- Διαφήμιση -

«Τα πήραμε τα Γιάννενα……» Η λευτεριά των Ιωαννίνων

Μπά­μπης Στέρτσος

Ιστο­ρι­κό Μυθιστόρημα

Κεφά­λαιο πρώτο

Ψίθυ­ροι στη λίμνη. Μια πόλη που ζού­σε με χαμη­λή φωνή

Γεν­νή­θη­κα σε μια πόλη που έμοια­ζε να έχει συμ­φι­λιω­θεί με την υπο­μο­νή, και η υπο­μο­νή εκεί δεν ήταν αρε­τή αλλά τρό­πος επι­βί­ω­σης, όπως το να ανά­βεις φωτιά πριν χαρά­ξει για να προ­λά­βεις την παγω­νιά της λίμνης ή να κλεί­νεις το παρα­θυ­ρό­φυλ­λο μόλις ακου­στεί ξένη μπό­τα στο λιθό­στρω­το. Τα Γιάν­νε­να των παι­δι­κών μου χρό­νων, λίγο πριν φτά­σει η μεγά­λη ανα­τα­ρα­χή των Βαλ­κα­νι­κών πολέ­μων, δεν ήταν απλώς μια οθω­μα­νι­κή επαρ­χια­κή πρω­τεύ­ου­σα· ήταν μια πόλη με βαθιά ριζω­μέ­νη μνή­μη, που κου­βα­λού­σε ακό­μη την ανά­μνη­ση του Αλή Πασά, την αίγλη των γιαν­νιώ­τι­κων σχο­λών, το εμπό­ριο της αση­μουρ­γί­ας που ταξί­δευε μέχρι τη Βιέν­νη και τη Μόσχα, και μαζί μ’ αυτά τον διαρ­κή ίσκιο μιας εξου­σί­ας που δεν ήταν δική της.

Το πρωί άρχι­ζε με τον ίδιο τρό­πο για όλους, είτε Ρωμιός είτε Οθω­μα­νός είτε Ρωμα­νιώ­της Εβραί­ος της συνοι­κί­ας κοντά στο Κάστρο· η ομί­χλη της Παμ­βώ­τι­δας ανέ­βαι­νε αργά, τύλι­γε τις στέ­γες, έκρυ­βε τα χαμη­λά μαγα­ζιά, τα ταμπά­κι­κα και τα καφε­νεία, και για λίγα λεπτά έδι­νε την ψευ­δαί­σθη­ση πως η πόλη ανή­κε μόνο στον εαυ­τό της. Ύστε­ρα άκου­γες τους πρώ­τους ήχους: τα σφυ­ριά των αργυ­ρο­χρυ­σο­χό­ων που δού­λευαν το φίνο γιαν­νιώ­τι­κο ασή­μι σε μικρά εργα­στή­ρια με χαμη­λές πόρ­τες, τα κου­δού­νια των μου­λα­ριών που κατέ­βαι­ναν φορ­τω­μέ­να καλα­μπό­κι από τα χωριά του Ζαγο­ρί­ου, τη φωνή του νερου­λά που που­λού­σε νερό σε σπί­τια χωρίς ιδιω­τι­κά πηγά­δια, το τρί­ξι­μο από τα βαρέ­λια του βαρε­λά, τον ρυθ­μι­κό ήχο του σαμα­ρά που έρα­βε και κάρ­φω­νε το δέρ­μα για τα ζώα των εμπό­ρων, και λίγο αργό­τε­ρα, σαν στα­θε­ρό τύμπα­νο που μετρού­σε τον χρό­νο της υπο­τα­γής, τον βημα­τι­σμό των στρα­τιω­τών της φρουράς.

Η οθω­μα­νι­κή διοί­κη­ση ήταν παντού, μα σπά­νια φώνα­ζε· είχε τον καδή στο διοι­κη­τή­ριο, είχε τον μου­τε­σα­ρί­φη, είχε τα τελω­νεία και τους φοροει­σπρά­κτο­ρες που κατέ­γρα­φαν τις σοδειές, είχε τα φυλά­κια στις πύλες της πόλης και τους αξιω­μα­τι­κούς που περι­πο­λού­σαν χωρίς να χρειά­ζε­ται να υψώ­νουν τη φωνή τους, για­τί η ίδια η στο­λή ήταν αρκε­τή για να θυμί­ζει ποιος κρα­τού­σε το δικαί­ω­μα της βίας. Οι Ρωμιοί πλή­ρω­ναν τους φόρους τους, κρα­τού­σαν τα μαγα­ζιά τους ανοι­χτά, έστελ­ναν τα παι­διά τους στα σχο­λεία που λει­τουρ­γού­σαν με άδεια αλλά και με προ­σο­χή, κι έπει­τα το βρά­δυ έκλει­ναν τα παρα­θυ­ρό­φυλ­λα νωρίς, σαν να ήθε­λαν να προ­λά­βουν τη νύχτα.

Ο πατέ­ρας μου ήταν δάσκα­λος σε ένα από τα ελλη­νι­κά σχο­λεία που είχαν επι­βιώ­σει χάρη στις δωρε­ές ευκα­τά­στα­των οικο­γε­νειών της δια­σπο­ράς, ανθρώ­πων που είχαν φύγει για την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, την Οδησ­σό ή τη Βλα­χία και δεν ξέχα­σαν την πατρί­δα της κατα­γω­γής τους. Στο σχο­λείο εκεί­νο μαθαί­να­με γρα­φή, αριθ­μη­τι­κή, εκκλη­σια­στι­κή ιστο­ρία, και μαζί, αργά και προ­σε­κτι­κά, τη μνή­μη ενός έθνους που δεν είχε ακό­μη ολο­κλη­ρω­θεί. Ο πατέ­ρας δίδα­σκε χωρίς υπερ­βο­λές· δεν υψω­νό­ταν σε ρητο­ρεί­ες, δεν μιλού­σε για επα­να­στά­σεις, μα όταν ανέ­φε­ρε το ’21 ή τους αγώ­νες της Μακε­δο­νί­ας, το βλέμ­μα του άλλα­ζε ανε­παί­σθη­τα, σαν να άνα­βε μέσα του μια φλό­γα που ήξε­ρε να κρύβει.

Στο σπί­τι μας οι συνή­θειες ήταν ίδιες με των περισ­σό­τε­ρων γιαν­νιώ­τι­κων οικο­γε­νειών· το πρωί ψωμί ζυμω­τό, τυρί από τα χωριά, καμιά φορά φασό­λια ή τρα­χα­νάς, τις μεγά­λες γιορ­τές γιου­βέ­τσι ή κρέ­ας ψημέ­νο αργά σε πήλι­νο σκεύ­ος, και τις νηστεί­ες αυστη­ρή εγκρά­τεια, για­τί η πίστη δεν ήταν μόνο θρη­σκευ­τι­κή πρά­ξη αλλά και πεί­σμα ταυ­τό­τη­τας. Τα απο­γεύ­μα­τα οι γυναί­κες μαζεύ­ο­νταν σε αυλές, έγνε­θαν μαλ­λί, ύφαι­ναν στον αργα­λειό, αντάλ­λασ­σαν νέα με φωνή χαμη­λή, και όταν γινό­ταν γάμος ή βάπτι­ση, η πόλη για λίγο έμοια­ζε να ξεχνά τη σκιά της εξου­σί­ας και να θυμά­ται ότι ήταν κοινότητα.

Στην αγο­ρά συνα­ντού­σες τους πάντες· αργυ­ρο­χρυ­σο­χό­ους που δού­λευαν λεπτο­δου­λειές με φυλ­λω­τά μοτί­βα, γου­να­ρά­δες που εμπο­ρεύ­ο­νταν δέρ­μα­τα από τα βου­νά της Πίν­δου, μπα­κά­λη­δες που που­λού­σαν ρύζι και καφέ από τη Σμύρ­νη, χαλ­κω­μα­τά­δες που γυά­λι­ζαν καζά­νια, ραφτά­δες που έρα­βαν φέσια και γιλέ­κα, καπνο­πώ­λες με τα δάχτυ­λα κιτρι­νι­σμέ­να από το στρί­ψι­μο των φύλ­λων, κι ακό­μη Εβραί­ους εμπό­ρους που δια­τη­ρού­σαν σχέ­σεις με μακρι­νές αγο­ρές και συζη­τού­σαν σε γλώσ­σα που για μας ήταν ακα­τα­νό­η­τη αλλά γνώ­ρι­μη ως παρου­σία. Ήταν μια πόλη πολυ­φω­νι­κή, μα κάτω από αυτή τη φαι­νο­με­νι­κή κανο­νι­κό­τη­τα υπήρ­χε μια διαρ­κής εγρή­γορ­ση, σαν ζώο που ακού­ει κάθε ήχο στο δάσος.

Εγώ μεγά­λω­να μέσα σε αυτή τη διπλή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μαθαί­νο­ντας να δια­βά­ζω ελλη­νι­κά γράμ­μα­τα και ταυ­τό­χρο­να να δια­βά­ζω σιω­πές, να κατα­λα­βαί­νω πότε πρέ­πει να μιλώ και πότε να σιω­πώ, πότε να σηκώ­νω το βλέμ­μα και πότε να το χαμη­λώ­νω. Δεν ένιω­θα καθη­με­ρι­νά τη σκλα­βιά ως οξύ πόνο· την ένιω­θα ως όριο, ως αόρα­το τεί­χος που βρι­σκό­ταν παντού και που όλοι είχαν συνη­θί­σει να απο­φεύ­γουν χωρίς να το ακου­μπούν. Μόνο όταν περ­νού­σαν οι στρα­τιώ­τες μπρο­στά από το σπί­τι μας, με εκεί­νον τον στα­θε­ρό βημα­τι­σμό που δεν είχε ανά­γκη από απει­λή, κατα­λά­βαι­να πως η πόλη μας ανή­κε όσο και δεν μας ανήκε.

