νεκρού πρέ­πει να είναι περιτ­τού αριθμού.

Οι Έλλη­νες τελούν μνη­μό­συ­να την τρί­τη, την ένα­τη και την τεσ­σα­ρα­κο­στή μέρα από τον θάνα­το. Επί­σης κατά τους έξι ή δώδε­κα μήνες. Τα ψωμιά που παρα­σκευά­ζο­νται για τα μνη­μό­συ­να ονο­μά­ζο­νται ανα­πα­ψί­μα­τα, ψυχού­δια, ψυχώ­νια, ψυχό­πι­τες, ψυχο­λει­τουρ­γιές.

Τα Σάβ­βα­τα των ψυχών, ψυχο­σάβ­βα­τα, είναι κυρί­ως τέσ­σε­ρα: των Απο­κριών ή της Κρε­α­τι­νής, της Τυρι­νής, των Αγί­ων Θεο­δώ­ρων και της Πεντη­κο­στής ή του Ρου­σα­λιού. Όσοι έχουν νεκρούς θα παρα­σκευά­σουν και θα μοι­ρά­σουν ψωμιά κατά τη Μ. Πέμ­πτη, τη Μ. Παρα­σκευή, τη Δευ­τέ­ρα της Δια­και­νη­σί­μου, της Ανα­λή­ψε­ως, της Κοι­μή­σε­ως της Θεο­τό­κου, την ημέ­ρα των Χρι­στου­γέν­νων και κατά την εορ­τή του Αγί­ου Ιωάν­νη του Προ­δρό­μου (7 Ιαν.).

Το ψωμί της Πρω­το­χρο­νιάς, η παρα­δο­σια­κή βασι­λό­πι­τα, κόβε­ται για τα μέλη της οικο­γέ­νειας, αλλά και για τους νεκρούς της.

Το ψωμί στη θρησκευτική λατρεία

Στην Ορθό­δο­ξη Χρι­στια­νι­κή παρά­δο­ση, ο άρτος κατέ­χει κεντρι­κή θέση, με κορυ­φαία έκφρα­ση τη χρή­ση του στη Θεία Ευχαριστία.

Ο άρτος στη χριστιανική θρησκεία

Στη χρι­στια­νι­κή θρη­σκεία ο άρτος έχει μεγά­λη σπου­δαιό­τη­τα. Τόσο στην Παλαιά όσο και στην Και­νή Δια­θή­κη υπάρ­χουν πολ­λές ανα­φο­ρές στο ψωμί, όπως το μάνα εξ ουρα­νού που έστει­λε ο Θεός στο Μωυ­σή, το θαύ­μα των 5 άρτων στην έρη­μο, το γάμο της Κανά. Αλλά την ύψι­στη σπου­δαιό­τη­τα στον άρτο προ­σέ­δω­σε ο Ιησούς Χρι­στός όταν τον παρο­μοί­ω­σε με τον εαυ­τό Του και είπε: “Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής. Όποιος έρχε­ται σε μένα δε θα πεινάσει.”

Το Πρόσφορο

Ο πιο σημα­ντι­κός όμως άρτος για τους Έλλη­νες είναι το πρό­σφο­ρο, που προ­σφέ­ρε­ται από τους πιστούς για να τελε­στεί η Θεία Ευχα­ρι­στία. Το πρό­σφο­ρο, ο ένζυ­μος άρτος που προ­σφέ­ρε­ται από τους πιστούς, απο­τε­λεί το υλι­κό στοι­χείο που, κατά τη Θεία Λει­τουρ­γία, μετα­βάλ­λε­ται σε Σώμα Χρι­στού. Η ίδια η λέξη “πρό­σφο­ρο” δηλώ­νει την πρά­ξη της προσφοράς.

Ο άρτος, πριν ψηθεί σφρα­γί­ζε­ται με αρτο­σφρα­γί­δα που απο­τυ­πώ­νει πάνω του ανά­γλυ­φο σταυ­ρό με το σύμ­βο­λο του Ιησού Χρι­στού IC-XC/NI-KA, τον λεγό­με­νο Αμνό, στο κέντρο και γύρω τις μερί­δες της Πανα­γί­ας, των Αγγέ­λων και των Αγί­ων. Αυτές οι μερί­δες αφαι­ρού­νται τελε­τουρ­γι­κά από το πρό­σφο­ρο και τοπο­θε­τού­νται από τον ιερέα στο δισκά­ριο. Από αυτά μαζί με τον οίνο προ­ε­τοι­μά­ζε­ται στο Άγιο Ποτή­ριο η Θεία Κοι­νω­νία. Το υπό­λοι­πο πρό­σφο­ρο μοι­ρά­ζε­ται στους πιστούς στο τέλος της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας σε μικρά κομ­μά­τια που λέγο­νται αντί­δω­ρα.

Σύμ­φω­να με μια ερμη­νεία, το πρό­σφο­ρο συμ­βο­λί­ζει την κοι­λιά της Θεο­τό­κου, από την οποία προ­ήλ­θε ο Χρι­στός, ενώ κατά μια άλλη, πατε­ρι­κή ερμη­νεία, εικο­νί­ζει ολό­κλη­ρο τον κόσμο, με την Εκκλη­σία στο κέντρο του.

Η σφράγιση του Άρτου

- Δια­φή­μι­ση -

Σε πολ­λούς πολι­τι­σμούς και επο­χές συνα­ντά­με τη συνή­θεια της δια­κό­σμη­σης του ψωμιού με ποι­κί­λους τρό­πους, σε διά­φο­ρες περι­στά­σεις. Στην Ορθό­δο­ξη λατρεία οι άρτοι συνη­θί­ζε­ται να σφρα­γί­ζο­νται πριν το ψήσι­μό τους με ειδι­κές σφρα­γί­δες που φέρουν συμ­βο­λι­κές παρα­στά­σεις και επι­γρα­φές. Οι σφρα­γί­δες αυτές εξε­λί­χθη­καν στο πέρα­σμα του χρό­νου παράλ­λη­λα με τη χρι­στια­νι­κή λατρεία.

