Μπάμπης Στέρτσος
Η πέτρα που θυμάται
Το χωριό των μαστόρων
Το λεωφορείο ασθμαίνοντας την τελευταία ανηφόρα όπως τα φορτωμένα άλογα με ξύλο που πριν λίγο προσπέρασαν είχε φτάσει σε ένα από τα φημισμένα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας. Την Πυρσόγιαννη. Χτισμένη αμφιθεατρικά, στις ανατολικές πλαγιές της οροσειράς του Γράμμου, στις πλαγιές της κορυφής Στενό περιβάλλεται από ένα πυκνό δρυοδάσος. Το παλαιό δημοτικό σχολείο, που χτίστηκε το 1927 το οποίο στεγάζει σήμερα το Εθνολογικό Μουσείο Ηπειρωτών Μαστόρων, ο ναός του Αγίου Νικολάου, τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική που κατασκευάστηκε το 1772, ο ναός του Αγίου Γεωργίου μια πέτρινη εκκλησία που δεσπόζει στον πάνω μαχαλά του χωριού με εντυπωσιακό καμπαναριό ήταν εκεί. Ο Στέργιος ήξερε πως είχε πατήσει στο χωριό της πέτρας. Ενιωθε πως το χωριό δεν τον κοίταζε. Τον αναγνώριζε. Ηταν σαν την πρώτη φορά!
Ήταν φθινόπωρο. Ο Γράμμος είχε αρχίσει να βαθαίνει το χρώμα του και τα δρυοδάση έριχναν φύλλα σαν σημάδια. Τα σπίτια, όλα πέτρινα, χωρίς επίδειξη— στέκονταν το ένα πάνω στο άλλο σαν λέξεις μιας παλιάς πρότασης που κανείς δεν τόλμησε να αλλάξει.
«Εδώ δεν χτίσαμε για να φανούμε», του είπε ο γέροντας στην πλατεία.
«Χτίσαμε για να κρατήσουμε».
Ο Στέργιος δεν απάντησε. Είχε έρθει με χαρτιά, σημειώσεις, ονόματα. Μα όσο περπατούσε στα καλντερίμια, τόσο καταλάβαινε πως η Πυρσόγιαννη δεν ξεδιπλώνεται με ερωτήσεις. Απαιτεί σιωπή
Οι άντρες που έφευγαν
Στην αυλή του πατρικού σπιτιού, ο παππούς του Στέργιου, ο Μήτρος ο πετρομάστορας, ο πετράς, καθόταν πάντα με την πλάτη στον τοίχο.
«Για να ξέρω πως στέκει», έλεγε.
Από την Πυρσόγιαννη έφευγαν την άνοιξη τα μπουλούκια. Πρωτομάστορας μπροστά, οι μάστοροι πίσω, οι καλφάδες τελευταίοι.
Δεν υπήρχαν αποχαιρετισμοί μεγάλοι. Μια χειραψία. Ένα κομμάτι ψωμί. Ένας σταυρός.
Ο Μήτρος είχε χτίσει εκκλησίες στην Ήπειρο, σπίτια στη Μακεδονία, γεφύρια κοντά στην Κόνιτσα.
«Άλλο να χτίζεις το σπίτι σου», έλεγε στον εγγονό του, «κι άλλο να χτίζεις δρόμους για άλλους».
Οι άντρες έφευγαν μήνες. Κάποιες φορές χρόνια. Και κάποιοι δεν γύριζαν.
Οι γυναίκες που έμεναν
Όταν έκλεινε πίσω τους το μονοπάτι, το χωριό δεν άδειαζε.
Άλλαζε χέρια.
Η Ελένη, γυναίκα του Μήτρου, δεν έμαθε ποτέ πέτρα.
Έμαθε όμως λογαριασμούς, γράμματα, ευθύνες.
Στην Οικοκυρική Σχολή της Πυρσόγιαννης —που λειτουργούσε σαν παρθεναγωγείο— έμαθε να διαβάζει επιστολές, να ράβει χωρίς σπατάλη, να μετρά σωστά.
