- Διαφήμιση -

Η απελευθέρωση της Κόνιτσας.«Ήμουν κι εγώ εκεί»

Μπά­μπης Στέρτσος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Η πόλη κάτω από τον Οθω­μα­νι­κό ζυγό 

- Δια­φή­μι­ση -

Ο Αώος κατέ­βαι­νε εκεί­νο τον χει­μώ­να σαν πλη­γω­μέ­νο θηρίο. Δεν κυλού­σε· αγω­νι­ζό­ταν. Κατέ­βαι­νε από τα βου­νά φου­σκω­μέ­νος από χιό­νια και θυμό, χτυ­πώ­ντας τις πέτρες με δύνα­μη που έκα­νε τη γη να τρέ­μει κάτω από τα πόδια σου, σαν πλη­γω­μέ­νο θηρίο που αρνεί­ται να σωπά­σει. Ο ήχος του ανέ­βαι­νε ως τα σπί­τια της Κόνι­τσας, περ­νού­σε από χαρα­μά­δες και καθό­ταν μέσα στις καρ­διές των ανθρώ­πων σαν ανή­συ­χη προ­φη­τεία Το νερό έσπα­γε πάνω στα θεμέ­λια του μεγά­λου μονό­το­ξου γεφυ­ριού, ανέ­βαι­νε αφρός, έπε­φτε ξανά, κι εγώ στε­κό­μουν συχνά στην άκρη του, κοι­τώ­ντας το νερό να περ­νά, μικρός ακό­μη, προ­σπα­θώ­ντας να κατα­λά­βω αν το γεφύ­ρι άντε­χε το ποτά­μι ή αν το ποτά­μι δοκί­μα­ζε την υπο­μο­νή του.

Ήμουν ο Λιά­κος. Γιός του Στέρ­γιου, μάστο­ρα στο μπου­λού­κι του Φρόν­τζου, από εκεί­νους τους ανθρώ­πους που δεν έγρα­φαν το όνο­μά τους σε χαρ­τιά αλλά το άφη­ναν χαραγ­μέ­νο στην πέτρα. Ο πατέ­ρας μου δεν ήταν άνθρω­πος των μεγά­λων λόγων· μιλού­σε λίγο και κοί­τα­ζε πολύ. Τα χέρια του είχαν πάντα τη μυρω­διά του ασβέ­στη και του ιδρώ­τα, και όταν άγγι­ζε έναν τοί­χο ή μια καμά­ρα έμοια­ζε σαν να άγγι­ζε ζωντα­νό σώμα. Είχε κου­βα­λή­σει πέτρα για να σηκω­θεί η καμά­ρα, κι έλε­γε πως ένα γεφύ­ρι δεν είναι μόνο τέχνη· είναι συμ­φω­νία. Όταν έσκυ­βε πάνω στους αρμούς, έμοια­ζε σαν να ακού­ει κάτι που οι άλλοι δεν μπορούσαν.

«Το γεφύ­ρι δεν πέφτει εύκο­λα», μου έλε­γε, χωρίς να με κοι­τά­ζει, ενώ μετρού­σε με το μάτι τις ενώ­σεις των λίθων.

«Μόνο αν χαλά­σει η εμπι­στο­σύ­νη ανά­με­σα στις πέτρες.»

Τότε δεν κατα­λά­βαι­να. Νόμι­ζα πως μιλού­σε για μαστο­ριά. Τώρα ξέρω πως μιλού­σε για ανθρώπους.

Η Κόνι­τσα ζού­σε πολ­λά χρό­νια κάτω από την οθω­μα­νι­κή διοί­κη­ση, και όποιος δεν την είχε δει θα νόμι­ζε ίσως πως ήταν  ένας τόπος ξεχα­σμέ­νος στο χάρ­τη και περι­θω­ριο­ποι­η­μέ­νος. Δεν ήταν  όμως τόπος φτω­χός ούτε ξεχα­σμέ­νος Ήταν πέρα­σμα. Σταυ­ρο­δρό­μι δρό­μων και χαρα­κτή­ρων. Από εδώ περ­νού­σαν καρα­βά­νια, κοπά­δια, πρα­μα­τευ­τά­δες από τη Μακε­δο­νία, Βλά­χοι κτη­νο­τρό­φοι, έμπο­ροι από τα Γιάν­νε­να, στρα­τιω­τι­κά απο­σπά­σμα­τα, αγγε­λιο­φό­ροι που κου­βα­λού­σαν ειδή­σεις πριν ακό­μη γίνουν γεγο­νό­τα. Και μαζί με τις ειδή­σεις περ­νού­σε πάντα κι ο φόβος.

Είχε πέσει στα χέρια των Οθω­μα­νών γύρω στο 1430. Πέντε σχε­δόν αιώ­νες σκλα­βιάς. Τόσος χρό­νος είναι αρκε­τός για να μάθει ένας λαός να ζει με τη σκιά χωρίς να ξεχνά πως υπάρ­χει φως. Κι όμως, ακό­μη και μέσα στην υπο­τα­γή, η πόλη είχε ακμή. Από τα μέσα του δέκα­του πέμ­πτου αιώ­να λογα­ρια­ζό­ταν σημα­ντι­κό διοι­κη­τι­κό και εμπο­ρι­κό κέντρο. Οι μπέ­η­δες της περιο­χής εκτι­μού­σαν την οργά­νω­σή της, χρη­σι­μο­ποιού­σαν την ελλη­νι­κή γλώσ­σα στις συναλ­λα­γές, έστελ­ναν τα παι­διά τους σε ελλη­νι­κά σχο­λεία  που, παρά τις επο­χές και τις πιέ­σεις, συνέ­χι­ζαν να λει­τουρ­γούν στην περιο­χή υπό τη σκέ­πη της Εκκλη­σί­ας δεί­χνο­ντας συνά­μα έναν παρά­ξε­νο σεβα­σμό προς τα μονα­στή­ρια και τους χρι­στια­νι­κούς αγί­ους, σαν να ανα­γνώ­ρι­ζαν πως η ψυχή ενός τόπου δεν αλλά­ζει εύκολα.

Οι γέροι έλε­γαν γελώντας:

«Κόνι­τσα κασα­μπάς — Γιάν­νε­να χωριό.»

Ήταν λόγια έπαρ­σης, μα πίσω τους κρύ­βο­νταν πικρές μνή­μες. Για­τί υπήρ­ξαν επο­χές που το πλιά­τσι­κο και οι κατα­στρο­φές ξεπέ­ρα­σαν κάθε όριο, κι όταν η εξου­σία θυμά­ται πως είναι εξου­σία, η ισορ­ρο­πία χάνε­ται μέσα σε μια νύχτα.

Η αγο­ρά άνοι­γε από τα χαρά­μα­τα. Τα κιο­πέ­γκια σηκώ­νο­νταν με ήχο που έμοια­ζε με ανα­στε­ναγ­μό. Οι μπα­κά­λη­δες αρά­δια­ζαν σακιά με όσπρια, οι σιδε­ρά­δες άνα­βαν καμί­νια που έβα­φαν τον αέρα κόκ­κι­νο, οι τσα­γκά­ρη­δες  έστρω­ναν τα εργα­λεία και μετά έσκυ­βαν πάνω από δέρ­μα­τα, ο σαλε­πι­τζής γυρο­βό­λα­γε την αγο­ρά με αχνι­στό σαλέ­πι, ο καπνός από τα καφε­νεία μύρι­ζε καφέ και συζη­τή­σεις μισοειπωμένες.

Έβλε­πες τα πάντα. Βλά­χους με βαριές κάπες, καπό­τες και κου­δού­νια ζώων δεμέ­να στη ζώνη τους. Μαστό­ρους από την Πυρ­σό­γιαν­νη και τη Βούρ­μπια­νη, ανθρώ­πους της πέτρας που μιλού­σαν λίγο και γελού­σαν σπά­νια. Γυναί­κες από τη Δρο­σο­πη­γή με κοφί­νια φορ­τω­μέ­να τυριά και υφα­ντά. Μου­σουλ­μά­νους εμπό­ρους με μετα­ξω­τές ζώνες, ταρί  και αρώ­μα­τα από μακρι­νές αγορές.

Η πόλη ήταν μωσαϊ­κό. Δεν υπήρ­χε καθη­με­ρι­νή βία όπως αρέ­σκο­νται να λένε όσοι δεν έζη­σαν εκεί­να τα χρό­νια. Υπήρ­χε συναλ­λα­γή, υπήρ­χαν σχέ­σεις, ακό­μη και φιλί­ες. Μα υπήρ­χε κάτι βαθύ­τε­ρο και πιο κου­ρα­στι­κό: η αίσθη­ση πως ο τόπος σου δεν σου ανή­κει ολο­κλη­ρω­τι­κά. Ότι κάθε λέξη μπο­ρεί να παρε­ξη­γη­θεί, κάθε βλέμ­μα να γίνει καταγγελία.