Οι αρτο­σφρα­γί­δες δια­κρί­νο­νται σε ευχα­ρι­στια­κές, αυτές δηλα­δή που προ­ο­ρί­ζο­νται για τη σφρά­γι­ση του άρτου που χρη­σι­μο­ποιεί­ται για την τέλε­ση του μυστη­ρί­ου της Θεί­ας Ευχα­ρι­στί­ας και σφρα­γί­δες ευλο­γί­ας, που χρη­σι­μο­ποιού­νται για να σφρα­γί­ζο­νται οι άρτοι που προ­σφέ­ρο­νται κατά τις μεγά­λες δεσπο­τι­κές και θεο­μη­το­ρι­κές γιορ­τές αλλά και τις γιορ­τές των αγί­ων. Οι ευλο­γη­μέ­νοι αυτοί άρτοι μοι­ρά­ζο­νται στους πιστούς στο τέλος της λει­τουρ­γί­ας για υγεία και ευημερία.

Αρτοκλασία

Η αρτο­κλα­σία είναι η λει­τουρ­γι­κή παρά­δο­ση που υπεν­θυ­μί­ζει στους πιστούς ότι το ψωμί, εκτός από βασι­κό συστα­τι­κό της δια­τρο­φής του, είναι η ευλο­γία του Θεού για τον άνθρω­πο. Η τελε­τή της ευλο­γί­ας των πέντε άρτων σε μεγά­λες εορ­τές, οι οποί­οι στη συνέ­χεια δια­νέ­μο­νται στους πιστούς ως ευλο­γία, υπεν­θυ­μί­ζει το θαύ­μα των πέντε άρτων και απο­τε­λεί μια λει­τουρ­γι­κή παρά­δο­ση που τονί­ζει ότι το ψωμί είναι η ευλο­γία του Θεού για τον άνθρωπο.

Στα μετα­βυ­ζα­ντι­νά μονα­στή­ρια υπάρ­χει ειδι­κό κτί­σμα για την παρα­σκευή και απο­θή­κευ­ση του κοι­νο­βια­κού άρτου, το λεγό­με­νο μαγκεί­πιον (λατ. Manucipium), όπου ζύμω­ναν, έψη­ναν και απο­θή­κευαν τον κοι­νο­βια­κό άρτο.

Επτάζυμο (Εφτάζυμο): Το αρχαίο ψωμί των επτά ζωμών

Ένα από τα πιο ενδια­φέ­ρο­ντα και σχε­δόν ξεχα­σμέ­να είδη ψωμιού είναι το επτά­ζυ­μο ή εφτά­ζυ­μο, γνω­στό και ως αυτό­ζυ­μο ή γορ­γό ψωμί. Πρό­κει­ται για ένα παρα­δο­σια­κό ψωμί που παρα­σκευά­ζε­ται χωρίς τη χρή­ση μαγιάς, αλλά με προ­ζύ­μι από ζυμω­μέ­να ρεβί­θια. Η ονο­μα­σία του προ­έρ­χε­ται από τη χρή­ση επτά (ή περισ­σό­τε­ρων) ειδών ζωμών και βοτά­νων στη δια­δι­κα­σία ζυμώματος.

Σύμ­φω­να με το Χει­ρό­γρα­φο του Κέντρου Λαο­γρα­φί­ας (αριθμ. 2781, σ. 11), καθώς και με τη μελέ­τη του Γ. Σακά­ρη στα Μικρα­σια­τι­κά Χρο­νι­κά (Τόμος 5ος, 1952, σ. 97), το επτά­ζυ­μο ήταν ευρέ­ως δια­δε­δο­μέ­νο σε περιο­χές της Μικράς Ασί­ας, όπως τα Κυδώ­νια, αλλά και σε νησιά όπως η Χίος.

Στη Χίο, όπως ανα­φέ­ρε­ται στο Κέντρο Λαο­γρα­φί­ας (σ. 117–118, Βιός-Χιός), το εφτάζ­ζου­μο παρα­σκευά­ζε­ται με ζωμούς από επτά ειδών: ρεβι­θιών, μαρά­θου, πιπε­ριού, καλα­μιού, δάφ­νης, μαϊ­ντα­νού και σιτα­ριού. Ο Μιχα­ήλ Κ. Στε­φα­νί­δης, στο έργο του “Χυμευ­τι­κή και δημώ­δης ονο­μα­το­λο­γία” (Λεξι­κο­γρα­φι­κόν Αρχεί­ον της Μέσης και Νέας Ελλη­νι­κής, Τόμος Δ’, Παράρ­τη­μα της Αθη­νάς, τομ. ΚΘ’, 1917, σελ. 176), κατα­γρά­φει τον όρο “Φτόζ­μου” ως παραλ­λα­γή του επτα­ζύ­μου ψωμιού, υπο­γραμ­μί­ζο­ντας την πλού­σια δια­λε­κτι­κή ποι­κι­λία της ονο­μα­σί­ας του.

Η παρα­σκευή του επτά­ζυ­μου απο­τε­λεί μια πολύ­πλο­κη βιο­χη­μι­κή δια­δι­κα­σία που βασί­ζε­ται στη φυσι­κή ζύμω­ση από βακτή­ρια και μύκη­τες που ανα­πτύσ­σο­νται στα ρεβί­θια. Το επτά­ζυ­μο θεω­ρεί­ται ένα από τα αρχαιό­τε­ρα είδη ψωμιού, με ρίζες που ανά­γο­νται στη βυζα­ντι­νή εποχή.

