Μπάμπης Στέρτσος
Ιστορικό Μυθιστόρημα
Κεφάλαιο πρώτο
Ψίθυροι στη λίμνη. Μια πόλη που ζούσε με χαμηλή φωνή
Γεννήθηκα σε μια πόλη που έμοιαζε να έχει συμφιλιωθεί με την υπομονή, και η υπομονή εκεί δεν ήταν αρετή αλλά τρόπος επιβίωσης, όπως το να ανάβεις φωτιά πριν χαράξει για να προλάβεις την παγωνιά της λίμνης ή να κλείνεις το παραθυρόφυλλο μόλις ακουστεί ξένη μπότα στο λιθόστρωτο. Τα Γιάννενα των παιδικών μου χρόνων, λίγο πριν φτάσει η μεγάλη αναταραχή των Βαλκανικών πολέμων, δεν ήταν απλώς μια οθωμανική επαρχιακή πρωτεύουσα· ήταν μια πόλη με βαθιά ριζωμένη μνήμη, που κουβαλούσε ακόμη την ανάμνηση του Αλή Πασά, την αίγλη των γιαννιώτικων σχολών, το εμπόριο της ασημουργίας που ταξίδευε μέχρι τη Βιέννη και τη Μόσχα, και μαζί μ’ αυτά τον διαρκή ίσκιο μιας εξουσίας που δεν ήταν δική της.
Το πρωί άρχιζε με τον ίδιο τρόπο για όλους, είτε Ρωμιός είτε Οθωμανός είτε Ρωμανιώτης Εβραίος της συνοικίας κοντά στο Κάστρο· η ομίχλη της Παμβώτιδας ανέβαινε αργά, τύλιγε τις στέγες, έκρυβε τα χαμηλά μαγαζιά, τα ταμπάκικα και τα καφενεία, και για λίγα λεπτά έδινε την ψευδαίσθηση πως η πόλη ανήκε μόνο στον εαυτό της. Ύστερα άκουγες τους πρώτους ήχους: τα σφυριά των αργυροχρυσοχόων που δούλευαν το φίνο γιαννιώτικο ασήμι σε μικρά εργαστήρια με χαμηλές πόρτες, τα κουδούνια των μουλαριών που κατέβαιναν φορτωμένα καλαμπόκι από τα χωριά του Ζαγορίου, τη φωνή του νερουλά που πουλούσε νερό σε σπίτια χωρίς ιδιωτικά πηγάδια, το τρίξιμο από τα βαρέλια του βαρελά, τον ρυθμικό ήχο του σαμαρά που έραβε και κάρφωνε το δέρμα για τα ζώα των εμπόρων, και λίγο αργότερα, σαν σταθερό τύμπανο που μετρούσε τον χρόνο της υποταγής, τον βηματισμό των στρατιωτών της φρουράς.
Η οθωμανική διοίκηση ήταν παντού, μα σπάνια φώναζε· είχε τον καδή στο διοικητήριο, είχε τον μουτεσαρίφη, είχε τα τελωνεία και τους φοροεισπράκτορες που κατέγραφαν τις σοδειές, είχε τα φυλάκια στις πύλες της πόλης και τους αξιωματικούς που περιπολούσαν χωρίς να χρειάζεται να υψώνουν τη φωνή τους, γιατί η ίδια η στολή ήταν αρκετή για να θυμίζει ποιος κρατούσε το δικαίωμα της βίας. Οι Ρωμιοί πλήρωναν τους φόρους τους, κρατούσαν τα μαγαζιά τους ανοιχτά, έστελναν τα παιδιά τους στα σχολεία που λειτουργούσαν με άδεια αλλά και με προσοχή, κι έπειτα το βράδυ έκλειναν τα παραθυρόφυλλα νωρίς, σαν να ήθελαν να προλάβουν τη νύχτα.
Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος σε ένα από τα ελληνικά σχολεία που είχαν επιβιώσει χάρη στις δωρεές ευκατάστατων οικογενειών της διασποράς, ανθρώπων που είχαν φύγει για την Κωνσταντινούπολη, την Οδησσό ή τη Βλαχία και δεν ξέχασαν την πατρίδα της καταγωγής τους. Στο σχολείο εκείνο μαθαίναμε γραφή, αριθμητική, εκκλησιαστική ιστορία, και μαζί, αργά και προσεκτικά, τη μνήμη ενός έθνους που δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. Ο πατέρας δίδασκε χωρίς υπερβολές· δεν υψωνόταν σε ρητορείες, δεν μιλούσε για επαναστάσεις, μα όταν ανέφερε το ’21 ή τους αγώνες της Μακεδονίας, το βλέμμα του άλλαζε ανεπαίσθητα, σαν να άναβε μέσα του μια φλόγα που ήξερε να κρύβει.
Στο σπίτι μας οι συνήθειες ήταν ίδιες με των περισσότερων γιαννιώτικων οικογενειών· το πρωί ψωμί ζυμωτό, τυρί από τα χωριά, καμιά φορά φασόλια ή τραχανάς, τις μεγάλες γιορτές γιουβέτσι ή κρέας ψημένο αργά σε πήλινο σκεύος, και τις νηστείες αυστηρή εγκράτεια, γιατί η πίστη δεν ήταν μόνο θρησκευτική πράξη αλλά και πείσμα ταυτότητας. Τα απογεύματα οι γυναίκες μαζεύονταν σε αυλές, έγνεθαν μαλλί, ύφαιναν στον αργαλειό, αντάλλασσαν νέα με φωνή χαμηλή, και όταν γινόταν γάμος ή βάπτιση, η πόλη για λίγο έμοιαζε να ξεχνά τη σκιά της εξουσίας και να θυμάται ότι ήταν κοινότητα.
Στην αγορά συναντούσες τους πάντες· αργυροχρυσοχόους που δούλευαν λεπτοδουλειές με φυλλωτά μοτίβα, γουναράδες που εμπορεύονταν δέρματα από τα βουνά της Πίνδου, μπακάληδες που πουλούσαν ρύζι και καφέ από τη Σμύρνη, χαλκωματάδες που γυάλιζαν καζάνια, ραφτάδες που έραβαν φέσια και γιλέκα, καπνοπώλες με τα δάχτυλα κιτρινισμένα από το στρίψιμο των φύλλων, κι ακόμη Εβραίους εμπόρους που διατηρούσαν σχέσεις με μακρινές αγορές και συζητούσαν σε γλώσσα που για μας ήταν ακατανόητη αλλά γνώριμη ως παρουσία. Ήταν μια πόλη πολυφωνική, μα κάτω από αυτή τη φαινομενική κανονικότητα υπήρχε μια διαρκής εγρήγορση, σαν ζώο που ακούει κάθε ήχο στο δάσος.
Εγώ μεγάλωνα μέσα σε αυτή τη διπλή πραγματικότητα, μαθαίνοντας να διαβάζω ελληνικά γράμματα και ταυτόχρονα να διαβάζω σιωπές, να καταλαβαίνω πότε πρέπει να μιλώ και πότε να σιωπώ, πότε να σηκώνω το βλέμμα και πότε να το χαμηλώνω. Δεν ένιωθα καθημερινά τη σκλαβιά ως οξύ πόνο· την ένιωθα ως όριο, ως αόρατο τείχος που βρισκόταν παντού και που όλοι είχαν συνηθίσει να αποφεύγουν χωρίς να το ακουμπούν. Μόνο όταν περνούσαν οι στρατιώτες μπροστά από το σπίτι μας, με εκείνον τον σταθερό βηματισμό που δεν είχε ανάγκη από απειλή, καταλάβαινα πως η πόλη μας ανήκε όσο και δεν μας ανήκε.
