του Χαράλαμπου Στέρτσου
Τα εγκλήματα πάθους είναι διαχρονικά και ως εκ τούτου κλασικά με την έννοια ότι δεν επηρεάζονται από κοινωνικο-οικονομικές μεταβλητές όπως άλλοι τύποι εγκλημάτων. Χαρακτηρίζονται από μια ιδιαιτερότητα ως προς τη δυναμική της εγκληματογένεσης και δεν υπόκεινται εύκολα σε κατηγοριοποιήσεις και νομικά σχήματα. Η ένταση, η απουσία πολλής σκέψης η μεγάλη ταχύτητα με την οποία περνά τις ψυχικές φάσεις ο θύτης, η ¨ εν βρασμώ ψυχής ¨ και όχι προμελετημένη πράξη περιγράφουν τέτοιου είδους εγκλήματα.Ίδιο ντεκόρ, οικεία πρόσωπα, μεγάλα πάθη.
Ο θύτης είναι συνήθως άτομο ¨υπεράνω πάσης υποψίας¨,κυρίως άνδρας, ψυχικά υγιής και με λευκό ποινικό μητρώο. Η ζήλεια , η ματαίωση, η εγκατάλειψη, η ¨αρρωστημένη επένδυση¨ πάνω στον άνθρωπό του, η χειραγωγημένη συμπεριφορά από έναν ¨επιθετικό μονοίδεασμό¨, η κλονισμένη αίσθηση κτητικότητας, οι μπλοκαρισμένες πυρασφάλειες του νου, η ¨ πυρπολημένη συνείδηση¨ οδηγεί στην ανθρωποκτόνο πράξη.
Συνήθως πριν το έγκλημα προϋπάρχει ένα ιστορικό απειλών βίας, κακοποίησης ή σύγκρουσης. Ο εγκληματολόγος Etienne de Greef γράφει « οι αυτοκτονίες και οι ανθρωποκτονίες από έρωτα δεν εξαρτώνται καθόλου από την ένταση της αγάπης ούτε από την μοναδική ποιότητα του πάθους αλλά αποκλειστικά από σοβαρές ανεπάρκειες της προσωπικότητας του ενόχου». Ο δράστης δεν είναι άτομο που μπορεί να λύσει, να υπερβεί τις διαφωνίες και τις συγκρούσεις αλλά αυτό που συχνά συμβαίνει είναι η υποχωρητικότητα του θύματος αποδεχόμενο την άλλη άποψη. Ο δράστης έχει πρόβλημα στη διαχείριση των συναισθημάτων και του θυμού του. Χάνει τον έλεγχο. Αυτά που συμβαίνουν είναι χωρίς κανένα σχέδιο. Μια παρόρμηση της στιγμής που προκαλείται από συναισθήματα που βιώνει ο θύτης είτε από κάτι που βλέπει είτε από κάτι που πληροφορείται από το — τη σύντροφό του. Τις περισσότερες φορές προηγείται άγρια πάλη πριν τη δολοφονία. Οι άνδρες χρησιμοποιούν μαχαίρι ( γιατί είναι πρακτικά δύσκολη η απόκτηση περιστρόφου) ή όποιο άλλο αντικείμενο βρουν μπροστά τους ( διακοσμητικό ή άλλο) ενώ οι γυναίκες χρησιμοποιούν έμμεσα όπλα όπως δηλητήριο (και άλλα) ενώ τελευταία έχουν αναφερθεί και όπλα. Τα χτυπήματα του δράστη είναι συνήθως πολλά, τυφλά, χτυπήματα που δεν χρειάζονται ενώ το θύμα είναι ήδη νεκρό. Μετά την τέλεση της πράξης μπορεί να προβεί σε κινήσεις που τις θεωρεί διορθωτικές πιστεύοντας ότι μπορούν να αναιρέσουν αυτό που έκανε όπως ντύνοντας το θύμα, βάζοντάς το να καθήσει στον καναπέ ή σε στάση που παραπέμπει σε ύπνο.
Η στάση αυτοκτονίας στον δράστη υπάρχει για βδομάδες έως και μήνες μετά το έγκλημα. Καταρρέει συναισθηματικά. Δεν ελπίζει στην αθώωση και ενδιαφέρεται πολύ λίγο για την ζωή του. Αισθάνεται πως η πράξη που έκανε τον ξεπερνά. Μεταμέλεια δείχνουν σε ένα ποσοστό 34,8% ενώ σ΄ένα μεγαλύτερο ποσοστό 65,2% ο δράστης δεν ζήτησε συγνώμη. (Α.Τσιγκρής)
Στατιστικά τα περισσότερα εγκλήματα πάθους γίνονται τους θερμικούς μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, ενώ στο σύνολο της Άνοιξης και του Καλοκαιριού πραγματοποιείται το 69%. Ειδικότερα σύμφωνα με μια παλαιότερη μελέτη που πραγματοποιήθηκε από τον εγκληματολόγο Αγγελο Τσιγκρή το 34% έγιναν με μαχαίρι, το 78% δεν έγιναν υπό την επήρεια αλκοόλ και το 87% δεν είχε κάνει χρήση ουσιών. Επίσης στην ίδια έρευνα στην πλειονότητα των υποθέσεων το έγκλημα τελείται από δράστη που κατάγεται από χωριό, σε ποσοστό 43,5%, ενώ η ηλικία των μισών από τους δράστες (50%) κυμαίνεται από 26 έως 35 ετών.
Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία τα εγκλήματα πάθους και ζήλειας φθάνουν περίπου το 20% των συνολικών περιπτώσεων ανθρωποκτονίας, ποσοστό αρκετά υψηλό όταν οι προμελετημένες ανθρωποκτονίες φθάνουν το 5%. Η πλειοψηφία των δραστών είναι άνδρες , ενώ τα θύματα γυναίκες.
Οι πιθανότητες διάπραξης ενός εγκλήματος πάθους μικραίνουν όσο ανεβαίνει το μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο αλλά δεν εξαφανίζονται. Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική προσέγγιση του εγκλήματος όλοι οι άνθρωποι εν δυνάμει μπορούν κάτω υπό ορισμένες συνθήκες να αναπτύξουν μια εγκληματική συμπεριφορά.
Πολλές έρευνες τα τελευταία χρόνια έχουν προσανατολιστεί να εξετάσουν τα ποσοστά επιρροής των περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων δεν υπάρχει κάποιο γονίδιο που να ενοχοποιείται για την εγκληματικότητα. Τα γονίδια επηρεάζουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου και αυτή με τη σειρά της επηρεάζει τις ψυχολογικές λειτουργίες και τη προσωπικότητα του ανθρώπου. Ωστόσο δεν αποκλείεται σε μελλοντικές έρευνες να εντοπιστούν συγκεκριμένα γονίδια που αυξάνουν την γενετική ροπή στο έγκλημα.
Βρείτε μας και στη σελίδα μας στο facebook: Η Εγκληματολογία σήμερα