Κι όμως, παρά τη φαι­νο­με­νι­κή ακι­νη­σία, κάτι είχε αρχί­σει να μετα­κι­νεί­ται κάτω από την επι­φά­νεια, όπως το νερό της λίμνης που φαί­νε­ται ήρε­μο μα κινεί­ται αδιά­κο­πα. Οι φήμες για τον πόλε­μο στα νότια, για τις ελλη­νι­κές νίκες στη Θεσ­σα­λία και τη Μακε­δο­νία, έφτα­ναν μέσα από εμπό­ρους και ταξι­διώ­τες, περ­νού­σαν από καφε­νείο σε καφε­νείο, και κάθε φορά που ακου­γό­ταν η λέξη «στρα­τός» τα μάτια των αντρών άλλα­ζαν για μια στιγ­μή, σαν να άνοι­γε μέσα τους μια πόρ­τα που είχαν μάθει να κρα­τούν κλειστή.

Δεν ξέρα­με ακό­μη αν η ιστο­ρία θα μας αγγί­ξει. Μα η πόλη είχε αρχί­σει να κρα­τά την ανά­σα της. Και εγώ, χωρίς να το αντι­λαμ­βά­νο­μαι πλή­ρως, βρι­σκό­μουν ήδη μέσα σε μια επο­χή που δεν θα επέ­τρε­πε σε κανέ­ναν να παρα­μεί­νει απλός θεατής.

Κεφά­λαιο δεύτερο

Οι άνθρω­ποι που περίμεναν

Αν η αγο­ρά ήταν η καρ­διά των Ιωαν­νί­νων, τα καφε­νεία ήταν το μυα­λό της· εκεί γεν­νιού­νταν οι φήμες, μεγά­λω­ναν οι ελπί­δες και πέθαι­ναν οι απε­ρι­σκε­ψί­ες, για­τί όποιος μάθαι­νε να μιλά περισ­σό­τε­ρο από όσο έπρε­πε δεν καθό­ταν για πολύ στο ίδιο τρα­πέ­ζι. Το καφε­νείο του Μπα­λή βρι­σκό­ταν σε ένα στε­νό κοντά στο Κάστρο, χαμη­λο­τά­βα­νο, με καπνό που κολ­λού­σε στα ρού­χα και δεν έφευ­γε εύκο­λα, και ήταν από εκεί­να τα μέρη όπου μπο­ρού­σες να συνα­ντή­σεις τον αργυ­ρο­χρυ­σο­χόο δίπλα στον αγω­γιά­τη, τον δάσκα­λο δίπλα στον έμπο­ρο καπνού, ακό­μη και κάποιον αξιω­μα­τι­κό που ερχό­ταν για να ακού­σει χωρίς να μιλήσει.

Οι άντρες έπι­ναν καφέ στη χόβο­λη, πικρό και αργό, ή ρακή που ζέσται­νε το στή­θος όταν ο χει­μώ­νας κατέ­βαι­νε από τα βου­νά, και έπαι­ζαν τάβλι με κινή­σεις προ­σε­κτι­κές, σαν να μετρού­σαν όχι μόνο τα ζάρια αλλά και τα αυτιά που βρί­σκο­νταν γύρω τους. Στους τοί­χους κρέ­μο­νταν κιτρι­νι­σμέ­νες εικό­νες και ένας καθρέ­φτης ραγι­σμέ­νος, που έδει­χνε τα πρό­σω­πα κομ­μέ­να στα δύο, λες και η ίδια η πόλη δεν μπο­ρού­σε να απο­φα­σί­σει ποια ήταν.

Εκεί άρχι­σα να κατα­λα­βαί­νω πως κάτι είχε αλλάξει.

Δεν το έλε­γαν ανοι­χτά, μα το ένιω­θες στον τρό­πο που οι κου­βέ­ντες στα­μα­τού­σαν όταν άνοι­γε η πόρ­τα ή στον τρό­πο που κάποιος άφη­νε ένα νόμι­σμα πάνω στο τρα­πέ­ζι και έφευ­γε χωρίς να τελειώ­σει το ποτό του. Οι έμπο­ροι που έρχο­νταν από την Άρτα ή την Πρέ­βε­ζα έφερ­ναν νέα μαζί με τα φορ­τία τους, και τα νέα εκεί­νον τον χει­μώ­να είχαν βάρος· μιλού­σαν για στρα­τό ελλη­νι­κό που είχε περά­σει τα σύνο­ρα, για μάχες στα βου­νά, για χωριά που ύψω­ναν σημαί­ες μέσα σε μια νύχτα και ύστε­ρα τις έκρυ­βαν πάλι από φόβο.

Οι Τούρ­κοι αξιω­μα­τι­κοί άρχι­σαν να εμφα­νί­ζο­νται συχνό­τε­ρα στους δρό­μους, όχι με τη χαλα­ρή βεβαιό­τη­τα των προη­γού­με­νων χρό­νων αλλά με ένα είδος ανυ­πο­μο­νη­σί­ας που πρό­δι­δε ανη­συ­χία. Οι περι­πο­λί­ες πλή­θαι­ναν, τα φυλά­κια στις πύλες ελέγ­χαν περισ­σό­τε­ρο τα φορ­τία, και ο καδής είχε αρχί­σει να δέχε­ται περισ­σό­τε­ρες καταγ­γε­λί­ες από όσες μπο­ρού­σε να εξε­τά­σει, για­τί σε και­ρούς φόβου οι άνθρω­ποι γίνο­νται πρό­θυ­μοι να κατη­γο­ρή­σουν τον γεί­το­να για να προ­στα­τεύ­σουν τον εαυ­τό τους.

Τότε γνώ­ρι­σα πραγ­μα­τι­κά τον Αντρέα.

Δεν ήταν πια ο σιω­πη­λός άντρας της γωνί­ας αλλά κάποιος που όλοι, χωρίς να το δεί­χνουν, περί­με­ναν να μιλή­σει. Καθό­ταν πάντα με την πλά­τη στον τοί­χο, παρα­τη­ρώ­ντας την είσο­δο, και τα μάτια του έμοια­ζαν να ζυγί­ζουν κάθε άνθρω­πο που περ­νού­σε. Έμα­θα πως είχε δου­λέ­ψει χρό­νια στα χωριά του Ζαγο­ρί­ου, χτί­ζο­ντας γεφύ­ρια και αρχο­ντι­κά για εμπό­ρους που είχαν πλου­τί­σει στο εξω­τε­ρι­κό, κι έτσι γνώ­ρι­ζε μονο­πά­τια και ανθρώ­πους που δεν φαί­νο­νταν στους χάρ­τες. Ένα βρά­δυ, καθώς έξω το χιό­νι σκέ­πα­ζε τα λιθό­στρω­τα και η λίμνη είχε γίνει αόρα­τη πίσω από την ομί­χλη, έσκυ­ψε προς το τρα­πέ­ζι μας χωρίς να κοι­τά­ξει κανέ­ναν συγκεκριμένα.

«Οι δρό­μοι προς το νότο άνοι­ξαν», είπε χαμηλά.

Κανείς δεν τον ρώτη­σε τι εννο­ού­σε. Στα καφε­νεία εκεί­να δεν γίνο­νταν ερω­τή­σεις όταν η απά­ντη­ση μπο­ρού­σε να γίνει κατη­γο­ρία. Μόνο όταν σηκώ­θη­κα να φύγω, ακού­μπη­σε το χέρι του στον ώμο μου.

«Ο πατέ­ρας σου σε έμα­θε γράμ­μα­τα», είπε.

Έγνε­ψα.

«Ξέρεις και να θυμάσαι;»

Δεν κατά­λα­βα.

«Η μνή­μη χρειά­ζε­ται τώρα», πρόσθεσε.

Η πρώ­τη συνά­ντη­ση έγι­νε σε ένα σπί­τι κοντά στη συνοι­κία των υφα­ντουρ­γών, εκεί όπου οι αργα­λειοί δού­λευαν από τα χαρά­μα­τα μέχρι τη νύχτα και ο συνε­χής τους ήχος σκέ­πα­ζε κάθε άλλη κου­βέ­ντα. Ήταν έξυ­πνη επι­λο­γή· μέσα στον ρυθ­μό του ξύλου και του νήμα­τος μπο­ρού­σες να μιλή­σεις χωρίς να φοβά­σαι πως κάποιος θα ξεχω­ρί­σει λέξεις. Ήμα­σταν λίγοι. Ένας έμπο­ρος σιτη­ρών. Ένας ράφτης. Δύο αγω­γιά­τες. Και εγώ. Δεν υπήρ­ξε όρκος. Μόνο σιω­πή. Μας εξή­γη­σαν πως η πόλη είχε μάτια παντού και πως ο ελλη­νι­κός στρα­τός χρεια­ζό­ταν πλη­ρο­φο­ρί­ες για τα οχυ­ρά νότια των Ιωαν­νί­νων, εκεί όπου ο Εσσάτ Πασάς είχε μετα­τρέ­ψει το Μπι­ζά­νι σε ατσά­λι­νο τεί­χος. Οι δρό­μοι, οι απο­θή­κες πυρο­μα­χι­κών, οι κινή­σεις των μονά­δων, ακό­μη και το πόσα μου­λά­ρια περ­νού­σαν κάθε μέρα από συγκε­κρι­μέ­νες πύλες μπο­ρού­σαν να γίνουν γνώ­ση πολύ­τι­μη. Δεν μίλη­σαν για πατρί­δα. Δεν χρειά­στη­κε. Η λέξη υπήρ­χε ήδη ανά­με­σά μας.