Κι όμως, παρά τη φαινομενική ακινησία, κάτι είχε αρχίσει να μετακινείται κάτω από την επιφάνεια, όπως το νερό της λίμνης που φαίνεται ήρεμο μα κινείται αδιάκοπα. Οι φήμες για τον πόλεμο στα νότια, για τις ελληνικές νίκες στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, έφταναν μέσα από εμπόρους και ταξιδιώτες, περνούσαν από καφενείο σε καφενείο, και κάθε φορά που ακουγόταν η λέξη «στρατός» τα μάτια των αντρών άλλαζαν για μια στιγμή, σαν να άνοιγε μέσα τους μια πόρτα που είχαν μάθει να κρατούν κλειστή.
Δεν ξέραμε ακόμη αν η ιστορία θα μας αγγίξει. Μα η πόλη είχε αρχίσει να κρατά την ανάσα της. Και εγώ, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι πλήρως, βρισκόμουν ήδη μέσα σε μια εποχή που δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να παραμείνει απλός θεατής.
Κεφάλαιο δεύτερο
Οι άνθρωποι που περίμεναν
Αν η αγορά ήταν η καρδιά των Ιωαννίνων, τα καφενεία ήταν το μυαλό της· εκεί γεννιούνταν οι φήμες, μεγάλωναν οι ελπίδες και πέθαιναν οι απερισκεψίες, γιατί όποιος μάθαινε να μιλά περισσότερο από όσο έπρεπε δεν καθόταν για πολύ στο ίδιο τραπέζι. Το καφενείο του Μπαλή βρισκόταν σε ένα στενό κοντά στο Κάστρο, χαμηλοτάβανο, με καπνό που κολλούσε στα ρούχα και δεν έφευγε εύκολα, και ήταν από εκείνα τα μέρη όπου μπορούσες να συναντήσεις τον αργυροχρυσοχόο δίπλα στον αγωγιάτη, τον δάσκαλο δίπλα στον έμπορο καπνού, ακόμη και κάποιον αξιωματικό που ερχόταν για να ακούσει χωρίς να μιλήσει.
Οι άντρες έπιναν καφέ στη χόβολη, πικρό και αργό, ή ρακή που ζέσταινε το στήθος όταν ο χειμώνας κατέβαινε από τα βουνά, και έπαιζαν τάβλι με κινήσεις προσεκτικές, σαν να μετρούσαν όχι μόνο τα ζάρια αλλά και τα αυτιά που βρίσκονταν γύρω τους. Στους τοίχους κρέμονταν κιτρινισμένες εικόνες και ένας καθρέφτης ραγισμένος, που έδειχνε τα πρόσωπα κομμένα στα δύο, λες και η ίδια η πόλη δεν μπορούσε να αποφασίσει ποια ήταν.
Εκεί άρχισα να καταλαβαίνω πως κάτι είχε αλλάξει.
Δεν το έλεγαν ανοιχτά, μα το ένιωθες στον τρόπο που οι κουβέντες σταματούσαν όταν άνοιγε η πόρτα ή στον τρόπο που κάποιος άφηνε ένα νόμισμα πάνω στο τραπέζι και έφευγε χωρίς να τελειώσει το ποτό του. Οι έμποροι που έρχονταν από την Άρτα ή την Πρέβεζα έφερναν νέα μαζί με τα φορτία τους, και τα νέα εκείνον τον χειμώνα είχαν βάρος· μιλούσαν για στρατό ελληνικό που είχε περάσει τα σύνορα, για μάχες στα βουνά, για χωριά που ύψωναν σημαίες μέσα σε μια νύχτα και ύστερα τις έκρυβαν πάλι από φόβο.
Οι Τούρκοι αξιωματικοί άρχισαν να εμφανίζονται συχνότερα στους δρόμους, όχι με τη χαλαρή βεβαιότητα των προηγούμενων χρόνων αλλά με ένα είδος ανυπομονησίας που πρόδιδε ανησυχία. Οι περιπολίες πλήθαιναν, τα φυλάκια στις πύλες ελέγχαν περισσότερο τα φορτία, και ο καδής είχε αρχίσει να δέχεται περισσότερες καταγγελίες από όσες μπορούσε να εξετάσει, γιατί σε καιρούς φόβου οι άνθρωποι γίνονται πρόθυμοι να κατηγορήσουν τον γείτονα για να προστατεύσουν τον εαυτό τους.
Τότε γνώρισα πραγματικά τον Αντρέα.
Δεν ήταν πια ο σιωπηλός άντρας της γωνίας αλλά κάποιος που όλοι, χωρίς να το δείχνουν, περίμεναν να μιλήσει. Καθόταν πάντα με την πλάτη στον τοίχο, παρατηρώντας την είσοδο, και τα μάτια του έμοιαζαν να ζυγίζουν κάθε άνθρωπο που περνούσε. Έμαθα πως είχε δουλέψει χρόνια στα χωριά του Ζαγορίου, χτίζοντας γεφύρια και αρχοντικά για εμπόρους που είχαν πλουτίσει στο εξωτερικό, κι έτσι γνώριζε μονοπάτια και ανθρώπους που δεν φαίνονταν στους χάρτες. Ένα βράδυ, καθώς έξω το χιόνι σκέπαζε τα λιθόστρωτα και η λίμνη είχε γίνει αόρατη πίσω από την ομίχλη, έσκυψε προς το τραπέζι μας χωρίς να κοιτάξει κανέναν συγκεκριμένα.
«Οι δρόμοι προς το νότο άνοιξαν», είπε χαμηλά.
Κανείς δεν τον ρώτησε τι εννοούσε. Στα καφενεία εκείνα δεν γίνονταν ερωτήσεις όταν η απάντηση μπορούσε να γίνει κατηγορία. Μόνο όταν σηκώθηκα να φύγω, ακούμπησε το χέρι του στον ώμο μου.
«Ο πατέρας σου σε έμαθε γράμματα», είπε.
Έγνεψα.
«Ξέρεις και να θυμάσαι;»
Δεν κατάλαβα.
«Η μνήμη χρειάζεται τώρα», πρόσθεσε.
Η πρώτη συνάντηση έγινε σε ένα σπίτι κοντά στη συνοικία των υφαντουργών, εκεί όπου οι αργαλειοί δούλευαν από τα χαράματα μέχρι τη νύχτα και ο συνεχής τους ήχος σκέπαζε κάθε άλλη κουβέντα. Ήταν έξυπνη επιλογή· μέσα στον ρυθμό του ξύλου και του νήματος μπορούσες να μιλήσεις χωρίς να φοβάσαι πως κάποιος θα ξεχωρίσει λέξεις. Ήμασταν λίγοι. Ένας έμπορος σιτηρών. Ένας ράφτης. Δύο αγωγιάτες. Και εγώ. Δεν υπήρξε όρκος. Μόνο σιωπή. Μας εξήγησαν πως η πόλη είχε μάτια παντού και πως ο ελληνικός στρατός χρειαζόταν πληροφορίες για τα οχυρά νότια των Ιωαννίνων, εκεί όπου ο Εσσάτ Πασάς είχε μετατρέψει το Μπιζάνι σε ατσάλινο τείχος. Οι δρόμοι, οι αποθήκες πυρομαχικών, οι κινήσεις των μονάδων, ακόμη και το πόσα μουλάρια περνούσαν κάθε μέρα από συγκεκριμένες πύλες μπορούσαν να γίνουν γνώση πολύτιμη. Δεν μίλησαν για πατρίδα. Δεν χρειάστηκε. Η λέξη υπήρχε ήδη ανάμεσά μας.
Η πόλη συνέχιζε να ζει κανονικά, και αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη δυσκολία. Τα πανηγύρια γίνονταν όπως πάντα, οι γυναίκες αγόραζαν ύφασμα για προίκες, οι γουναράδες παζάρευαν τιμές, τα παιδιά έπαιζαν στις αυλές, και όμως πίσω από κάθε καθημερινή πράξη υπήρχε η αίσθηση ότι κάτι πλησίαζε. Τα βράδια η μάνα μου έραβε δίπλα στο φως της λάμπας.
