- Διαφήμιση -

Christopher C. King: Ο ηπειρώτης της Βιρτζίνια και η παγκόσμια ηχώ των Μαύρων Βουνών

γρά­φει ο Μπά­μπης Στέρτσος

    Η σύγκλιση των ήχων στην Κόνιτσα

Πώς είναι δυνα­τόν η αρχέ­γο­νη, ακα­τέρ­γα­στη πολυ­φω­νία των Βαλ­κα­νί­ων, το εθνο­γρα­φι­κό βλέμ­μα του πρω­το­πό­ρου σινε­μά, και οι σύγ­χρο­νοι, αστι­κοί ρυθ­μοί του trap και του hip-hop να συνυ­πάρ­χουν αρμο­νι­κά σε ένα και μόνο μέρος; Η απά­ντη­ση δίνε­ται κάθε καλο­καί­ρι στην Κόνι­τσα, μια κωμό­πο­λη στα σύνο­ρα της Ηπεί­ρου, όπου ο Αμε­ρι­κα­νός εθνο­μου­σι­κο­λό­γος, παρα­γω­γός και συγ­γρα­φέ­ας Christopher C. King ενορ­χη­στρώ­νει μια πρω­το­φα­νή πολι­τι­σμι­κή σύγκλι­ση. Η πορεία του King, από τις βρα­βευ­μέ­νες με Grammy παρα­γω­γές του στην Αμε­ρι­κή μέχρι την ανα­κή­ρυ­ξή του σε τιμη­τι­κό δημό­τη Ελλά­δος και μόνι­μο κάτοι­κο της Ηπεί­ρου, απο­τε­λεί μια σύγ­χρο­νη οδύσ­σεια. Είναι η ιστο­ρία ενός ανθρώ­που που, ανα­ζη­τώ­ντας την πιο αυθε­ντι­κή και ανό­θευ­τη μου­σι­κή έκφρα­ση, δεν ανα­κά­λυ­ψε απλώς έναν ξεχα­σμέ­νο ήχο, αλλά μια ολό­κλη­ρη κοσμο­θε­ω­ρία που έμελ­λε να αλλά­ξει τη ζωή του και να τοπο­θε­τή­σει την Ήπει­ρο στο επί­κε­ντρο ενός παγκό­σμιου πολι­τι­στι­κού δια­λό­γου. Το παρόν άρθρο απο­σκο­πεί να χαρ­το­γρα­φή­σει αυτή την πολυ­διά­στα­τη δια­δρο­μή, εξε­τά­ζο­ντας το έργο του στην Αμε­ρι­κή και την Ελλά­δα, την κρι­τι­κή απο­τί­μη­σή του, και την πολι­τι­στι­κή κλη­ρο­νο­μιά που οικο­δο­μεί μέσα από το φεστι­βάλ «Για­τί ’ναι μαύ­ρα τα βου­νά», ένα εγχεί­ρη­μα που επα­να­προσ­διο­ρί­ζει τη σχέ­ση μας με την παρά­δο­ση, τη μνή­μη και την καλ­λι­τε­χνι­κή δημιουργία.

Κεφάλαιο 1: Οι αμερικανικές ρίζες — Η διαμόρφωση ενός ηχητικού αρχαιολόγου

Γεν­νη­μέ­νος στη νοτιο­δυ­τι­κή Βιρ­τζί­νια, μια περιο­χή των Ηνω­μέ­νων Πολι­τειών βαθιά συν­δε­δε­μέ­νη με τις μου­σι­κές παρα­δό­σεις των Αππα­λα­χί­ων, ο Christopher C. King ανα­τρά­φη­κε μέσα σε ένα ηχη­τι­κό τοπίο πλού­σιο σε blues, gospel και country-folk μελω­δί­ες. Αυτή η πρώ­ι­μη έκθε­ση σε «άγριους», αυθε­ντι­κούς ήχους δια­μόρ­φω­σε την αισθη­τι­κή του και τον οδή­γη­σε σε μια δια βίου ενα­σχό­λη­ση με τη μου­σι­κή ως ιστο­ρι­κό και πολι­τι­σμι­κό τεκ­μή­ριο. Αυτο­χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­νος ως “auricular raconteur and sonic archeologist” (αφη­γη­τής του αυτιού και ηχη­τι­κός αρχαιο­λό­γος), ο King δεν είναι απλώς ένας συλ­λέ­κτης, αλλά ένας παθια­σμέ­νος ερευ­νη­τής που ανα­ζη­τά στις εύθραυ­στες αυλα­κώ­σεις των δίσκων 78 στρο­φών τις χαμέ­νες φωνές του παρελθόντος.

