Το Χριστόξυλο της Μελισσάνθης

 

 Μπά­μπης Στέρτσος

Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο διή­γη­μα για  ένα ξεχα­σμέ­νο χωριό της Πίνδου 

- Δια­φή­μι­ση -

Το χωριό που δεν χώρα­γε στον χάρτη

Αν άνοι­γες χάρ­τη της δεκα­ε­τί­ας του ’50 και κατέ­βαι­νες με το δάχτυ­λο την ραχο­κο­κα­λιά της Πίν­δου, θα έβρι­σκες ονό­μα­τα που έλα­μπαν: Κόνι­τσα, Ζαγό­ρι, Μέτσο­βο. Κι αν ανέ­βαι­νες λίγο πιο πάνω, προς τον Αώο, θα έβλε­πες και τη Βωβού­σα · σαν μια μικρή κουκ­κί­δα, πεισματάρα.

Μα υπήρ­χε κι ένα χωριου­δά­κι, πιο μέσα από την κουκ­κί­δα. Ένα «ξεχασμένο»—όχι για­τί δεν είχε ανθρώ­πους, μα για­τί είχε πολ­λά βου­νά γύρω του. Το χωριό λεγό­ταν Μελισ­σάν­θη. Άλλοι το ήξε­ραν ως «Στου δρυ­μού τη στρο­φή», άλλοι ως «Πέρα από τ’ αρκου­δό­ρε­μα». Οι ταχυ­δρό­μοι δεν ανέ­βαι­ναν, οι χωρο­φύ­λα­κες μόνο άμα έπρε­πε, κι οι έμποροι—άμα τους έπια­νε μεγά­λη ανάγκη.

Το χωριό ήταν χτι­σμέ­νο σε πέτρα και υπο­μο­νή. Σπί­τια χαμη­λά, μαντριά σφι­χτά, καλ­ντε­ρί­μια που τα ’φτια­ξαν χέρια τρε­μά­με­να από κρύο. Από κάτω, ο Αώος περ­νού­σε με μού­τρα σκο­τει­νά τον χει­μώ­να, κου­βα­λώ­ντας κορ­μούς, καρυ­δό­φυλ­λα και μυστικά.

Κι εκεί­να τα Χρι­στού­γεν­να του 1954, το χωριό θα δοκί­μα­ζε αν η πίστη του ήταν απλώς συνή­θεια ή αλήθεια.

 Ο Λάμπρος ο ξυλο­κό­πος και το βάρος του χιονιού

Ο Λάμπρος Στερ­γί­ου ξυπνού­σε πριν λαλή­σει ο κόκο­ρας. Όχι από συνήθεια—από ανά­γκη. Στον τόπο εκεί­νον, άμα περί­με­νες να σε καλο­δε­χτεί η μέρα, σε έτρω­γε το βουνό.

Φόρε­σε το γιλέ­κο του, πέρα­σε το ζωνά­ρι σφι­χτά, έρι­ξε στο σακού­λι λίγη μπο­μπό­τα “καλα­μπο­κό­ψω­μο” κι ένα κομ­μά­τι τυρί. Το τσεκούρι—το “μπαλ­τά” όπως το ’λεγαν οι παλιοί—ήταν ακου­μπι­σμέ­νο στην πόρ­τα, σαν σκυ­λί που περι­μέ­νει το αφε­ντι­κό. Ο μικρός του, ο Νικό­λας, δώδε­κα χρο­νών πια, σηκώ­θη­κε στο στρώ­μα από άχερο.

«Πατέ­ρα… πού πας; Άιντε, ντιπ σκο­τά­δι είν’ ακόμα.»

Ο Λάμπρος χαμο­γέ­λα­σε με τη μισή του ψυχή.

«Στο δάσος, μωρέ. Να φέρω ξύλα. Χρι­στού­γεν­να κοντεύ­ουν. Θέλ’ χρι­στό­ξυ­λο το σπί­τι. Να καί­ει, να μη μας ζώσ’ η κακομοιριά.»

Ο Νικό­λας χασμουρήθηκε.

«Να ’ρθω κι εγώ, πατέ­ρα. Δε φοβάμαι.»

«Ε, κάτσε στου σπι­τιού. Έχεις τσι δου­λειές σ’. Και η θειά σ’ η Σοφία θα ’ρθεί να ζυμώσ’ μ’ τη μάνα σ’—»

Στα­μά­τη­σε. Δεν υπήρ­χε μάνα. Μόνο το κενό. Ο Νικό­λας κατέ­βα­σε το βλέμμα.

«Καλά…» ψιθύ­ρι­σε. «Μα θα πεις τση κυρά-Δέσπω να μας πει πάλι για τσι καλικάντζαρους;»

Ο Λάμπρος έκα­νε πως θυμώνει.

«Εσύ μεγά­λω­σες, ωρέ. Καλι­κάν­τζα­ρους θες;»

«Ε, να… έτσι… για τ’ έθιμο.»

Κι ήταν αλή­θεια: στο χωριό, τα έθι­μα δεν ήταν παρα­μύ­θια. Ήταν σχοι­νιά να κρα­τιέ­σαι όταν ο χει­μώ­νας σου τρα­βά τη γη από κάτω.