«Ακούγονται πράγματα», είπε μια φορά.
Δεν απάντησα.
«Πρόσεχε», πρόσθεσε.
Δεν ρώτησε τίποτα άλλο. Οι μανάδες δεν χρειάζονται αποδείξεις.
Η πρώτη αποστολή ήταν απλή. Ένα σημείωμα έπρεπε να περάσει έξω από την πόλη. Μόνο αυτό. Μα όταν έφτασα στην πύλη κατάλαβα πως τίποτα δεν ήταν απλό. Δύο στρατιώτες έψαχναν τα φορτία. Ένας αξιωματικός στεκόταν δίπλα. Το χαρτί ήταν ραμμένο μέσα στο στρίφωμα του παλτού μου. Ο ιδρώτας έτρεχε στην πλάτη παρότι έκανε παγωνιά. Ο στρατιώτης άγγιξε το ύφασμα. Για μια στιγμή πίστεψα πως τελείωσα. Κοίταξε αλλού. Με άφησε. Περπάτησα χωρίς να γυρίσω. Μόνο όταν έφτασα έξω από τα τείχη κατάλαβα πως τα πόδια μου έτρεμαν. Τότε ένιωσα για πρώτη φορά το βάρος της επιλογής μου. Δεν υπήρχε επιστροφή.
Και ενώ η πόλη συνέχιζε να αναπνέει σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα, στα νότια άρχισαν να ακούγονται τα πρώτα κανόνια. Στην αρχή μακρινά. Σαν καταιγίδα πίσω από βουνό. Κάποιοι έλεγαν πως ήταν ασκήσεις. Άλλοι πως οι Έλληνες δοκίμαζαν την τύχη τους. Ο Αντρέας μόνο χαμογέλασε.
«Η πέτρα ραγίζει πριν σπάσει», είπε.
Και τότε κατάλαβα πως η πόλη μας είχε ήδη αρχίσει να ραγίζει.
Κεφάλαιο τρίτο
Το φρούριο και η ρωγμή
Ο χειμώνας του 1913 έπεσε πάνω στα Γιάννενα σαν βαριά πέτρα που δεν έλεγε να κυλήσει, και μαζί του βάρυνε και η ατμόσφαιρα της πόλης, γιατί πλέον κανείς δεν μπορούσε να προσποιηθεί πως όσα συνέβαιναν στα νότια ήταν μακρινά ή αβέβαια· τα κανόνια είχαν αρχίσει να μιλούν με τρόπο που δεν άφηνε περιθώριο παρερμηνείας, και ο ήχος τους, έστω κι αν έφτανε σπασμένος από τα υψώματα, έμπαινε μέσα στα σπίτια, περνούσε από τα παραθυρόφυλλα και καθόταν στο τραπέζι σαν αόρατος καλεσμένος που όλοι ήξεραν γιατί είχε έρθει.
Το Μπιζάνι, εκείνο το σύμπλεγμα λόφων και οχυρώσεων που υψωνόταν νότια της πόλης σε ένα βραχώδες ανάγλυφο, είχε μετατραπεί σε κάτι περισσότερο από στρατιωτικό προπύργιο· ήταν το σύμβολο της οθωμανικής αποφασιστικότητας να κρατήσει την Ήπειρο με κάθε τίμημα. Οι φήμες έλεγαν πως Γερμανοί μηχανικοί είχαν βοηθήσει στη διαμόρφωση των πυροβολείων, πως τα χαρακώματα ήταν βαθιά και αλληλοσυνδεόμενα, πως τα κανόνια είχαν τοποθετηθεί με τρόπο που να σαρώνουν κάθε προσέγγιση. Οι αγωγιάτες που κατέβαιναν από τα γύρω χωριά μιλούσαν για σειρές από συρματοπλέγματα, για στρατιώτες που δούλευαν νύχτα και μέρα, για αποθήκες πυρομαχικών που γέμιζαν αδιάκοπα.
Κι όμως, όσο πιο ισχυρό γινόταν το φρούριο, τόσο περισσότερο η πόλη έμοιαζε να σιωπά.
Οι Οθωμανοί στρατιώτες περπατούσαν πιο γρήγορα στους δρόμους, τα βλέμματά τους είχαν χάσει εκείνη τη νωχελική υπεροψία των προηγούμενων ετών και είχαν αποκτήσει την οξύτητα ανθρώπων που ξέρουν πως η κυριαρχία δεν είναι πια βεβαιότητα αλλά ζήτημα ημερών. Στα καφενεία εμφανίζονταν αξιωματικοί που άκουγαν περισσότερο απ’ όσο μιλούσαν, και στα φυλάκια οι έλεγχοι είχαν γίνει εξαντλητικοί, λες και κάθε σακί σιτάρι μπορούσε να κρύβει μέσα του προδοσία. Τότε συνέβη το πρώτο ρήγμα.
Ένας από τους αγωγιάτες της ομάδας μας, ο Μήτρος, άνθρωπος απλός που μετέφερε συχνά φορτία προς τα χωριά έξω από τα τείχη, δεν γύρισε ένα βράδυ. Στην αρχή πιστέψαμε πως είχε καθυστερήσει από τον καιρό ή από κάποιο μπλόκο στον δρόμο, όμως την επόμενη μέρα μάθαμε πως είχε συλληφθεί. Δεν υπήρξαν λεπτομέρειες· μόνο ότι τον είχαν δει να οδηγείται στο διοικητήριο, συνοδεία δύο στρατιωτών. Η είδηση έπεσε πάνω μας σαν παγωμένο νερό.
Στο σπίτι όπου μαζευόμασταν, οι κουβέντες κόπηκαν. Ο έμπορος σιτηρών κοίταζε τα χέρια του, ο ράφτης δάγκωνε τα χείλη του, κι εγώ ένιωθα για πρώτη φορά πως η ιδέα της πατρίδας, που μέχρι τότε φώτιζε τις πράξεις μας, μπορούσε να γίνει αιτία να χαθούν ζωές χωρίς κανείς να μάθει το όνομά τους.
«Μπορεί να μην ξέρει τίποτα», είπε κάποιος.
Ο Αντρέας δεν μίλησε αμέσως. Στεκόταν κοντά στο παράθυρο και άκουγε τον ήχο του αργαλειού από το διπλανό σπίτι, σαν να μετρούσε τον χρόνο με εκείνον τον ρυθμό.
«Όλοι ξέρουμε κάτι», είπε τελικά. «Το θέμα είναι αν αντέχουμε να το κρατήσουμε».
Δεν υπήρχε τρόπος να βοηθήσουμε τον Μήτρο χωρίς να εκθέσουμε κι άλλους. Και τότε κατάλαβα τι σημαίνει να πολεμάς χωρίς όπλα: σημαίνει να ζεις με την αβεβαιότητα ότι κάθε μέρα μπορεί να είναι η τελευταία σου ως ελεύθερος άνθρωπος, χωρίς να έχεις ακόμη γευτεί την ελευθερία. Τις επόμενες μέρες οι έρευνες πλήθυναν. Σπίτια ελέγχονταν, αποθήκες ανοίγονταν, ακόμη και εργαστήρια αργυροχρυσοχόων, όπου άλλοτε το μόνο που ενδιέφερε ήταν το βάρος του μετάλλου, τώρα ερευνώνταν για χαρτιά και σημειώματα. Οι γυναίκες έκρυβαν ό,τι μπορούσε να θεωρηθεί ύποπτο, όχι μόνο από φόβο για τους άντρες τους αλλά και για τα παιδιά που κοιμόντουσαν δίπλα.