Το διοι­κη­τή­ριο στε­κό­ταν ψηλά. Κι εκεί μέσα έμε­νε ο καϊ­μα­κά­μης. Μα ο άνθρω­πος που πραγ­μα­τι­κά φόβι­ζε ήταν άλλος. Ο Γιου­σούφ μπέ­ης. Διοι­κη­τής της φρου­ράς. Μορ­φω­μέ­νος, έλε­γαν. Είχε υπη­ρε­τή­σει αλλού πριν έρθει εδώ. Δεν ύψω­νε ποτέ τη φωνή του. Το μου­στά­κι του ήταν λεπτό, κοφτε­ρό σαν γραμ­μή ξίφους, και τα μάτια του δεν έδει­χναν θυμό· έδει­χναν υπολογισμό.

Μια μέρα μπή­κε στο παζά­ρι. Δεν φώνα­ξε κανείς να σωπά­σει. Ο τόπος σώπα­σε μόνος του. Ο πατέ­ρας μου έσκυ­ψε περισ­σό­τε­ρο πάνω στην πέτρα.

«Μη τον κοι­τάς στα μάτια», μου είπε.

«Για­τί;»

«Για­τί εκεί μέσα ψάχνει αφορμή.»

Ορι­σμέ­νοι έλε­γαν πως γνώ­ρι­ζε ελλη­νι­κά καλύ­τε­ρα από πολ­λούς από εμάς. Ίσως γι’ αυτό να ήταν πιο επι­κίν­δυ­νος· κατα­λά­βαι­νε όχι μόνο τις λέξεις αλλά και τις σιω­πές. Κι εκεί­νη τη μέρα στο παζά­ρι δεν χρειά­στη­κε να απει­λή­σει κανέ­ναν. Αρκού­σε που περ­πα­τού­σε αργά, σαν να μετρού­σε ποιος ανή­κε ακό­μη στην πόλη και ποιος περί­με­νε την αλλαγή.

Η φρου­ρά της Κόνι­τσας ήταν ισχυ­ρή. Περί­που χίλιοι πεντα­κό­σιοι άνδρες. Κανο­νι­κός στρα­τός. Υπήρ­χαν πυρο­βό­λα έξω από την πόλη και φυλά­κια στα περά­σμα­τα προς τα βου­νά. Οι Οθω­μα­νοί γνώ­ρι­ζαν καλά τη σημα­σία της περιο­χής. Αν χανό­ταν η Κόνι­τσα, άνοι­γε ο δρό­μος προς τη Βόρεια Ήπει­ρο. Και τότε ήρθαν τα νέα. Νοέμ­βριος 1912. Στη Βούρ­μπια­νη εμφα­νί­στη­καν αντάρτες.

«Αλή­θεια είναι;» ρώτη­σε η μάνα μου εκεί­νο το βράδυ.

Ο πατέ­ρας έκλει­σε την πόρ­τα πριν απαντήσει.

«Μη μιλάς δυνατά.»

«Τι έγι­νε;»

«Σηκώ­θη­καν χωριά.»

Τα είπε ένα-ένα. Λού­ψι­κο. Κάν­τσι­κο. Δρο­σο­πη­γή. Φρά­στα­νη. Μπριά­ζα.  Τα ονό­μα­τα έπε­φταν σαν πέτρες στο τρα­πέ­ζι. Οι άνθρω­ποι δεν περί­με­ναν πια. Αγγε­λιο­φό­ροι περ­νού­σαν νύχτα. Ψωμί έφευ­γε από σπί­τια. Άλο­γα χάνο­νταν και γύρι­ζαν ιδρω­μέ­να. Οι μανά­δες έψη­ναν διπλά. Οι άντρες μιλού­σαν χαμη­λά. Εκεί­νο το βρά­δυ δεν άνα­ψε κανείς δυνα­τά το φως. Η μάνα μου σκέ­πα­σε το λυχνά­ρι με το χέρι της, σαν να φοβό­ταν μήπως η φλό­γα φανε­ρώ­σει περισ­σό­τε­ρα απ’ όσα έπρε­πε. Από τον δρό­μο ακού­γο­νταν βήμα­τα που στα­μα­τού­σαν και ξανάρ­χι­ζαν, κι ένας σκύ­λος γάβγι­ζε χωρίς λόγο.

Ο πατέ­ρας μου έβγα­λε από την κασέ­λα ένα παλιό μαχαί­ρι. Δεν το είχα ξανα­δεί. Το ακό­νι­σε αργά.

«Δεν θα γίνει τίπο­τα;» ρώτησα.
Με κοίταξε.
«Όταν αρχί­ζει η ιστο­ρία», είπε, «πάντα γίνε­ται κάτι.»

Εκεί­νη τη νύχτα δεν κοι­μή­θη­κα. Άκου­γα τον Αώο. Και νόμι­ζα πως μιλούσε

Τα τριά­ντα οχτώ χωριά και οι τέσ­σε­ρις οικι­σμοί της επαρ­χί­ας έβρα­ζαν κάτω από το χιό­νι. Και ο Γιου­σούφ Μπέ­ης το ήξε­ρε. Μάζε­ψε τους προ­κρί­τους. Ήμουν έξω από το διοι­κη­τή­ριο. Άκου­σα τη φωνή του. Ήρε­μη. Χωρίς θυμό.

«Όποιος βοη­θή­σει τους αντάρ­τες», είπε στα ελλη­νι­κά, «θα πληρώσει.»

Κανείς δεν απά­ντη­σε. Η σιω­πή ήταν πιο βαριά από απει­λή. Κι εκεί­νη τη στιγ­μή κατά­λα­βα κάτι που δεν μπο­ρού­σα ακό­μη να ονο­μά­σω. Η πόλη είχε μπει σε πόλε­μο πριν ακό­μη ακου­στεί ντουφέκι.

Τότε δεν ήξε­ρα πως θυμό­μουν ήδη. Η μνή­μη αρχί­ζει πριν κατα­λά­βεις ότι ζεις ιστορία.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Τα χωριά σηκώ­νουν κεφάλι

Τα βου­νά γύρω από την Κόνι­τσα είχαν μάθει να θυμού­νται. Οι ιστο­ρί­ες περ­νού­σαν από γενιά σε γενιά όπως περ­νά το νερό από πηγή σε πηγή, κι οι γέροι μιλού­σαν για παλιούς κλέ­φτες και αρμα­το­λούς σαν να είχαν φύγει μόλις χθες.

Έλε­γαν για τον Βέρ­γο από τη Μόλι­στα, που η παρά­δο­ση τον ήθε­λε να πολε­μά τους Τούρ­κους στα αρμα­το­λί­κια των Γρε­βε­νών στα τέλη του δέκα­του έκτου και στις αρχές του δέκα­του έβδο­μου αιώ­να, κι έλε­γαν πως τα μονο­πά­τια που πατού­σα­με εμείς τα είχαν περ­πα­τή­σει άνθρω­ποι που δεν δέχτη­καν ποτέ να ζήσουν γονατιστοί.

Στον Αγώ­να του 1821 η Κόνι­τσα δεν βγή­κε μπρο­στά όπως άλλοι τόποι, μα έδω­σε ανθρώ­πους που πήραν τη φωτιά αλλού. Μιλού­σαν για τον Χρή­στο Τσά­κα, υπα­σπι­στή του Καραϊ­σκά­κη στη μάχη του Φαλή­ρου, για τον Μήτση Λέζη και τον Χρή­στο Ζού­μη από τη Βούρ­μπια­νη, για τον Νικό­λαο Κονι­τσιώ­τη. Αργό­τε­ρα ήρθε ο καπε­τάν Ζέρ­μας από την Πλα­γιά, σύντρο­φος του Ντα­βέ­λη, που βρέ­θη­κε στον Μακε­δο­νι­κό Αγώνα.

Η ιστο­ρία δεν είχε φύγει. Απλώς περίμενε.

Από το 1906 ο επί­σκο­πος Βελ­λάς και Κονί­τσης, ο Σπυ­ρί­δων Βλά­χος, γύρι­ζε χωριά και μιλού­σε χαμη­λά με ανθρώ­πους που έμοια­ζαν απλοί, μα κρα­τού­σαν μέσα τους φωτιά. Οργά­νω­νε σώμα­τα, έφτια­χνε δίκτυα, κι έδι­νε στους ανθρώ­πους την αίσθη­ση πως δεν ήταν μόνοι.