Η καριέ­ρα του στην Αμε­ρι­κή είναι ενδει­κτι­κή της αφο­σί­ω­σής του. Ως παρα­γω­γός και μηχα­νι­κός remastering, ειδι­κεύ­τη­κε στη μου­σι­κή της προ­πο­λε­μι­κής αγρο­τι­κής Αμε­ρι­κής, με ιδιαί­τε­ρη έμφα­ση στην Cajun μου­σι­κή της Λουι­ζιά­να και στο Delta blues. Η δου­λειά του δεν πέρα­σε απα­ρα­τή­ρη­τη. Το 2002, η τεχνο­γνω­σία και η ευαι­σθη­σία του ανα­γνω­ρί­στη­καν με το ύψι­στο βρα­βείο της μου­σι­κής βιο­μη­χα­νί­ας, ένα Grammy στην κατη­γο­ρία του Καλύ­τε­ρου Ιστο­ρι­κού Άλμπουμ, ενώ το όνο­μά του έχει εμφα­νι­στεί ως υπο­ψή­φιο για το ίδιο βρα­βείο συνο­λι­κά οκτώ φορές. Με πάνω από 350 συλ­λο­γές ιστο­ρι­κής μου­σι­κής στο ενερ­γη­τι­κό του, ο King καθιε­ρώ­θη­κε ως μία από τις σημα­ντι­κό­τε­ρες μορ­φές στον τομέα της διά­σω­σης και ανά­δει­ξης της παγκό­σμιας μου­σι­κής κληρονομιάς.

Η συλ­λε­κτι­κή του δει­νό­τη­τα αγγί­ζει τα όρια της εμμο­νής, όπως απο­δει­κνύ­ε­ται από την ιστο­ρία της από­κτη­σης ενός από τους σπα­νιό­τε­ρους δίσκους blues που υπάρ­χουν, του “Last Kind Word Blues” της Geeshie Wiley. Για τον King, αυτός ο δίσκος δεν ήταν απλώς ένα αντι­κεί­με­νο, αλλά η κορυ­φαία εκδή­λω­ση ενός είδους μου­σι­κής που “δεν θα έπρε­πε να υπάρ­χει, επει­δή είναι τόσο εξω­πραγ­μα­τι­κό”. Η φρά­ση του, “όταν ακου­μπάω τη βελό­να, περι­μέ­νω σχε­δόν να τρέ­ξει αίμα από τις αυλα­κώ­σεις ή να κυλή­σει ένα δάκρυ από το πικάπ”, απο­κα­λύ­πτει μια βαθιά βιω­μα­τι­κή σχέ­ση με τον ήχο, μια αντί­λη­ψη που θα καθο­ρί­σει αργό­τε­ρα και την προ­σέγ­γι­σή του στην ηπει­ρώ­τι­κη μουσική.

Περί­ο­δος Δρα­στη­ριό­τη­τα Κύρια Εστί­α­ση Ανα­γνώ­ρι­ση
Προ-2009 Παρα­γω­γός, Remastering Engineer, Συλλέκτης Pre-war rural American music (Cajun, Blues, Gospel) Grammy Award (2002), 8 υποψηφιότητες
1990s-σήμε­ρα Συγ­γρα­φέ­ας Μου­σι­κο­λο­γία, Ιστο­ρία της μουσικής Δημο­σιεύ­σεις σε The Paris Review, Oxford American
1980s-σήμε­ρα Ιδιο­κτή­της Studio Long Gone Sound Productions Παρα­γω­γή 353 CD ιστο­ρι­κής μουσικής

Η πορεία του στην Αμε­ρι­κή, συνε­πώς, δεν ήταν απλώς μια προ­ε­τοι­μα­σία, αλλά το θεμέ­λιο πάνω στο οποίο θα έχτι­ζε την μετέ­πει­τα ενα­σχό­λη­σή του με την Ελλά­δα. Η τεχνι­κή του αρτιό­τη­τα, η ιστο­ρι­κή του γνώ­ση και, κυρί­ως, η φιλο­σο­φία του για τη μου­σι­κή ως θερα­πευ­τι­κή και υπαρ­ξια­κή δύνα­μη, ήταν τα εφό­δια που έφε­ρε μαζί του στο ταξί­δι του προς την Ήπειρο.