Η κυρά-Δέσπω, τα μυστι­κά και το ζύμωμα

Η κυρά-Δέσπω Τζιώ­τη ήταν πάνω από ογδό­ντα, μα περ­πα­τού­σε σαν να ’χε μέσα της ένα μικρό κορί­τσι που δεν έλε­γε να γερά­σει. Την έβρι­σκες πάντα εκεί που μύρι­ζε ψωμί, θυμί­α­μα ή φρέ­σκο γάλα. Εκεί­νο το πρωί μάζε­ψε τις γυναί­κες στο σπί­τι της θειας Σοφίας—αδελφής του Λάμπρου—για το χριστόψωμο.

«Ακού­στε με, μωρ’ κορί­τσια,» είπε και χτύ­πη­σε ελα­φρά το τρα­πέ­ζι. «Του χρι­στό­ψω­μου το ζύμω­μα θέλ’ καρ­διά καθα­ρή. Μη ζυμών’ς με χολή. Για­τί το ψωμί κρατάει.»

Η Σοφία έρι­ξε προ­ζύ­μι στη σκάφη.

«Κυρά-Δέσπω, αλή­θεια είν’ πως την παρα­μο­νή θυμια­τί­ζου­με και του μαντρί;»

«Ε, πώς! Και του μαντρί και τς’ στά­νης. Τα ζωντα­νά κατα­λα­βαίν’ μπαρ­μπου­νά. Άμα δε τα θυμια­τίσ’, θα σου ρίξ’ αρρώ­στια ο Δωδεκαήμερος.»

Η μικρή Μαριώ—ορφανή από τον εμφύ­λιο, που τη φιλο­ξε­νού­σε το χωριό—ρώτησε διστακτικά:

«Κι οι καλι­κάν­τζαρ’;… έρχουν στ’ αλήθεια;»

Η γριά την κοίταξε.

«Έρχουν, μ’ρή. Άμα τους αφήκ’ς. Σαν τσι κακές σκέ­ψεις. Άμα σ’ βρουν ξέγνοια­στο, τρυ­πών’. Γι’ αυτό θες χρι­στό­ξυ­λο, θες σκόρ­δο στ’ ανώ­φλι, θες σταυ­ρό στο ψωμί. Όχι για μαγεί­ες. Για να θυμά­σαι ποιος είσαι.»

Κι ύστε­ρα, χαμή­λω­σε τη φωνή:

«Και για να θυμά­σαι και ποιον κρα­τάς κρυμ­μέ­νο μέσα σου.»

Η Σοφία σήκω­σε κεφάλι.

«Τι λες, κυρά-Δέσπω;»

«Τίπο­τα. Λόγια γριάς. Μα να… φέτος, μωρέ, κάτι μυρί­ζει στον αέρα. Σαν ν’ ανα­σαί­νει παλιό κακό.»

Και πράγ­μα­τι: ο Αώος από κάτω είχε αρχί­σει να μουγκρίζει.

 Ο ξένος με το κασκόλ και το χαρ­τί του κράτους

Το μεση­μέ­ρι, καθώς ο ήλιος έγερ­νε πίσω από τις κορ­φές, ένας άντρας ανέ­βη­κε στο χωριό με μου­λά­ρι. Φορού­σε παλ­τό στρα­τιω­τι­κό, κασκόλ τυλιγ­μέ­νο δυο φορές στον λαι­μό, και κρα­τού­σε μια δερ­μά­τι­νη τσά­ντα. Στά­θη­κε στην πλατεία—τρεις πέτρες κι ένα πλα­τά­νι. Ο πρό­ε­δρος, ο μπάρ­μπα-Θανά­σης, βγή­κε απ’ το καφενείο.

«Καλώς τον. Από πού­θε, ωρέ;»

Ο ξένος έδει­ξε χαρτί.

«Από τη Νομαρ­χία. Με στεί­λα­νε για κατα­γρα­φή. Λένε πως εδώ… υπάρ­χει οικι­σμός που δεν φαί­νε­ται σωστά στα χαρτιά.»

Το χωριό πάγω­σε πιο πολύ κι από το χιόνι.

Ο μπάρ­μπα-Θανά­σης πήρε το χαρ­τί, το διά­βα­σε και γρύλισε:

«Κατα­γρα­φή… Κατα­γρα­φή για τσι φόρους ή για τσι στρατολόγους;»

Ο ξένος χαμο­γέ­λα­σε κοφτά.

«Για έργα, λένε. Δρό­μο. Γέφυ­ρα. Μα πρέ­πει πρώ­τα να δηλωθεί.»

Η λέξη «δρό­μος» έπε­σε σαν πέτρα. Κάποιοι ανα­στέ­να­ξαν. Κάποιοι σταύ­ρω­σαν τα χέρια. Ο Λάμπρος, που μόλις είχε γυρί­σει απ’ το δάσος με ξύλα στην πλά­τη, στά­θη­κε απέ­να­ντί του.

«Κι άμα δηλω­θεί;» ρώτησε.

«Τότε θα ’ρθουν κι άλλοι. Μηχα­νι­κοί. Χωρο­φύ­λα­κες. Ίσως και εργάτες.»

Ο Λάμπρος κοί­τα­ξε τον ουρα­νό. Στον τόπο αυτόν, κάθε «ίσως» σήμαι­νε απώλεια.

Κι ο ξένος—ονομάτι Μάρ­κος Πετρίδης—έμελλε να φέρει μαζί του κάτι χει­ρό­τε­ρο από χαρ­τιά: ένα παλιό μυστικό.

Το μυστι­κό του Γρη­γό­ρη και το παι­δί που δεν μιλούσε

Το βρά­δυ, στο καφε­νείο, ο Μάρ­κος ζήτη­σε κρασί.