Όταν το 1912 έφτα­σε στην πόλη ο Τζα­βήτ πασάς, όλοι κατά­λα­βαν για­τί. Ήρθε με δύο χιλιά­δες στρα­τιώ­τες. Έστη­σε κανό­νια κάτω από την πλα­τεία. Ζήτη­σε τρό­φι­μα. Η πόλη και τα χωριά άρχι­σαν να τρέ­φουν στρα­τό ξένο. Η σκλα­βιά έγι­νε πεί­να. Από τον Νοέμ­βριο ξεση­κώ­θη­καν οι πρώ­τοι. Στη Βούρ­μπια­νη συγκρο­τή­θη­κε σώμα με εκα­τό γκρά­δες. Η Οξυά εξο­πλί­στη­κε. Ο ηγού­με­νος της Μονής Ζέρ­μας Διο­νύ­σιος Παπα­δά­τος ξεσή­κω­σε τη Ζέρ­μα και τη Δρο­σο­πη­γή. Η Φούρ­κα επα­να­στά­τη­σε. Το Κερά­σο­βο οπλί­στη­κε με εκα­τόν πενή­ντα γκρά­δες που έφε­ρε ο αγω­γιά­της Κώστας Γαλάνης.

Οι Τούρ­κοι έκα­ναν εφό­δους. Απο­κρού­στη­καν. Έκα­ψαν χωριά. Άρπα­ξαν τρό­φι­μα. Μα η φωτιά δεν έσβη­νε. Στη λάκ­κα του Αώου σηκώ­θη­κε το Δίστρα­το. Ο Νικό­λας Γού­λας. Ο δάσκα­λος Ξενο­φών. Ο παπα-Θανά­σης. Ογδό­ντα παλι­κά­ρια. Τα περά­σμα­τα έκλεισαν.

15 Ιανουα­ρί­ου 1913. Το Κερά­σο­βο έπε­σε. Σπί­τια κάη­καν. Οι άνθρω­ποι έφυ­γαν πρό­σφυ­γες. Όταν έφτα­σαν οι πρώ­τοι από το Κερά­σο­βο, δεν έμοια­ζαν με ανθρώ­πους που ταξί­δε­ψαν· έμοια­ζαν με ανθρώ­πους που άφη­σαν πίσω τους τη ζωή τους. Μια γυναί­κα κρα­τού­σε μόνο ένα κλει­δί. Δεν είχε σπί­τι πια, μα κρα­τού­σε το κλει­δί σαν υπόσχεση.

«Θα γυρί­σου­με», έλεγε.
Κανείς δεν της απάντησε.
Για­τί όλοι ήξε­ραν πως τα καμέ­να σπί­τια δεν περιμένουν.
Περι­μέ­νουν μόνο οι άνθρωποι.

Και τότε εμφα­νί­στη­κε ο ελλη­νι­κός στρα­τός. Δύο λόχοι. Λοχα­γός Δημή­τριος Παπα­νι­κο­λά­ου. Η ιστο­ρία πλησίαζε.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Η νύχτα πριν από την καταιγίδα

Η πόλη δεν κοι­μό­ταν πια όπως άλλο­τε. Δεν υπήρ­χε ακό­μη μάχη μέσα στους δρό­μους, ούτε κανο­νιές που να σκί­ζουν τον αέρα, κι όμως όλοι περ­πα­τού­σαν σαν να άκου­γαν ήδη τον πόλε­μο να πλη­σιά­ζει. Οι φήμες έφτα­ναν πριν από τους στρα­τούς· περ­νού­σαν από στό­μα σε στό­μα, άλλα­ζαν μορ­φή, μεγά­λω­ναν ή μίκραι­ναν, μα άφη­ναν πίσω τους την ίδια αίσθη­ση: πως κάτι τελειώ­νει. Ένας στρα­τός που χάνει τον έλεγ­χο γίνε­ται επι­κίν­δυ­νος. Εκεί­νες τις ημέ­ρες ο φόβος δεν έμε­νε πια μόνο μέσα στην πόλη· περ­νού­σε τα βου­νά και κατέ­βαι­νε στα χωριά σαν παγω­μέ­νος αέρας που δεν φαί­νε­ται, μα μπαί­νει στα σπίτια.

Η είδη­ση της φυλά­κι­σης του Μητρο­πο­λί­τη Σπυ­ρί­δω­νος έφτα­σε γρή­γο­ρα στο Πάπι­γκο. Εκεί είχε ανθρώ­πους δικούς του· φίλους παλιούς, δεμέ­νους με χρό­νια εμπι­στο­σύ­νης, και ιδιαί­τε­ρα την οικο­γέ­νεια του ιερέα Πρω­το­συ­γκέλ­λου. Οι άνθρω­ποι κατά­λα­βαν τι σήμαι­νε. Δεν ήταν απλώς σύλ­λη­ψη. Ήταν προει­δο­ποί­η­ση. Αν ο δεσπό­της γινό­ταν παρά­δειγ­μα, τότε η σιω­πή θα γινό­ταν νόμος. Οι άρχο­ντες της κοι­νό­τη­τας συγκε­ντρώ­θη­καν νύχτα. Δεν άνα­ψαν πολ­λά φώτα. Στην εκκλη­σία των Αγί­ων Ταξιαρ­χών στά­θη­κε μπρο­στά τους ένας άνθρω­πος που δεν έμοια­ζε με ήρωα. Γερα­σμέ­νος. Με ώμους σκυ­φτούς από χρό­νια δου­λειάς. Ο γερό Μήτσης — Παπα­δή­μος ή Χρι­στο­δού­λου, όπως τον έλε­γαν παλιό­τε­ρα, και που αργό­τε­ρα έμει­νε γνω­στός ως Μητσιάδης,(παππού της Γαλά­τειας Ζδρά­βου) Γαμπρός στο Πάπι­γκο.  Άνθρω­πος ήσυ­χος. Εβδο­μή­ντα χρο­νών. Ο ιερέ­ας ακού­μπη­σε το ευαγ­γέ­λιο μπρο­στά του.

— Ορκί­ζε­σαι; ρώτη­σε χαμηλά.

Η φλό­γα του κεριού έτρε­με, ή ίσως έτρε­με το χέρι που το κρα­τού­σε. Ο γέρο­ντας έκα­νε τον σταυ­ρό του.

— Ορκί­ζο­μαι.

Κανείς δεν χει­ρο­κρό­τη­σε. Η Ιστο­ρία δεν κάνει θόρυ­βο όταν αρχί­ζει. Τον όρκι­σαν να κρα­τή­σει μυστι­κή την απο­στο­λή. Η κατα­γω­γή του ήταν από το Βλα­χώ­ρι Θεσπρω­τί­ας, το σημε­ρι­νό Πολύ­δρο­σο,  και γνώ­ρι­ζε όσο λίγοι τα μονο­πά­τια από τη χαρά­δρα του Βίκου ως τα Γιάν­νε­να και το Μπι­ζά­νι. Του έδω­σαν επι­στο­λή. Να φτά­σει στον ίδιο τον Διά­δο­χο Κων­στα­ντί­νο. Να του πει πως ο Τζα­βήτ πασάς κρα­τού­σε φυλα­κι­σμέ­νο τον Μητρο­πο­λί­τη. Να ζητή­σει μεσο­λά­βη­ση στον Εσσάτ πασά. Δεν υπήρ­χε άλλος δρό­μος. Ξεκί­νη­σε αμέ­σως. Η χαρά­δρα του Βίκου ήταν γεμά­τη χιό­νι. Ο άνε­μος κατέ­βαι­νε κοφτε­ρός. Σε ένα στε­νό πέρα­σμα άκου­σε φωνές. Τούρ­κι­κη περί­πο­λος. Κρύ­φτη­κε πίσω από βρά­χο. Στην τσέ­πη του το γράμ­μα. Δεν κου­βα­λού­σε χαρ­τί. Κου­βα­λού­σε μια ανά­σα που δεν ήταν δική του. Περί­με­νε. Τα βήμα­τα απο­μα­κρύν­θη­καν. Σηκώ­θη­κε. Συνέ­χι­σε. Δύο ημέ­ρες πορεί­ας χωρίς στά­ση. Σαν ταχυ­δρό­μος της μοί­ρας. Όταν έφτα­σε στο Μπι­ζά­νι, παρέ­δω­σε την επι­στο­λή στον Διά­δο­χο Κωνσταντίνο.