Η πόλη συνέ­χι­ζε να ζει κανο­νι­κά, και αυτή ήταν ίσως η μεγα­λύ­τε­ρη δυσκο­λία. Τα πανη­γύ­ρια γίνο­νταν όπως πάντα, οι γυναί­κες αγό­ρα­ζαν ύφα­σμα για προί­κες, οι γου­να­ρά­δες παζά­ρευαν τιμές, τα παι­διά έπαι­ζαν στις αυλές, και όμως πίσω από κάθε καθη­με­ρι­νή πρά­ξη υπήρ­χε η αίσθη­ση ότι κάτι πλη­σί­α­ζε. Τα βρά­δια η μάνα μου έρα­βε δίπλα στο φως της λάμπας.

«Ακού­γο­νται πράγ­μα­τα», είπε μια φορά.

Δεν απά­ντη­σα.

«Πρό­σε­χε», πρόσθεσε.

Δεν ρώτη­σε τίπο­τα άλλο. Οι μανά­δες δεν χρειά­ζο­νται αποδείξεις.

Η πρώ­τη απο­στο­λή ήταν απλή. Ένα σημεί­ω­μα έπρε­πε να περά­σει έξω από την πόλη. Μόνο αυτό. Μα όταν έφτα­σα στην πύλη κατά­λα­βα πως τίπο­τα δεν ήταν απλό. Δύο στρα­τιώ­τες έψα­χναν τα φορ­τία. Ένας αξιω­μα­τι­κός στε­κό­ταν δίπλα. Το χαρ­τί ήταν ραμ­μέ­νο μέσα στο στρί­φω­μα του παλ­τού μου. Ο ιδρώ­τας έτρε­χε στην πλά­τη παρό­τι έκα­νε παγω­νιά. Ο στρα­τιώ­της άγγι­ξε το ύφα­σμα. Για μια στιγ­μή πίστε­ψα πως τελεί­ω­σα. Κοί­τα­ξε αλλού. Με άφη­σε. Περ­πά­τη­σα χωρίς να γυρί­σω. Μόνο όταν έφτα­σα έξω από τα τεί­χη κατά­λα­βα πως τα πόδια μου έτρε­μαν. Τότε ένιω­σα για πρώ­τη φορά το βάρος της επι­λο­γής μου. Δεν υπήρ­χε επιστροφή.

Και ενώ η πόλη συνέ­χι­ζε να ανα­πνέ­ει σαν να μην είχε αλλά­ξει τίπο­τα, στα νότια άρχι­σαν να ακού­γο­νται τα πρώ­τα κανό­νια. Στην αρχή μακρι­νά. Σαν καται­γί­δα πίσω από βου­νό. Κάποιοι έλε­γαν πως ήταν ασκή­σεις. Άλλοι πως οι Έλλη­νες δοκί­μα­ζαν την τύχη τους. Ο Αντρέ­ας μόνο χαμογέλασε.

«Η πέτρα ραγί­ζει πριν σπά­σει», είπε.

Και τότε κατά­λα­βα πως η πόλη μας είχε ήδη αρχί­σει να ραγίζει.

Κεφά­λαιο τρίτο

Το φρού­ριο και η ρωγμή

Ο χει­μώ­νας του 1913 έπε­σε πάνω στα Γιάν­νε­να σαν βαριά πέτρα που δεν έλε­γε να κυλή­σει, και μαζί του βάρυ­νε και η ατμό­σφαι­ρα της πόλης, για­τί πλέ­ον κανείς δεν μπο­ρού­σε να προ­σποι­η­θεί πως όσα συνέ­βαι­ναν στα νότια ήταν μακρι­νά ή αβέ­βαια· τα κανό­νια είχαν αρχί­σει να μιλούν με τρό­πο που δεν άφη­νε περι­θώ­ριο παρερ­μη­νεί­ας, και ο ήχος τους, έστω κι αν έφτα­νε σπα­σμέ­νος από τα υψώ­μα­τα, έμπαι­νε μέσα στα σπί­τια, περ­νού­σε από τα παρα­θυ­ρό­φυλ­λα και καθό­ταν στο τρα­πέ­ζι σαν αόρα­τος καλε­σμέ­νος που όλοι ήξε­ραν για­τί είχε έρθει.

Το Μπι­ζά­νι, εκεί­νο το σύμπλεγ­μα λόφων και οχυ­ρώ­σε­ων που υψω­νό­ταν νότια της πόλης σε ένα βρα­χώ­δες ανά­γλυ­φο, είχε μετα­τρα­πεί σε κάτι περισ­σό­τε­ρο από στρα­τιω­τι­κό προ­πύρ­γιο· ήταν το σύμ­βο­λο της οθω­μα­νι­κής απο­φα­σι­στι­κό­τη­τας να κρα­τή­σει την Ήπει­ρο με κάθε τίμη­μα. Οι φήμες έλε­γαν πως Γερ­μα­νοί μηχα­νι­κοί είχαν βοη­θή­σει στη δια­μόρ­φω­ση των πυρο­βο­λεί­ων, πως τα χαρα­κώ­μα­τα ήταν βαθιά και αλλη­λο­συν­δε­ό­με­να, πως τα κανό­νια είχαν τοπο­θε­τη­θεί με τρό­πο που να σαρώ­νουν κάθε προ­σέγ­γι­ση. Οι αγω­γιά­τες που κατέ­βαι­ναν από τα γύρω χωριά μιλού­σαν για σει­ρές από συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα, για στρα­τιώ­τες που δού­λευαν νύχτα και μέρα, για απο­θή­κες πυρο­μα­χι­κών που γέμι­ζαν αδιάκοπα.

Κι όμως, όσο πιο ισχυ­ρό γινό­ταν το φρού­ριο, τόσο περισ­σό­τε­ρο η πόλη έμοια­ζε να σιωπά.

Οι Οθω­μα­νοί στρα­τιώ­τες περ­πα­τού­σαν πιο γρή­γο­ρα στους δρό­μους, τα βλέμ­μα­τά τους είχαν χάσει εκεί­νη τη νωχε­λι­κή υπε­ρο­ψία των προη­γού­με­νων ετών και είχαν απο­κτή­σει την οξύ­τη­τα ανθρώ­πων που ξέρουν πως η κυριαρ­χία δεν είναι πια βεβαιό­τη­τα αλλά ζήτη­μα ημε­ρών. Στα καφε­νεία εμφα­νί­ζο­νταν αξιω­μα­τι­κοί που άκου­γαν περισ­σό­τε­ρο απ’ όσο μιλού­σαν, και στα φυλά­κια οι έλεγ­χοι είχαν γίνει εξα­ντλη­τι­κοί, λες και κάθε σακί σιτά­ρι μπο­ρού­σε να κρύ­βει μέσα του προ­δο­σία. Τότε συνέ­βη το πρώ­το ρήγμα.

Ένας από τους αγω­γιά­τες της ομά­δας μας, ο Μήτρος, άνθρω­πος απλός που μετέ­φε­ρε συχνά φορ­τία προς τα χωριά έξω από τα τεί­χη, δεν γύρι­σε ένα βρά­δυ. Στην αρχή πιστέ­ψα­με πως είχε καθυ­στε­ρή­σει από τον και­ρό ή από κάποιο μπλό­κο στον δρό­μο, όμως την επό­με­νη μέρα μάθα­με πως είχε συλ­λη­φθεί. Δεν υπήρ­ξαν λεπτο­μέ­ρειες· μόνο ότι τον είχαν δει να οδη­γεί­ται στο διοι­κη­τή­ριο, συνο­δεία δύο στρα­τιω­τών. Η είδη­ση έπε­σε πάνω μας σαν παγω­μέ­νο νερό.

Στο σπί­τι όπου μαζευό­μα­σταν, οι κου­βέ­ντες κόπη­καν. Ο έμπο­ρος σιτη­ρών κοί­τα­ζε τα χέρια του, ο ράφτης δάγκω­νε τα χεί­λη του, κι εγώ ένιω­θα για πρώ­τη φορά πως η ιδέα της πατρί­δας, που μέχρι τότε φώτι­ζε τις πρά­ξεις μας, μπο­ρού­σε να γίνει αιτία να χαθούν ζωές χωρίς κανείς να μάθει το όνο­μά τους.

«Μπο­ρεί να μην ξέρει τίπο­τα», είπε κάποιος.

Ο Αντρέ­ας δεν μίλη­σε αμέ­σως. Στε­κό­ταν κοντά στο παρά­θυ­ρο και άκου­γε τον ήχο του αργα­λειού από το διπλα­νό σπί­τι, σαν να μετρού­σε τον χρό­νο με εκεί­νον τον ρυθμό.

«Όλοι ξέρου­με κάτι», είπε τελι­κά. «Το θέμα είναι αν αντέ­χου­με να το κρατήσουμε».

Δεν υπήρ­χε τρό­πος να βοη­θή­σου­με τον Μήτρο χωρίς να εκθέ­σου­με κι άλλους. Και τότε κατά­λα­βα τι σημαί­νει να πολε­μάς χωρίς όπλα: σημαί­νει να ζεις με την αβε­βαιό­τη­τα ότι κάθε μέρα μπο­ρεί να είναι η τελευ­ταία σου ως ελεύ­θε­ρος άνθρω­πος, χωρίς να έχεις ακό­μη γευ­τεί την ελευ­θε­ρία. Τις επό­με­νες μέρες οι έρευ­νες πλή­θυ­ναν. Σπί­τια ελέγ­χο­νταν, απο­θή­κες ανοί­γο­νταν, ακό­μη και εργα­στή­ρια αργυ­ρο­χρυ­σο­χό­ων, όπου άλλο­τε το μόνο που ενδιέ­φε­ρε ήταν το βάρος του μετάλ­λου, τώρα ερευ­νώ­νταν για χαρ­τιά και σημειώ­μα­τα. Οι γυναί­κες έκρυ­βαν ό,τι μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί ύπο­πτο, όχι μόνο από φόβο για τους άντρες τους αλλά και για τα παι­διά που κοι­μό­ντου­σαν δίπλα.