«Δώσ’ μ’ λίγο τσί­που­ρο, άμα ’χς,» είπε στον καφετζή.

Ο καφε­τζής, ο Τάκης, τον κοί­τα­ξε καχύποπτα.

«Τσί­που­ρο ’χου­με. Μα δεν είν’ για ξένους άμα δεν τους ξέρ’ η καρ­διά μας.»

Ο Μάρ­κος έβγα­λε ένα μικρό σταυ­ρό από την τσέπη.

«Δε σας ήρθα για κακό. Η μάνα μ’ ήτα­νε από δω κοντά. Από τα μέρια σας. Μόνο… θέλω να βρω ένα όνομα.»

Η σιω­πή κόπηκε.

Ο γέρο-Γρη­γό­ρης, ο παλιός αρχι­ξυ­λο­κό­πος, που καθό­ταν στη γωνιά, σήκω­σε τα μάτια. Τα μάτια του ήταν σαν τον Αώο: βαθιά και σκοτεινά.

«Τι όνο­μα;» ρώτησε.

Ο Μάρ­κος δίστασε.

«Τον… Στέρ­γιο. Στέρ­γιο Στεργίου.»

Ο Λάμπρος πετάχτηκε.

«Στέρ­γιος ήτα­νε ο πατέ­ρας μ’. Πέθα­νε στον πόλεμο.»

Ο Μάρ­κος κοί­τα­ξε τον Λάμπρο σαν να τον αναγνώριζε.

«Τότε… είσαι ο Λάμπρος. Και… έχεις ένα παιδί.»

Ο Λάμπρος έσφι­ξε τις γροθιές.

«Ποιος είσαι συ, ωρέ; Και πού τα ξέρ’ς;»

Ο Μάρ­κος κατέ­βα­σε το κεφάλι.

«Είμαι… ο γιος της Ελένης.»

Η Ελέ­νη.

Το όνο­μα χτύ­πη­σε σαν καμπά­να. Η Ελέ­νη ήταν η γυναί­κα που είχε χαθεί στην Κατοχή—η γυναί­κα του Λάμπρου.

Ο Λάμπρος ένιω­σε τη γη να γέρνει.

«Μη λες τέτοια…»

Ο Μάρ­κος άνοι­ξε την τσά­ντα και έβγα­λε ένα μικρό, τσα­λα­κω­μέ­νο μαντί­λι με κεντη­μέ­να αρχι­κά: Ε.Σ.

«Αυτό… το ’χω από παι­δί. Μου το ’δωσε μια γυναί­κα σε μια σπη­λιά, πάνω απ’ τη Βοβού­σα, και μ’ είπε: ‘Άμα ζήσεις, θα πας στου Αώου το χωριό. Θα βρεις έναν Λάμπρο. Θα του πεις…’»

Στα­μά­τη­σε, σαν να φοβό­ταν τη συνέχεια.

Ο Λάμπρος ψιθύρισε:

«Τι;»

«…‘θα του πεις πως δεν πρόλαβα.’»

Την ώρα εκεί­νη, η πόρ­τα άνοι­ξε. Μπή­κε μέσα ένα παιδί—άγνωστο, με μάγου­λα κομ­μέ­να από το κρύο, και μάτια γυά­λι­να. Δεν μιλού­σε. Στο χέρι κρα­τού­σε ένα ξύλι­νο σταυρουδάκι.

Ο Νικό­λας, που ακο­λού­θη­σε τον πατέ­ρα του στο καφε­νείο κρυ­φά, το είδε και είπε:

«Αυτό το σταυ­ρου­δά­κι… το ’φτια­ξα εγώ!»

Και τότε η πλο­κή του χωριού έδε­σε κόμπο.

 Η νύχτα του Αρκουδορέματος

Το παι­δί δεν έβγα­λε φωνή. Μόνο κοί­τα­ζε, σαν να περί­με­νε να του πεις αν επι­τρέ­πε­ται να υπάρ­χει. Η κυρά-Δέσπω έφτα­σε λαχανιασμένη.

«Ποιον έφερ’ το βουνό;»

Ο μπάρ­μπα-Θανά­σης έκα­νε τον σταυρό.

«Κάποιος το ’χασε. Ή το ’στει­λε ο Θεός.»

Ο Μάρ­κος πλη­σί­α­σε το παιδί.

«Πώς σε λένε;»

Καμία απά­ντη­ση.  Ο Λάμπρος ένιω­σε κάτι να τον σπρώ­χνει από μέσα.

«Νικό­λα, φέρε λίγο ψωμί. Και νερό.»

Ο Νικό­λας έτρε­ξε. Η Σοφία άνοι­ξε το μαντί­λι της και έβγα­λε ένα κομ­μά­τι χρι­στό­ψω­μο που είχε κρα­τή­σει για το καλό. Το παι­δί το έφα­γε αργά. Και τότε, απ’ έξω, ακού­στη­κε βοή. Το ποτά­μι φού­σκω­νε ξανά. Ο Αώος δεν έλε­γε να ησυ­χά­σει. Ο γέρο-Γρη­γό­ρης σηκώθηκε.

«Θα μας πάρ’ το χαμη­λό μαντρί, ωρέ. Το ’χω ξανα­δεί. Άμα σπάσ’ η παλιο­γέ­φυ­ρα… θα κόψ’ το χωριό στα δυο.»