Οι άνθρω­ποι λένε πως ο Διά­δο­χος δεν καθυ­στέ­ρη­σε ούτε στιγ­μή. Με δύο αιχ­μά­λω­τους Οθω­μα­νούς αξιω­μα­τι­κούς στάλ­θη­κε παρά­κλη­ση προς τον Εσσάτ πασά των Ιωαν­νί­νων να μεσο­λα­βή­σει έτσι ώστε ο Μητρο­πο­λί­της να απε­λευ­θε­ρω­θεί. Ο Εσσάτ Πασάς λαβών την πλη­ρο­φο­ρία δίνει άμε­σα σαφή δια­τα­γή στον Τσα­βιτ να απε­λευ­θε­ρώ­σει τον Μητρο­πο­λί­τη Κονί­τσης Σπυ­ρί­δω­να και να μην πει­ρά­ξει ούτε τρί­χα από την κεφα­λή  του. Και πράγ­μα­τι. Η εντο­λή έφτα­σε. Λένε πως όταν την άκου­σε ο Τζα­βήτ πασάς χτύ­πη­σε το τρα­πέ­ζι με τη γρο­θιά του. Ο δεσπό­της σώθη­κε. Έτσι μου έχουν διη­γη­θεί την ιστο­ρία οι πρό­γο­νοί μου και επι­στρέ­φο­ντας ο γέρο Μήτσης στο Πάπι­γκο μαθεύ­τη­κε το γεγο­νός και η είδη­ση Απε­λευ­θέ­ρω­σης και των Ιωαν­νί­νων. Μετά από αυτό έγι­νε μεγά­λο γλέ­ντι στο χωριό τιμη­τι­κή εκδή­λω­ση ανα­γνώ­ρι­σης προ­σφο­ράς του γέρο­ντα Μήτση ο οποί­ος έζη­σε μέχρι 25 Σεπτεμ­βρί­ου 1925. (**Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα τού Υπο­στρά­τη­γου ε.α. ( ΤΣ) Ιωάν­νη Μητσια­δη, εγγο­νού του Γέρο Μήτση).   Ομως μετά από αυτό  οι περι­πο­λί­ες στην Κόνι­τσα  έγι­ναν πιο άγριες. Όταν μια εξου­σία τραυ­μα­τί­ζε­ται, γίνε­ται πιο επι­κίν­δυ­νη από πριν.

Κάτι πού δεν είναι γνω­στό: Λένε ακό­μη πως οι δύο αιχ­μά­λω­τοι αξιω­μα­τι­κοί που μετέ­φε­ραν την επι­στο­λή βαπτί­στη­καν αργό­τε­ρα χρι­στια­νοί από τον ίδιο τον Σπυ­ρί­δω­να και υπη­ρέ­τη­σαν ως βοη­θη­τι­κοί στον ελλη­νι­κό στρα­τό μετά την απε­λευ­θέ­ρω­ση. Εμείς στην Κόνι­τσα δεν τα ξέρα­με τότε όλα αυτά. Μόνο νιώ­θα­με. Η μάνα μου άνα­βε κερί κάθε βρά­δυ χωρίς να εξη­γεί για­τί. Ο πατέ­ρας μου δεν κοι­μό­ταν. Κι εγώ άκου­γα τον Αώο. Ο ποτα­μός δεν έτρε­χε πια σαν θηρίο. Έτρε­χε σαν να κρα­τού­σε μέσα του κάτι που ερχό­ταν. Σαν να ήξε­ρε πως η καται­γί­δα δεν είχε ακό­μη ξεσπάσει.

 

Η σιω­πη­λή αγορά

Η αγο­ρά έμοια­ζε ίδια, μα δεν ήταν. Οι πάγκοι ήταν γεμά­τοι, όμως κανείς δεν παζά­ρευε. Οι άνθρω­ποι αγό­ρα­ζαν γρή­γο­ρα και έφευ­γαν. Ένα παι­δί έτρε­ξε γελώ­ντας και η μάνα του το άρπα­ξε από τον ώμο.

«Μη φωνά­ζεις», του είπε.

Δεν υπήρ­χε λόγος. Κι όμως όλοι ψιθύριζαν.

Η σκλα­βιά δεν χρειά­ζε­ται πάντα φρου­ρούς. Μερι­κές φορές γίνε­ται συνήθεια.

Έξω από την πόλη, όμως, συνέ­βαι­νε κάτι δια­φο­ρε­τι­κό. Στη Φούρ­κα είχαν φτά­σει ελλη­νι­κές δυνά­μεις. Δύο λόχοι με επι­κε­φα­λής τον λοχα­γό Δημή­τριο Παπα­νι­κο­λά­ου, άνθρω­πο λιγο­μί­λη­το και υπο­μο­νε­τι­κό, που γνώ­ρι­ζε πως η κατά­λη­ψη μιας πόλης δεν είναι υπό­θε­ση ορμής αλλά χρό­νου. Οι οπλαρ­χη­γοί των χωριών συγκε­ντρώ­θη­καν μαζί του· άνθρω­ποι της πέτρας και των κοπα­διών, δάσκα­λοι, παπά­δες και αγω­γιά­τες, όλοι γύρω από έναν χάρ­τη που δεν ήταν χαρ­τί αλλά μνή­μη: μονο­πά­τια, ρεμα­τιές, περάσματα.

Ο πατέ­ρας μου έλε­γε πως εκεί­νες τις νύχτες τα άλο­γα περ­πα­τού­σαν περισ­σό­τε­ρο από τους ανθρώ­πους. Αγγε­λιο­φό­ροι ανέ­βαι­ναν από τη Μόλι­στα. Άλλοι κατέ­βαι­ναν από τη λάκ­κα του Αώου. Τα χωριά είχαν γίνει μάτια και αυτιά.

Μέσα στην Κόνι­τσα δεν γνω­ρί­ζα­με λεπτο­μέ­ρειες. Μόνο αισθα­νό­μα­σταν. Η μάνα μου άνα­βε κερί κάθε βρά­δυ χωρίς να εξη­γεί για­τί. Ο πατέ­ρας μου δεν κοι­μό­ταν. Καθό­ταν δίπλα στα εργα­λεία του, ακου­μπού­σε την πέτρα σαν να ζητού­σε κου­ρά­γιο από αυτήν.

Κι εγώ άκου­γα τον Αώο. Σαν να μετρού­σε αντίστροφα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Η μάχη των περασμάτων

Ο λοχα­γός Παπα­νι­κο­λά­ου πέρα­σε την Πουρ­νιά προ­σε­κτι­κά, σαν άνθρω­πος που γνω­ρί­ζει ότι κάθε βια­σύ­νη κοστί­ζει ζωές. Η Μόλι­στα τον δέχτη­κε στις 9 Φεβρουα­ρί­ου σαν προ­άγ­γε­λο αλλα­γής. Δεν υπήρ­χαν πανη­γυ­ρι­σμοί· μόνο ανα­κού­φι­ση και σιω­πη­λές χει­ρα­ψί­ες. Οι ειδή­σεις έφτα­σαν γρή­γο­ρα στην Κόνι­τσα. Ο Τζα­βήτ ταράχτηκε.

Έστει­λε σώμα­τα προς το Πεκλά­ρι, τη σημε­ρι­νή Πηγή, κι άλλα προς τη Μονή Στο­μί­ου. Οι πλη­ρο­φο­ρί­ες έλε­γαν πως οι επα­να­στά­τες πλη­σί­α­ζαν στη θέση Σουσ­νί­τσα. Οι συγκρού­σεις ήταν σκλη­ρές, μα οι άνδρες των χωριών γνώ­ρι­ζαν το έδα­φος καλύ­τε­ρα από κάθε στρα­τιω­τι­κό χάρ­τη. Απο­κρού­στη­καν. Και τότε ο Τζα­βήτ απο­φά­σι­σε να τελειώ­νει. Ξεκί­νη­σε ο ίδιος με όλες του τις δυνά­μεις. Τέσ­σε­ρις χιλιά­δες άντρες. Κανό­νια. Πυροβόλα.

Η σύγκρου­ση γύρω από το Κερά­σο­βο κρά­τη­σε έξι ολό­κλη­ρες ημέ­ρες. Ο ελλη­νι­κός στρα­τός και τα αντάρ­τι­κα σώμα­τα αμύ­νο­νταν με πολύ λιγό­τε­ρους άνδρες, μα είχαν κάτι που δεν μετριέ­ται σε αριθ­μούς: γνώ­ρι­ζαν για­τί πολε­μούν. Οι κάτοι­κοι κρύ­βο­νταν σε χαρά­δρες. Οι γυναί­κες κου­βα­λού­σαν νερό. Οι παπά­δες εξο­μο­λο­γού­σαν πριν από κάθε έφο­δο. Και τότε, την έβδο­μη ημέ­ρα, έφτα­σε η είδη­ση. Τα Ιωάν­νι­να έπεσαν.

Ο Εσάτ πασάς παρα­δό­θη­κε. Ο Τζα­βήτ κατά­λα­βε. Χωρίς τα Γιάν­νε­να, η Κόνι­τσα ήταν χαμέ­νη. Υπο­χώ­ρη­σε. Όχι με τάξη. Με φόβο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Το γεφύ­ρι που δεν έπεσε

Στις 22 Φεβρουα­ρί­ου η πόλη ζού­σε μέσα σε μια παρά­ξε­νη σιω­πή. Οι χρι­στια­νοί φοβού­νταν μήπως η υπο­χω­ρού­σα φρου­ρά αφή­σει πίσω της φωτιά και αίμα. Άλλοι έλε­γαν πως οι Τούρ­κοι τρα­βού­σαν προς την Πρε­με­τή· άλλοι πως ο Τζα­βήτ κατευ­θυ­νό­ταν προς το Μπουραζάνι.