Άλλα εορταστικά ψωμιά

Η ελλη­νι­κή παρά­δο­ση είναι πλού­σια σε εορ­τα­στι­κά ψωμιά, καθέ­να από τα οποία συν­δέ­ε­ται με συγκε­κρι­μέ­νες γιορ­τές και φέρει το δικό του συμβολισμό:

  • Λαζα­ρά­κια: Μικρά, ημί­γλυ­κα ψωμά­κια σε σχή­μα ανθρώ­που με σφιγ­μέ­να χέρια, που παρα­σκευά­ζο­νται το Σάβ­βα­το του Λαζά­ρου και συμ­βο­λί­ζουν την ανά­στα­ση του Λαζά­ρου. Τα παι­διά τα μετα­φέ­ρουν από σπί­τι σε σπί­τι τρα­γου­δώ­ντας τα Λαζαράκια.
  • Χρι­στό­ψω­μο: Το εορ­τα­στι­κό ψωμί των Χρι­στου­γέν­νων, πλού­σια στο­λι­σμέ­νο με έναν σταυ­ρό στο κέντρο και άλλα σύμ­βο­λα που σχε­τί­ζο­νται με την αγρο­τι­κή ζωή και τις ευχές για καλή σοδειά. Το Χρι­στό­ψω­μο παρα­σκευά­ζε­ται την παρα­μο­νή των Χρι­στου­γέν­νων και απο­τε­λεί ένα είδος “ανάι­μης θυσί­ας” προς τιμήν του Χριστού.
  • Τσου­ρέ­κι: Το γλυ­κό, αρω­μα­τι­κό ψωμί του Πάσχα, πλεγ­μέ­νο σε κοτσί­δα και δια­κο­σμη­μέ­νο με κόκ­κι­να αυγά. Η Μεγά­λη Πέμ­πτη είναι η παρα­δο­σια­κή ημέ­ρα για το ψήσι­μο του τσου­ρε­κιού, που συμ­βο­λί­ζει τη χαρά της Ανάστασης.

Το ψωμί στην καθημερινή ζωή και τις κοινωνικές σχέσεις

Πέρα από τις θρη­σκευ­τι­κές και τελε­τουρ­γι­κές του χρή­σεις, το ψωμί κατέ­χει κεντρι­κή θέση στην καθη­με­ρι­νή ζωή και τις κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις των Ελλήνων.

Το ψωμί ως δώρο και σύμβολο φιλοξενίας

Στον καθη­με­ρι­νό βίο του λαού, συνη­θί­ζε­ται η ανταλ­λα­γή ψωμιών. Έτσι όταν μια αγρο­τι­κή οικο­γέ­νεια ζυμώ­σει ψωμί, προ­σφέ­ρει μια μικρή ποσό­τη­τα στους συγ­γε­νείς της. Σε μερι­κά μέρη της Ελλά­δος προ­σφέ­ρε­ται ως δώρο ένα ολό­κλη­ρο ζεστό ψωμί και στους γείτονες.

Στο Ξηρό­με­ρο Ακαρ­να­νί­ας ο αρρα­βω­νια­στι­κός θα στεί­λει κατά το Μ. Σάβ­βα­το κου­λού­ρα με κόκ­κι­να αυγά στην αρρα­βω­νια­στι­κιά του, ενώ στην Ήπει­ρο στέλ­νει μια λαμπά­δα και μια κου­λού­ρα. Συνή­θως η αρρα­βω­νια­στι­κιά αντα­πο­δί­δει το δώρο με ένα ψωμί.

Τα Χρι­στού­γεν­να ή το Πάσχα πολ­λοί χωρι­κοί θα δωρί­σουν στον δάσκα­λο ή τον ιερέα ή στους φτω­χούς ή σ’ εκεί­νους που δεν έχουν δική τους οικο­γέ­νεια, μεγά­λα και καλο­ζυ­μω­μέ­να ψωμιά. Σε περί­πτω­ση που κάποιος συγ­γε­νής ή συγ­χω­ρια­νός πρό­κει­ται να ξενι­τευ­τεί, του προ­σφέ­ρουν ως δώρο μια κου­λού­ρα ψωμιού.

Η δύνα­μη του ψωμιού μετα­βι­βά­ζε­ται στο άτο­μο που το παίρ­νει ως δώρο και ενι­σχύ­ει την και­νούρ­για σχέ­ση που δημιουρ­γεί­ται. Με την ανταλ­λα­γή του ψωμιού θεω­ρεί­ται ότι ολο­κλη­ρώ­νο­νται και ισχυ­ρο­ποιού­νται οι δεσμοί των ανθρώ­πων στη μικρή κοι­νω­νία του χωριού.

Δοξασίες και προλήψεις

Το ψωμί έγι­νε το αντι­κεί­με­νο πολ­λών λαϊ­κών δοξα­σιών και προ­λή­ψε­ων που αντι­κα­το­πτρί­ζουν τη βαθιά σημα­σία του στην ελλη­νι­κή κοινωνία:

  • Το καρ­βέ­λι ποτέ δεν έπρε­πε να μένει ανα­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­νο πάνω στο τρα­πέ­ζι, από φόβο μήπως όλα στην οικο­γέ­νεια πάνε στρα­βά και ανάποδα.
  • Ολό­κλη­ρο ψωμί δεν δανεί­ζε­ται, για να μη μετα­βι­βα­στεί στους ξένους μαζί με αυτό η αφθο­νία των αγα­θών του σπιτιού.
  • Τα ψίχου­λα του τρα­πε­ζιού δεν πετάγονται.
  • Τα κορί­τσια ποτέ δεν παρα­τούν τη μπου­κιά τους ατε­λεί­ω­τη, διό­τι χάνε­ται η τύχη τους.
  • Τα αγό­ρια έπρε­πε να φάνε μέχρι και την τελευ­ταία μπου­κιά, καθώς αν την έτρω­γε κάποιος άλλος άρπα­ζε τη δύνα­μή του.
  • Στην Αιτω­λία, αν το ψωμί δεν γίνε­ται μέσα σε 24 ώρες, πιστεύ­ουν ότι κάποιος θα πεθάνει.
  • Στην Κορώ­νη, όταν κοσκι­νί­ζει η γυναί­κα το αλεύ­ρι για να φτιά­ξει ψωμί, και αυτό κάνει βαθού­λω­μα, πιστεύ­ουν ότι θα ανοί­ξει μνήμα.
  • Πρέ­πει σε όλη του τη ζωή ο άνθρω­πος να σέβε­ται το ψωμί, διό­τι σε αντί­θε­τη περί­πτω­ση δεν βγαί­νει η ψυχή του.