Κεφάλαιο 2: Η ηπειρώτικη επιφοίτηση — Ένας “Θρήνος εκ της Ηπείρου”

Το 2009, κατά τη διάρ­κεια ενός ταξι­διού στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, η πορεία του King άλλα­ξε για πάντα. Σε ένα παλαιο­πω­λείο, αγό­ρα­σε μια στοί­βα παλιών δίσκων 78 στρο­φών με ελλη­νι­κές ετι­κέ­τες που δεν έβγα­ζαν νόη­μα. Η απο­κά­λυ­ψη ήρθε όταν επέ­στρε­ψε στη Βιρ­τζί­νια και ακού­μπη­σε τη βελό­να στον πρώ­το δίσκο. Ο ήχος που ξεπή­δη­σε ήταν κάτι που δεν είχε ξανα­κού­σει. Όπως περι­γρά­φει στο βιβλίο του, Lament from Epirus, ο ήχος ήταν σαν “μια τερά­στια κον­σέρ­βα με θυμω­μέ­νες μέλισ­σες που κάποιος είχε ταρα­κου­νή­σει και απε­λευ­θε­ρώ­σει μπρο­στά μου”. Ήταν η μου­σι­κή της Ηπεί­ρου, και συγκε­κρι­μέ­να ένα μοι­ρο­λόι από τον βιο­λι­στή Αλέ­ξη Ζού­μπα, ηχο­γρα­φη­μέ­νο το 1926. Αυτή η ακρό­α­ση δεν ήταν απλή εμπει­ρία- ήταν μια “ανα­γκαία κάθαρ­ση” που τον “απο­συ­ναρ­μο­λό­γη­σε και τον αναδιάταξε”.

Αυτή η στιγ­μή επι­φοί­τη­σης πυρο­δό­τη­σε μια δεκα­ε­τή οδύσ­σεια. Ο King άρχι­σε να ανα­ζη­τά μανιω­δώς περισ­σό­τε­ρες ηχο­γρα­φή­σεις, ερχό­με­νος σε επα­φή με συλ­λέ­κτες στην Αθή­να και απο­κτώ­ντας στα­δια­κά ένα εντυ­πω­σια­κό αρχείο ηπει­ρώ­τι­κης μου­σι­κής. Το απο­κο­ρύ­φω­μα αυτής της έρευ­νας ήρθε το 2018 με την έκδο­ση του βιβλί­ου του Lament from Epirus: An Odyssey into Europe’s Oldest Surviving Folk Music από τον έγκρι­το εκδο­τι­κό οίκο W.W. Norton. Το βιβλίο δεν είναι μια στε­γνή μου­σι­κο­λο­γι­κή μελέ­τη. Είναι ένα υβρι­δι­κό κεί­με­νο, που συν­δυά­ζει το ταξι­διω­τι­κό ημε­ρο­λό­γιο, την εθνο­γρα­φι­κή παρα­τή­ρη­ση, την ιστο­ρι­κή ανά­λυ­ση και την προ­σω­πι­κή εξο­μο­λό­γη­ση. Σε αυτό, ο King ανα­λύ­ει την ηπει­ρώ­τι­κη μου­σι­κή όχι ως ένα μου­σεια­κό είδος, αλλά ως μια ζωντα­νή γλώσ­σα που εκφρά­ζει τις πιο θεμε­λιώ­δεις ανθρώ­πι­νες εμπει­ρί­ες: τον πόνο του θανά­του (μοι­ρο­λόι), τη χαρά του γλε­ντιού, την παρη­γο­ριά του νανου­ρί­σμα­τος. Υπο­στη­ρί­ζει ότι αυτή η μου­σι­κή απο­τε­λεί έναν ζωντα­νό κρί­κο με τις αρχαί­ες ελλη­νι­κές παρα­δό­σεις και ίσως την παλαιό­τε­ρη σωζό­με­νη μου­σι­κή φωνή της Ευρώπης.

Η απή­χη­ση του βιβλί­ου ήταν εντυ­πω­σια­κή. Το Wall Street Journal το κατέ­τα­ξε στα δέκα καλύ­τε­ρα βιβλία του 2018, ενώ ήταν υπο­ψή­φιο και για το London Hellenic Prize. Η δου­λειά του King έφε­ρε την ηπει­ρώ­τι­κη μου­σι­κή στο προ­σκή­νιο του παγκό­σμιου ενδια­φέ­ρο­ντος, προ­σελ­κύ­ο­ντας ένα νέο κοι­νό που, μέχρι πρό­τι­νος, αγνο­ού­σε την ύπαρ­ξή της.

Κεφάλαιο 3: Κριτική υποδοχή και πνευματική αντιπαράθεση

Η διε­θνής επι­τυ­χία του Lament from Epirus συνο­δεύ­τη­κε από έναν πλού­σιο και πολυ­ε­πί­πε­δο κρι­τι­κό διά­λο­γο, ο οποί­ος ανέ­δει­ξε τόσο τα ισχυ­ρά σημεία του έργου του King όσο και τους προ­βλη­μα­τι­σμούς που αυτό εγεί­ρει. Η υπο­δο­χή του βιβλί­ου δεν ήταν μονο­λι­θι­κή, αλλά κυμάν­θη­κε από τον ενθου­σιώ­δη έπαι­νο έως την καλο­προ­αί­ρε­τη αλλά αυστη­ρή κριτική.