Μια νύχτα, καθώς επέστρεφα από συνάντηση, είδα στην πλατεία κοντά στο διοικητήριο έναν μικρό κύκλο ανθρώπων. Πλησίασα χωρίς να φανώ. Στη μέση στεκόταν ο Μήτρος, κουρασμένος, με το πρόσωπο πρησμένο και τα ρούχα σκισμένα. Δεν φώναζε. Δεν παρακαλούσε. Μόνο στεκόταν. Κάποιος αξιωματικός διάβαζε κάτι στα τουρκικά, κι ύστερα τον οδήγησαν μέσα. Δεν τον ξαναείδα. Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Σκεφτόμουν τη μάνα του, που θα περίμενε μάταια, και ένιωθα για πρώτη φορά ένα βάρος που δεν ήταν μόνο φόβος αλλά και ενοχή· γιατί η ελευθερία που περιμέναμε απαιτούσε θυσίες, και κανείς μας δεν είχε το δικαίωμα να υπολογίζει αν η δική του θα ήταν η επόμενη.
Στο μεταξύ, τα κανόνια πλησίαζαν. Η γη έτρεμε πότε πότε, και ο ήχος δεν ήταν πια μακρινός αλλά καθαρός, κοφτός, αποφασιστικός. Οι άνθρωποι άρχισαν να ανεβαίνουν στα τείχη για να κοιτάξουν προς το νότο, παρά τον κίνδυνο, γιατί η περιέργεια και η ελπίδα είχαν γίνει ισχυρότερες από τη σύνεση. Από εκεί μπορούσες να δεις, όταν ο καιρός το επέτρεπε, λάμψεις φωτιάς πάνω από τα υψώματα και καπνό που σηκωνόταν σε στήλες.
«Δοκιμάζουν», είπε κάποιος.
«Μαθαίνουν», απάντησε ο Αντρέας.
Και πράγματι, αργότερα μάθαμε πως οι πρώτες επιθέσεις είχαν αποκρουστεί με βαριές απώλειες για τον ελληνικό στρατό, πως το Μπιζάνι δεν έπεφτε εύκολα, πως ο εχθρός ήταν καλά προετοιμασμένος. Για μια στιγμή, ο φόβος επέστρεψε δριμύτερος, γιατί η αποτυχία φέρνει πάντα μαζί της την απελπισία. Όμως η πόλη δεν λύγισε.
Οι καμπάνες συνέχισαν να χτυπούν τις ώρες τους, οι γυναίκες να ζυμώνουν ψωμί, οι τεχνίτες να σφυρηλατούν μέταλλο, και κάτω από αυτή την επιφανειακή κανονικότητα, η αναμονή γινόταν όλο και πιο πυκνή, σαν αέρας πριν από θύελλα.
Ένα βράδυ ο Αντρέας με βρήκε μόνο.
«Θα έρθει η μεγάλη επίθεση», είπε.
Δεν ρώτησα πώς το ήξερε.
«Και τότε», συνέχισε, «δεν θα υπάρχει μέση οδός. Ή θα ζήσουμε ελεύθεροι ή θα χαθούμε γνωρίζοντας ότι τουλάχιστον προσπαθήσαμε».
Τον κοίταξα στο ημίφως. Για πρώτη φορά είδα στον άνθρωπο αυτόν όχι μόνο τη δύναμη αλλά και την κόπωση, σαν να κουβαλούσε στους ώμους του όχι πέτρες αλλά αιώνες.
Και τότε κατάλαβα πως η πόλη μας είχε φτάσει στο σημείο όπου η ιστορία παύει να είναι ψίθυρος και γίνεται απόφαση. Και η απόφαση αυτή πλησίαζε με τον ήχο των κανονιών.
Κεφάλαιο τέταρτο
Η νύχτα που άλλαξε ο αιώνας
Ο Φεβρουάριος μπήκε στα Γιάννενα σαν άνθρωπος κουρασμένος που δεν είχε διάθεση για λόγια, φέρνοντας μαζί του έναν παγερό αέρα που κατέβαινε από τα βουνά και καθόταν πάνω στη λίμνη σαν προμήνυμα. Οι παλιότεροι έλεγαν πως τέτοιο κρύο είχαν να θυμηθούν χρόνια, και ίσως να ήταν αλήθεια, γιατί ακόμη και τα ζώα στις αυλές έμοιαζαν ανήσυχα, ενώ οι άνθρωποι περπατούσαν γρήγορα χωρίς να κοιτάζουν πολύ γύρω τους, σαν να ήξεραν πως κάτι πλησίαζε και δεν ήθελαν να το αντικρίσουν πριν έρθει η ώρα του.
Τα κανόνια δεν σταματούσαν πια. Δεν ήταν ο μακρινός υπόκωφος ήχος των προηγούμενων εβδομάδων αλλά συνεχείς εκρήξεις που έσπαγαν τη νύχτα και έκαναν τα τζάμια να τρίζουν. Από το Κάστρο μπορούσες να δεις, όταν ο ουρανός καθάριζε, κόκκινες λάμψεις να αναδύονται πάνω από τα υψώματα του Μπιζανίου, σαν κεραυνούς που γεννιούνταν από τη γη αντί να πέφτουν από τον ουρανό. Η πόλη ζούσε ανάμεσα σε δύο κόσμους.
Την ημέρα η αγορά άνοιγε όπως πάντα. Οι μπακάληδες ζύγιζαν όσπρια, οι χαλκωματάδες χτυπούσαν καζάνια, οι γυναίκες παζάρευαν ύφασμα για προίκες λες και ο χρόνος θα συνέχιζε κανονικά. Όμως πίσω από κάθε συναλλαγή υπήρχε μια βιασύνη· κανείς δεν έμενε έξω μετά τη δύση, τα παιδιά μαζεύονταν νωρίς στα σπίτια και ακόμη και οι φωνές των εμπόρων είχαν χαμηλώσει, σαν να φοβούνταν μήπως ενοχλήσουν τον ίδιο τον πόλεμο.
Οι Οθωμανοί αξιωματικοί δεν προσποιούνταν πια την άνεση. Άλογα έτρεχαν στους δρόμους μεταφέροντας διαταγές, στρατιώτες κουβαλούσαν κιβώτια πυρομαχικών προς τα νότια, και συχνά έβλεπες τραυματίες να φτάνουν από το μέτωπο, τυλιγμένους σε κουβέρτες, με βλέμμα που δεν κοιτούσε κανέναν. Εκείνες τις στιγμές η αυτοκρατορία έμοιαζε γηρασμένη, σαν άνθρωπος που κρατιόταν όρθιος από συνήθεια.
Ο Αντρέας έλειπε συχνά. Δεν ρωτούσα πού πήγαινε. Ήξερα. Μια νύχτα επέστρεψε αργά, βρεγμένος από χιόνι που είχε λιώσει πάνω στο πανωφόρι του.
«Ξεκίνησε», είπε.
Δεν χρειάστηκε να εξηγήσει.
Η μεγάλη επίθεση είχε αρχίσει.
Τις επόμενες ώρες η πόλη έμοιαζε να πάλλεται. Οι εκρήξεις έγιναν τόσο δυνατές που η γη έτρεμε κάτω από τα πόδια μας, και κάθε τόσο μια λάμψη φώτιζε τον ουρανό σαν να άνοιγε για μια στιγμή η νύχτα και να αποκάλυπτε τι συνέβαινε πέρα από τους λόφους.
Οι άνθρωποι ανέβαιναν σταράτα στις ταράτσες ή στα τείχη, παρά τις απαγορεύσεις, για να κοιτάξουν προς το Μπιζάνι. Κάποιοι σταυροκοπιούνταν, άλλοι ψιθύριζαν προσευχές, και υπήρχαν κι εκείνοι που έμεναν σιωπηλοί, γιατί η ελπίδα είχε γίνει τόσο μεγάλη που φοβούνταν να την ονομάσουν. Εκείνη τη νύχτα χτύπησαν την πόρτα μας. Άνοιξα. Ήταν ο ράφτης της ομάδας. Το πρόσωπό του είχε γίνει λευκό.