Ο όρκος “μα το ψωμί” που έπαιρ­ναν οι αγρό­τες περι­κλεί­ει μέσα του όλη τη μυστα­γω­γία και το σεβα­σμό που έδει­χναν οι άνθρω­ποι στο ταπει­νό ψωμί.

Το ψωμί στη λαϊκή συνείδηση

Το γεγο­νός ότι το ψωμί θεω­ρεί­ται βασι­κό είδος δια­τρο­φής και η σύν­δε­σή του με τη χρι­στια­νι­κή λατρεία, που το θεω­ρεί σώμα Χρι­στού, του απέ­δω­σαν υπερ­φυ­σι­κές δυνά­μεις. Χαρα­κτη­ρι­στι­κή είναι η συμ­βου­λή του Αγα­πί­ου Λάν­δου για το πώς μπο­ρεί κανείς να βρει πνιγ­μέ­νο με το ψωμί: «Ἐάν τύχῃ νά πνι­γῇ τις εἰς ποτα­μόν, ἣ εἰς θάλασ­σαν, καί δέν τόν εὐρί­σκεις, ρίξε ἕνα ψωμί εἰς ἐκεί­νην τήν μεράν ὁποῦ ἐπνί­γῃ, καί αὐτό βου­λᾷ, καί ὑπά­γει ἀπά­νω εἰς τό λεί­ψα­νον τοῦ νεκροῦ, καί στέκεται».

Σε επο­χές που οι άνθρω­ποι πίστευαν βαθειά στο Θεό, κανέ­να πράγ­μα δεν ήταν στη συνεί­δη­ση του λαού τόσο ιερό και τιμη­μέ­νο όσο το ψωμί. Όχι βέβαια μόνο για­τί ήταν ζυμω­μέ­νο με κόπο και ήταν η βάση της δια­τρο­φής, αλλά κυρί­ως για­τί μόνο αυτό μετου­σί­ω­νε τη χάρη του Θεού σε σώμα και αίμα Χρι­στού κατά τη Θεία Λειτουργία.

Κατά τη διάρ­κεια της Τουρ­κο­κρα­τί­ας, το ψωμί απο­τε­λού­σε μέτρο πλού­του, αφθο­νί­ας και επι­βί­ω­σης. Τόσο σημα­ντι­κό ήταν, που σήμε­ρα ο λαός έχει κλη­ρο­νο­μή­σει εκφρά­σεις όπως: “Δεν έχει ψωμί να φάει”, “το βγά­ζει το ψωμί του” ή “αυτή η δου­λειά έχει πολύ ψωμί”.

Ο κύκλος του ψωμιού: Από το χωράφι στο τραπέζι

Η Παγκό­σμια Ημέ­ρα Ψωμιού, η 16η Οκτω­βρί­ου, φέρ­νει στο νου αυτή τη σοφή παροι­μία που λέει ο λαός θέλο­ντας να τονί­σει την αξία του ψωμιού σαν το βασι­κό στοι­χείο της ελλη­νι­κής παρα­δο­σια­κής δια­τρο­φής: «Όλα είναι υφά­δια της κοι­λιάς, μα το ψωμί στη­μό­νι». Το ζύμω­μα του ψωμιού ήταν η πιο βασι­κή ασχο­λία της αγρό­τισ­σας νοι­κο­κυ­ράς, αλλά για να φουρ­νί­σεις έπρε­πε να ζυμώ­σεις, για να ζυμώ­σεις έπρε­πε να αλέ­σεις, για να αλέ­σεις έπρε­πε να αλω­νί­σεις, για να αλω­νί­σεις έπρε­πε να θερί­σεις, και για να θερί­σεις θα έπρε­πε να σπείρεις!

Αυτός ήταν ο κύκλος του ψωμιού, η αγω­νία και ο αγώ­νας της φτω­χο­λο­γιάς για το ψωμί το μαλα­κό και το ξερό, για το γλυ­κό ψωμί, για το πικρό ψωμί της ξενι­τειάς, για τον πει­να­σμέ­νο που καρ­βέ­λια ονειρεύεται!

Η εβδομαδιαία τελετουργία του ζυμώματος

Μια φορά την εβδο­μά­δα ζύμω­ναν δώδε­κα καρ­βέ­λια για να περά­σει η οικο­γέ­νεια, και μαζί τα σκυ­λιά του σπι­τιού και της στά­νης. Τα σκέ­πα­ζαν ψηλά πάνω στο ράφι, και τα τελευ­ταία καρ­βέ­λια ξεραι­νό­ντου­σαν τόσο πολύ, που κόντευε το μαχαί­ρι να βγά­λει σπί­θες! Τα σύνερ­γα της νοι­κο­κυ­ράς για το ψωμί ήταν η μεγά­λη ξύλι­νη σκα­φί­δα, και η πινα­κω­τή (μια τάβλα με κοι­λώ­μα­τα ανά­λο­γα με τα καρ­βέ­λια που ζύμω­ναν), και φυσι­κά στην άκρη της αυλής ήταν ο φούρ­νος με την σιδε­ρο­μα­γκού­ρα, την πανιά­ρα, και το φουρ­νό­φτυα­ρο, έτοι­μος να καπνί­σει, να ψήσει, και να μοσχο­βο­λή­σει η γειτονιά!