Από τη μία πλευ­ρά, πολ­λοί κρι­τι­κοί εξή­ραν τη συγ­γρα­φι­κή δει­νό­τη­τα, το πάθος και την ερευ­νη­τι­κή του ακε­ραιό­τη­τα. Ο Francis Gooding στο περιο­δι­κό The Wire το χαρα­κτή­ρι­σε “συναρ­πα­στι­κό, δια­φω­τι­στι­κό και αστείο”, ενώ το Windy City Greek Archive σημεί­ω­σε ότι ο King “απο­κά­λυ­ψε την ψυχή της Ηπεί­ρου”. Οι κρι­τι­κές αυτές εστί­α­σαν στην ικα­νό­τη­τά του να μετα­δί­δει τον ενθου­σια­σμό του και να αφη­γεί­ται μια συναρ­πα­στι­κή ιστο­ρία, καθι­στώ­ντας ένα εξει­δι­κευ­μέ­νο θέμα προ­σι­τό σε ένα ευρύ κοινό.

Από την άλλη πλευ­ρά, δεν έλει­ψαν και οι κρι­τι­κές φωνές που επι­σή­μα­ναν ορι­σμέ­νες αδυ­να­μί­ες ή προ­βλη­μα­τι­κά σημεία στην προ­σέγ­γι­σή του. Η πιο γνω­στή κρι­τι­κή προ­ήλ­θε από το ίδιο το Wall Street Journal, το οποίο, παρό­τι το συμπε­ριέ­λα­βε στη λίστα με τα καλύ­τε­ρα βιβλία της χρο­νιάς, δεν δίστα­σε να χαρα­κτη­ρί­σει τον King ως “που­ρι­τα­νό και δογ­μα­τι­κό, του οποί­ου τα γού­στα, αν και βαθιά, είναι εκκε­ντρι­κά περιο­ρι­σμέ­να (freakishly narrow)”. Ο κρι­τι­κός του περιο­δι­κού, Eddie Dean, περιέ­γρα­ψε με χιού­μορ την αίσθη­ση που προ­κα­λεί η μου­σι­κή σε έναν αμύ­η­το, λέγο­ντας ότι ακού­γε­ται σαν “κατσί­κα που βρά­ζει”. Παρό­μοια, ο Dave Cantor στο περιο­δι­κό DownBeat ανα­γνώ­ρι­σε τον King ως έναν “ζωντα­νό συγ­γρα­φέα και υπέρ­μα­χο της μου­σι­κής”, αλλά τον περιέ­γρα­ψε ως έναν “συγ­γρα­φέα σε αντί­θε­ση με τη σύγ­χρο­νη κοι­νω­νία”, ο οποί­ος “επι­τί­θε­ται στην παγκο­σμιο­ποί­η­ση της τέχνης, παρα­λεί­πο­ντας οποια­δή­πο­τε συζή­τη­ση για τις μετα­βαλ­λό­με­νες ανά­γκες μας σε έναν διαρ­κώς νέο και περί­πλο­κο κόσμο”.

Which brings us to the flaw in this admirable book: Mr. King is a purist and a dogmatist whose tastes, though deep, are freakishly narrow.” — Eddie Dean, The Wall Street Journal [1]

Πέρα από την κρι­τι­κή στο προ­σω­πι­κό του γού­στο, το έργο του King άνοι­ξε, ανα­πό­φευ­κτα, και μια ευρύ­τε­ρη συζή­τη­ση γύρω από ζητή­μα­τα πολι­τι­σμι­κής ανα­πα­ρά­στα­σης και ιδιο­ποί­η­σης. Τα κρί­σι­μα ερω­τή­μα­τα που εγεί­ρο­νται είναι: Ποιος έχει το δικαί­ω­μα να “μιλά­ει” για μια παρά­δο­ση; Όταν ένας ξένος μελε­τη­τής ανα­λαμ­βά­νει να ανα­δεί­ξει μια τοπι­κή κουλ­τού­ρα, προ­βάλ­λει το αυθε­ντι­κό της πρό­σω­πο ή μια εξι­δα­νι­κευ­μέ­νη, προ­σω­πι­κή του εκδο­χή; Αυτά τα ερω­τή­μα­τα δεν απο­σκο­πούν να αναι­ρέ­σουν την αξία του έργου του King. Αντι­θέ­τως, προσ­δί­δουν ένα απα­ραί­τη­το ανα­στο­χα­στι­κό βάθος, υπεν­θυ­μί­ζο­ντας ότι η δια­χεί­ρι­ση της πολι­τι­στι­κής κλη­ρο­νο­μιάς είναι πάντα μια σύν­θε­τη και πολι­τι­κά φορ­τι­σμέ­νη διαδικασία.