Οι άντρες πετά­χτη­καν έξω με φανά­ρια. Ο Λάμπρος πήρε το σχοι­νί. Ο Μάρ­κος, χωρίς να το πολυ­σκε­φτεί, ακο­λού­θη­σε. Η νύχτα μύρι­ζε λάσπη και φόβο. Στο Αρκουδόρεμα—μια χαρά­δρα όπου το νερό κατέ­βαι­νε σαν λύκος ·είδαν τον κορ­μό που είχε σφη­νώ­σει στη μικρή γέφυ­ρα. Το νερό χτυ­πού­σε μανιασμένο.

«Άμα φύγ’ αυτός ο κορ­μός, θα σπάσ’ η γέφυ­ρα!» φώνα­ξε ο Λάμπρος.

Ο Μάρ­κος έδε­σε το σχοι­νί γύρω από τον κορμό.

«Τρά­βα!»

Τρά­βη­ξαν όλοι μαζί. Το σχοι­νί τσί­ρι­ξε. Τα χέρια μάτω­σαν. Και τότε, μια φωνή—μια παι­δι­κή φωνή—ακούστηκε από πίσω:

«Μηηη! Θ’ ανοίξει!»

Ήταν το άγνω­στο παι­δί. Ο Λάμπρος γύρισε.

«Μιλάς;»

Το παι­δί έτρεμε.

«Αν τράβ’ξ’τε από δω, θ’ ανοίξ’ η πέτρα… Η γέφυ­ρα έχει κού­φια. Εγώ… πέρα­σα πριν λίγο. Άκουσα.»

Ο γέρο-Γρη­γό­ρης έσκυ­ψε, άκου­σε το νερό. Κατάλαβε.

«Το παι­δί λέει σωστά. Θέλει αλλιώς. Θέλει μοχλό. Θέλει ξύλα στα πλάγια.»

Ο Λάμπρος κοί­τα­ξε τον Μάρκο.

«Ωρέ… το παι­δί μάς έσωσε.»

Ο Μάρ­κος, με το πρό­σω­πο γεμά­το βρο­χή και χιό­νι, ψιθύρισε:

«Σαν να ’ταν σταλμένο.»

Κι εκεί­νη τη στιγ­μή, ο Νικόλας—που είχε ακολουθήσει—γλίστρησε στο χιό­νι. Ένα κύμα νερού τον άρπα­ξε στο πλάι.

«ΝΙΚΟΛΑ!» ούρ­λια­ξε ο Λάμπρος.

Χωρίς να σκε­φτεί, βού­τη­ξε. Το νερό πάγω­σε τα κόκα­λα. Έπια­σε τον γιο του από το μανίκι—μα το ρεύ­μα τους έσπρω­χνε. Ο Μάρ­κος πέτα­ξε το σώμα του μπρο­στά, έπια­σε το σχοι­νί και τέντωσε.

«Κρα­τή­σου, Λάμπρο! Μη σ’ πάρ’!»

Μα ο Λάμπρος ένιω­θε πως το βου­νό ζητού­σε το αντί­τι­μό του. Και τότε, το άγνω­στο παι­δί έπε­σε στα γόνα­τα, άρπα­ξε μια πέτρα και την έσπρω­ξε κάτω απ’ το σχοι­νί, σαν σφή­να. Το σχοι­νί στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­κε. Οι άντρες τρά­βη­ξαν. Ο Λάμπρος βγή­κε με τον Νικό­λα στα χέρια, σαν να ’βγα­λε από το ποτά­μι την ίδια του την καρ­διά. Ο Νικό­λας έβηξε.

«Πατέ­ρα…»

Ο Λάμπρος τον έσφιξε.

«Μη μ’ το ξανακάν’ς αυτό, ωρέ… Μη μ’ πεθαίν’ς ζωντανό.»

Ο Μάρ­κος στά­θη­κε δίπλα τους. Για πρώ­τη φορά, ο Λάμπρος τον κοί­τα­ξε όχι σαν εχθρό—μα σαν άνθρωπο.

Η ιστο­ρία της Ελέ­νης, ειπω­μέ­νη με φωτιά

Εκεί­νο το βρά­δυ, στο σπί­τι του Λάμπρου, άνα­ψαν το χριστόξυλο—ένα μεγά­λο κού­τσου­ρο από οξιά, που έπρε­πε να καί­ει όλο το Δωδε­κα­ή­με­ρο. Η κυρά-Δέσπω θυμί­α­σε. Πέρα­σε το λιβά­νι από τα δωμά­τια, από το κατώι, από το μαντρί. Έβα­λε σκόρ­δο στο ανώφλι.

«Να, έτσι. Να μη μας πατήσ’ τ’ άσκημο.»

Ο Μάρ­κος κάθι­σε κοντά στη φωτιά. Ο Νικό­λας δίπλα του, τυλιγ­μέ­νος με κου­βέρ­τα. Το άγνω­στο παι­δί· που είπαν να το φωνά­ζουν προ­σω­ρι­νά «Μήτσο»—κάθισε λίγο πιο πέρα, σιω­πη­λό πάλι. Ο Λάμπρος δεν άντεξε.

«Πες μ’. Τι ξέρ’ς για την Ελέ­νη; Πού την είδες;»

Ο Μάρ­κος πήρε ανάσα.