Απο­βρα­δίς ανά­πια­ναν το προ­ζύ­μι και τον άφη­ναν κου­κου­λω­μέ­νο με μάλ­λι­νη κου­βέρ­τα όλη τη νύχτα. Με αυτή τη μαγιά την άλλη μέρα πολύ πρωί ζύμω­ναν το ψωμί, το κου­κού­λω­ναν με μάλ­λι­να σκε­πά­σμα­τα για ζέστα για να «γίνει», και κρά­τα­γαν πάλι ένα κομ­μά­τι ζυμά­ρι για να ανα­νε­ώ­σουν το προ­ζύ­μι. Το πρώ­το προ­ζύ­μι της χρο­νιάς το έφτια­χναν από τον βασι­λι­κό της ημέ­ρας «του Σταυ­ρού», και πέρ­να­γαν ολο­χρο­νι­κής! Πολ­λές φορές το δάνει­ζαν ή το δανεί­ζο­νταν, και το επέστρεφαν.

Η υγιεινή και η ακαταστασία

Πάντα όταν ζύμω­ναν φορού­σαν μαντή­λα στο κεφά­λι να μην πέσει καμιά τρί­χα στο ζυμά­ρι. Αν εύρι­σκαν τρί­χα στο ζυμά­ρι έδει­χνε ανοι­κο­κύ­ρευ­τη κατά­στα­ση και ακα­τα­στα­σία ! Ήταν σιχα­με­ρό να βρει κάποιος τρί­χα στο ψωμί την ώρα του φαγη­τού! Είναι χαρα­κτη­ρι­στι­κή η παροι­μιώ­δης φρά­ση που λέμε πολ­λές φορές, ότι «τον πέτα­ξε σαν την τρί­χα απ’ το ζυμά­ρι», ότι αμέ­σως και χωρίς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη διώ­ξα­με από δίπλα μας κάτι σιχα­με­ρό, ή ξεχω­ρί­σα­με από την παρέα μας κάποιον ανεπιθύμητο!

Το πλάσιμο και η πινακωτή

Έπλα­θαν τα μεγά­λα καρ­βέ­λια όσα και οι θέσεις της πινα­κω­τής, που ήταν στρω­μέ­νη με μπα­μπα­κε­ρές πετσέ­τες, αλευ­ρω­μέ­νες. Δίπλω­ναν τις πετσέ­τες πάνω από τα ψωμιά και σκέ­πα­ζαν την πινα­κω­τή με την κου­βέρ­τα, για να μην κρυώ­σει το ζυμά­ρι και για να φου­σκώ­σει γρή­γο­ρα. Όσες δεν είχαν φούρ­νο, όταν φού­σκω­νε το ψωμί έβα­ζαν την πινα­κω­τή στον ώμο και το πήγαι­ναν σε κάποιον φούρ­νο του χωριού. Βοη­θού­σαν και οι άντρες και τα παι­διά πηγαί­νο­ντας τις πινα­κω­τές μέχρι την μέση της διαδρομής.

Η λαγάνα και το φούρνισμα

Όσες είχαν φούρ­νο τον άνα­βαν, συγύ­ρι­ζαν την φωτιά με τις σιδε­ρο­μα­γκού­ρες, και όταν άσπρι­ζαν τα «μάγου­λά του» έβγα­ζαν τα κάρ­βου­να με την μεγά­λη μασιά, τον καθά­ρι­ζαν με την πανιά­ρα από τις στά­χτες, και αμέ­σως έρι­χναν ένα μεγά­λο χαλ­κο­μα­τέ­νιο ταψί με τη λαγά­να, όπου πατί­κω­ναν το ζυμά­ρι και πάνω του έβα­ζαν χοντρό αλά­τι, λάδι, κομ­μα­τά­κια τυρί φέτα, ή και κοψί­δια από γλίνα!

Ψηνό­ταν πολύ γρή­γο­ρα, μοσχο­βό­λα­γε η γει­το­νιά, και όταν την βγά­ζα­νε από το φούρ­νο, γινό­ταν παν­ζουρ­λι­σμός! Η σει­ρά στο φούρ­νι­σμα ήταν να πέσει πρώ­τα η λαγά­να που ψηνό­ταν γρή­γο­ρα, και μετά τα καρ­βέ­λια, και όταν τύχαι­νε και πέθαι­νε κανέ­νας άκαι­ρα, απρό­σμε­να, που ήταν νέος και άφη­νε πίσω μεγα­λύ­τε­ρους ανθρώ­πους, ή τους γονείς του, λέγα­νε μετα­φο­ρι­κά: «πάνε και καρ­βέ­λια πριν τις λαγά­νες»!

Στην συνέ­χεια με το φουρ­νό­φτυα­ρο έρι­χναν τα καρ­βέ­λια. Οι μυρω­διές ατε­λεί­ω­τες! Το καλο­καί­ρι φτιά­χνα­νε και παξι­μά­δια για να μην τους ξεραί­νε­ται το ψωμί από την ζέστη. Τα βρά­δια τα έτρω­γαν για πρό­χει­ρα και αλα­φρά με ντο­μά­τα, τυρί, πεπό­νι, καρ­πού­ζι, σταφύλι!

Η κοινωνική διάσταση του ζυμώματος

Μαζεύ­ο­νταν οι γει­τό­νισ­σες πότε στο σπί­τι της μιας, πότε της άλλης για να βοη­θη­θούν στο ζύμω­μα, στο πλά­σι­μο, στο άναμ­μα του φούρ­νου, στο φούρ­νι­σμα. Όταν έρι­χναν τα καρ­βέ­λια και σφρά­γι­ζαν τον φούρ­νο με την λαμα­ρί­να, ερχό­ταν η ώρα να πάρουν μια ανά­σα, να πιουν τον καφέ τους, να πουν τα βάσα­νά τους, να μάθουν και να πουν νέα του χωριού, κοι­νω­νι­κά και άλλα, και να καλα­μπου­ρί­σουν πολ­λές φορές.