«Δεν μας δίδαξαν να σωπαίνουμε», έλεγε.
«Μας δίδαξαν να κρατάμε».
Το σχολείο αυτό δεν έβγαζε «κυρίες».
Έβγαζε στήριγμα.
Χωράφια, παιδιά, ηλικιωμένοι, ζώα, χρήματα από μακριά, όλα περνούσαν από τα χέρια των γυναικών.
Κι όταν ερχόταν γράμμα από τόπο ξένο, εκείνες το διάβαζαν μεγαλόφωνα στο σπίτι
Η δασκάλα
Η Ευγενία ήρθε από τα Γιάννενα ένα χειμώνα δύσκολο. Νέα. Λεπτή. Με βλέμμα που δεν χαμήλωνε εύκολα.
Οι άντρες την κοιτούσαν καχύποπτα. Οι γυναίκες σιωπηλά.
Στο παρθεναγωγείο, δεν δίδαξε πρώτα ανάγνωση.
Δίδαξε στάση σώματος.
«Όποια στέκεται ίσια», τους έλεγε, «θα στέκει και η ζωή της καλύτερα».
Τα κορίτσια της Πυρσόγιαννης μεγάλωσαν με το βλέμμα της: ήσυχο, αυστηρό, καθαρό.
Κάποιες έφυγαν. Κάποιες έμειναν. Όλες όμως ήξεραν πως η μοίρα τους δεν γράφεται μόνο από άλλους.
Η πέτρα που θυμάται
Ο Στέργιος κατέβηκε στο γεφύρι της Κόνιτσας ένα σούρουπο. Το τόξο στεκόταν σαν πράξη πίστης. Ο ποταμός έβραζε από κάτω.
«Το γεφύρι δεν θέλει βιασύνη», του είχε πει ο παππούς του.
«Θέλει φόβο. Όποιος δεν φοβάται, χτίζει λάθος».
Οι παλιοί μιλούσαν για στοιχειά, για νεράιδες. Ο Μήτρος μιλούσε για βάρος.
«Η πέτρα κρατά ό,τι της άφησες. Αν της άφησες ψέμα, στο γυρνά».
Το σχολείο και το μουσείο
Το παλιό πέτρινο σχολείο —χτισμένο το 1927— τώρα στέγαζε το Μουσείο των Μαστόρων.
Εργαλεία, σχέδια, ονόματα. Όχι για να δοξάσουν. Για να θυμίσουν.
Ο Στέργιος στάθηκε μπροστά σε ένα πελέκι. Το είχε κρατήσει κάποιος που δεν άφησε πίσω του βιβλίο. Άφησε όμως κόσμο όρθιο.
Οι δύο τέχνες
Η Πυρσόγιαννη δεν έβγαλε μόνο μαστόρους. Έβγαλε ανθρώπους που ήξεραν πού να πατήσουν. Οι άντρες έχτισαν έξω. Οι γυναίκες κράτησαν μέσα.
Η πέτρα και η κιμωλία.
Το μπουλούκι και το παρθεναγωγείο.
Δύο γραμμές που δεν τέμνονται — αλλά αν στηρίξουν η μία την άλλη, αντέχουν.
Επιστροφή
Ο Στέργιος έφυγε ξανά από το χωριό λίγο πριν χιονίσει.
Δεν πήρε τίποτα μαζί του.
Μόνο τη βεβαιότητα ότι μερικοί τόποι δεν ζητούν να τους περιγράψεις.
Ζητούν να σταθείς αντάξιός τους.
Και καθώς το μονοπάτι έκλεινε πίσω του, η Πυρσόγιαννη έμεινε εκεί:
πέτρα πάνω σε πέτρα,
χέρι πάνω σε χέρι,
μνήμη πάνω σε μνήμη.
Ό,τι χτίστηκε σωστά, δεν ζητά δικαίωση.
Ζητά συνέχεια.
Βρείτε μας και στη σελίδα μας στο Facebok: Πυρσόγιαννη Κόνιτσας σήμερα — Προσόγιανη






Comments are closed.