Μια νύχτα, καθώς επέ­στρε­φα από συνά­ντη­ση, είδα στην πλα­τεία κοντά στο διοι­κη­τή­ριο έναν μικρό κύκλο ανθρώ­πων. Πλη­σί­α­σα χωρίς να φανώ. Στη μέση στε­κό­ταν ο Μήτρος, κου­ρα­σμέ­νος, με το πρό­σω­πο πρη­σμέ­νο και τα ρού­χα σκι­σμέ­να. Δεν φώνα­ζε. Δεν παρα­κα­λού­σε. Μόνο στε­κό­ταν. Κάποιος αξιω­μα­τι­κός διά­βα­ζε κάτι στα τουρ­κι­κά, κι ύστε­ρα τον οδή­γη­σαν μέσα. Δεν τον ξανα­εί­δα. Εκεί­νη τη νύχτα δεν κοι­μή­θη­κα. Σκε­φτό­μουν τη μάνα του, που θα περί­με­νε μάταια, και ένιω­θα για πρώ­τη φορά ένα βάρος που δεν ήταν μόνο φόβος αλλά και ενο­χή· για­τί η ελευ­θε­ρία που περι­μέ­να­με απαι­τού­σε θυσί­ες, και κανείς μας δεν είχε το δικαί­ω­μα να υπο­λο­γί­ζει αν η δική του θα ήταν η επόμενη.

Στο μετα­ξύ, τα κανό­νια πλη­σί­α­ζαν. Η γη έτρε­με πότε πότε, και ο ήχος δεν ήταν πια μακρι­νός αλλά καθα­ρός, κοφτός, απο­φα­σι­στι­κός. Οι άνθρω­ποι άρχι­σαν να ανε­βαί­νουν στα τεί­χη για να κοι­τά­ξουν προς το νότο, παρά τον κίν­δυ­νο, για­τί η περιέρ­γεια και η ελπί­δα είχαν γίνει ισχυ­ρό­τε­ρες από τη σύνε­ση. Από εκεί μπο­ρού­σες να δεις, όταν ο και­ρός το επέ­τρε­πε, λάμ­ψεις φωτιάς πάνω από τα υψώ­μα­τα και καπνό που σηκω­νό­ταν σε στήλες.

«Δοκι­μά­ζουν», είπε κάποιος.

«Μαθαί­νουν», απά­ντη­σε ο Αντρέας.

Και πράγ­μα­τι, αργό­τε­ρα μάθα­με πως οι πρώ­τες επι­θέ­σεις είχαν απο­κρου­στεί με βαριές απώ­λειες για τον ελλη­νι­κό στρα­τό, πως το Μπι­ζά­νι δεν έπε­φτε εύκο­λα, πως ο εχθρός ήταν καλά προ­ε­τοι­μα­σμέ­νος. Για μια στιγ­μή, ο φόβος επέ­στρε­ψε δρι­μύ­τε­ρος, για­τί η απο­τυ­χία φέρ­νει πάντα μαζί της την απελ­πι­σία. Όμως η πόλη δεν λύγισε.

Οι καμπά­νες συνέ­χι­σαν να χτυ­πούν τις ώρες τους, οι γυναί­κες να ζυμώ­νουν ψωμί, οι τεχνί­τες να σφυ­ρη­λα­τούν μέταλ­λο, και κάτω από αυτή την επι­φα­νεια­κή κανο­νι­κό­τη­τα, η ανα­μο­νή γινό­ταν όλο και πιο πυκνή, σαν αέρας πριν από θύελλα.

Ένα βρά­δυ ο Αντρέ­ας με βρή­κε μόνο.

«Θα έρθει η μεγά­λη επί­θε­ση», είπε.

Δεν ρώτη­σα πώς το ήξερε.

«Και τότε», συνέ­χι­σε, «δεν θα υπάρ­χει μέση οδός. Ή θα ζήσου­με ελεύ­θε­ροι ή θα χαθού­με γνω­ρί­ζο­ντας ότι του­λά­χι­στον προσπαθήσαμε».

Τον κοί­τα­ξα στο ημί­φως. Για πρώ­τη φορά είδα στον άνθρω­πο αυτόν όχι μόνο τη δύνα­μη αλλά και την κόπω­ση, σαν να κου­βα­λού­σε στους ώμους του όχι πέτρες αλλά αιώνες.

Και τότε κατά­λα­βα πως η πόλη μας είχε φτά­σει στο σημείο όπου η ιστο­ρία παύ­ει να είναι ψίθυ­ρος και γίνε­ται από­φα­ση. Και η από­φα­ση αυτή πλη­σί­α­ζε με τον ήχο των κανονιών.

Κεφά­λαιο τέταρτο

Η νύχτα που άλλα­ξε ο αιώνας

Ο Φεβρουά­ριος μπή­κε στα Γιάν­νε­να σαν άνθρω­πος κου­ρα­σμέ­νος που δεν είχε διά­θε­ση για λόγια, φέρ­νο­ντας μαζί του έναν παγε­ρό αέρα που κατέ­βαι­νε από τα βου­νά και καθό­ταν πάνω στη λίμνη σαν προ­μή­νυ­μα. Οι παλιό­τε­ροι έλε­γαν πως τέτοιο κρύο είχαν να θυμη­θούν χρό­νια, και ίσως να ήταν αλή­θεια, για­τί ακό­μη και τα ζώα στις αυλές έμοια­ζαν ανή­συ­χα, ενώ οι άνθρω­ποι περ­πα­τού­σαν γρή­γο­ρα χωρίς να κοι­τά­ζουν πολύ γύρω τους, σαν να ήξε­ραν πως κάτι πλη­σί­α­ζε και δεν ήθε­λαν να το αντι­κρί­σουν πριν έρθει η ώρα του.

Τα κανό­νια δεν στα­μα­τού­σαν πια. Δεν ήταν ο μακρι­νός υπό­κω­φος ήχος των προη­γού­με­νων εβδο­μά­δων αλλά συνε­χείς εκρή­ξεις που έσπα­γαν τη νύχτα και έκα­ναν τα τζά­μια να τρί­ζουν. Από το Κάστρο μπο­ρού­σες να δεις, όταν ο ουρα­νός καθά­ρι­ζε, κόκ­κι­νες λάμ­ψεις να ανα­δύ­ο­νται πάνω από τα υψώ­μα­τα του Μπι­ζα­νί­ου, σαν κεραυ­νούς που γεν­νιού­νταν από τη γη αντί να πέφτουν από τον ουρα­νό. Η πόλη ζού­σε ανά­με­σα σε δύο κόσμους.

Την ημέ­ρα η αγο­ρά άνοι­γε όπως πάντα. Οι μπα­κά­λη­δες ζύγι­ζαν όσπρια, οι χαλ­κω­μα­τά­δες χτυ­πού­σαν καζά­νια, οι γυναί­κες παζά­ρευαν ύφα­σμα για προί­κες λες και ο χρό­νος θα συνέ­χι­ζε κανο­νι­κά. Όμως πίσω από κάθε συναλ­λα­γή υπήρ­χε μια βια­σύ­νη· κανείς δεν έμε­νε έξω μετά τη δύση, τα παι­διά μαζεύ­ο­νταν νωρίς στα σπί­τια και ακό­μη και οι φωνές των εμπό­ρων είχαν χαμη­λώ­σει, σαν να φοβού­νταν μήπως ενο­χλή­σουν τον ίδιο τον πόλεμο.

Οι Οθω­μα­νοί αξιω­μα­τι­κοί δεν προ­σποιού­νταν πια την άνε­ση. Άλο­γα έτρε­χαν στους δρό­μους μετα­φέ­ρο­ντας δια­τα­γές, στρα­τιώ­τες κου­βα­λού­σαν κιβώ­τια πυρο­μα­χι­κών προς τα νότια, και συχνά έβλε­πες τραυ­μα­τί­ες να φτά­νουν από το μέτω­πο, τυλιγ­μέ­νους σε κου­βέρ­τες, με βλέμ­μα που δεν κοι­τού­σε κανέ­ναν. Εκεί­νες τις στιγ­μές η αυτο­κρα­το­ρία έμοια­ζε γηρα­σμέ­νη, σαν άνθρω­πος που κρα­τιό­ταν όρθιος από συνήθεια.

Ο Αντρέ­ας έλει­πε συχνά. Δεν ρωτού­σα πού πήγαι­νε. Ήξε­ρα. Μια νύχτα επέ­στρε­ψε αργά, βρεγ­μέ­νος από χιό­νι που είχε λιώ­σει πάνω στο πανω­φό­ρι του.

«Ξεκί­νη­σε», είπε.

Δεν χρειά­στη­κε να εξηγήσει.

Η μεγά­λη επί­θε­ση είχε αρχίσει.

Τις επό­με­νες ώρες η πόλη έμοια­ζε να πάλ­λε­ται. Οι εκρή­ξεις έγι­ναν τόσο δυνα­τές που η γη έτρε­με κάτω από τα πόδια μας, και κάθε τόσο μια λάμ­ψη φώτι­ζε τον ουρα­νό σαν να άνοι­γε για μια στιγ­μή η νύχτα και να απο­κά­λυ­πτε τι συνέ­βαι­νε πέρα από τους λόφους.