Αυτή η κοι­νω­νι­κή διά­στα­ση του ζυμώ­μα­τος απο­τε­λού­σε σημα­ντι­κό στοι­χείο της αλλη­λεγ­γύ­ης και της συνο­χής της αγρο­τι­κής κοι­νό­τη­τας. Το ψωμί δεν ήταν μόνο τρο­φή, αλλά και αφορ­μή για συνά­ντη­ση, ανταλ­λα­γή ειδή­σε­ων, και ενί­σχυ­ση των κοι­νω­νι­κών δεσμών.

Το ψωμί στην καθημερινή διατροφή και τη λαϊκή γλώσσα

Πώς έτρωγαν το ψωμί

Το ψωμί του­λά­χι­στον δεν έλει­πε στις φτω­χές οικο­γέ­νειες! Το τρώ­γα­με και σκέ­το, και με μέλι, και με ζάχα­ρη, και καψα­λι­στό με λάδι, και αλειμ­μέ­νο με λίπος από τη γλί­να, ή με πελ­τέ σπι­τι­κό! Αν υπήρ­χε και τυρί, τρώ­γα­με και τυρί. Και αν κονο­μά­γα­με καμιά δεκά­ρα, πηγαί­να­με στους φούρ­νους του χωριού να πάρου­με μια φραν­τζό­λα φρέ­σκο ψωμί, μαλα­κό, άσπρο, «χάσι­κο», για να το αλεί­ψου­με με βιτάμ και μέλι, ή με «ζαχα­ρού­χο γάλα βλά­χας», για­τί είχα­με μπου­χτί­σει το δικό μας ξερό!

Τρώ­γα­με τότε πολύ ψωμί για­τί μας άρε­σε, και για­τί μας έλε­γαν να τρώ­με ψωμί για να φτου­ρή­σει το φαγη­τό που πολ­λές φορές ήταν λίγο, για να τυλω­θού­με! Όταν τρώ­γα­με καμιά σού­πα και μετά από λίγο πει­νά­γα­με, λέγα­νε «αν δεν φας ψωμί, δεν ογκώ­νεις», και «όλα είναι υφά­δια της κοι­λιάς, μα το ψωμί στη­μό­νι»!

Το κορίνι και η ψίχνα

Παλιά όταν είμα­στε παι­διά, μας ζητού­σαν να βγά­ζου­με από την κομ­μά­τα του ψωμιού το κορί­νι για να το φάμε εμείς που έκο­βαν τα δόντια μας, και την ψίχνα να την δίνου­με στον παπ­πού ή τη για­γιά, ή σε όποιον άλλον δεν είχε δόντια! Σήμε­ρα τα περισ­σό­τε­ρα παι­διά δεν τρώ­νε ψωμί, ή αφή­νουν το κορί­νι, ή ακό­μα και στα τόστ τρώ­νε μόνο την ψίχνα! Ο κόσμος προ­σέ­χει την σιλου­έ­τα του, αφού τον πρώ­το λόγο στην δια­τρο­φή τον έχουν οι δια­τρο­φο­λό­γοι και οι διαι­το­λό­γοι, που ήρθα­νε κι αυτοί τώρα να μας μάθουν γράμ­μα­τα και να μας λένε «κόψε το ψωμί, για­τί παχαίνει!»

Όλα θα τα κόψου­με, το ψωμί δεν το κόβου­με! Τού­το μας έλει­πε! Εμάς μας λέγα­νε οι παλαιοί «φάτε ψωμί, για­τί με το ψωμί μεγα­λώ­νει ο κόσμος», και αυτό εφαρμόζουμε!

Παροιμίες και εκφράσεις για το ψωμί

Ο κόσμος μιλού­σε για το ψωμί και μέσα από τις παροι­μί­ες, που απο­τε­λούν πολύ­τι­μο μέρος της λαϊ­κής σοφίας:

  • «Πρέ­πει να φας πολ­λά καρ­βέ­λια ακό­μα» (για κάποιον που δεν κατά­φερ­νε κάτι που δοκί­μα­ζε, αφού ήταν πάνω από τις δυνά­μεις του)
  • «Μα το ψωμί που τρώω» (σαν όρκος)
  • «Για ένα κομ­μά­τι ψωμί το αγό­ρα­σα» (το αγό­ρα­σε φτηνά)
  • «Λίγα είναι τα ψωμιά του, ή έφα­γε τα ψωμιά του» (δεν θα ζήσει για πολύ ακόμη)
  • «Εμείς που φάγα­με μαζί ψωμί και αλά­τι» (μιλώ­ντας για μία πολύ­χρο­νη και στα­θε­ρή φιλία)
  • «Βγά­ζω το ψωμί μου» (κερ­δί­ζω τα απα­ραί­τη­τα για να ζήσω)
  • «Κοντά σου έφα­γα ψωμί» (ανα­γνώ­ρι­ση υποχρέωσης)
  • «Ψωμί δεν έχου­με τυρί γυρεύ­ου­με» (όταν μας λεί­πουν τα ουσιώ­δη, τα βασι­κά και ζητά­με τα δευτερεύοντα)
  • «Άνθρω­πος που δεν πει­νά­ει, τι θα πει ψωμί δεν ξέρει»
  • «Ψωμί μη λεί­ψει σπί­τι μας, και φούρ­νος να μην καπνί­σει» (κοι­τά­ζω το συμ­φέ­ρον μου, και δε με νοιά­ζει για τους άλλους)

Υπήρ­χε και το αγω­νι­στι­κό και διεκ­δι­κη­τι­κό σύν­θη­μα, «ΨΩΜΙΠΑΙΔΕΙΑΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»!