Κεφάλαιο 4: Από τη Βιρτζίνια στην Κόνιτσα — Ένας Αμερικανός “Ηπειρώτης”

Η σχέ­ση του Christopher C. King με την Ήπει­ρο δεν παρέ­μει­νε στο επί­πε­δο της ακα­δη­μαϊ­κής έρευ­νας ή της συλ­λε­κτι­κής μανί­ας. Μετε­ξε­λί­χθη­κε σε μια βαθιά, βιω­μα­τι­κή δέσμευ­ση που κορυ­φώ­θη­κε με την από­φα­σή του να μετα­κο­μί­σει μόνι­μα στην Κόνι­τσα. Αυτή η κίνη­ση δεν ήταν απλώς μια αλλα­γή τόπου κατοι­κί­ας, αλλά μια δήλω­ση πρό­θε­σης: ο King δεν ήθε­λε πλέ­ον να είναι ένας εξω­τε­ρι­κός παρα­τη­ρη­τής, αλλά ένα ενερ­γό μέλος της κοι­νό­τη­τας που τόσο θαύμαζε.

Η ελλη­νι­κή πολι­τεία ανα­γνώ­ρι­σε την τερά­στια συμ­βο­λή του στην προ­βο­λή του ελλη­νι­κού πολι­τι­σμού με την ύψι­στη τιμή που μπο­ρεί να απο­δο­θεί σε έναν αλλο­δα­πό. Στις 11 Ιου­λί­ου 2022, σε μια λιτή τελε­τή στο Μέγα­ρο Μαξί­μου, ο Christopher C. King έλα­βε την τιμη­τι­κή ελλη­νι­κή ιθα­γέ­νεια από τον τότε Πρω­θυ­πουρ­γό, Κυριά­κο Μητσο­τά­κη. Αυτή η συμ­βο­λι­κή πρά­ξη επι­ση­μο­ποί­η­σε τον δεσμό του με την Ελλά­δα και τον κατέ­στη­σε, στα μάτια πολ­λών, έναν “Αμε­ρι­κα­νό Ηπειρώτη”.

Η ενσω­μά­τω­σή του στην ελλη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα είναι ολι­στι­κή. Ο King ζει στην Κόνι­τσα, συμ­με­τέ­χει στην τοπι­κή ζωή, και η κόρη του φοι­τά σε ελλη­νι­κό σχο­λείο. Παράλ­λη­λα, συνε­χί­ζει ακού­ρα­στα το έργο του, οργα­νώ­νο­ντας εκπαι­δευ­τι­κά προ­γράμ­μα­τα και εργα­στή­ρια, και μετα­τρέ­πο­ντας την οικία του σε ένα άτυ­πο κέντρο μελέ­της της βαλ­κα­νι­κής μου­σι­κής. Η παρου­σία του έχει μετα­τρέ­ψει την ακρι­τι­κή κωμό­πο­λη σε έναν απρό­σμε­νο πόλο έλξης για μου­σι­κο­λό­γους, καλ­λι­τέ­χνες και φιλό­τε­χνους από όλο τον κόσμο.

Ταυ­τό­χρο­να, δεν εγκα­τέ­λει­ψε ποτέ τον ρόλο του ως πρε­σβευ­τής της ελλη­νι­κής μου­σι­κής στην Αμε­ρι­κή. Οι παρου­σιά­σεις του σε κορυ­φαία αμε­ρι­κα­νι­κά ιδρύ­μα­τα, όπως το Penn Libraries (University of Pennsylvania) και το Rutgers University, συνε­χί­ζουν να μυούν το αμε­ρι­κα­νι­κό κοι­νό στον πλού­το της ελλη­νι­κής και βαλ­κα­νι­κής μου­σι­κής παρά­δο­σης. Αντί­στοι­χα, στην Ελλά­δα, έχει δώσει δια­λέ­ξεις και έχει παρου­σιά­σει τη δου­λειά του σε σημα­ντι­κούς πολι­τι­στι­κούς και ακα­δη­μαϊ­κούς φορείς, όπως:

  • Γεν­νά­δειος Βιβλιο­θή­κη (Αμε­ρι­κα­νι­κή Σχο­λή Κλα­σι­κών Σπου­δών στην Αθήνα)
  • Ωδείο Αθη­νών
  • Μου­σείο Αργυ­ρο­τε­χνί­ας Ιωαν­νί­νων (Πολι­τι­στι­κό Ίδρυ­μα Ομί­λου Πειραιώς)
  • Ίδρυ­μα Ωνάση

Αυτή η αμφί­δρο­μη σχέ­ση, όπου ο King λει­τουρ­γεί ως γέφυ­ρα μετα­ξύ δύο πολι­τι­σμών, απο­τε­λεί ίσως τη σημα­ντι­κό­τε­ρη πτυ­χή της σύγ­χρο­νης δρά­σης του, επι­βε­βαιώ­νο­ντας το όρα­μά του για τη μου­σι­κή ως ένα “ανθρώ­πι­νο φαι­νό­με­νο χωρίς σύνορα”.