Οι άνθρω­ποι ανέ­βαι­ναν στα­ρά­τα στις ταρά­τσες ή στα τεί­χη, παρά τις απα­γο­ρεύ­σεις, για να κοι­τά­ξουν προς το Μπι­ζά­νι. Κάποιοι σταυ­ρο­κο­πιού­νταν, άλλοι ψιθύ­ρι­ζαν προ­σευ­χές, και υπήρ­χαν κι εκεί­νοι που έμε­ναν σιω­πη­λοί, για­τί η ελπί­δα είχε γίνει τόσο μεγά­λη που φοβού­νταν να την ονο­μά­σουν. Εκεί­νη τη νύχτα χτύ­πη­σαν την πόρ­τα μας. Άνοι­ξα. Ήταν ο ράφτης της ομά­δας. Το πρό­σω­πό του είχε γίνει λευκό.

«Σε θέλουν», είπε.

Η καρ­διά μου βάρυ­νε πριν ακό­μη ρωτή­σω γιατί.

Στο σπί­τι των υφα­ντουρ­γών μάθα­με πως οι Έλλη­νες είχαν αλλά­ξει τακτι­κή· αντί να χτυ­πούν μετω­πι­κά, κινή­θη­καν μέσα από δύσβα­τα περά­σμα­τα δυτι­κά, προ­σπα­θώ­ντας να κυκλώ­σουν τις θέσεις. Χρεια­ζό­ταν πλη­ρο­φο­ρία για μια απο­θή­κη πυρο­μα­χι­κών κοντά σε στρα­τώ­να μέσα στην πόλη. Έπρε­πε να επι­βε­βαιω­θεί. Και εγώ γνώ­ρι­ζα τον δρό­μο. Για πρώ­τη φορά ένιω­σα πως το σώμα μου αντι­στε­κό­ταν. Δεν ήταν δει­λία. Ήταν η συνεί­δη­ση ότι αν απο­τύγ­χα­να δεν θα υπήρ­χε επι­στρο­φή ούτε για μένα ούτε για όσους γνώριζα.

Ο Αντρέ­ας με κοίταξε.

«Δεν υπάρ­χει σωστή στιγ­μή για θάρ­ρος», είπε. «Μόνο ανάγκη».

Βγή­κα πριν χαρά­ξει. Το χιό­νι έτρι­ζε κάτω από τα πόδια μου. Οι δρό­μοι ήταν σχε­δόν άδειοι, μόνο περι­πο­λί­ες περ­νού­σαν βια­στι­κά. Από μακριά ακού­γο­νταν συνε­χώς πυρο­βο­λι­σμοί. Κοντά στον στρα­τώ­να είδα καπνό. Άμα­ξες φορ­τώ­νο­νταν. Στρα­τιώ­τες φώνα­ζαν. Η απο­θή­κη υπήρ­χε. Και ήταν γεμά­τη. Έμει­να αρκε­τή ώρα για να είμαι βέβαιος. Κάθε λεπτό έμοια­ζε αιώ­νας. Ένας στρα­τιώ­της στά­θη­κε δίπλα μου και άνα­ψε τσι­γά­ρο χωρίς να με προ­σέ­ξει. Η μυρω­διά του καπνού ανα­κα­τεύ­τη­κε με εκεί­νη της πυρί­τι­δας. Τότε κατά­λα­βα. Δεν ήταν μόνο οι Έλλη­νες που πολε­μού­σαν για να μπουν. Ήταν και οι Τούρ­κοι που άρχι­ζαν να σκέ­φτο­νται πώς θα φύγουν.

Όταν επέ­στρε­ψα, η μάχη είχε φου­ντώ­σει. Η γη τρα­ντα­ζό­ταν. Τα τζά­μια έσπα­σαν στο σπί­τι μας από μια μακρι­νή έκρη­ξη. Η μάνα μου προ­σευ­χό­ταν μπρο­στά στην εικό­να. Δεν με ρώτη­σε πού ήμουν. Μόνο άγγι­ξε το πρό­σω­πό μου. Και τότε κατά­λα­βα πως ίσως να ήξε­ρε τα πάντα.

Η νύχτα της 20ης προς 21η Φεβρουα­ρί­ου ήταν ατέ­λειω­τη. Το πυρο­βο­λι­κό δεν στα­μά­τη­σε ούτε στιγ­μή. Από το Κάστρο έβλε­πα τον ουρα­νό να γίνε­ται κόκ­κι­νος και για μια στιγ­μή πίστε­ψα πως ολό­κλη­ρη η γη είχε ανοί­ξει. Οι άνθρω­ποι δεν κοι­μό­ντου­σαν· άκου­γαν. Περί­με­ναν. Και κάπου βαθιά μέσα μου γεν­νή­θη­κε ένας φόβος δια­φο­ρε­τι­κός από τους άλλους. Όχι μήπως χάσου­με. Μα μήπως νική­σου­με και δεν ξέρου­με τι να κάνου­με με τη λευτεριά.

Λίγο πριν χαρά­ξει, ο Αντρέ­ας στά­θη­κε δίπλα μου.

«Αύριο θα τελειώ­σει», είπε.

Δεν τον ρώτη­σα πώς το γνώ­ρι­ζε. Το ήξε­ρε όλη η πόλη. Η ιστο­ρία είχε φτά­σει στην πόρ­τα μας.

Κεφά­λαιο πέμπτο

Η ώρα της σιωπής

Το ξημέ­ρω­μα της 21ης Φεβρουα­ρί­ου ήρθε χωρίς να το κατα­λά­βου­με, για­τί κανείς δεν είχε κοι­μη­θεί πραγ­μα­τι­κά τη νύχτα που προη­γή­θη­κε. Οι εκρή­ξεις είχαν γίνει τόσο συχνές ώστε ο νους έπα­ψε να τις ξεχω­ρί­ζει· ήταν σαν να είχε εγκα­τα­στα­θεί ένας δεύ­τε­ρος παλ­μός μέσα στη γη, ένας βαρύς ρυθ­μός που συνό­δευε κάθε σκέ­ψη και κάθε ανά­σα. Όταν άνοι­ξα το παρά­θυ­ρο, η ομί­χλη της λίμνης δεν είχε ακό­μη σηκω­θεί και ο αέρας μύρι­ζε καμέ­νο μέταλ­λο, μια μυρω­διά ξένη για την πόλη μας που μέχρι τότε γνώ­ρι­ζε περισ­σό­τε­ρο τον καπνό του ξύλου και το άρω­μα του ψωμιού.

Οι δρό­μοι ήταν γεμά­τοι ανθρώ­πους που προ­σποιού­νταν πως είχαν δου­λειές. Γυναί­κες πήγαι­ναν στο φούρ­νο με καλά­θια άδεια, άντρες περ­πα­τού­σαν προς την αγο­ρά χωρίς να κρα­τούν τίπο­τε, παι­διά στέ­κο­νταν στις γωνί­ες με μάτια ορθά­νοι­χτα. Όλοι έψα­χναν κάποιο νέο χωρίς να ρωτούν ευθέ­ως, για­τί η ελπί­δα, όταν πλη­σιά­ζει πολύ, γίνε­ται σχε­δόν τρομακτική.

Οι Οθω­μα­νοί στρα­τιώ­τες δεν έκρυ­βαν πια την έντα­ση. Άμα­ξες έτρε­χαν από το διοι­κη­τή­ριο προς τις πύλες, αξιω­μα­τι­κοί συζη­τού­σαν έντο­να, και σε ορι­σμέ­να σημεία της πόλης είχαν αρχί­σει να καί­νε χαρ­τιά σε μεγά­λα μεταλ­λι­κά δοχεία. Η μυρω­διά τους ανέ­βαι­νε στον ουρα­νό μαζί με τον καπνό, σαν να ήθε­λαν να εξα­φα­νί­σουν όχι μόνο δια­τα­γές αλλά και μνήμες.

Στην αγο­ρά οι έμπο­ροι είχαν ανοί­ξει διστα­κτι­κά, μα κανείς δεν παζά­ρευε όπως άλλο­τε. Οι αργυ­ρο­χρυ­σο­χό­οι κρα­τού­σαν τα εργα­λεία στα χέρια χωρίς να δου­λεύ­ουν, οι γου­να­ρά­δες κοι­τού­σαν τον δρό­μο αντί για τα δέρ­μα­τα, και ακό­μη και οι φωνές των πρα­μα­τευ­τά­δων είχαν χαμη­λώ­σει. Η πόλη βρι­σκό­ταν σε μια κατά­στα­ση παρά­ξε­νης ανα­στο­λής, σαν να είχε στα­μα­τή­σει ο χρό­νος λίγο πριν απο­φα­σί­σει προς τα πού θα κινηθεί.

Πήγα στο καφε­νείο του Μπα­λή. Δεν υπήρ­χαν τρα­γού­δια ούτε γέλια. Ο καφε­τζής έβρα­ζε τον καφέ αργά, κοι­τώ­ντας συνε­χώς την πόρ­τα. Δύο άντρες μιλού­σαν ψιθυ­ρι­στά για ελλη­νι­κά τμή­μα­τα που είχαν περά­σει δυτι­κά από τα υψώ­μα­τα, άλλος έλε­γε πως το Μπι­ζά­νι είχε ήδη πέσει, κι ένας τρί­τος ορκι­ζό­ταν πως οι Τούρ­κοι ετοι­μά­ζο­νταν για αντεπίθεση.

Η αλή­θεια χάθη­κε μέσα στις φήμες. Ο Αντρέ­ας μπή­κε χωρίς να βγά­λει το παλ­τό του.

«Τελεί­ω­σε», είπε απλά.

Κανείς δεν τον πίστε­ψε αμέ­σως. Ένα πράγ­μα είναι να ελπί­ζεις και άλλο να ακούς ότι η ελπί­δα έγι­νε πραγματικότητα.

«Ο Εσσάτ Πασάς δια­πραγ­μα­τεύ­ε­ται», συνέ­χι­σε. «Τα οχυ­ρά χάθη­καν τη νύχτα».