Η αλλαγή των εποχών

Με τα χρό­νια ο κόσμος ξέφυ­γε από την φτώ­χεια και την στέ­ρη­ση, οι συνή­θειες άλλα­ξαν, στα­μά­τη­σε να σπέρ­νει, να θερί­ζει, να αλω­νί­ζει, να αλέ­θει, να ζυμώ­νει, και να φουρ­νί­ζει. Οι φούρ­νοι στα χωριά δεν καπνί­ζουν πια, γέρα­σαν οι φουρ­νια­ραί­οι, έκλει­σαν οι φούρ­νοι του χωριού, και ήρθαν στο χωριό τα «πρα­τή­ρια άρτου»! «Χαλα­σμέ­νοι μύλοι, σβη­σμέ­νοι φούρ­νοι» λέγανε!

Δυστυ­χώς χάθη­καν αυτές οι μονα­δι­κές στιγ­μές της ζωής στην Ελλη­νι­κή επαρ­χία, με τις σπά­νιες ομορ­φιές στους μύλους που άλε­θαν, και στους φούρ­νους που έψη­ναν! Μαζί τους χάθη­καν και οι μυρου­διές από το ψήσι­μο, του ψωμιού, της αρμυ­ρής λαγά­νας, και των παρα­δο­σια­κών γλυ­κών στις γιορτές!

Το μήνυμα της ανθρωπιάς

Είναι δύσκο­λο αν όχι αδύ­να­τον να ξανα­ζή­σου­με τέτοιες στιγ­μές, του­λά­χι­στον να προ­σπα­θού­με να μην χαθούν οι μνή­μες από τέτοιες όμορ­φες επο­χές, τα μηνύ­μα­τα και τα διδάγ­μα­τα από τον αγώ­να για το ψωμί! Προ πάντων όμως να προ­σπα­θού­με να μην χαθεί η ανθρω­πιά! Να ρίχνου­με και καμιά ματιά δίπλα μας, να μην χαθεί το ενδια­φέ­ρον μας και η συμπα­ρά­στα­ση στον διπλα­νό που μπο­ρεί να στε­νο­περ­νά­ει, και να μην έχει ούτε ψωμί να φάει, για­τί το λέει κι ο Χριστός!

Να μην το μοιά­σου­με σαν κάποιον που έλε­γε, «Ψωμί μη λεί­ψει σπί­τι μας, και φούρ­νος να μην καπνί­σει», δηλα­δή κοι­τά­ζω το συμ­φέ­ρον μου, και δε με νοιά­ζει για τους άλλους!

Εν κατακλείδι

Το ψωμί στην ελλη­νι­κή κοι­νω­νι­κή λαο­γρα­φία απο­τε­λεί ένα πολυ­δύ­να­μο σύμ­βο­λο που συν­δέ­ε­ται άρρη­κτα με την επι­βί­ω­ση, την κοι­νω­νι­κή συνο­χή, τη θρη­σκευ­τι­κή πίστη και την πολι­τι­σμι­κή ταυ­τό­τη­τα. Από το τελε­τουρ­γι­κό της παρα­σκευ­ής του, με την ανα­νέ­ω­ση του προ­ζυ­μιού με αγί­α­σμα και τις προ­σευ­χές κατά το ζύμω­μα, μέχρι τη χρή­ση του σε δια­βα­τή­ρια έθι­μα και θρη­σκευ­τι­κές τελε­τές, το ψωμί είναι παρόν σε κάθε σημα­ντι­κή στιγ­μή της ζωής του Έλληνα.

Η μελέ­τη της θέσης του στην ελλη­νι­κή παρά­δο­ση απο­κα­λύ­πτει έναν πλού­σιο και συναρ­πα­στι­κό κόσμο συμ­βο­λι­σμών και πρα­κτι­κών που φωτί­ζουν πτυ­χές της συλ­λο­γι­κής συνεί­δη­σης και της ιστο­ρί­ας του ελλη­νι­κού λαού. Από το επτά­ζυ­μο ψωμί της Χίου και της Μικράς Ασί­ας μέχρι το πρό­σφο­ρο της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας, από τα γαμή­λια ψωμιά μέχρι τα μνη­μό­συ­να, ο άρτος παρα­μέ­νει ένα ζωντα­νό στοι­χείο της ελλη­νι­κής πολι­τι­σμι­κής κλη­ρο­νο­μιάς που αξί­ζει να μελε­τά­ται, να προ­στα­τεύ­ε­ται και να μετα­δί­δε­ται στις επό­με­νες γενιές.

Στην επο­χή μας, όπου η βιο­μη­χα­νι­κή παρα­γω­γή ψωμιού έχει αντι­κα­τα­στή­σει σε μεγά­λο βαθ­μό την παρα­δο­σια­κή οικια­κή παρα­σκευή, η δια­τή­ρη­ση αυτών των εθί­μων και τελε­τουρ­γιών απο­κτά ιδιαί­τε­ρη σημα­σία. Η Παγκό­σμια Ημέ­ρα Ψωμιού μας υπεν­θυ­μί­ζει ότι το ψωμί δεν είναι απλώς μια τρο­φή, αλλά ένας φορέ­ας πολι­τι­σμού, ιστο­ρί­ας και ταυ­τό­τη­τας που συν­δέ­ει το παρελ­θόν με το παρόν και το μέλλον.

Από όσα ανα­φέρ­θη­καν φαί­νε­ται ότι ο άρτος υμών ο επιού­σιος, πολυ­σή­μα­ντος αλλά και κατά τόπους εύγευ­στος, έχει ενδε­χο­μέ­νως ανθρω­πο­λο­γι­κό ενδια­φέ­ρον για τον σύγ­χρο­νο Έλλη­να αλλά και γαστρο­νο­μι­κό και θα έπρε­πε να συν­δε­θεί με ενός υψη­λού επι­πέ­δου τουρισμό.

Βιβλιογραφικές αναφορές

[1] Δευ­τε­ραί­ος, Ά. Ν. (χ.χ.). Ο άρτος κατά την γέν­νη­σιν και την τελευ­τήν. Η συμ­βο­λι­κή και μαγι­κή χρή­σις του υπό των νεω­τέ­ρων Ελλή­νων (Διδα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή). Κέντρο Ερευ­νών Ελλη­νι­κής Λαο­γρα­φί­ας, Ακα­δη­μία Αθηνών.