«Σε θέλουν», είπε.
Η καρδιά μου βάρυνε πριν ακόμη ρωτήσω γιατί.
Στο σπίτι των υφαντουργών μάθαμε πως οι Έλληνες είχαν αλλάξει τακτική· αντί να χτυπούν μετωπικά, κινήθηκαν μέσα από δύσβατα περάσματα δυτικά, προσπαθώντας να κυκλώσουν τις θέσεις. Χρειαζόταν πληροφορία για μια αποθήκη πυρομαχικών κοντά σε στρατώνα μέσα στην πόλη. Έπρεπε να επιβεβαιωθεί. Και εγώ γνώριζα τον δρόμο. Για πρώτη φορά ένιωσα πως το σώμα μου αντιστεκόταν. Δεν ήταν δειλία. Ήταν η συνείδηση ότι αν αποτύγχανα δεν θα υπήρχε επιστροφή ούτε για μένα ούτε για όσους γνώριζα.
Ο Αντρέας με κοίταξε.
«Δεν υπάρχει σωστή στιγμή για θάρρος», είπε. «Μόνο ανάγκη».
Βγήκα πριν χαράξει. Το χιόνι έτριζε κάτω από τα πόδια μου. Οι δρόμοι ήταν σχεδόν άδειοι, μόνο περιπολίες περνούσαν βιαστικά. Από μακριά ακούγονταν συνεχώς πυροβολισμοί. Κοντά στον στρατώνα είδα καπνό. Άμαξες φορτώνονταν. Στρατιώτες φώναζαν. Η αποθήκη υπήρχε. Και ήταν γεμάτη. Έμεινα αρκετή ώρα για να είμαι βέβαιος. Κάθε λεπτό έμοιαζε αιώνας. Ένας στρατιώτης στάθηκε δίπλα μου και άναψε τσιγάρο χωρίς να με προσέξει. Η μυρωδιά του καπνού ανακατεύτηκε με εκείνη της πυρίτιδας. Τότε κατάλαβα. Δεν ήταν μόνο οι Έλληνες που πολεμούσαν για να μπουν. Ήταν και οι Τούρκοι που άρχιζαν να σκέφτονται πώς θα φύγουν.
Όταν επέστρεψα, η μάχη είχε φουντώσει. Η γη τρανταζόταν. Τα τζάμια έσπασαν στο σπίτι μας από μια μακρινή έκρηξη. Η μάνα μου προσευχόταν μπροστά στην εικόνα. Δεν με ρώτησε πού ήμουν. Μόνο άγγιξε το πρόσωπό μου. Και τότε κατάλαβα πως ίσως να ήξερε τα πάντα.
Η νύχτα της 20ης προς 21η Φεβρουαρίου ήταν ατέλειωτη. Το πυροβολικό δεν σταμάτησε ούτε στιγμή. Από το Κάστρο έβλεπα τον ουρανό να γίνεται κόκκινος και για μια στιγμή πίστεψα πως ολόκληρη η γη είχε ανοίξει. Οι άνθρωποι δεν κοιμόντουσαν· άκουγαν. Περίμεναν. Και κάπου βαθιά μέσα μου γεννήθηκε ένας φόβος διαφορετικός από τους άλλους. Όχι μήπως χάσουμε. Μα μήπως νικήσουμε και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με τη λευτεριά.
Λίγο πριν χαράξει, ο Αντρέας στάθηκε δίπλα μου.
«Αύριο θα τελειώσει», είπε.
Δεν τον ρώτησα πώς το γνώριζε. Το ήξερε όλη η πόλη. Η ιστορία είχε φτάσει στην πόρτα μας.
Κεφάλαιο πέμπτο
Η ώρα της σιωπής
Το ξημέρωμα της 21ης Φεβρουαρίου ήρθε χωρίς να το καταλάβουμε, γιατί κανείς δεν είχε κοιμηθεί πραγματικά τη νύχτα που προηγήθηκε. Οι εκρήξεις είχαν γίνει τόσο συχνές ώστε ο νους έπαψε να τις ξεχωρίζει· ήταν σαν να είχε εγκατασταθεί ένας δεύτερος παλμός μέσα στη γη, ένας βαρύς ρυθμός που συνόδευε κάθε σκέψη και κάθε ανάσα. Όταν άνοιξα το παράθυρο, η ομίχλη της λίμνης δεν είχε ακόμη σηκωθεί και ο αέρας μύριζε καμένο μέταλλο, μια μυρωδιά ξένη για την πόλη μας που μέχρι τότε γνώριζε περισσότερο τον καπνό του ξύλου και το άρωμα του ψωμιού.
Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι ανθρώπους που προσποιούνταν πως είχαν δουλειές. Γυναίκες πήγαιναν στο φούρνο με καλάθια άδεια, άντρες περπατούσαν προς την αγορά χωρίς να κρατούν τίποτε, παιδιά στέκονταν στις γωνίες με μάτια ορθάνοιχτα. Όλοι έψαχναν κάποιο νέο χωρίς να ρωτούν ευθέως, γιατί η ελπίδα, όταν πλησιάζει πολύ, γίνεται σχεδόν τρομακτική.
Οι Οθωμανοί στρατιώτες δεν έκρυβαν πια την ένταση. Άμαξες έτρεχαν από το διοικητήριο προς τις πύλες, αξιωματικοί συζητούσαν έντονα, και σε ορισμένα σημεία της πόλης είχαν αρχίσει να καίνε χαρτιά σε μεγάλα μεταλλικά δοχεία. Η μυρωδιά τους ανέβαινε στον ουρανό μαζί με τον καπνό, σαν να ήθελαν να εξαφανίσουν όχι μόνο διαταγές αλλά και μνήμες.
Στην αγορά οι έμποροι είχαν ανοίξει διστακτικά, μα κανείς δεν παζάρευε όπως άλλοτε. Οι αργυροχρυσοχόοι κρατούσαν τα εργαλεία στα χέρια χωρίς να δουλεύουν, οι γουναράδες κοιτούσαν τον δρόμο αντί για τα δέρματα, και ακόμη και οι φωνές των πραματευτάδων είχαν χαμηλώσει. Η πόλη βρισκόταν σε μια κατάσταση παράξενης αναστολής, σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος λίγο πριν αποφασίσει προς τα πού θα κινηθεί.
Πήγα στο καφενείο του Μπαλή. Δεν υπήρχαν τραγούδια ούτε γέλια. Ο καφετζής έβραζε τον καφέ αργά, κοιτώντας συνεχώς την πόρτα. Δύο άντρες μιλούσαν ψιθυριστά για ελληνικά τμήματα που είχαν περάσει δυτικά από τα υψώματα, άλλος έλεγε πως το Μπιζάνι είχε ήδη πέσει, κι ένας τρίτος ορκιζόταν πως οι Τούρκοι ετοιμάζονταν για αντεπίθεση.
Η αλήθεια χάθηκε μέσα στις φήμες. Ο Αντρέας μπήκε χωρίς να βγάλει το παλτό του.
«Τελείωσε», είπε απλά.
Κανείς δεν τον πίστεψε αμέσως. Ένα πράγμα είναι να ελπίζεις και άλλο να ακούς ότι η ελπίδα έγινε πραγματικότητα.
«Ο Εσσάτ Πασάς διαπραγματεύεται», συνέχισε. «Τα οχυρά χάθηκαν τη νύχτα».
Η λέξη «χάθηκαν» έμεινε να αιωρείται. Κάποιος σταυροκοπήθηκε. Άλλος γέλασε νευρικά. Και τότε ακούστηκε κάτι που δεν είχαμε ξανακούσει τόσους μήνες. Σιωπή. Τα κανόνια είχαν σταματήσει.