Η λέξη «χάθη­καν» έμει­νε να αιω­ρεί­ται. Κάποιος σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε. Άλλος γέλα­σε νευ­ρι­κά. Και τότε ακού­στη­κε κάτι που δεν είχα­με ξανα­κού­σει τόσους μήνες. Σιω­πή. Τα κανό­νια είχαν σταματήσει.

Η σιω­πή εκεί­νη ήταν πιο τρο­μα­κτι­κή από τον πόλε­μο. Βγή­κα­με στον δρό­μο σχε­δόν όλοι μαζί. Ο ουρα­νός ήταν καθα­ρός, κι από τα νότια δεν ερχό­ταν πια κανέ­νας ήχος. Μόνο ο άνε­μος περ­νού­σε πάνω από τα σπί­τια και έκα­νε τις καμι­νά­δες να σφυρίζουν.

Οι Τούρ­κοι στρα­τιώ­τες στέ­κο­νταν σε μικρές ομά­δες. Κάποιοι κάπνι­ζαν, άλλοι κοι­τού­σαν το έδα­φος. Δεν υπήρ­χε πανι­κός· υπήρ­χε κόπω­ση. Ένας νεα­ρός στρα­τιώ­της καθό­ταν στο πεζού­λι έξω από ένα μαγα­ζί και κρα­τού­σε το κεφά­λι του με τα δύο χέρια, σαν παι­δί που είχε χαθεί.

Εκεί­νη τη στιγ­μή κατά­λα­βα πως ο πόλε­μος δεν ανή­κει μόνο στους νικη­τές ή στους ηττη­μέ­νους αλλά σε όλους όσοι ανα­γκά­ζο­νται να τον ζήσουν. Το μεση­μέ­ρι άρχι­σαν να κυκλο­φο­ρούν βεβαιό­τε­ρα νέα. Τα ελλη­νι­κά στρα­τεύ­μα­τα είχαν σπά­σει τη γραμ­μή άμυ­νας. Οι οχυ­ρώ­σεις είχαν κυκλω­θεί. Η αντί­στα­ση δεν μπο­ρού­σε να συνε­χι­στεί. Κάποιοι μιλού­σαν ήδη για παρά­δο­ση. Η λέξη έμοια­ζε απίστευτη.

Τόσα χρό­νια η αυτο­κρα­το­ρία ήταν αμε­τα­κί­νη­τη όπως τα τεί­χη του Κάστρου, και τώρα έλε­γαν πως μέσα σε μια νύχτα όλα είχαν αλλάξει.

Το από­γευ­μα είδα τον πρώ­το τραυ­μα­τία να επι­στρέ­φει. Τον έφε­ραν πάνω σε κάρο. Δεν ήταν βαριά χτυ­πη­μέ­νος, όμως το βλέμ­μα του είχε κάτι που δεν είχα ξανα­δεί: κενό. Οι γυναί­κες άφη­σαν τα καλά­θια τους και έτρε­ξαν να βοη­θή­σουν χωρίς να ρωτή­σουν ποιας πλευ­ράς ήταν. Η πόλη είχε κου­ρα­στεί να φοβάται.

Το βρά­δυ, οι δρό­μοι γέμι­σαν ψιθύρους.

«Αύριο μπαί­νουν».

«Υπέ­γρα­ψαν».

«Τελεί­ω­σε».

Η μάνα μου άνα­ψε κερί μπρο­στά στην εικόνα.

«Αν είναι αλή­θεια», είπε, «να τους φυλά­ξει όλους».

Δεν είπε ποιους. Ίσως όλους.

Δεν κοι­μή­θη­κα.

Ανέ­βη­κα στο τείχος.

Η λίμνη ήταν ήρε­μη σαν να μην είχε συμ­βεί τίπο­τε, και για πρώ­τη φορά μετά από μήνες ένιω­σα ότι ο αέρας ήταν δια­φο­ρε­τι­κός. Δεν είχε την έντα­ση της ανα­μο­νής αλλά μια παρά­ξε­νη ελα­φρό­τη­τα, σαν όταν τελειώ­νει μεγά­λη καται­γί­δα και ο κόσμος δεν ξέρει ακό­μη αν πρέ­πει να χαρεί.

Ο Αντρέ­ας στά­θη­κε δίπλα μου.

«Αύριο», είπε.

Δεν πρό­σθε­σε τίπο­τε άλλο. Δεν χρεια­ζό­ταν. Η πόλη περί­με­νε το ξημέρωμα.

Κεφά­λαιο έκτο

Ο γέρος με τον χάρτη

Το ξημέ­ρω­μα της 22ας Φεβρουα­ρί­ου δεν έμοια­ζε με κανέ­να άλλο που είχα ζήσει, για­τί η πόλη είχε ξυπνή­σει πριν ακό­μη φανεί ο ήλιος, σαν να είχε περά­σει όλη τη νύχτα με τα μάτια ανοι­χτά περι­μέ­νο­ντας κάποιο σημά­δι που αργού­σε να έρθει. Η σιω­πή συνε­χι­ζό­ταν, και αυτή η σιω­πή ήταν πιο βαριά από τις εκρή­ξεις των προη­γού­με­νων ημε­ρών, για­τί κανείς δεν ήξε­ρε αν σήμαι­νε νίκη ή την τελευ­ταία ανά­σα πριν από νέα καταιγίδα.

Οι δρό­μοι γέμι­σαν από νωρίς.

Άνθρω­ποι κατευ­θύ­νο­νταν προς το Κάστρο, άλλοι προς τις νότιες πύλες, κι ακό­μη και όσοι προ­σπα­θού­σαν να κρα­τή­σουν την καθη­με­ρι­νό­τη­τα έμοια­ζαν αφη­ρη­μέ­νοι. Στον φούρ­νο ο φούρ­να­ρης άφη­σε δύο φορές το ψωμί να καεί, οι γυναί­κες αγό­ρα­ζαν χωρίς να μετρούν τα νομί­σμα­τα, και οι κου­βέ­ντες είχαν απο­κτή­σει εκεί­νο το χαρα­κτη­ρι­στι­κό ύφος της μεγά­λης ανα­μο­νής, όταν όλοι μιλούν χαμη­λά για να μην τρο­μά­ξουν την τύχη.

Στο καφε­νείο του Μπα­λή επι­κρα­τού­σε ασυ­νή­θι­στη κίνη­ση. Ένας έμπο­ρος από την Πρέ­βε­ζα είχε φτά­σει μέσα στη νύχτα. Έπι­νε καφέ με χέρια που έτρε­μαν από το κρύο και από κάτι άλλο.

«Δεν ήταν τυχαίο», έλεγε.

Κανείς δεν καταλάβαινε.

«Η επί­θε­ση άλλα­ξε ξαφ­νι­κά», συνέ­χι­σε. «Δεν χτύ­πη­σαν εκεί που περί­με­ναν όλοι. Πέρα­σαν από χαρά­δρες που ούτε οι ίδιοι οι Τούρ­κοι δεν φύλα­γαν καλά».

Ο καφε­τζής έσκυψε.

«Πώς το ήξεραν;»

Ο άντρας κοί­τα­ξε γύρω πριν απαντήσει.

«Λένε… πως ένας γέρος τους έδω­σε τα σχέδια».

Η κου­βέ­ντα πάγωσε.

«Ποιος γέρος;»

«Ένας Πολω­νός μηχα­νι­κός. Αυτός που είχε φτιά­ξει τα οχυ­ρά χρό­νια πριν».

Ένιω­σα τον Αντρέα να κινεί­ται δίπλα μου.

Δεν μίλη­σε.

Ο έμπο­ρος συνέχισε:

«Πήγε λέει στο στρα­τη­γείο του Δια­δό­χου. Δεν τον δέχτη­καν. Πήγε μέχρι τον ίδιο τον βασι­λιά. Έφε­ρε χάρ­τες παλιούς. Τους έδει­ξε από πού είναι αδύ­να­μο το Μπιζάνι».

Κάποιος γέλα­σε νευρικά.

«Παρα­μύ­θια».

Ο άλλος κού­νη­σε το κεφάλι.

«Όχι. Το είπε για­τρός από το μέτω­πο. Γιος του ήταν εκεί».

Δεν χρειά­στη­κε να ειπω­θεί άλλο.

Στην πόλη που ζού­σε αιώ­νες με ψιθύ­ρους, οι ιστο­ρί­ες ταξί­δευαν γρη­γο­ρό­τε­ρα από την αλή­θεια — όμως εκεί­νη τη φορά κανείς δεν γέλα­σε πραγ­μα­τι­κά. Για­τί όλοι θυμό­μα­σταν πως το Μπι­ζά­νι θεω­ρού­νταν απόρ­θη­το. Και όμως είχε πέσει.

Βγή­κα­με έξω. Ο αέρας είχε αλλά­ξει. Δεν ήταν μόνο η απου­σία κανο­νιών. Ήταν κάτι βαθύ­τε­ρο, σαν να είχε μετα­κι­νη­θεί ο ίδιος ο άξο­νας της πόλης. Οι Οθω­μα­νοί στρα­τιώ­τες συγκε­ντρώ­νο­νταν σε ομά­δες, παρέ­δι­δαν όπλα, και σε ορι­σμέ­να σημεία έβλε­πες αξιω­μα­τι­κούς να κατε­βά­ζουν σημαί­ες. Μια γυναί­κα άρχι­σε να κλαί­ει. Χωρίς λόγο. Ή ίσως με όλους τους λόγους μαζί.