Κεφάλαιο 5: “Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά” — Μια βαλκανική Μέκκα στην Κόνιτσα

 

Το πιο φιλό­δο­ξο και ουσια­στι­κό εγχεί­ρη­μα του Christopher C. King στην Ελλά­δα είναι, χωρίς αμφι­βο­λία, το ετή­σιο φεστι­βάλ “Για­τί ’ναι μαύ­ρα τα βου­νά” (Why the Mountains Are Black). Σε συνερ­γα­σία με τη Στέ­γη του Ιδρύ­μα­τος Ωνά­ση, το φεστι­βάλ, που ξεκί­νη­σε το 2023, έχει ήδη καθιε­ρω­θεί ως ένας από τους σημα­ντι­κό­τε­ρους θεσμούς παρα­δο­σια­κής και world music στην Ευρώ­πη. Πρό­κει­ται για μια ριζι­κά δια­φο­ρε­τι­κή προ­σέγ­γι­ση από το παρα­δο­σια­κό πανη­γύ­ρι. Είναι, όπως έχει χαρα­κτη­ρι­στεί, μια “μυστα­γω­γι­κή εμπει­ρία”, ένα τρι­ή­με­ρο πολι­τι­σμι­κό εργα­στή­ρι που εξε­ρευ­νά τις μου­σι­κές κουλ­τού­ρες των νότιων Βαλκανίων.

Κάθε βρα­διά του φεστι­βάλ δομεί­ται γύρω από μια κεντρι­κή αφή­γη­ση που επι­με­λεί­ται ο ίδιος ο King, παί­ζο­ντας σπά­νιους δίσκους 78 στρο­φών από την προ­σω­πι­κή του συλ­λο­γή και παρέ­χο­ντας το ιστο­ρι­κό και πολι­τι­σμι­κό πλαί­σιο. Αυτή η εισα­γω­γή πλαι­σιώ­νε­ται από ζωντα­νές εμφα­νί­σεις μου­σι­κών σχη­μά­των από όλο το φάσμα της Βαλ­κα­νι­κής χερ­σο­νή­σου και προ­βο­λές σπά­νιων εθνο­γρα­φι­κών ται­νιών, όπως αυτές των πρω­το­πό­ρων αδελ­φών Μανά­κια, συχνά με ζωντα­νή, αυτο­σχε­δια­στι­κή μου­σι­κή επένδυση.

Η επι­λο­γή των καλ­λι­τε­χνών είναι το κλει­δί της επι­τυ­χί­ας και της μονα­δι­κό­τη­τας του φεστι­βάλ. Ο King καλεί μου­σι­κούς που εκπρο­σω­πούν αυθε­ντι­κές, τοπι­κές παρα­δό­σεις, συχνά άγνω­στες στο ευρύ κοι­νό, δημιουρ­γώ­ντας έναν πρω­το­φα­νή διά­λο­γο μετα­ξύ δια­φο­ρε­τι­κών ηχο­χρω­μά­των, γλωσ­σών και πολι­τι­σμών. Παρα­κά­τω παρα­τί­θε­νται οι καλ­λι­τέ­χνες που έχουν συμ­με­τά­σχει ή έχουν ανα­κοι­νω­θεί για τις τρεις πρώ­τες εκδό­σεις του φεστι­βάλ, ανα­δει­κνύ­ο­ντας το εύρος και το βάθος του προγράμματος.

Φεστιβάλ 2023: Η Γέννηση ενός Θεσμού

Ημέ­ρα Καλλιτέχνης/Σχήμα Περι­γρα­φή Προ­έ­λευ­ση
Παρα­σκευή Isokratisses Γυναι­κείο πολυ­φω­νι­κό σχήμα Νότια Αλβα­νία / Βόρεια Ελλάδα
Παρα­σκευή Kostas Karapanos & Aurel Qirjo Ντου­έ­τα βιο­λιού με ηπει­ρώ­τι­κα οργανικά Ήπει­ρος (Ελλάδα/Αλβανία)
Σάβ­βα­το Negros Tou Moria & Odydoze Hip-hop/trap με παρα­δο­σια­κά samples (“τρα­μπέ­τι­κο”) Ελλά­δα
Σάβ­βα­το Vasil Ziu & The Soul of Myzeqe Παρα­δο­σια­κή ορχή­στρα με saz, κλα­ρί­νο, ακορντεόν Κεντρι­κή Αλβανία
Κυρια­κή Bajsa Arifovska Folk Group Chalgia (αστι­κή) και παρα­δο­σια­κή μουσική Βόρεια Μακε­δο­νία (Ρομά)
Κυρια­κή Evritiki Zygia Παρα­δο­σια­κή χορευ­τι­κή μουσική Θρά­κη, Ελλάδα