Και τότε ακού­στη­κε ο κρό­τος. Από το ποτά­μι. Ένας ήχος βαθύς. Όχι κανο­νιά. Κάτι χει­ρό­τε­ρο. Η φήμη απλώ­θη­κε σαν αστρα­πή: είχαν δώσει εντο­λή να ανα­τι­να­χθεί η πέτρι­νη γέφυ­ρα. Το γεφύ­ρι δεν ήταν απλώς πέρα­σμα. Ήταν η μνή­μη του τόπου. Έτρε­ξα μαζί με άλλους. Ο καπνός ανέ­βαι­νε ακό­μη. Αργό­τε­ρα μάθα­με τι είχε συμβεί.

Με υπό­δει­ξη του δεσπό­τη, τσο­πα­να­ραί­οι της περιο­χής είχαν αφαι­ρέ­σει μεγά­λο μέρος των εκρη­κτι­κών πριν δοθεί η εντο­λή. Η έκρη­ξη προ­κά­λε­σε μόνο μικρές ζημιές. Το γεφύ­ρι στά­θη­κε όρθιο. Ο πατέ­ρας μου το άγγι­ξε σαν άνθρωπο.

«Κρα­τή­θη­κε», είπε.

Ο πατέ­ρας μου στά­θη­κε για ώρα σιωπηλός.

«Αν έπε­φτε», είπε, «θα νόμι­ζαν πως έσπα­σαν τον δρό­μο μας. Δεν ξέρουν πως ο δρό­μος δεν είναι η πέτρα. Είναι οι άνθρωποι.»

Κι εγώ κατά­λα­βα πως δεν σώζο­νται τα μεγά­λα έργα από τύχη. Σώζο­νται από ανθρώ­πους που δεν γρά­φο­νται στα βιβλία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

Η πόλη χωρίς αφέντη

Η φυγή δεν μοιά­ζει ποτέ με ήττα όταν τη βλέ­πεις από μακριά. Από κοντά όμως έχει ήχο· τον ήχο της βια­σύ­νης, της ατα­ξί­ας, της σιω­πη­λής ντρο­πής. Έτσι έφυ­γαν οι τελευ­ταί­οι Οθω­μα­νοί από την Κόνι­τσα. Δεν υπήρ­ξε μάχη μέσα στους δρό­μους. Δεν χρειά­στη­καν κανο­νιές. Η πτώ­ση των Ιωαν­νί­νων είχε κόψει το νήμα που κρα­τού­σε τη φρου­ρά όρθια. Χωρίς στή­ριγ­μα, χωρίς δια­τα­γές που να υπό­σχο­νται ενι­σχύ­σεις, ο Τζα­βήτ πασάς πήρε την από­φα­ση που όλοι φοβού­νταν και όλοι περί­με­ναν μαζί: να εγκα­τα­λεί­ψει την πόλη. Τον είδαν να περ­νά σκυ­θρω­πός, πλαι­σιω­μέ­νος από το επι­τε­λείο του, να τρα­βά προς το Μπου­ρα­ζά­νι. Άλλοι στρα­τιώ­τες κατευ­θύν­θη­καν προς την Πρε­με­τή. Δεν κοί­τα­ζαν πίσω.

Η αγο­ρά άνοι­ξε διστα­κτι­κά εκεί­νο το πρω­ι­νό. Οι άνθρω­ποι βγή­καν σαν να δοκί­μα­ζαν αν ο αέρας είχε αλλά­ξει πραγ­μα­τι­κά. Κάποιοι σταυ­ρο­κο­πιού­νταν. Άλλοι έμε­ναν στα κατώ­φλια, φοβού­με­νοι πως ήταν παγί­δα. Η μάνα μου δεν με άφη­νε να απομακρυνθώ.

«Μη βιά­ζε­σαι», είπε. «Ο λύκος δαγκώ­νει όταν φεύγει.»

Δεν είχε άδι­κο. Ο φόβος των λεη­λα­σιών πλα­νιό­ταν πάνω από την πόλη σαν σύν­νε­φο. Οι χρι­στια­νοί φοβού­νταν αντί­ποι­να της τελευ­ταί­ας στιγ­μής. Κάποιοι μου­σουλ­μά­νοι γεί­το­νες έμει­ναν· άνθρω­ποι που είχαν ζήσει μαζί μας χρό­νια, που κοι­τού­σαν κι εκεί­νοι αμή­χα­να τον δρό­μο, σαν να μην ήξε­ραν σε ποιον κόσμο ανή­κουν πια.

Εκεί­νες τις ώρες η Κόνι­τσα ήταν κάτι πρω­τό­γνω­ρο. Μια πόλη χωρίς αφέ­ντη. Χωρίς δια­τα­γές. Χωρίς στρα­τιώ­τες στις γωνί­ες. Μόνο άνθρω­ποι που περί­με­ναν. Και τότε άρχι­σαν να κατε­βαί­νουν από τα βου­νά οι πρώτοι.

Εκεί­νη τη στιγ­μή κατά­λα­βα πως δεν φοβό­μουν πια. Και όταν έφυ­γε ο φόβος, έμει­νε μόνο η ευθύ­νη να θυμάμαι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

Οι πρώ­τοι ελεύθεροι

Από τη θέση Κου­ρί φάνη­καν πρώ­τα σαν σκιές. Άντρες κου­ρα­σμέ­νοι, με γκρά­δες στον ώμο και μάτια που είχαν δει φωτιά. Ήταν οι επα­να­στά­τες από τα βλα­χό­φω­να χωριά της λάκ­κας του Αώου — από το Δίστρα­το, τα Άρμα­τα, τους Πάδες, το Παλαιο­σέ­λι. Δεν μπή­καν σαν στρα­τός που κατα­κτά· μπή­καν σαν άνθρω­ποι που επι­στρέ­φουν. Κάποιος τους ανα­γνώ­ρι­σε. Ένας ψίθυ­ρος έγι­νε φωνή.

Και τότε ο Αγη­σί­λα­ος Παπα­χρη­στί­δης ανέ­βη­κε τρέ­χο­ντας στο καμπα­να­ριό του Αγί­ου Νικο­λά­ου. Η πρώ­τη καμπά­να χτύ­πη­σε διστα­κτι­κά. Η δεύ­τε­ρη δυνα­τά. Η τρί­τη έσπα­σε τη σιω­πή πέντε αιώνων.

- Δια­φή­μι­ση -

Ο ήχος κύλη­σε πάνω από στέ­γες, έφτα­σε στον Αώο, ανέ­βη­κε στις πλα­γιές της Τύμ­φης και γύρι­σε πίσω σαν απά­ντη­ση. Οι άνθρω­ποι άρχι­σαν να τρέ­χουν. Δεν θυμά­μαι ποιος άρχι­σε να κλαί­ει πρώ­τος. Ίσως να μην ήταν καν άνθρω­πος· ίσως να ήταν η ίδια η πόλη που άφη­νε επι­τέ­λους τον αέρα να βγει από μέσα της. Γυναί­κες έκλαι­γαν. Παι­διά γελού­σαν χωρίς να ξέρουν γιατί.

Ο Γερά­σης Γού­σιας από το Δίστρα­το ανέ­βη­κε στο καμπα­να­ριό και ύψω­σε την ελλη­νι­κή σημαία. Δεν ήταν μεγά­λη. Ούτε και­νού­ρια. Μα όταν άνοι­ξε στον αέρα, η πόλη έμοια­σε να παίρ­νει βαθιά ανά­σα για πρώ­τη φορά. Ο Μητρο­πο­λί­της Σπυ­ρί­δων βγή­κε μαζί με τους προ­κρί­τους. Δεν υπήρ­χαν μεγά­λες λέξεις. Μόνο αγκα­λιές. Ψωμί. Κρα­σί. Κάποιος έφε­ρε τυρί. Άλλος κου­βέρ­τες. Οι άνθρω­ποι φιλο­ξε­νού­σαν εκεί­νους που είχαν πολε­μή­σει γι’ αυτούς. Μα όλοι ήξε­ραν. Δεν είχε τελειώ­σει. Έλει­πε ακό­μη ο στρατός.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

Η μέρα της Τυρινής

Η Κυρια­κή της Τυρι­νής ξημέ­ρω­σε ήσυ­χη, σαν να μην ήξε­ρε τι ετοί­μα­ζε η ιστο­ρία. Από νωρίς κυκλο­φό­ρη­σε η είδη­ση πως ο ελλη­νι­κός στρα­τός πλη­σιά­ζει. Δεν χρειά­στη­κε διαταγή.

Ολό­κλη­ρη η πόλη βγή­κε έξω.