Το μεση­μέ­ρι ήρθε η βεβαιό­τη­τα. Η φρου­ρά είχε συν­θη­κο­λο­γή­σει. Ο δρό­μος άνοι­γε. Δεν υπήρ­ξε αμέ­σως πανη­γυ­ρι­σμός. Πρώ­τα ήρθε η δυσπι­στία. Οι άνθρω­ποι κοι­τού­σαν ο ένας τον άλλον σαν να ζητού­σαν επι­βε­βαί­ω­ση πως δεν επρό­κει­το για παγί­δα. Και τότε ακού­στη­κε η πρώ­τη καμπά­να. Μία μόνο. Ύστε­ρα δεύ­τε­ρη. Και ξαφ­νι­κά όλες μαζί. Ο ήχος απλώ­θη­κε πάνω από τη λίμνη, ανέ­βη­κε στα τεί­χη, πέρα­σε μέσα από τα στε­νά και μπή­κε στα σπί­τια σαν άνε­μος. Οι γυναί­κες έβγαι­ναν στις πόρ­τες. Άντρες αγκα­λιά­ζο­νταν. Κάποιος γονά­τι­σε στη μέση του δρό­μου. Δεν υπήρ­χαν ακό­μη στρα­τιώ­τες. Μόνο η βεβαιό­τη­τα πως έρχονταν.

Ο Αντρέ­ας στά­θη­κε δίπλα μου.

«Βλέ­πεις;» είπε.

«Τι;»

«Δεν πέφτουν μόνο με κανό­νια τα φρού­ρια. Πέφτουν και με μυαλό».

Σκέ­φτη­κα τον άγνω­στο γέρο με τον χάρ­τη. Έναν άνθρω­πο που δεν βρέ­θη­κε ποτέ στα χαρα­κώ­μα­τα κι όμως ίσως έσω­σε περισ­σό­τε­ρους από όσους πολέ­μη­σαν. Η ιστο­ρία γρά­φε­ται πολ­λές φορές από εκεί­νους που δεν φαίνονται.

Το από­γευ­μα πλή­θος συγκε­ντρώ­θη­κε κοντά στη νότια είσο­δο. Κανείς δεν ήθε­λε να χάσει τη στιγ­μή. Ο ουρα­νός είχε καθα­ρί­σει. Και τότε, μέσα στη σκό­νη του δρό­μου, εμφα­νί­στη­καν. Οι πρώ­τες ελλη­νι­κές στο­λές. Κου­ρα­σμέ­νες. Λασπω­μέ­νες. Μα ζωντα­νές. Κάποιος φώνα­ξε. Και η πόλη ξέσπασε.

Κεφά­λαιο έβδομο

Όταν άνοι­ξαν οι πύλες

Δεν θυμά­μαι ποιος φώνα­ξε πρώ­τος. Ίσως να ήταν παι­δί, ίσως γυναί­κα, ίσως κάποιος γέρος που περί­με­νε εκεί­νη τη στιγ­μή μια ζωή ολό­κλη­ρη· θυμά­μαι μόνο ότι η φωνή ανέ­βη­κε πάνω από το πλή­θος σαν σπί­θα και μέσα σε λίγες ανα­πνο­ές έγι­νε κύμα.

«Έρχο­νται!»

Η λέξη πέρα­σε από στό­μα σε στό­μα και η πόλη, που τόσες εβδο­μά­δες περ­πα­τού­σε σαν τραυ­μα­τι­σμέ­νη, άρχι­σε να κινεί­ται με τρό­πο σχε­δόν απε­ρί­σκε­πτο. Άνθρω­ποι έτρε­χαν προς τη νότια πύλη, άλλοι ανέ­βαι­ναν στα τεί­χη, γυναί­κες κρα­τού­σαν παι­διά από το χέρι και γέρο­ντες που δυσκο­λεύ­ο­νταν να περ­πα­τή­σουν προ­χω­ρού­σαν πει­σμα­τι­κά, για­τί κανείς δεν ήθε­λε να χάσει τη στιγ­μή που περί­με­ναν γενιές. Ο δρό­μος είχε γεμί­σει σκό­νη. Στην αρχή δεν έβλε­πες καθα­ρά. Μόνο σκιές. Ύστε­ρα δια­κρί­θη­καν οι πρώ­τοι στρα­τιώ­τες. Δεν έμοια­ζαν με τους ήρω­ες των εικό­νων που είχα­με στο μυα­λό μας. Ήταν κου­ρα­σμέ­νοι, με στο­λές λερω­μέ­νες από λάσπη και χιό­νι, πρό­σω­πα άυπνα, γένια ημε­ρών. Περ­πα­τού­σαν αργά, προ­σε­κτι­κά, σαν να μην πίστευαν ούτε οι ίδιοι πως είχαν φτάσει.

Και τότε συνέ­βη κάτι που δεν θα ξεχά­σω ποτέ. Ένας γέρος βγή­κε μπρο­στά. Δεν είπε τίπο­τα. Έσκυ­ψε και φίλη­σε τη μπό­τα ενός στρατιώτη.Ο νεα­ρός τρα­βή­χτη­κε πίσω σχε­δόν τρομαγμένος.

«Παπ­πού… όχι», είπε.

Μα ο γέρος έκλαι­γε. Και μαζί του έκλαι­γε η πόλη.

Οι καμπά­νες άρχι­σαν να χτυ­πούν ξανά. Όχι διστα­κτι­κά όπως πριν. Δυνα­τά. Ανε­ξέ­λεγ­κτα. Ο ήχος τους απλώ­θη­κε πάνω από τη λίμνη και γύρι­σε πίσω σαν αντί­λα­λος αιώ­νων. Από τα σπί­τια ξεπρό­βα­λαν κρυμ­μέ­νες σημαί­ες, φυλαγ­μέ­νες σε μπα­ού­λα, μέσα σε προί­κες ή κάτω από στρώ­μα­τα. Γυναί­κες τις τίνα­ζαν στον αέρα με χέρια που έτρε­μαν, και τα παι­διά τις άρπα­ζαν σαν παι­χνί­δι που περί­με­ναν χρό­νια. Ο ελλη­νι­κός στρα­τός προ­χω­ρού­σε ανά­με­σα στον κόσμο χωρίς θόρυ­βο. Κάποιοι στρα­τιώ­τες χαμο­γε­λού­σαν αμή­χα­να. Άλλοι κοί­τα­ζαν γύρω σαν να έψα­χναν πρό­σω­πα γνω­στά. Ήταν επι­στρο­φή. Όχι κατάκτηση.

Δίπλα μου ο Αντρέ­ας στε­κό­ταν ακί­νη­τος. Δεν χει­ρο­κρο­τού­σε. Δεν φώνα­ζε. Κοί­τα­ζε μόνο.

«Τι σκέ­φτε­σαι;» τον ρώτησα.

Άργη­σε να απαντήσει.

«Ότι ο πατέ­ρας μου δεν πρό­λα­βε», είπε χαμη­λά. «Και ο παπ­πούς του ούτε καν ονει­ρεύ­τη­κε πως θα το δει».

Κατά­λα­βα. Η λευ­τε­ριά δεν ανή­κει μόνο σε όσους τη ζουν αλλά και σε όσους δεν έφτα­σαν μέχρι αυτήν.

Το πλή­θος κινή­θη­κε προς το Κάστρο. Η είσο­δος του στρα­τού συνε­χι­ζό­ταν. Άλο­γα, πυρο­βό­λα, αξιω­μα­τι­κοί. Και έπει­τα εμφα­νί­στη­κε ο έφιπ­πος Διά­δο­χος, ο άνθρω­πος που είχε ανα­λά­βει την επι­χεί­ρη­ση. Δεν άκου­σα τι έλε­γαν γύρω μου. Μόνο το όνο­μα της Ελλά­δας να επα­να­λαμ­βά­νε­ται. Ο κόσμος άνοι­γε δρό­μο. Κάποιοι έρι­χναν λου­λού­δια. Άλλοι απλώς κοι­τού­σαν με μάτια που δεν μπο­ρού­σαν να πιστέψουν.

Στο Κάστρο ένας στρα­τιώ­της άρχι­σε να ανε­βαί­νει στο τεί­χος κρα­τώ­ντας τη σημαία. Ο άνε­μος φυσού­σε δυνα­τά. Όλοι στα­μά­τη­σαν. Ακό­μη και οι φωνές σώπα­σαν. Η στιγ­μή είχε κάτι ιερό. Η γαλα­νό­λευ­κη άνοι­ξε αργά. Σαν να ξυπνού­σε. Και τότε… ο πυρο­βο­λι­σμός. Ήταν ένας μόνο. Ξερός. Απρό­σμε­νος. Κανείς δεν κατά­λα­βε από πού ήρθε. Ο χρό­νος πάγω­σε. Ένιω­σα τον Αντρέα να τινά­ζε­ται δίπλα μου. Γύρι­σα. Το σώμα του λύγι­σε. Το αίμα άρχι­σε να απλώ­νε­ται στο πανω­φό­ρι του. Ένας Οθω­μα­νός στρα­τιώ­της, ξεχα­σμέ­νος σε παρά­θυ­ρο, είχε πυρο­βο­λή­σει πριν κατα­λά­βει ότι όλα είχαν τελειώσει.

Τον κρά­τη­σα πριν πέσει.

«Όχι…» ψιθύ­ρι­σα.

Γύρω μας ο κόσμος φώναζε.Δεν άκου­γα τίπο­τα. Μόνο την ανά­σα του. Κοί­τα­ζε ψηλά. Τη σημαία.

«Τη βλέ­πω…» είπε.

«Τι;»

Χαμο­γέ­λα­σε.

«Σαν πέτρα που βρή­κε τόπο να σταθεί».

Τα μάτια του έμει­ναν ανοι­χτά. Και την ίδια στιγ­μή η σημαία άνοι­ξε ολό­κλη­ρη στον ουρανό.