[2] Δευ­τε­ραί­ος, Ά. Ν. (2000). Το ψωμί στα έθι­μα των Ελλή­νων – Η συμ­βο­λι­κή και μαγι­κή χρή­ση του από τους Νεο­έλ­λη­νες. Αθή­να: Legato.

[3] Σακά­ρης, Γ. (1952). Περί των δια­λέ­κτων των Κυδω­νί­ων. Μικρα­σια­τι­κά Χρο­νι­κά, Τόμος 5ος, σ. 97.

[4] Κέντρο Ερευ­νών Ελλη­νι­κής Λαο­γρα­φί­ας, Ακα­δη­μία Αθη­νών. Χει­ρό­γρα­φο αριθμ. 486, σ. 17, περιο­χή Αίνος.

[5] Κέντρο Ερευ­νών Ελλη­νι­κής Λαο­γρα­φί­ας, Ακα­δη­μία Αθη­νών. Χει­ρό­γρα­φο αριθμ. 2459, σ. 73, Μεσο­πο­τα­μιά Καστο­ριάς (1962).

[6] Κέντρο Ερευ­νών Ελλη­νι­κής Λαο­γρα­φί­ας, Ακα­δη­μία Αθη­νών. Χει­ρό­γρα­φο αριθμ. 2781, σ. 11.

[7] Κέντρο Ερευ­νών Ελλη­νι­κής Λαο­γρα­φί­ας, Ακα­δη­μία Αθη­νών. Βιός-Χιός, σ. 117–118.

[8] Στε­φα­νί­δης, Μ. Κ. (1917). Χυμευ­τι­κή και δημώ­δης ονο­μα­το­λο­γία. Λεξι­κο­γρα­φι­κόν Αρχεί­ον της Μέσης και Νέας Ελλη­νι­κής, Τόμος Δ’, Παράρ­τη­μα της Αθη­νάς, τομ. ΚΘ’, σ. 176.

[9] Κατσα­μπο­ξά­κης, Κ. (1992). Μελέ­τη μικρο­χλω­ρί­δας και ποιο­τι­κών χαρα­κτη­ρι­στι­κών στο επτά­ζυ­μο ψωμί (Διδα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή). Εθνι­κό Αρχείο Διδα­κτο­ρι­κών Δια­τρι­βών, Αθήνα.

[10] Μου­τζά­λη, Α. Γ. (2023). Το ψωμί στον βίο των Νεο­ελ­λή­νων. Επι­λο­γή εθί­μων, δοξα­σιών και προ­λή­ψε­ων. Αρχαιο­λο­γία Online. [11] Άρτος, θρη­σκεί­ες και παρά­δο­ση. Μου­σείο Λού­λη. Ανα­κτή­θη­κε από https://loulismuseum.gr/thematics/artos-thriskeies-kai-paradosi

[12] Ο άρτος στην Ορθό­δο­ξη Λατρεία – Το Πρό­σφο­ρο. (2020). Πεμ­πτου­σία. Ανα­κτή­θη­κε από https://www.pemptousia.gr/2020/11/o‑artos-stin-orthodoxi-latria-to-prosf/

[13] Του Σταυ­ρού φτιά­χνου­με προ­ζύ­μι με αγια­σμό. (2025). Cantina. Ανα­κτή­θη­κε από https://cantina.protothema.gr/chrisima/symvoules/tou-stavrou-ftiachnoume-prozymi-me-agiasmo/

[14] Το προ­ζύ­μι της χρο­νιάς από τον Αγια­σμό της Υψώ­σε­ως του Τιμί­ου Σταυ­ρού. Facebook. Ανα­κτή­θη­κε από https://www.facebook.com/groups/1043284953517005/posts/1512023983309764/

[15] Η συντα­γή της θεί­ας Αμιρ­σού­δας. Το ψωμί (Προ­ζύ­μι με το Αγί­α­σμα). (2019). Αγιο­τό­πια. Ανα­κτή­θη­κε από http://www.agiotopia.gr/2019/09/14_14.html

[16] Το ψωμί απο­τε­λού­σε πάντα μέρος κάθε ελλη­νι­κού σπι­τιού. (2024). Μου­σείο Λού­λη — Facebook. Ανα­κτή­θη­κε από https://www.facebook.com/loulismuseum/posts/1031098062352237/

[17] Πώς το ψωμί έχει συν­δε­θεί με την ιστο­ρία του τόπου μας. (2020). Μύλοι Λού­λη. Ανα­κτή­θη­κε από https://www.loulismills.gr/en/chrisima-arthra/psomi-kai-ethima-pos-to-psomi-echei-syndethei-me-tin-istoria-tou-topou-mas/

[18] Το κεντη­μέ­νο κου­λού­ρι του γάμου στον Δήμο Ωρω­πού, ως στοι­χείο της άυλης πολι­τι­στι­κής κλη­ρο­νο­μιάς της UNESCO. Ελλη­νι­κό Ανοι­κτό Πανε­πι­στή­μιο. [19] Ο άρτος στον λαϊ­κό πολι­τι­σμό της Καβά­λας. Academia.edu. Ανα­κτή­θη­κε από https://www.academia.edu/128594654/

[20] Το ψωμί στον ελλα­δι­κό χώρο: ο κύκλος της ζωής. Αρι­στο­τέ­λειο Πανε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. [21] Breaking Bread. (2024). Dexamenes. Ανα­κτή­θη­κε από https://dexamenes.com/breaking-bread/

[22] The Beautiful Art of Greece’s ‘Embroidered’ Bread. (2024). Atlas Obscura.

 

Βρεί­τε μας και στο Facebook: Παρά­δο­ση Ηθη και Εθι­μα σήμερα

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like
Leave A Reply

Your email address will not be published.