Η σιωπή εκείνη ήταν πιο τρομακτική από τον πόλεμο. Βγήκαμε στον δρόμο σχεδόν όλοι μαζί. Ο ουρανός ήταν καθαρός, κι από τα νότια δεν ερχόταν πια κανένας ήχος. Μόνο ο άνεμος περνούσε πάνω από τα σπίτια και έκανε τις καμινάδες να σφυρίζουν.
Οι Τούρκοι στρατιώτες στέκονταν σε μικρές ομάδες. Κάποιοι κάπνιζαν, άλλοι κοιτούσαν το έδαφος. Δεν υπήρχε πανικός· υπήρχε κόπωση. Ένας νεαρός στρατιώτης καθόταν στο πεζούλι έξω από ένα μαγαζί και κρατούσε το κεφάλι του με τα δύο χέρια, σαν παιδί που είχε χαθεί.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως ο πόλεμος δεν ανήκει μόνο στους νικητές ή στους ηττημένους αλλά σε όλους όσοι αναγκάζονται να τον ζήσουν. Το μεσημέρι άρχισαν να κυκλοφορούν βεβαιότερα νέα. Τα ελληνικά στρατεύματα είχαν σπάσει τη γραμμή άμυνας. Οι οχυρώσεις είχαν κυκλωθεί. Η αντίσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Κάποιοι μιλούσαν ήδη για παράδοση. Η λέξη έμοιαζε απίστευτη.
Τόσα χρόνια η αυτοκρατορία ήταν αμετακίνητη όπως τα τείχη του Κάστρου, και τώρα έλεγαν πως μέσα σε μια νύχτα όλα είχαν αλλάξει.
Το απόγευμα είδα τον πρώτο τραυματία να επιστρέφει. Τον έφεραν πάνω σε κάρο. Δεν ήταν βαριά χτυπημένος, όμως το βλέμμα του είχε κάτι που δεν είχα ξαναδεί: κενό. Οι γυναίκες άφησαν τα καλάθια τους και έτρεξαν να βοηθήσουν χωρίς να ρωτήσουν ποιας πλευράς ήταν. Η πόλη είχε κουραστεί να φοβάται.
Το βράδυ, οι δρόμοι γέμισαν ψιθύρους.
«Αύριο μπαίνουν».
«Υπέγραψαν».
«Τελείωσε».
Η μάνα μου άναψε κερί μπροστά στην εικόνα.
«Αν είναι αλήθεια», είπε, «να τους φυλάξει όλους».
Δεν είπε ποιους. Ίσως όλους.
Δεν κοιμήθηκα.
Ανέβηκα στο τείχος.
Η λίμνη ήταν ήρεμη σαν να μην είχε συμβεί τίποτε, και για πρώτη φορά μετά από μήνες ένιωσα ότι ο αέρας ήταν διαφορετικός. Δεν είχε την ένταση της αναμονής αλλά μια παράξενη ελαφρότητα, σαν όταν τελειώνει μεγάλη καταιγίδα και ο κόσμος δεν ξέρει ακόμη αν πρέπει να χαρεί.
Ο Αντρέας στάθηκε δίπλα μου.
«Αύριο», είπε.
Δεν πρόσθεσε τίποτε άλλο. Δεν χρειαζόταν. Η πόλη περίμενε το ξημέρωμα.

Κεφάλαιο έκτο
Ο γέρος με τον χάρτη
Το ξημέρωμα της 22ας Φεβρουαρίου δεν έμοιαζε με κανένα άλλο που είχα ζήσει, γιατί η πόλη είχε ξυπνήσει πριν ακόμη φανεί ο ήλιος, σαν να είχε περάσει όλη τη νύχτα με τα μάτια ανοιχτά περιμένοντας κάποιο σημάδι που αργούσε να έρθει. Η σιωπή συνεχιζόταν, και αυτή η σιωπή ήταν πιο βαριά από τις εκρήξεις των προηγούμενων ημερών, γιατί κανείς δεν ήξερε αν σήμαινε νίκη ή την τελευταία ανάσα πριν από νέα καταιγίδα.
Οι δρόμοι γέμισαν από νωρίς.
Άνθρωποι κατευθύνονταν προς το Κάστρο, άλλοι προς τις νότιες πύλες, κι ακόμη και όσοι προσπαθούσαν να κρατήσουν την καθημερινότητα έμοιαζαν αφηρημένοι. Στον φούρνο ο φούρναρης άφησε δύο φορές το ψωμί να καεί, οι γυναίκες αγόραζαν χωρίς να μετρούν τα νομίσματα, και οι κουβέντες είχαν αποκτήσει εκείνο το χαρακτηριστικό ύφος της μεγάλης αναμονής, όταν όλοι μιλούν χαμηλά για να μην τρομάξουν την τύχη.
Στο καφενείο του Μπαλή επικρατούσε ασυνήθιστη κίνηση. Ένας έμπορος από την Πρέβεζα είχε φτάσει μέσα στη νύχτα. Έπινε καφέ με χέρια που έτρεμαν από το κρύο και από κάτι άλλο.
«Δεν ήταν τυχαίο», έλεγε.
Κανείς δεν καταλάβαινε.
«Η επίθεση άλλαξε ξαφνικά», συνέχισε. «Δεν χτύπησαν εκεί που περίμεναν όλοι. Πέρασαν από χαράδρες που ούτε οι ίδιοι οι Τούρκοι δεν φύλαγαν καλά».
Ο καφετζής έσκυψε.
«Πώς το ήξεραν;»
Ο άντρας κοίταξε γύρω πριν απαντήσει.
«Λένε… πως ένας γέρος τους έδωσε τα σχέδια».
Η κουβέντα πάγωσε.

«Ποιος γέρος;»
«Ένας Πολωνός μηχανικός. Αυτός που είχε φτιάξει τα οχυρά χρόνια πριν».
Ένιωσα τον Αντρέα να κινείται δίπλα μου.
Δεν μίλησε.
Ο έμπορος συνέχισε:
«Πήγε λέει στο στρατηγείο του Διαδόχου. Δεν τον δέχτηκαν. Πήγε μέχρι τον ίδιο τον βασιλιά. Έφερε χάρτες παλιούς. Τους έδειξε από πού είναι αδύναμο το Μπιζάνι».
Κάποιος γέλασε νευρικά.
«Παραμύθια».
Ο άλλος κούνησε το κεφάλι.
«Όχι. Το είπε γιατρός από το μέτωπο. Γιος του ήταν εκεί».
Δεν χρειάστηκε να ειπωθεί άλλο.
Στην πόλη που ζούσε αιώνες με ψιθύρους, οι ιστορίες ταξίδευαν γρηγορότερα από την αλήθεια — όμως εκείνη τη φορά κανείς δεν γέλασε πραγματικά. Γιατί όλοι θυμόμασταν πως το Μπιζάνι θεωρούνταν απόρθητο. Και όμως είχε πέσει.
Βγήκαμε έξω. Ο αέρας είχε αλλάξει. Δεν ήταν μόνο η απουσία κανονιών. Ήταν κάτι βαθύτερο, σαν να είχε μετακινηθεί ο ίδιος ο άξονας της πόλης. Οι Οθωμανοί στρατιώτες συγκεντρώνονταν σε ομάδες, παρέδιδαν όπλα, και σε ορισμένα σημεία έβλεπες αξιωματικούς να κατεβάζουν σημαίες. Μια γυναίκα άρχισε να κλαίει. Χωρίς λόγο. Ή ίσως με όλους τους λόγους μαζί.