Φεστιβάλ 2024: Η Διεύρυνση των Οριζόντων

Καλλιτέχνης/Σχήμα Περι­γρα­φή Προ­έ­λευ­ση
Grupi Lab Ανδρι­κό πολυ­φω­νι­κό σχήμα Labëria, Αλβα­νία
Elias Kakaroukas Group Ορχή­στρα Ρομά μουσικών Αγρί­νιο, Ελλάδα
Adam Semijalac & Fige Freak-folk και χορω­δια­κό σχήμα Κρο­α­τία
Nova Prespa Band Ορχή­στρα χάλ­κι­νων πνευ­στών (Brass Band) Λίμνη Πρέ­σπα, Βόρεια Μακεδονία
Alkyone Dreamy folk fusion Μακε­δο­νία, Ελλάδα
Samir Kurtov Quartet Βιρ­τουό­ζος της ζουρνάς Νοτιο­δυ­τι­κή Βουλ­γα­ρία (Ρομά)

Φεστιβάλ 2025: Η Εδραίωση και το Μέλλον

Καλλιτέχνης/Σχήμα Περι­γρα­φή Προ­έ­λευ­ση
Zelişah, Vasilis Kostas, P. Aivazidis Μικρα­σια­τι­κό τρίο (φωνή, duduk, λαού­το, κανονάκι) Τουρ­κία / Ελλάδα
Choret Ποντια­κό τρα­γού­δι και χορός (λύρα, του­λούμ, νταούλι) Πόντος (Ελλά­δα)
Subcarpați Hip-hop και folk fusion Ρου­μα­νία
Kaynak Pipers Band Σύνο­λο γκάι­ντας (Kaba gaida) Ροδό­πη, Βουλγαρία
Szászcsávás Band Ουγγρικό/Ρομά string band Τραν­συλ­βα­νία, Ρουμανία
Kostis Nodarakis Cretan Band Μου­σι­κή της ανα­το­λι­κής Κρή­της (λύρα, ασκομαντούρα) Κρή­τη, Ελλάδα
Halkiades Band Ηπειρώτικη/Δυτικομακεδονική ορχή­στρα (κλα­ρί­να, βιολί) Ήπει­ρος, Ελλάδα

Το φεστι­βάλ λει­τουρ­γεί ως ένας ζωντα­νός οργα­νι­σμός που απο­δει­κνύ­ει έμπρα­κτα τη θέση του King: η παρά­δο­ση δεν είναι ένα στα­τι­κό έκθε­μα, αλλά μια δυνα­μι­κή δια­δι­κα­σία συνε­χούς ανα­νέ­ω­σης και δια­λό­γου. Η συνά­ντη­ση ενός ρου­μα­νι­κού hip-hop συγκρο­τή­μα­τος με ένα βουλ­γα­ρι­κό σύνο­λο γκάι­ντας και μια κρη­τι­κή λύρα στην πλα­τεία της Κόνι­τσας  ή στο Σπί­τι της Χάμ­κως είναι η πιο εκρη­κτι­κή από­δει­ξη ότι η μου­σι­κή, πράγ­μα­τι, δεν γνω­ρί­ζει σύνορα.

Κεφάλαιο 6: Συμπεράσματα — Η κληρονομιά και το μέλλον

Η απο­τί­μη­ση του έργου του Christopher C. King είναι μια σύν­θε­τη δια­δι­κα­σία, καθώς η συμ­βο­λή του εκτεί­νε­ται σε πολ­λα­πλά επί­πε­δα: από την αρχεια­κή διά­σω­ση και την ακα­δη­μαϊ­κή έρευ­να μέχρι την καλ­λι­τε­χνι­κή παρα­γω­γή και τη δημιουρ­γία ζωντα­νών πολι­τι­σμι­κών θεσμών. Η πορεία του, από τη Βιρ­τζί­νια στην Ήπει­ρο, απο­τε­λεί μια σύγ­χρο­νη παρα­βο­λή για τη δύνα­μη της μου­σι­κής να γεφυ­ρώ­νει πολι­τι­σμούς και να επα­να­προσ­διο­ρί­ζει ταυτότητες.