«Δε την είδα σαν άντρας. Την έζη­σα σαν παι­δί. Ήμου­να… τεσ­σά­ρων. Μας κυνη­γού­σαν τότε—Κατοχή, μπλό­κα, πεί­να. Μια γυναί­κα μ’ πήρε από μια αυλή. Μ’ έκρυ­ψε σε μια σπη­λιά. Μου ’δινε γάλα, μου ’λεγε παρα­μύ­θια. Μια νύχτα, ήρθε άλλος ένας  τραυ­μα­τι­σμέ­νος. Η γυναί­κα τον έλε­γε ‘Λάμπρο’. Δεν ήξε­ρα. Μα θυμά­μαι τη φωνή της: ‘Φύγε. Θα σε σκοτώσουν.’

Μετά… έγι­νε φασα­ρία. Πυρο­βο­λι­σμοί. Κι η γυναί­κα μ’ έσπρω­ξε έξω απ’ τη σπη­λιά. Μ’ είπε: ‘Τρέ­χα. Μη γυρίσεις.’

Και… δεν γύρι­σα. Με μάζε­ψαν αντάρ­τες, μετά με πήγαν σε ορφα­νο­τρο­φείο στα Γιάν­νε­να. Το μαντί­λι αυτό το κρά­τη­σα. Κι όταν μεγά­λω­σα… έψα­ξα. Μέχρι που βρή­κα υπη­ρε­σια­κό φάκε­λο: μια Ελέ­νη Στερ­γί­ου, εξα­φα­νι­σμέ­νη. Μια φωτο­γρα­φία που έμοια­ζε με τη μάνα μ’ απ’ τις διη­γή­σεις. Και… ένα σημεί­ω­μα: ‘Πιθα­νή κατα­γω­γή από χωριό κοντά στη Βοβούσα.’»

Η Σοφία σταυροκοπήθηκε.

«Πανα­ΐα μ’…»

Ο Λάμπρος είχε δάκρυα, μα δεν έτρε­χαν. Έμε­ναν μέσα, σαν πάγος.

«Δηλα­δή… ήτα­νε ζωντα­νή; Μέχρι τότε;»

Ο Μάρ­κος κού­νη­σε το κεφάλι.

«Ήτα­νε. Και μ’ έσω­σε. Μα δεν ξέρω το τέλος.»

Η κυρά-Δέσπω μίλη­σε χαμηλά:

«Το τέλος το ξέρ’ το βου­νό. Μα καμιά φορά… το βου­νό αφή­νει σημάδια.»

Κοί­τα­ξε το άγνω­στο παιδί.

«Εσύ από πού­θε ’ρθες, μωρ’ Μήτσο;»

Το παι­δί κατέ­βα­σε το βλέμμα.

«Από… το δάσος. Από κάτω. Από μια καλύ­βα. Μ’ είχε ένας…»

Στα­μά­τη­σε.

- Δια­φή­μι­ση -

«Ποιος;» ρώτη­σε ο Λάμπρος.

Το παι­δί έσφι­ξε το ξύλι­νο σταυρουδάκι.

«Ένας άντρας. Με μαύ­ρα γένια. Μ’ έλε­γε να μη μιλάω. Μ’ είπε… άμα δω χωριό, να ζητή­σω ‘το σπί­τι του Λάμπρου’.»

Ο Λάμπρος ανατρίχιασε.

«Ποιος το ξέρ’ αυτό;»

Η κυρά-Δέσπω ψιθύ­ρι­σε σαν να προσευχόταν:

«Ο Γρη­γό­ρης…»

Ο γέρο-Γρη­γό­ρης και η αμαρτία

Το άλλο πρωί, ο Λάμπρος πήγε να βρει τον γέρο-Γρη­γό­ρη. Ο γέρος καθό­ταν στο κατώι του, ακο­νί­ζο­ντας ένα παλιό πριόνι.

«Μπάρ­μπα-Γρη­γό­ρη, θέλω να μιλήσουμε.»

Ο γέρος δεν σήκω­σε μάτια.

«Ξέρω.»

«Ξέρ’ς για το παιδί.»

«Ξέρω.»

Ο Λάμπρος χτύ­πη­σε το χέρι στο δοκάρι.

«Τι ξέρ’ς; Ποιος το ’χε;»

Ο γέρος αναστέναξε.

«Τον είχε ο Κώστας ο Καλιακούδας.»

Ο Κώστας ήταν ξυλο­κό­πος που ζού­σε μόνος σε καλύ­βα μέσα στο δάσος. Τον έλε­γαν «Καλά­κου­δα» για­τί είχε βλέμ­μα μαύ­ρο, κι έφερ­νε πάντα φήμες.

Ο Λάμπρος έσφι­ξε τα δόντια.

«Και για­τί;»

Ο γέρο-Γρη­γό­ρης επι­τέ­λους σήκω­σε μάτια. Ήταν μάτια γεμά­τα ενοχή.

«Για­τί… το παι­δί αυτό… δεν είν’ ξένο.»

Ο Λάμπρος πάγωσε.

«Τι λες;»

«Είν’… αίμα από δω. Κι είν’ δεμέ­νο με την Ελέ­νη σου.»

Ο Λάμπρος ένιω­σε τη φωτιά στο στήθος.

«Πες μ’!»

Ο γέρος μίλη­σε με δυσκολία.

«Τη νύχτα που χάθη­κε η Ελέ­νη… δεν την πήραν μόνο οι Γερ­μα­νοί. Ήτα­νε κι άνθρω­ποι δικοί μας. Φόβος. Μίσος. Εμφύ­λιος που ’ρχό­τα­νε.

Η Ελέ­νη έκρυ­βε παιδί—όχι μόνο τον Μάρ­κο. Έκρυ­βε κι άλλο. Ένα μωρό που βρή­κε στο δρό­μο. Το πήρε, το ’σωσε.