Πήραν τον δρό­μο προς τον Άϊ Γιάν­νη. Χρι­στια­νοί. Γέροι. Παι­διά. Και μαζί τους μου­σουλ­μά­νοι κάτοι­κοι που δεν είχαν φύγει. Μπρο­στά βάδι­ζε ο Σπυ­ρί­δων με τους προ­κρί­τους. Θυμά­μαι τον πατέ­ρα μου να περ­πα­τά δίπλα μου χωρίς να μιλά. Κρα­τού­σε το καπέ­λο στα χέρια σαν να πήγαι­νε σε λει­τουρ­γία. Κάποιοι κοί­τα­ζαν ακό­μη προς τον δρό­μο του Μπου­ρα­ζα­νί­ου, σαν να φοβού­νταν μήπως ο Τζα­βήτ γυρί­σει. Η σκλα­βιά δεν φεύ­γει την ίδια ώρα που φεύ­γουν οι στρα­τιώ­τες της.

Οι ώρες περ­νού­σαν. Ο αέρας μύρι­ζε χιό­νι. Κανείς δεν έφευγε.

Ένας γέρος στά­θη­κε μπρο­στά μας. Κρα­τού­σε μια εικόνα.
«Την κρά­τη­σα σαρά­ντα χρό­νια κρυμ­μέ­νη», είπε.
«Αν δεν έρθουν σήμε­ρα, θα τη θάψω μαζί μου.»

Κανείς δεν γέλασε.

Και τότε, μετά το μεση­μέ­ρι, φάνη­καν. Πρώ­τα η σκό­νη. Ύστε­ρα άλο­γα. Μετά οι στο­λές. Ο λοχα­γός Δημή­τριος Παπα­νι­κο­λά­ου μπρο­στά. Δεν θα ξεχά­σω ποτέ τον ήχο. Οι ζητω­κραυ­γές χτύ­πη­σαν τις πλα­γιές της Γκα­μή­λας, του Λαζά­ρου, της Τύμ­φης και του Σμό­λι­κα και γύρι­σαν πίσω σαν κύμα.

«Χρι­στός Ανέ­στη, αδέλφια!»

Τότε κατά­λα­βα πως η λέξη «αδέλ­φια» δεν ειπώ­θη­κε για τους στρα­τιώ­τες. Ειπώ­θη­κε για τους νεκρούς που δεν ήταν εκεί να δουν την ημέρα.

«Χρι­στός Ανέ­στη, αδέλφια!»

Φώνα­ζαν άνθρω­ποι που δεν ήταν Πάσχα. Μα ήταν Ανά­στα­ση. Ο Παπα­νι­κο­λά­ου κατέ­βη­κε από το άλο­γο. Χαι­ρέ­τη­σε στρα­τιω­τι­κά. Φίλη­σε το χέρι του Μητρο­πο­λί­τη. Ο Σπυ­ρί­δων τον αγκά­λια­σε. Και τότε είδα έναν αξιω­μα­τι­κό να δακρύ­ζει. Δεν ήξε­ρα πως οι στρα­τιώ­τες κλαί­νε. Εκφω­νή­θη­καν λόγοι. Κανείς δεν τους θυμά­ται. Θυμού­νται μόνο τις αγκαλιές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

Η πόλη ξανα­μα­θαί­νει να ανασαίνει

Η είσο­δος του ελλη­νι­κού στρα­τού στην Κόνι­τσα δεν είχε τίπο­τε από την ψυχρή τάξη μιας στρα­τιω­τι­κής κατά­λη­ψης. Δεν υπήρ­χαν τυμπα­νο­κρου­σί­ες ούτε επι­δει­κτι­κές παρα­τά­ξεις. Υπήρ­χε κάτι βαθύ­τε­ρο· μια συγκί­νη­ση που ξεπερ­νού­σε και τους στρα­τιώ­τες και τους κατοί­κους, σαν να συνα­ντιού­νταν δύο κομ­μά­τια του ίδιου σώμα­τος που είχαν χωρι­στεί αιώ­νες πριν.

Από τον Αϊ Γιάν­νη ξεκί­νη­σε η πομπή προς την πόλη. Ο κόσμος περ­πα­τού­σε δίπλα στους στρα­τιώ­τες, όχι πίσω τους. Οι γυναί­κες άπλω­ναν χέρια για να αγγί­ξουν τις στο­λές, σαν να ήθε­λαν να βεβαιω­θούν πως δεν ήταν όνει­ρο. Παι­διά έτρε­χαν ανά­με­σα στα άλο­γα γελώ­ντας, κι οι γέροι περ­πα­τού­σαν αργά, με μάτια βουρ­κω­μέ­να, σαν να κου­βα­λού­σαν μαζί τους όλους όσοι δεν πρό­λα­βαν να δουν εκεί­νη τη μέρα.

Ο πατέ­ρας μου βάδι­ζε δίπλα μου σιω­πη­λός. Δεν μιλού­σε. Κάποια στιγ­μή έσκυ­ψε και πήρε λίγο χώμα. Το κρά­τη­σε στη χού­φτα του. Δεν τον ρώτη­σα για­τί. Κατάλαβα.

Όταν φτά­σα­με στην πλα­τεία, η καμπά­να του Αγί­ου Νικο­λά­ου άρχι­σε να χτυ­πά ξανά. Ο ήχος της ήταν δια­φο­ρε­τι­κός από κάθε άλλη φορά. Δεν καλού­σε σε λει­τουρ­γία ούτε σε κηδεία· καλού­σε σε μνήμη.

Στον ναό τελέ­στη­κε δοξο­λο­γία. Ο Μητρο­πο­λί­της Σπυ­ρί­δων στά­θη­κε μπρο­στά στην Ωραία Πύλη και ευλό­γη­σε την πόλη. Οι αξιω­μα­τι­κοί στά­θη­καν προ­σο­χή, κι εκεί­νη τη στιγ­μή δεν υπήρ­χαν βαθ­μοί και αξιώ­μα­τα· υπήρ­χαν μόνο άνθρω­ποι που είχαν περά­σει τον ίδιο δρό­μο για να φτά­σουν εκεί. Ο λοχα­γός Παπα­νι­κο­λά­ου στε­κό­ταν ακί­νη­τος. Όταν τελεί­ω­σε η ακο­λου­θία, οι άνθρω­ποι έπε­σαν πάνω στους στρα­τιώ­τες. Τους αγκά­λια­ζαν. Τους φιλού­σαν. Έκλαι­γαν. Άλλοι έφερ­ναν ψωμί. Άλλοι κρασί.

Οι άρχο­ντες Φλω­ραί­οι και Μακ­κα­ραί­οι άνοι­ξαν τα σπί­τια τους και έστρω­σαν τρα­πέ­ζια. Η πόλη έτρω­γε μαζί με τον στρα­τό σαν οικο­γέ­νεια που ξανα­βρί­σκε­ται ύστε­ρα από μακρύ χωρι­σμό. Εκεί­νο το βρά­δυ κανείς δεν κοι­μή­θη­κε νωρίς. Οι δρό­μοι έμει­ναν φωτισμένοι.

Οι άνθρω­ποι μιλού­σαν δυνα­τά χωρίς φόβο. Κι αυτό ήταν ίσως το πιο παράξενο.

Η ελευ­θε­ρία είχε ήχο.

Ο στρα­τιώ­της

Ένας νέος στρα­τιώ­της κάθι­σε έξω από τον ναό. Έτρω­γε ψωμί αργά. Τον πλησίασα.

«Από πού είσαι;» τον ρώτησα.
«Από τη Μάνη», είπε.
«Ξέρεις πού είναι η Κόνιτσα;»
Χαμογέλασε.
«Όχι», απάντησε.
«Μα σήμε­ρα έγι­νε δική μου.»

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ

Νέα ζωή

Τις επό­με­νες ημέ­ρες η Κόνι­τσα έμοια­ζε να μαθαί­νει ξανά τον εαυ­τό της. Οι στρα­τιώ­τες φιλο­ξε­νή­θη­καν σε σπί­τια· γυναί­κες έπλε­ναν ρού­χα γελώ­ντας, παι­διά άκου­γαν ιστο­ρί­ες από τα μέτω­πα, κι οι άντρες συζη­τού­σαν για σύνο­ρα και μέλ­λον σαν να είχαν ξαφ­νι­κά δικαί­ω­μα να ονειρεύονται.

Η απε­λευ­θέ­ρω­ση δεν ήταν μόνο στρα­τιω­τι­κή νίκη. Ήταν αλλα­γή τρό­που ύπαρ­ξης. Για πρώ­τη φορά οι άνθρω­ποι μιλού­σαν χωρίς να χαμη­λώ­νουν τη φωνή όταν περ­νού­σε αξιω­μα­τι­κός. Τα κατα­στή­μα­τα άνοι­γαν χωρίς φόβο ελέγ­χου. Οι φόροι δεν έμοια­ζαν πια με τιμωρία.