Το μεσημέρι ήρθε η βεβαιότητα. Η φρουρά είχε συνθηκολογήσει. Ο δρόμος άνοιγε. Δεν υπήρξε αμέσως πανηγυρισμός. Πρώτα ήρθε η δυσπιστία. Οι άνθρωποι κοιτούσαν ο ένας τον άλλον σαν να ζητούσαν επιβεβαίωση πως δεν επρόκειτο για παγίδα. Και τότε ακούστηκε η πρώτη καμπάνα. Μία μόνο. Ύστερα δεύτερη. Και ξαφνικά όλες μαζί. Ο ήχος απλώθηκε πάνω από τη λίμνη, ανέβηκε στα τείχη, πέρασε μέσα από τα στενά και μπήκε στα σπίτια σαν άνεμος. Οι γυναίκες έβγαιναν στις πόρτες. Άντρες αγκαλιάζονταν. Κάποιος γονάτισε στη μέση του δρόμου. Δεν υπήρχαν ακόμη στρατιώτες. Μόνο η βεβαιότητα πως έρχονταν.
Ο Αντρέας στάθηκε δίπλα μου.
«Βλέπεις;» είπε.
«Τι;»
«Δεν πέφτουν μόνο με κανόνια τα φρούρια. Πέφτουν και με μυαλό».
Σκέφτηκα τον άγνωστο γέρο με τον χάρτη. Έναν άνθρωπο που δεν βρέθηκε ποτέ στα χαρακώματα κι όμως ίσως έσωσε περισσότερους από όσους πολέμησαν. Η ιστορία γράφεται πολλές φορές από εκείνους που δεν φαίνονται.
Το απόγευμα πλήθος συγκεντρώθηκε κοντά στη νότια είσοδο. Κανείς δεν ήθελε να χάσει τη στιγμή. Ο ουρανός είχε καθαρίσει. Και τότε, μέσα στη σκόνη του δρόμου, εμφανίστηκαν. Οι πρώτες ελληνικές στολές. Κουρασμένες. Λασπωμένες. Μα ζωντανές. Κάποιος φώναξε. Και η πόλη ξέσπασε.
Κεφάλαιο έβδομο
Όταν άνοιξαν οι πύλες
Δεν θυμάμαι ποιος φώναξε πρώτος. Ίσως να ήταν παιδί, ίσως γυναίκα, ίσως κάποιος γέρος που περίμενε εκείνη τη στιγμή μια ζωή ολόκληρη· θυμάμαι μόνο ότι η φωνή ανέβηκε πάνω από το πλήθος σαν σπίθα και μέσα σε λίγες αναπνοές έγινε κύμα.
«Έρχονται!»
Η λέξη πέρασε από στόμα σε στόμα και η πόλη, που τόσες εβδομάδες περπατούσε σαν τραυματισμένη, άρχισε να κινείται με τρόπο σχεδόν απερίσκεπτο. Άνθρωποι έτρεχαν προς τη νότια πύλη, άλλοι ανέβαιναν στα τείχη, γυναίκες κρατούσαν παιδιά από το χέρι και γέροντες που δυσκολεύονταν να περπατήσουν προχωρούσαν πεισματικά, γιατί κανείς δεν ήθελε να χάσει τη στιγμή που περίμεναν γενιές. Ο δρόμος είχε γεμίσει σκόνη. Στην αρχή δεν έβλεπες καθαρά. Μόνο σκιές. Ύστερα διακρίθηκαν οι πρώτοι στρατιώτες. Δεν έμοιαζαν με τους ήρωες των εικόνων που είχαμε στο μυαλό μας. Ήταν κουρασμένοι, με στολές λερωμένες από λάσπη και χιόνι, πρόσωπα άυπνα, γένια ημερών. Περπατούσαν αργά, προσεκτικά, σαν να μην πίστευαν ούτε οι ίδιοι πως είχαν φτάσει.
Και τότε συνέβη κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Ένας γέρος βγήκε μπροστά. Δεν είπε τίποτα. Έσκυψε και φίλησε τη μπότα ενός στρατιώτη.Ο νεαρός τραβήχτηκε πίσω σχεδόν τρομαγμένος.
«Παππού… όχι», είπε.
Μα ο γέρος έκλαιγε. Και μαζί του έκλαιγε η πόλη.
Οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν ξανά. Όχι διστακτικά όπως πριν. Δυνατά. Ανεξέλεγκτα. Ο ήχος τους απλώθηκε πάνω από τη λίμνη και γύρισε πίσω σαν αντίλαλος αιώνων. Από τα σπίτια ξεπρόβαλαν κρυμμένες σημαίες, φυλαγμένες σε μπαούλα, μέσα σε προίκες ή κάτω από στρώματα. Γυναίκες τις τίναζαν στον αέρα με χέρια που έτρεμαν, και τα παιδιά τις άρπαζαν σαν παιχνίδι που περίμεναν χρόνια. Ο ελληνικός στρατός προχωρούσε ανάμεσα στον κόσμο χωρίς θόρυβο. Κάποιοι στρατιώτες χαμογελούσαν αμήχανα. Άλλοι κοίταζαν γύρω σαν να έψαχναν πρόσωπα γνωστά. Ήταν επιστροφή. Όχι κατάκτηση.
Δίπλα μου ο Αντρέας στεκόταν ακίνητος. Δεν χειροκροτούσε. Δεν φώναζε. Κοίταζε μόνο.
«Τι σκέφτεσαι;» τον ρώτησα.
Άργησε να απαντήσει.
«Ότι ο πατέρας μου δεν πρόλαβε», είπε χαμηλά. «Και ο παππούς του ούτε καν ονειρεύτηκε πως θα το δει».
Κατάλαβα. Η λευτεριά δεν ανήκει μόνο σε όσους τη ζουν αλλά και σε όσους δεν έφτασαν μέχρι αυτήν.
Το πλήθος κινήθηκε προς το Κάστρο. Η είσοδος του στρατού συνεχιζόταν. Άλογα, πυροβόλα, αξιωματικοί. Και έπειτα εμφανίστηκε ο έφιππος Διάδοχος, ο άνθρωπος που είχε αναλάβει την επιχείρηση. Δεν άκουσα τι έλεγαν γύρω μου. Μόνο το όνομα της Ελλάδας να επαναλαμβάνεται. Ο κόσμος άνοιγε δρόμο. Κάποιοι έριχναν λουλούδια. Άλλοι απλώς κοιτούσαν με μάτια που δεν μπορούσαν να πιστέψουν.

Στο Κάστρο ένας στρατιώτης άρχισε να ανεβαίνει στο τείχος κρατώντας τη σημαία. Ο άνεμος φυσούσε δυνατά. Όλοι σταμάτησαν. Ακόμη και οι φωνές σώπασαν. Η στιγμή είχε κάτι ιερό. Η γαλανόλευκη άνοιξε αργά. Σαν να ξυπνούσε. Και τότε… ο πυροβολισμός. Ήταν ένας μόνο. Ξερός. Απρόσμενος. Κανείς δεν κατάλαβε από πού ήρθε. Ο χρόνος πάγωσε. Ένιωσα τον Αντρέα να τινάζεται δίπλα μου. Γύρισα. Το σώμα του λύγισε. Το αίμα άρχισε να απλώνεται στο πανωφόρι του. Ένας Οθωμανός στρατιώτης, ξεχασμένος σε παράθυρο, είχε πυροβολήσει πριν καταλάβει ότι όλα είχαν τελειώσει.
Τον κράτησα πριν πέσει.
«Όχι…» ψιθύρισα.
Γύρω μας ο κόσμος φώναζε.Δεν άκουγα τίποτα. Μόνο την ανάσα του. Κοίταζε ψηλά. Τη σημαία.
«Τη βλέπω…» είπε.
«Τι;»
Χαμογέλασε.
«Σαν πέτρα που βρήκε τόπο να σταθεί».
Τα μάτια του έμειναν ανοιχτά. Και την ίδια στιγμή η σημαία άνοιξε ολόκληρη στον ουρανό.
Οι καμπάνες ξέσπασαν. Η πόλη πανηγύριζε. Και εγώ κρατούσα έναν νεκρό.
Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Θυμάμαι μόνο ότι κάποια στιγμή η λίμνη φάνηκε μπροστά μου, ήρεμη όπως πάντα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε. Το αίμα είχε στεγνώσει στα χέρια μου και ο άνεμος έφερνε ακόμη τον ήχο των πανηγυρισμών. Τότε κατάλαβα. Η ελευθερία δεν είναι στιγμή. Είναι μνήμη. Και από εκείνη τη μέρα τα Γιάννενα δεν ανήκαν πια στην αυτοκρατορία. Ανήκαν στους ζωντανούς. Και στους νεκρούς τους.
Κεφάλαιο όγδοο
Η πόλη μαθαίνει να αναπνέει
Η νύχτα της απελευθέρωσης δεν είχε τέλος. Οι καμπάνες συνέχισαν να χτυπούν μέχρι που τα χέρια των νεωκόρων μάτωσαν, οι δρόμοι έμειναν γεμάτοι κόσμο και ακόμη κι εκείνοι που είχαν περάσει χρόνια φοβούμενοι να μιλήσουν δυνατά, τώρα τραγουδούσαν χωρίς να γνωρίζουν όλους τους στίχους, σαν να ήθελαν περισσότερο να ακούσουν τη φωνή τους παρά να πουν κάτι συγκεκριμένο. Όμως η χαρά δεν ήταν ίδια για όλους.
Όταν γύρισα σπίτι, η μάνα μου κατάλαβε πριν μιλήσω. Κοίταξε τα χέρια μου. Το αίμα είχε ξεραθεί στις παλάμες. Δεν ρώτησε τίποτε. Μόνο κάθισε απέναντί μου.
«Ποιος;» είπε τελικά.
«Ο Αντρέας».
Έκλεισε τα μάτια. Δεν τον γνώριζε καλά. Και όμως θρήνησε. Γιατί στις μικρές κοινωνίες οι άνθρωποι δεν είναι ξένοι· είναι ιστορίες που συναντιούνται.
Την επόμενη μέρα τα Γιάννενα έμοιαζαν διαφορετικά. Ο ίδιος ήλιος φώτιζε τα σπίτια, η ίδια λίμνη απλωνόταν ήρεμη, μα κάτι είχε αλλάξει στον τρόπο που οι άνθρωποι περπατούσαν. Τα κεφάλια είχαν σηκωθεί. Οι πόρτες έμεναν ανοιχτές. Στα καφενεία οι κουβέντες έγιναν δυνατές, σχεδόν αδέξιες, σαν να μάθαιναν ξανά πώς είναι να μιλάς χωρίς φόβο.
Οι ελληνικές σημαίες εμφανίστηκαν παντού. Σε μπαλκόνια. Σε παράθυρα. Ακόμη και σε μαγαζιά που μέχρι χθες πρόσεχαν να μη δείχνουν τίποτε. Οι στρατιώτες περπατούσαν ανάμεσα στον κόσμο και δεχόταν κεράσματα, ψωμί, κρασί, ακόμη και μικρά δώρα από γυναίκες που τους ευχαριστούσαν χωρίς λόγια. Μαζί με τη χαρά υπήρχε και αμηχανία.
Οι Οθωμανοί κάτοικοι της πόλης έφευγαν σιωπηλά ή κλείνονταν στα σπίτια τους. Κανείς δεν ήξερε πώς να φερθεί· η ιστορία άλλαζε τόσο γρήγορα που οι άνθρωποι δεν είχαν προλάβει να μάθουν τον νέο τους ρόλο.
Στην αγορά είδα έναν παλιό Τούρκο έμπορο να κλείνει το μαγαζί του. Με είχε δει να μεγαλώνω. Με χαιρέτησε. Τον χαιρέτησα κι εγώ. Και για μια στιγμή ένιωσα πως η ιστορία είναι πιο περίπλοκη από ό,τι θέλουν οι σημαίες.
Η κηδεία του Αντρέα έγινε τρεις μέρες μετά. Δεν ήταν επίσημη. Δεν υπήρχαν στρατηγοί.
Μόνο άνθρωποι. Λιθοξόοι από τα χωριά. Αγωγιάτες. Ο ράφτης. Ο καφετζής.
Και πολλοί που δεν γνώριζα. Τον θάψαμε σε ύψωμα από όπου φαινόταν η λίμνη.
«Του άρεσε να βλέπει μακριά», είπε κάποιος.
Όταν έριξα το χώμα, θυμήθηκα τη φράση του. Η πέτρα δεν σπάει με θυμό. Σπάει με υπομονή. Και τότε κατάλαβα πως εκείνος δεν είχε πολεμήσει μόνο για να πέσει ένα φρούριο αλλά για να σταθεί κάτι καινούριο πάνω στα ερείπια.
Οι μέρες που ακολούθησαν έφεραν αλλαγές που κανείς δεν είχε φανταστεί. Έφτασαν διοικητικοί υπάλληλοι. Άνοιξαν ξανά σχολεία. Στρατιωτικές μπάντες πέρασαν από τους δρόμους. Τα ελληνικά ακούγονταν δυνατά στις δημόσιες υπηρεσίες. Ο πατέρας μου γύρισε από το σχολείο ένα απόγευμα με μάτια υγρά.
«Σήμερα», είπε, «δίδαξα χωρίς να φοβάμαι».
Δεν ήταν θρίαμβος. Ήταν λύτρωση.
Και όμως, η ζωή δεν έγινε ξαφνικά εύκολη. Οι τραυματίες γέμιζαν ακόμη τα πρόχειρα νοσοκομεία, οι οικογένειες μετρούσαν απώλειες, και κάθε τόσο έφταναν νέα από άλλα μέτωπα που θύμιζαν πως ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει παντού. Ένα βράδυ ξαναπήγα στη λίμνη. Ο άνεμος ήταν ήρεμος.
Σκέφτηκα τον γέρο Πολωνό μηχανικό που κάποιοι έλεγαν πως είχε δείξει τον δρόμο για να πέσει το Μπιζάνι. Δεν γνώριζα αν η ιστορία ήταν αληθινή ή αν η πόλη την είχε πλάσει για να πιστέψει ότι η μοίρα της είχε συμμάχους αόρατους. Μα δεν είχε σημασία. Γιατί είτε με χάρτες είτε με αίμα, η πόλη είχε αλλάξει.
Επίλογος
Χρόνια μετά
Πέρασαν χρόνια. Η ζωή με πήγε αλλού, όπως πηγαίνει όλους όσοι επιβιώνουν των μεγάλων γεγονότων. Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, είδα την Ελλάδα να μεγαλώνει και να πληγώνεται ξανά, γιατί τα έθνη δεν σταματούν ποτέ να δοκιμάζονται.
Κάθε φορά όμως που επέστρεφα στα Γιάννενα, ανέβαινα στο ίδιο σημείο. Στο τείχος. Κοίταζα τη λίμνη. Και άκουγα ακόμη τις καμπάνες. Όχι όπως τις άκουγαν οι άλλοι. Αλλά όπως εκείνη τη μέρα. Τη μέρα που η πόλη άνοιξε τις πύλες της. Τη μέρα που η σημαία ανέβηκε στον ουρανό. Τη μέρα που κατάλαβα πως η ελευθερία δεν ανήκει σε όσους τη φωνάζουν πιο δυνατά, αλλά σε όσους είναι έτοιμοι να πληρώσουν το τίμημά της χωρίς να ζητήσουν αντάλλαγμα.
Και κάθε φορά που φυσάει πάνω από την Παμβώτιδα, νομίζω πως ακούω τη φωνή του Αντρέα.
Όχι σαν θρήνο. Σαν υπόσχεση.
Ότι η πέτρα, όταν βρει το σωστό χέρι, γίνεται σπίτι.
Και η πατρίδα, όταν βρει τους ανθρώπους της, γίνεται ελευθερία.
Βρείτε μας και στη σελίδα μας στο Facebook: Τα Γιάννενα σήμερα Ioannina today