Ο Κώστας τότε… την ακο­λού­θη­σε. Την πρό­δω­σε. Και πήρε το μωρό για να το ’χει… σαν ασπί­δα. Για να μην τον πιάσουν.

Εγώ… το ’ξερα. Και σώπαινα.»

Ο Λάμπρος έτρεμε.

«Δηλα­δή… αυτό το παι­δί… είναι εκεί­νο το μωρό;»

«Δε ξέρω αν είν’ εκεί­νο. Μα είν’ παι­δί που μεγά­λω­σε στην κρυ­ψώ­να. Κι ο Κώστας το κρα­τού­σε σαν φυλα­χτό και σαν κατάρα.»

Ο Λάμπρος σηκώθηκε.

«Θα πάω να τον βρω.»

Ο γέρος άρπα­ξε το μανί­κι του.

«Μη πας μόνος, ωρέ! Θα χυθεί αίμα.»

Ο Λάμπρος τον κοίταξε.

«Αίμα χύθη­κε ήδη. Χρό­νια. Και πνί­γη­κε μέσα στον Αώο.»

Παρα­μο­νή Χρι­στου­γέν­νων: κάλα­ντα, τσί­που­ρο και φόβος

Η παρα­μο­νή ήρθε με καθα­ρό ουρα­νό και κοφτε­ρό κρύο. Το χωριό ντύ­θη­κε όπως μπο­ρού­σε: με μυρω­διές, με ψωμιά, με τραγούδια.

Τα παι­διά βγή­καν για κάλα­ντα. Δεν είχαν τρί­γω­να κανονικά—είχαν κον­σερ­βο­κού­τια, σύρ­μα­τα και επιμονή.

«Καλήν εσπέ­ραν άρχοντες…»

Ο Νικό­λας τρα­γου­δού­σε δυνα­τά. Ο Μάρ­κος τους ακο­λου­θού­σε λίγο πιο πίσω, σαν να ήθε­λε να θυμη­θεί πώς είναι να ανήκεις.

Η Σοφία μοί­ρα­ζε καρύ­δια, ξερά σύκα, λίγη ζάχα­ρη · σπά­νιο πράγ­μα. Στο καφε­νείο έβρα­ζε τσί­που­ρο. Οι άντρες έλε­γαν ιστο­ρί­ες για λύκους, για χιό­νια που σκέ­πα­ζαν τις στέ­γες, για χρό­νια που δεν είχαν ψωμί. Και μέσα σε όλα, υπήρ­χε ο φόβος: ο Κώστας.

Το άγνω­στο παιδί—ο «Μήτσος»—δεν ήθε­λε να βγει έξω.

«Θα μ’ βρει…» ψιθύρισε.

Ο Λάμπρος έσκυψε.

«Εδώ δε σ’ παίρν’ κανείς. Εδώ είσαι στου χωριού μας. Και στου Χρι­στού τις μέρες, δεν αφή­νου­με παι­δί στο σκοτάδι.»

Η κυρά-Δέσπω έδω­σε στο παι­δί ένα μικρό φυλαχτό.

«Κρά­τα. Δε κάνει θαύ­μα­τα. Μα κάνει κουράγιο.»

Κι όταν έπε­σε η νύχτα, άκου­σαν από μακριά σκυ­λιά να γαβγίζουν.

Ο μπάρ­μπα-Θανά­σης βγή­κε στην πόρτα.

«Κάποιος έρχε­ται από του δάσους…»

Ο Λάμπρος έπια­σε τον μπαλτά.

Ο Μάρ­κος έσφι­ξε τη δερ­μά­τι­νη τσά­ντα του, σαν να ’ταν όπλο.

Και το χωριό κρά­τη­σε την ανά­σα του.

Η καλύ­βα, η εξο­μο­λό­γη­ση και το δώρο που δεν εξαγοράζεται

Ο Κώστας εμφα­νί­στη­κε στην άκρη του χωριού, μισο­θαμ­μέ­νος στο χιό­νι. Τα μαύ­ρα γένια του είχαν άσπρες κηλί­δες. Τα μάτια του έτρεχαν.

«Δώστε μ’ το παι­δί!» φώνα­ξε. «Μου ανήκ’!»

Ο Λάμπρος στά­θη­κε μπροστά.

«Σε ποιον ανήκ’ παι­δί, ωρέ; Σε κανέ­ναν. Στον Θεό ανήκ’ και στη ζωή.»

Ο Κώστας έκα­νε να προ­χω­ρή­σει, μα οι άντρες τον κύκλωσαν.

Η κυρά-Δέσπω βγή­κε μπρο­στά, με το μαντή­λι δεμέ­νο σφιχτά.

«Κώστα, άκου­σέ μ’. Τα Χρι­στού­γεν­να δεν κάν’ς κακό. Για­τί θα σ’ γυρίσ’ πίσω διπλό.»

Ο Κώστας γέλα­σε πικρά.

«Εμέ­να το κακό μ’ γύρι­σε χίλιες φορές. Και μ’ έφα­γε. Δώστε μ’ το παι­δί να φύγω.»

Ο Μάρ­κος, ήρε­μος, έκα­νε ένα βήμα.

«Εσύ ήσουν. Εσύ ήσουν που την πρό­δω­σες, την Ελέ­νη. Εσύ την έστει­λες στον θάνατο.»

Ο Κώστας κοί­τα­ξε τον Μάρκο.