Οι μου­σουλ­μά­νοι κάτοι­κοι που έμει­ναν συνέ­χι­σαν να ζουν ανά­με­σά μας. Κάποιοι έφυ­γαν αργό­τε­ρα· άλλοι έμει­ναν χρό­νια ακό­μη. Η πόλη δεν ξέχα­σε εύκο­λα τη συνύπαρξη.

Ο πατέ­ρας μου ξανα­πή­γε στο γεφύ­ρι. Περ­πά­τη­σα μαζί του. Η ζημιά από την έκρη­ξη φαι­νό­ταν ακό­μη. Άγγι­ξε την πέτρα.

«Θα διορ­θω­θεί», είπε.

Ύστε­ρα με κοίταξε.

«Όπως όλα.»

Κατά­λα­βα τότε πως η ελευ­θε­ρία δεν είναι τέλος. Είναι αρχή.

Οι ειδή­σεις έλε­γαν πως με τη Συν­θή­κη του Λον­δί­νου η περιο­χή θα εντασ­σό­ταν επί­ση­μα στο ελλη­νι­κό κρά­τος. Οι άνθρω­ποι δεν κατα­λά­βαι­ναν διπλω­μα­τία· κατα­λά­βαι­ναν μόνο πως δεν υπήρ­χαν πια σκο­πιές στις γωνίες.

Η πόλη ξανα­έ­γι­νε πέρα­σμα. Μα αυτή τη φορά πέρα­σμα ελπίδας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ

Η τελευ­ταία νύχτα

Το ίδιο βρά­δυ, όταν οι φωνές κόπα­σαν και οι δρό­μοι άδεια­σαν από τα τρα­πέ­ζια και τα γέλια, η πόλη έμοια­ζε κου­ρα­σμέ­νη, σαν άνθρω­πος που έκλα­ψε πολύ και τώρα κοι­μά­ται βαθιά.

Δεν άντε­χα να μεί­νω μέσα. Βγή­κα. Ο αέρας ήταν παγω­μέ­νος, κι ο ουρα­νός καθα­ρός όπως μόνο μετά από μεγά­λη καται­γί­δα γίνε­ται. Περ­πά­τη­σα χωρίς να ξέρω πού πηγαί­νω, ώσπου βρέ­θη­κα πάλι στο γεφύρι.

Ο Αώος κυλού­σε ήρε­μα. Δεν βού­ι­ζε πια. Στά­θη­κα εκεί ώρα πολ­λή. Τότε άκου­σα βήμα­τα. Ήταν ο πατέ­ρας μου. Δεν μιλή­σα­με αμέ­σως. Στά­θη­κε δίπλα μου και κοί­τα­ξε το νερό.

«Τελεί­ω­σε;» τον ρώτησα.

Χαμο­γέ­λα­σε λίγο.
«Τίπο­τα δεν τελειώ­νει», είπε.
«Απλώς αλλά­ζει αφέ­ντη ο χρόνος.»

Έβγα­λε από την τσέ­πη του ένα μικρό κομ­μά­τι ύφα­σμα. Ήταν κομ­μέ­νο από σημαία. Το έδε­σε σιω­πη­λά σε μια πέτρα της καμάρας.

«Για­τί;» ρώτησα.
«Για να θυμά­ται το γεφύ­ρι», είπε.
«Οι άνθρω­ποι ξεχνούν.»

Τότε κατά­λα­βα κάτι που δεν είχα σκε­φτεί όλη εκεί­νη τη μέρα. Πόσοι δεν έφτα­σαν ως εδώ. Πόσοι έμει­ναν στα βου­νά. Πόσοι δεν άκου­σαν τις καμπά­νες. Ένιω­σα για πρώ­τη φορά πως η χαρά έχει βάρος. Ίσως γι’ αυτό οι μεγά­λοι δεν γελού­σαν τόσο δυνα­τά όσο εμείς τα παιδιά.

Γύρι­σα να φύγω. Πίσω μου το ύφα­σμα κου­νή­θη­κε από τον αέρα. Και για μια στιγ­μή νόμι­ζα πως η πόλη ολό­κλη­ρη ανά­σαι­νε μαζί του.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

«Ήμουν κι εγώ εκεί»

Πέρα­σαν χρό­νια από τότε. Άλλοι πόλε­μοι ήρθαν. Άλλες δυσκο­λί­ες. Οι άνθρω­ποι έφυ­γαν, γύρι­σαν, ξαναέφυγαν.

Μα κάθε φορά που περ­νώ το γεφύ­ρι και ακούω τον Αώο να κυλά, θυμά­μαι εκεί­νη τη μέρα της Τυρι­νής. Θυμά­μαι τις καμπά­νες. Τον πατέ­ρα μου να δένει ύφα­σμα στην πέτρα. Τον αξιω­μα­τι­κό να δακρύ­ζει. Τους ανθρώ­πους να φωνά­ζουν «αδέλ­φια» χωρίς να γνωρίζονται.

Κάπο­τε πίστευα πως η ιστο­ρία γρά­φε­ται από στρα­τη­γούς και μάχες. Τώρα ξέρω πως γρά­φε­ται από ανθρώ­πους που περι­μέ­νουν. Από μανά­δες που ζυμώ­νουν ψωμί χωρίς να ξέρουν ποιος θα το φάει. Από μαστό­ρους που σηκώ­νουν γεφύ­ρια για ανθρώ­πους που δεν θα γνωρίσουν.

Σήμε­ρα, όταν στέ­κο­μαι πάλι στο γεφύ­ρι και κοι­τά­ζω τον Αώο, σκέ­φτο­μαι πως οι ποτα­μοί δεν θυμού­νται ημε­ρο­μη­νί­ες. Οι άνθρω­ποι θυμού­νται. Κι όσο υπάρ­χουν άνθρω­ποι που διη­γού­νται, καμία σκλα­βιά δεν είναι αιώνια.

Η απε­λευ­θέ­ρω­ση της Κόνι­τσας δεν ήταν μόνο στρα­τιω­τι­κό γεγο­νός. Ήταν η στιγ­μή που ένας τόπος θυμή­θη­κε ποιος είναι. Κι εγώ ήμουν εκεί. Ένα παι­δί στην άκρη του δρό­μου. Μάρ­τυ­ρας μιας ιστο­ρί­ας που δεν ανή­κει σε έναν άνθρω­πο αλλά σε όλους όσοι έζη­σαν, αγω­νί­στη­καν και περί­με­ναν πέντε αιώ­νες για να χτυ­πή­σει μια καμπά­να ελεύθερα.

Κάθε φορά που τη θυμά­μαι, ακούω ακό­μη τον Αώο. Δεν βουί­ζει πια σαν πλη­γω­μέ­νο θηρίο.

Κυλά ήρε­μα. Σαν άνθρω­πος που βρή­κε τον δρό­μο του.

Εκεί­νη τη μέρα δεν ελευ­θε­ρώ­θη­κε μόνο η Κόνι­τσα. Ελευ­θε­ρώ­θη­κε η μνή­μη της.

Κι εγώ ήμουν εκεί.

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

«Για να μη σωπά­σει η πέτρα»

Υπάρ­χουν τόποι που γρά­φουν την ιστο­ρία τους με χαρ­τί και μελά­νι, κι υπάρ­χουν τόποι που τη χαρά­ζουν πάνω στην πέτρα. Η Κόνι­τσα ανή­κει στους δεύ­τε­ρους. Όποιος την πλη­σιά­σει από μακριά βλέ­πει πρώ­τα τα βου­νά της, ύστε­ρα το ποτά­μι, κι έπει­τα το γεφύ­ρι να ανοί­γει την καμά­ρα του σαν χέρι που ενώ­νει δυο κόσμους. Και αν στα­θεί λίγο περισ­σό­τε­ρο, θα κατα­λά­βει πως τίπο­τε από αυτά δεν είναι απλώς τοπίο· είναι μνήμη.

Η απε­λευ­θέ­ρω­ση της 24ης Φεβρουα­ρί­ου 1913 δεν ήταν μια απο­μο­νω­μέ­νη στρα­τιω­τι­κή πρά­ξη, ούτε ένα επει­σό­διο που κλεί­νει με την είσο­δο ενός στρα­τού και την ύψω­ση μιας σημαί­ας. Ήταν το απο­τέ­λε­σμα μακράς ιστο­ρι­κής πορεί­ας, μιας αργής ωρί­μαν­σης ανθρώ­πων που έμα­θαν να επι­μέ­νουν χωρίς να φαί­νο­νται, να κρα­τούν τη γλώσ­σα τους ζωντα­νή χωρίς σχο­λεία, να φυλάσ­σουν την πίστη τους χωρίς προ­στα­σία, να δημιουρ­γούν κοι­νό­τη­τες μέσα σε συν­θή­κες που δεν επέ­τρε­παν πάντα τη φανε­ρή ελευθερία.