Οι καμπά­νες ξέσπα­σαν. Η πόλη πανη­γύ­ρι­ζε. Και εγώ κρα­τού­σα έναν νεκρό.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρα­σε. Θυμά­μαι μόνο ότι κάποια στιγ­μή η λίμνη φάνη­κε μπρο­στά μου, ήρε­μη όπως πάντα, σαν να μην είχε συμ­βεί τίπο­τε. Το αίμα είχε στε­γνώ­σει στα χέρια μου και ο άνε­μος έφερ­νε ακό­μη τον ήχο των πανη­γυ­ρι­σμών. Τότε κατά­λα­βα. Η ελευ­θε­ρία δεν είναι στιγ­μή. Είναι μνή­μη. Και από εκεί­νη τη μέρα τα Γιάν­νε­να δεν ανή­καν πια στην αυτο­κρα­το­ρία. Ανή­καν στους ζωντα­νούς. Και στους νεκρούς τους.

Κεφά­λαιο όγδοο

Η πόλη μαθαί­νει να αναπνέει

Η νύχτα της απε­λευ­θέ­ρω­σης δεν είχε τέλος. Οι καμπά­νες συνέ­χι­σαν να χτυ­πούν μέχρι που τα χέρια των νεω­κό­ρων μάτω­σαν, οι δρό­μοι έμει­ναν γεμά­τοι κόσμο και ακό­μη κι εκεί­νοι που είχαν περά­σει χρό­νια φοβού­με­νοι να μιλή­σουν δυνα­τά, τώρα τρα­γου­δού­σαν χωρίς να γνω­ρί­ζουν όλους τους στί­χους, σαν να ήθε­λαν περισ­σό­τε­ρο να ακού­σουν τη φωνή τους παρά να πουν κάτι συγκε­κρι­μέ­νο. Όμως η χαρά δεν ήταν ίδια για όλους.

Όταν γύρι­σα σπί­τι, η μάνα μου κατά­λα­βε πριν μιλή­σω. Κοί­τα­ξε τα χέρια μου. Το αίμα είχε ξερα­θεί στις παλά­μες. Δεν ρώτη­σε τίπο­τε. Μόνο κάθι­σε απέ­να­ντί μου.

«Ποιος;» είπε τελικά.

«Ο Αντρέ­ας».

Έκλει­σε τα μάτια. Δεν τον γνώ­ρι­ζε καλά. Και όμως θρή­νη­σε. Για­τί στις μικρές κοι­νω­νί­ες οι άνθρω­ποι δεν είναι ξένοι· είναι ιστο­ρί­ες που συναντιούνται.

Την επό­με­νη μέρα τα Γιάν­νε­να έμοια­ζαν δια­φο­ρε­τι­κά. Ο ίδιος ήλιος φώτι­ζε τα σπί­τια, η ίδια λίμνη απλω­νό­ταν ήρε­μη, μα κάτι είχε αλλά­ξει στον τρό­πο που οι άνθρω­ποι περ­πα­τού­σαν. Τα κεφά­λια είχαν σηκω­θεί. Οι πόρ­τες έμε­ναν ανοι­χτές. Στα καφε­νεία οι κου­βέ­ντες έγι­ναν δυνα­τές, σχε­δόν αδέ­ξιες, σαν να μάθαι­ναν ξανά πώς είναι να μιλάς χωρίς φόβο.

Οι ελλη­νι­κές σημαί­ες εμφα­νί­στη­καν παντού. Σε μπαλ­κό­νια. Σε παρά­θυ­ρα. Ακό­μη και σε μαγα­ζιά που μέχρι χθες πρό­σε­χαν να μη δεί­χνουν τίπο­τε. Οι στρα­τιώ­τες περ­πα­τού­σαν ανά­με­σα στον κόσμο και δεχό­ταν κερά­σμα­τα, ψωμί, κρα­σί, ακό­μη και μικρά δώρα από γυναί­κες που τους ευχα­ρι­στού­σαν χωρίς λόγια. Μαζί με τη χαρά υπήρ­χε και αμηχανία.

Οι Οθω­μα­νοί κάτοι­κοι της πόλης έφευ­γαν σιω­πη­λά ή κλεί­νο­νταν στα σπί­τια τους. Κανείς δεν ήξε­ρε πώς να φερ­θεί· η ιστο­ρία άλλα­ζε τόσο γρή­γο­ρα που οι άνθρω­ποι δεν είχαν προ­λά­βει να μάθουν τον νέο τους ρόλο.

Στην αγο­ρά είδα έναν παλιό Τούρ­κο έμπο­ρο να κλεί­νει το μαγα­ζί του. Με είχε δει να μεγα­λώ­νω. Με χαι­ρέ­τη­σε. Τον χαι­ρέ­τη­σα κι εγώ. Και για μια στιγ­μή ένιω­σα πως η ιστο­ρία είναι πιο περί­πλο­κη από ό,τι θέλουν οι σημαίες.

Η κηδεία του Αντρέα έγι­νε τρεις μέρες μετά. Δεν ήταν επί­ση­μη. Δεν υπήρ­χαν στρατηγοί.

Μόνο άνθρω­ποι. Λιθο­ξό­οι από τα χωριά. Αγω­γιά­τες. Ο ράφτης. Ο καφετζής.

Και πολ­λοί που δεν γνώ­ρι­ζα. Τον θάψα­με σε ύψω­μα από όπου φαι­νό­ταν η λίμνη.

«Του άρε­σε να βλέ­πει μακριά», είπε κάποιος.

Όταν έρι­ξα το χώμα, θυμή­θη­κα τη φρά­ση του. Η πέτρα δεν σπά­ει με θυμό. Σπά­ει με υπο­μο­νή. Και τότε κατά­λα­βα πως εκεί­νος δεν είχε πολε­μή­σει μόνο για να πέσει ένα φρού­ριο αλλά για να στα­θεί κάτι και­νού­ριο πάνω στα ερείπια.

Οι μέρες που ακο­λού­θη­σαν έφε­ραν αλλα­γές που κανείς δεν είχε φαντα­στεί. Έφτα­σαν διοι­κη­τι­κοί υπάλ­λη­λοι. Άνοι­ξαν ξανά σχο­λεία. Στρα­τιω­τι­κές μπά­ντες πέρα­σαν από τους δρό­μους. Τα ελλη­νι­κά ακού­γο­νταν δυνα­τά στις δημό­σιες υπη­ρε­σί­ες. Ο πατέ­ρας μου γύρι­σε από το σχο­λείο ένα από­γευ­μα με μάτια υγρά.

«Σήμε­ρα», είπε, «δίδα­ξα χωρίς να φοβάμαι».

Δεν ήταν θρί­αμ­βος. Ήταν λύτρωση.

Και όμως, η ζωή δεν έγι­νε ξαφ­νι­κά εύκο­λη. Οι τραυ­μα­τί­ες γέμι­ζαν ακό­μη τα πρό­χει­ρα νοσο­κο­μεία, οι οικο­γέ­νειες μετρού­σαν απώ­λειες, και κάθε τόσο έφτα­ναν νέα από άλλα μέτω­πα που θύμι­ζαν πως ο πόλε­μος δεν είχε τελειώ­σει παντού. Ένα βρά­δυ ξανα­πή­γα στη λίμνη. Ο άνε­μος ήταν ήρεμος.

Σκέ­φτη­κα τον γέρο Πολω­νό μηχα­νι­κό που κάποιοι έλε­γαν πως είχε δεί­ξει τον δρό­μο για να πέσει το Μπι­ζά­νι. Δεν γνώ­ρι­ζα αν η ιστο­ρία ήταν αλη­θι­νή ή αν η πόλη την είχε πλά­σει για να πιστέ­ψει ότι η μοί­ρα της είχε συμ­μά­χους αόρα­τους. Μα δεν είχε σημα­σία. Για­τί είτε με χάρ­τες είτε με αίμα, η πόλη είχε αλλάξει.

Επί­λο­γος

Χρό­νια μετά

Πέρα­σαν χρό­νια. Η ζωή με πήγε αλλού, όπως πηγαί­νει όλους όσοι επι­βιώ­νουν των μεγά­λων γεγο­νό­των. Παντρεύ­τη­κα, έκα­να παι­διά, είδα την Ελλά­δα να μεγα­λώ­νει και να πλη­γώ­νε­ται ξανά, για­τί τα έθνη δεν στα­μα­τούν ποτέ να δοκιμάζονται.

Κάθε φορά όμως που επέ­στρε­φα στα Γιάν­νε­να, ανέ­βαι­να στο ίδιο σημείο. Στο τεί­χος. Κοί­τα­ζα τη λίμνη. Και άκου­γα ακό­μη τις καμπά­νες. Όχι όπως τις άκου­γαν οι άλλοι. Αλλά όπως εκεί­νη τη μέρα. Τη μέρα που η πόλη άνοι­ξε τις πύλες της. Τη μέρα που η σημαία ανέ­βη­κε στον ουρα­νό. Τη μέρα που κατά­λα­βα πως η ελευ­θε­ρία δεν ανή­κει σε όσους τη φωνά­ζουν πιο δυνα­τά, αλλά σε όσους είναι έτοι­μοι να πλη­ρώ­σουν το τίμη­μά της χωρίς να ζητή­σουν αντάλλαγμα.

Και κάθε φορά που φυσά­ει πάνω από την Παμ­βώ­τι­δα, νομί­ζω πως ακούω τη φωνή του Αντρέα.

Όχι σαν θρή­νο. Σαν υπόσχεση.

Ότι η πέτρα, όταν βρει το σωστό χέρι, γίνε­ται σπίτι.

Και η πατρί­δα, όταν βρει τους ανθρώ­πους της, γίνε­ται ελευθερία.

 

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Τα Γιάν­νε­να σήμε­ρα Ioannina today

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like
Leave A Reply

Your email address will not be published.