«Ποιος είσαι συ;»

«Είμαι ένα παι­δί που έζη­σε επει­δή εκεί­νη δε φοβή­θη­κε. Κι εσύ… φοβή­θη­κες πιο πολύ απ’ όλους.»

Ο Κώστας λύγι­σε. Κι αυτό ήταν χει­ρό­τε­ρο από τη βία.

«Εγώ…» ψέλ­λι­σε. «Εγώ ήμου­να πει­να­σμέ­νος. Μ’ είπα­νε πως άμα μιλή­σω, θα μ’ αφή­σουν. Μ’ είπα­νε πως θα σωθώ.

Την είδα να μπαί­νει στη σπη­λιά. Είδα και το μωρό… κι ένα παι­δί πιο μεγά­λο. Κι τον Λάμπρο…

Κι έπει­τα… ήρθαν. Και… και…

Την ακού­σα να λέει: ‘Μη! Έχει παιδιά!’

Κι ύστε­ρα… σιωπή.

Το μωρό έμει­νε. Το πήρα. Όχι να το σώσω—να σωθώ εγώ.

Κι από τότε, μ’ τρώ­ει. Μ’ τρώ­ει σαν λύκος. Δεν κοιμάμαι.

Το παι­δί μεγά­λω­σε κι έγι­νε… φόβος. Κι εγώ… έγι­να σκιά.»

Το άγνω­στο παι­δί βγή­κε από πίσω απ’ τη Σοφία.

«Εσύ μ’ έλε­γες να μη μιλάω…» είπε.

Ο Κώστας έπε­σε στα γόνατα.

«Συγ­χώ­ρα μ’, μωρέ…»

Η λέξη «συγ­χώ­ρα» κρε­μά­στη­κε στον αέρα. Κανείς δεν ήξε­ρε αν υπάρ­χει συγ­χώ­ρε­ση για τέτοια.

Ο Λάμπρος πλη­σί­α­σε. Το χέρι του έτρε­με πάνω στον μπαλτά.

Μα αντί να χτυ­πή­σει, άφη­σε τον μπαλ­τά να πέσει στο χιόνι.

«Δε θα γίνω σαν κι εσέ­να,» είπε χαμη­λά. «Δε θα πλη­ρώσ’ το παι­δί για τα δικά σ’.

Θα πληρώσ’ς εσύ… με την αλήθεια.»

Ο μπάρ­μπα-Θανά­σης έγνεψε.

«Θα πας κάτω, στην Κόνι­τσα, να παρα­δο­θείς. Κι εμείς… θα πού­με τ’ αλη­θι­νό. Όσο κι αν πονάει.»

Ο Κώστας έκλαιγε.

Κι εκεί, στην παρα­μο­νή των Χρι­στου­γέν­νων, το χωριό διά­λε­ξε κάτι σπά­νιο: όχι εκδίκηση—αλήθεια.

 Η λει­τουρ­γία: όταν το χωριό έγι­νε μια φωνή

Τα χαρά­μα­τα των Χρι­στου­γέν­νων, το χιό­νι έλα­μπε σαν αλεύ­ρι πάνω στην πέτρα. Η καμπά­να του Αγί­ου Αθα­να­σί­ου χτύπησε—βαριά, σαν να ’θελε να ξυπνή­σει όχι μόνο ανθρώ­πους, μα και τις μνή­μες τους. Όλοι ανέ­βη­καν στην εκκλη­σία. Με μάλ­λι­νες κάπες, με τσα­ρού­χια, με μαντή­λες δεμέ­νες σφι­χτά. Ο παπάς διά­βα­ζε, κι ο αχνός από τις ανά­σες ανέ­βαι­νε σαν θυμί­α­μα. Όταν έφτα­σαν στο «Χρι­στός γεν­νά­ται», κάποιος πίσω έκλα­ψε. Έπει­τα κι άλλος. Ο Λάμπρος στά­θη­κε δίπλα στον Νικό­λα. Δίπλα τους ο Μάρ­κος. Και λίγο πιο πέρα ο «Μήτσος», που τώρα κρα­τού­σε κερί. Ο παπάς τους κοί­τα­ξε όλους.

«Σήμε­ρα δε γεν­νιέ­ται μόνο ο Χρι­στός,» είπε. «Σήμε­ρα γεν­νιέ­ται κι η καρ­διά που ’χασε τον δρό­μο της.»

Στο τέλος, μοί­ρα­σαν αντί­δω­ρο. Μοί­ρα­σαν λίγο τυρί, λίγες ελιές, λίγο κρασί.

Και η κυρά-Δέσπω, σαν να ’ταν τελε­τουρ­γία, έδω­σε στον «Μήτσο» ένα κομ­μά­τι χρι­στό­ψω­μο με σταυρό.

«Από δω και μπρος, μωρέ, δε θα σ’ λένε ‘Μήτσο’. Θα σ’ λένε όπως θες εσύ. Για­τί άνθρω­πος είσαι. Όχι πράμα.»

Το παι­δί κατά­πιε δύσκολα.

«Θέλω… να μ’ λένε… Λευτέρη.»

Και το χωριό χαμο­γέ­λα­σε σαν να άνοι­ξε παράθυρο.

Το τρα­πέ­ζι και η συμφιλίωση

Μετά τη λει­τουρ­γία, έστρω­σαν τρα­πέ­ζι στο σπί­τι του μπάρ­μπα-Θανά­ση. Ήταν φτω­χό τρα­πέ­ζι, μα γεμάτο.