Στα βου­νά γύρω από την πόλη, στα μαστο­ρο­χώ­ρια της Πυρ­σό­γιαν­νης, της Βούρ­μπια­νης, της Πλα­γιάς, της Δρο­σο­πη­γής, της Φούρ­κας και του Διστρά­του, γεν­νή­θη­κε ένα ιδιαί­τε­ρο ήθος. Οι μαστό­ροι έφευ­γαν άνοι­ξη και γύρι­ζαν φθι­νό­πω­ρο, κου­βα­λώ­ντας χρή­μα­τα αλλά και ιδέ­ες. Έχτι­ζαν γεφύ­ρια, εκκλη­σιές και αρχο­ντι­κά σε όλη τη Βαλ­κα­νι­κή, όμως κου­βα­λού­σαν πάντα μαζί τους κάτι πιο βαθύ: την αίσθη­ση πως ο τόπος τους δεν είναι μόνο γη αλλά ευθύνη.

Το μεγά­λο γεφύ­ρι της Κόνι­τσας, έργο των μαστό­ρων του 1870–1871 με επι­κε­φα­λής τον Ζιώ­γα Φρόν­τζο από την Πυρ­σό­γιαν­νη, δεν είναι απλώς τεχνι­κό επί­τευγ­μα. Είναι σύμ­βο­λο. Όπως η καμά­ρα στέ­κει επει­δή κάθε πέτρα εμπι­στεύ­ε­ται την άλλη, έτσι στά­θη­κε και η απε­λευ­θέ­ρω­ση της πόλης: πάνω σε συνερ­γα­σία ανθρώ­πων δια­φο­ρε­τι­κών χαρα­κτή­ρων, δια­φο­ρε­τι­κών χωριών, δια­φο­ρε­τι­κών ρόλων.

Ο ελλη­νι­κός στρα­τός, υπό τον λοχα­γό Δημή­τριο Παπα­νι­κο­λά­ου, μπή­κε στην Κόνι­τσα ύστε­ρα από συγκρού­σεις που ξεκί­νη­σαν στις 22 Φεβρουα­ρί­ου 1913, αξιο­ποιώ­ντας την απο­διορ­γά­νω­ση της οθω­μα­νι­κής φρου­ράς μετά την πτώ­ση των Ιωαν­νί­νων στις 21 Φεβρουα­ρί­ου. Όμως η στρα­τιω­τι­κή επι­τυ­χία δεν θα είχε το ίδιο απο­τέ­λε­σμα χωρίς τους ανθρώ­πους των χωριών που προη­γή­θη­καν: εκεί­νους που από τον Νοέμ­βριο του 1912 άνοι­ξαν δρό­μους αντί­στα­σης, έδει­ξαν περά­σμα­τα, μετέ­φε­ραν πλη­ρο­φο­ρί­ες και κρά­τη­σαν ζωντα­νή την ελπί­δα ότι η ιστο­ρία μπο­ρεί να αλλά­ξει ακό­μη και όταν φαί­νε­ται ακίνητη.

Η στιγ­μή που η καμπά­να του Αγί­ου Νικο­λά­ου χτύ­πη­σε από τα χέρια του Αγη­σί­λα­ου Παπα­χρη­στί­δη και η ελλη­νι­κή σημαία υψώ­θη­κε στο καμπα­να­ριό από τον Διστρα­τιώ­τη Γερά­ση Γού­σια δεν ήταν απλώς εικό­να θριάμ­βου. Ήταν η μετά­βα­ση ενός τόπου από την ανα­μο­νή στη συμ­με­το­χή. Από την επι­βί­ω­ση στην ευθύνη.

Για­τί η ελευ­θε­ρία δεν είναι μόνο δικαί­ω­μα· είναι υποχρέωση.

Η Κόνι­τσα, μετά την απε­λευ­θέ­ρω­ση, δεν έγι­νε απλώς μια ακό­μη ελλη­νι­κή πόλη. Έγι­νε σύνο­ρο. Κι όσοι ζουν στα σύνο­ρα γνω­ρί­ζουν πως η πατρί­δα δεν είναι αφη­ρη­μέ­νη έννοια· είναι σκο­πιά μέσα στον χει­μώ­να, είναι δρό­μος που πρέ­πει να μεί­νει ανοι­χτός, είναι σχο­λείο που πρέ­πει να λει­τουρ­γή­σει, είναι αγο­ρά που πρέ­πει να στα­θεί όρθια.

Η Συν­θή­κη του Λον­δί­νου το 1913 επι­κύ­ρω­σε διε­θνώς τις νέες πραγ­μα­τι­κό­τη­τες, όμως για τους ανθρώ­πους της περιο­χής η έντα­ξη στον εθνι­κό κορ­μό είχε ήδη συμ­βεί από τη στιγ­μή που οι καμπά­νες χτύ­πη­σαν και οι άνθρω­ποι περ­πά­τη­σαν στους δρό­μους χωρίς να κοι­τούν πίσω από τον ώμο τους.

Η ιστο­ρία όμως δεν είναι μόνο νίκες. Είναι και απο­χω­ρή­σεις. Είναι τα σπί­τια που έμει­ναν άδεια όταν οικο­γέ­νειες έφυγαν.

Είναι οι σιω­πές που ακο­λού­θη­σαν. Η αλη­θι­νή δύνα­μη μιας κοι­νω­νί­ας φαί­νε­ται στον τρό­πο που θυμά­ται χωρίς να μισεί, και στον τρό­πο που προ­χω­ρά χωρίς να ξεχνά.

Το μυθι­στό­ρη­μα αυτό δεν γρά­φτη­κε για να υψώ­σει μνη­μείο ηρώ­ων, αλλά για να ακου­στεί η φωνή εκεί­νων που συνή­θως δεν γρά­φο­νται: του μάστο­ρα που μέτρη­σε την πέτρα, της γυναί­κας που κρά­τη­σε σπί­τι, του χωρι­κού που οδή­γη­σε μέσα στη νύχτα ανοί­γο­ντας περά­σμα­τα, μετα­φέ­ρο­ντας μηνύ­μα­τα και υλι­κό, του παι­διού που είδε και κρά­τη­σε μέσα του την εικό­να μιας σημαί­ας να ανε­βαί­νει στον ουρανό.

Ο Λιά­κος — παι­δί του Στέρ­γιου μάστο­ρα του Φρόν­τζου — δεν είναι μόνο πρό­σω­πο. Είναι ο μάρ­τυ­ρας κάθε επο­χής. Εκεί­νος που δεν κρα­τά όπλο αλλά κρα­τά μνή­μη. Και ίσως τελι­κά αυτό να είναι το πιο δύσκο­λο καθή­κον: να θυμά­σαι χωρίς να αλλοιώ­νεις, να διη­γεί­σαι χωρίς να προδίδεις.

Για­τί οι πόλεις δεν χάνο­νται όταν κατα­στρέ­φο­νται. Χάνο­νται όταν δεν έχουν πια ποιος να πει την ιστο­ρία τους.

Αν ο ανα­γνώ­στης, κλεί­νο­ντας αυτές τις σελί­δες, ακού­σει έστω για λίγο τον ήχο της καμπά­νας μέσα στον χει­μω­νιά­τι­κο αέρα της 24ης Φεβρουα­ρί­ου 1913, αν δει το γεφύ­ρι να στέ­κει πάνω από το ποτά­μι σαν υπό­σχε­ση συνέ­χειας, τότε ο σκο­πός αυτού του έργου έχει επιτευχθεί.

Για­τί η Ιστο­ρία δεν ζητά να την θαυμάζουμε.

Ζητά να τη συνεχίζουμε……….

 

ΛΕΞΙΚΟ 

Λού­ψι­κο=  Λυκό­ρα­χη. Κεφα­λο­χώ­ρι, σημε­ρι­νή ονο­μα­σία.  (ένα από τα 38 χωριά της Κόνιτσας)

Κάν­τσι­κο. Δρο­σο­πη­γή, σημε­ρι­νή ονο­μα­σία.  (ένα από τα 38 χωριά της Κόνιτσας)

κασα­μπάς= μικρή πόλη, κωμόπολη

κιο­πέ­γκια =μεταλ­λι­κά ρολά καταστημάτων

Μπριά­ζα. Δίστρα­το, σημε­ρι­νή ονο­μα­σία.  (ένα από τα 38 χωριά της Κόνιτσας)

ταρί (tarboosh) =κόκ­κι­νος σκούφος

Φράστανη=Φούρκα, σημε­ρι­νή ονο­μα­σία.  (ένα από τα 38 χωριά της Κόνιτσας)

 

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Κόνι­τσα σήμε­ρα Konitsa today

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like

Comments are closed.