Αναμ­φί­βο­λα, η θετι­κή συνει­σφο­ρά του είναι τερά­στια. Πρώ­τον, διέ­σω­σε, ψηφιο­ποί­η­σε και διέ­θε­σε στο κοι­νό έναν ανε­κτί­μη­το πλού­το σπά­νιων ηχο­γρα­φή­σε­ων που κιν­δύ­νευαν να χαθούν για πάντα. Δεύ­τε­ρον, μέσω του βιβλί­ου του και των διε­θνών του παρου­σιά­σε­ων, έφε­ρε την παρα­δο­σια­κή μου­σι­κή της Ηπεί­ρου στο παγκό­σμιο προ­σκή­νιο, δημιουρ­γώ­ντας ένα πρω­το­φα­νές κύμα ενδια­φέ­ρο­ντος. Τρί­τον, με το φεστι­βάλ στην Κόνι­τσα, δημιούρ­γη­σε έναν ζωντα­νό χώρο δια­πο­λι­τι­σμι­κού δια­λό­γου, απο­δει­κνύ­ο­ντας ότι οι μου­σι­κές παρα­δό­σεις των Βαλ­κα­νί­ων μοι­ρά­ζο­νται κοι­νές ρίζες και μπο­ρούν να συνο­μι­λή­σουν δημιουρ­γι­κά με το παρόν.

Ωστό­σο, οι κρι­τι­κές παρα­τη­ρή­σεις που έχουν δια­τυ­πω­θεί δεν πρέ­πει να αγνοη­θούν. Ο χαρα­κτη­ρι­σμός του ως “που­ρι­τα­νού” και “δογ­μα­τι­κού” από έγκρι­τους κρι­τι­κούς ανα­δει­κνύ­ει έναν υπαρ­κτό κίν­δυ­νο: την πιθα­νή ωραιο­ποί­η­ση ή τον εγκλω­βι­σμό μιας ζωντα­νής παρά­δο­σης σε μια συγκε­κρι­μέ­νη, προ­σω­πι­κή αισθη­τι­κή. Τα ερω­τή­μα­τα περί πολι­τι­σμι­κής ανα­πα­ρά­στα­σης παρα­μέ­νουν επί­και­ρα και γόνι­μα, υπεν­θυ­μί­ζο­ντάς μας ότι η αυθε­ντι­κό­τη­τα είναι μια ρευ­στή και δια­πραγ­μα­τεύ­σι­μη έννοια.

Συμπε­ρα­σμα­τι­κά, το έργο του Christopher C. King, με τις αδιαμ­φι­σβή­τη­τες επι­τυ­χί­ες και τους γόνι­μους προ­βλη­μα­τι­σμούς που το συνο­δεύ­ουν, απο­τε­λεί μια καθο­ρι­στι­κή παρέμ­βα­ση στο τοπίο της παγκό­σμιας μου­σι­κής. Η κλη­ρο­νο­μιά του δεν θα μετρη­θεί μόνο από τους δίσκους που διέ­σω­σε ή τα βιβλία που έγρα­ψε, αλλά από τους δια­λό­γους που άνοι­ξε και τις γέφυ­ρες που έχτι­σε. Κατά­φε­ρε να μετα­τρέ­ψει την Κόνι­τσα από μια ακρι­τι­κή πόλη σε ένα διε­θνές πολι­τι­στι­κό σταυ­ρο­δρό­μι. Και απέ­δει­ξε ότι, τελι­κά, τα βου­νά μπο­ρεί να είναι μαύ­ρα, αλλά η μου­σι­κή τους, όταν βρει κάποιον με την υπο­μο­νή, το πάθος και την αγά­πη να την αφου­γκρα­στεί, μπο­ρεί να φωτί­σει ολό­κλη­ρο τον κόσμο.

Βιβλιογραφικές αναφορές

[1] Dean, E. (2018, May 24). ‘Lament From Epirus’ Review: Ode on a Grecian Yearn. The Wall Street Journal. Retrieved from https://www.wsj.com/articles/lament-from-epirus-review-ode-on-a-grecian-yearn-1527191526

 

 

Σχε­τι­κό άρθρο:  Μπά­μπης Στέρ­τσος, Η παρα­δο­σια­κή μου­σι­κή των Δυτι­κών Βαλ­κα­νί­ων: Κατα­γω­γή, ιδί­ω­μα και ιστο­ρι­κή εξέ­λι­ξη με έμφα­ση στη σύν­δε­σή της με τη μου­σι­κή της Δυτι­κής Μακε­δο­νί­ας και Ηπείρου.

 

Βρεί­τε μας και στις σελί­δες μας στο Facebook:

Η Κόνι­τσα σήμε­ρα Konitsa today

Η Μου­σι­κή σήμε­ρα Music today

Η Βιρ­τζί­νια ΗΠΑ σήμε­ρα Ρίτσμοντ Βιρ­τζί­νια Μπιτς

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like

Comments are closed.