Τρα­χα­νάς.  Πατά­τες ψητές στη στά­χτη. Λίγο κρέ­ας από κατσί­κι · σπά­νιο, μα το κρά­τη­σαν για τη μέρα.

Οι γυναί­κες έφε­ραν πίτες: χορ­τό­πι­τα, μπα­τζί­να φτω­χι­κή, λίγο καλαμποκόψωμο.

Κι εκεί, ο Μάρ­κος άφη­σε στην άκρη την τσά­ντα του.

«Ήρθα για κατα­γρα­φή…» είπε. «Μα τελι­κά ήρθα για να ’ρθω σπίτι.»

Ο Λάμπρος τον κοίταξε.

«Άμα είσαι γιος της Ελέ­νης… τότε είσαι δικός μας. Μα η Ελένη…»

Η φωνή του έσπασε.

Ο Μάρ­κος έβγα­λε από την τσέ­πη ένα μικρό χαρτί.

«Μου το ’δωσαν σε φάκε­λο. Γραμ­μέ­νο με μολύ­βι. Λέει πως βρέ­θη­κε κοντά σε μια σπη­λιά, χρό­νια μετά. Το ’χουν οι αρχές σαν ‘από­δει­ξη’. Εγώ… το ’χω σαν προσευχή.»

Το χαρ­τί είχε λίγες λέξεις. Η κυρά-Δέσπω τις διά­βα­σε δυνα­τά, για­τί τα μάτια του Λάμπρου δεν άντεχαν.

«Λάμπρο, αν δε γυρί­σω, κρά­τα τον Νικό­λα να μεγα­λώ­σει άνθρω­πος. Μη μισή­σεις. Μη γίνεις πέτρα. Σ’ αγα­πώ. – Ελένη»

Το σπί­τι βού­ι­ξε από σιωπή.

Ο Λάμπρος έσκυ­ψε, έπια­σε το χέρι του Νικόλα.

«Άκου­σες;» είπε. «Η μάνα σ’… δε θέλει μίσος.»

Ο Νικό­λας έγνε­ψε, με μάτια βρεγ­μέ­να. Ο Λευ­τέ­ρης, το παι­δί, κοι­τού­σε το χαρ­τί σαν να ’ταν χάρτης.

«Κι εγώ… τι είμαι;» ρώτησε.

Η Σοφία τον αγκάλιασε.

«Είσαι παι­δί του χωριού. Κι άμα θες… θα σε βαφτί­σου­με στο ποτά­μι, σαν έρθ’ η άνοι­ξη. Να σε πάρ’ ο Αώος για καλό, όχι για κακό.»

Ο Λάμπρος κοί­τα­ξε τον Μάρκο.

«Και συ; Θα φύγεις;»

Ο Μάρ­κος χαμογέλασε.

«Δε ξέρω. Μα… αν φτιά­ξουν δρό­μο, θα ’ρθεί κόσμος. Αν έρθ’ κόσμος, θα χρεια­στεί κάποιος να τους πει την αλή­θεια του τόπου. Κι εγώ… τη χρωστάω.»

Το φως που μένει στο χιόνι

Το βρά­δυ, ο Λάμπρος βγή­κε έξω. Το χιό­νι έπε­φτε πάλι, ήσυ­χα τώρα—όχι σαν απει­λή, μα σαν σκέπασμα.

Ο Αώος ακου­γό­ταν κάτω, μα δεν μού­γκρι­ζε. Κυλούσε.

Ο Νικό­λας στά­θη­κε δίπλα του.

«Πατέ­ρα… του χρό­νου θα είμα­στε πάλι εδώ;»

Ο Λάμπρος έβα­λε το χέρι στον ώμο του.

«Όσο έχου­με φωτιά στο τζά­κι και ανθρώ­πους στο τρα­πέ­ζι, θα ’μαστε.»

Ο Λευ­τέ­ρης βγή­κε κι αυτός, κρα­τώ­ντας το φυλαχτό.

«Εγώ… μπο­ρώ να μεί­νω;» ρώτησε.

Ο Λάμπρος δεν απά­ντη­σε με λόγια. Του έβα­λε ένα μάλ­λι­νο σκου­φί στο κεφάλι.

«Θα μείν’ς, ωρέ. Και θα μάθ’ς να κόβ’ς ξύλα χωρίς να κόβ’ς την ψυχή σου.»

Ο Μάρ­κος κοι­τού­σε από την πόρ­τα. Για πρώ­τη φορά στη ζωή του, δεν ένιω­θε ξένος.

Και η κυρά-Δέσπω, πίσω απ’ όλους, ψιθύρισε:

«Έτσι είναι. Τα Χρι­στού­γεν­να δεν είναι το δώρο. Είναι που βρίσκ’ς πάλι το νήμα. Κι άμα το βρεις… δεν το κόβει ούτε χιό­νι ούτε ποτάμι.»

Το χρι­στό­ξυ­λο έτρι­ξε στη φωτιά. Ένα σπί­θι­σμα πέτα­ξε ψηλά.

Κι εκεί, σε ένα χωριό που δεν χώρα­γε στον χάρ­τη, τη Μελισ­σάν­θη, γεν­νή­θη­κε κάτι πιο μεγά­λο από δρό­μους και χαρ­τιά: η από­φα­ση να μεί­νουν άνθρωποι.

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Λογο­τε­χνία σήμερα

 

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like
Leave A Reply

Your email address will not be published.