Δίον: Η ιερή πόλη των Μακεδόνων και το ορμητήριο του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Μπάμπης Στέρτσος

Στους βόρειους πρό­πο­δες του μυθι­κού Ολύ­μπου, σε μια στρα­τη­γι­κή θέση που ελέγ­χει τη διά­βα­ση από τη Μακε­δο­νία στη Θεσ­σα­λία, βρί­σκε­ται το Δίον, η κατ’ εξο­χήν ιερή πόλη των αρχαί­ων Μακε­δό­νων. Το όνο­μά του, άρρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νο με τον πατέ­ρα των θεών, τον Δία, προ­δί­δει τον κεντρι­κό του ρόλο ως το σημα­ντι­κό­τε­ρο θρη­σκευ­τι­κό κέντρο του μακε­δο­νι­κού βασι­λεί­ου. Σύμ­φω­να με την παρά­δο­ση που μας παρα­δί­δει ο Ησί­ο­δος, η Θυία, από­γο­νος του Δευ­κα­λί­ω­να, γέν­νη­σε από τον Δία δύο γιους, τον Μάγνη­τα και τον Μακε­δό­να, οι οποί­οι κατοι­κού­σαν στην Πιε­ρία, στους πρό­πο­δες του Ολύ­μπου, συν­δέ­ο­ντας έτσι μυθο­λο­γι­κά τη γένε­ση του μακε­δο­νι­κού έθνους με την περιο­χή του Δίου και τη θεϊ­κή κατα­γω­γή. Αυτή η ιερή πόλη δεν ήταν απλώς ένας τόπος λατρεί­ας, αλλά ένας χώρος όπου η πολι­τι­κή, η θρη­σκεία και ο πολι­τι­σμός συνυ­φαί­νο­νταν, δια­μορ­φώ­νο­ντας την ταυ­τό­τη­τα και την ιστο­ρι­κή πορεία της Μακε­δο­νί­ας. Από τους πρώ­ι­μους ιστο­ρι­κούς χρό­νους έως τη ρωμαϊ­κή κατά­κτη­ση και την έλευ­ση του Χρι­στια­νι­σμού, το Δίον υπήρ­ξε το θέα­τρο σημα­ντι­κών ιστο­ρι­κών γεγο­νό­των, με απο­κο­ρύ­φω­μα τη στιγ­μή που ο Μέγας Αλέ­ξαν­δρος το επέ­λε­ξε ως το πνευ­μα­τι­κό ορμη­τή­ριο για τη μεγά­λη του εκστρα­τεία στην Ασία, επι­σφρα­γί­ζο­ντας με θεϊ­κούς οιω­νούς το κοσμοϊ­στο­ρι­κό του εγχείρημα.

 Το Δίον στην αρχαϊκή και κλασική περίοδο

- Δια­φή­μι­ση -

Η ιστο­ρία του Δίου χάνε­ται στα βάθη των αιώ­νων, όμως η αρχαιό­τε­ρη απτή από­δει­ξη της θρη­σκευ­τι­κής του σημα­σί­ας ανά­γε­ται στον 6ο αιώ­να π.Χ. με την ίδρυ­ση του Ιερού της Δήμη­τρας, του αρχαιό­τε­ρου γνω­στού μακε­δο­νι­κού ιερού [1]. Η ύπαρ­ξη ενός τόσο πρώ­ι­μου και σημα­ντι­κού λατρευ­τι­κού χώρου υπο­γραμ­μί­ζει τον κεντρι­κό ρόλο που έπαι­ζε η περιο­χή στην πνευ­μα­τι­κή ζωή των κατοί­κων της Πιε­ρί­ας. Ωστό­σο, η πρώ­τη ρητή ιστο­ρι­κή μαρ­τυ­ρία για το Δίον προ­έρ­χε­ται από τον μεγά­λο ιστο­ρι­κό του Πελο­πον­νη­σια­κού Πολέ­μου, τον Θου­κυ­δί­δη. Στο έργο του, περι­γρά­φει την πορεία του Σπαρ­τιά­τη στρα­τη­γού Βρα­σί­δα, ο οποί­ος το καλο­καί­ρι του 424 π.Χ., κατά τη διάρ­κεια της εκστρα­τεί­ας του ενα­ντί­ον των αθη­ναϊ­κών αποι­κιών της Θρά­κης, πέρα­σε μέσα από το βασί­λειο του συμ­μά­χου του, βασι­λιά Περ­δίκ­κα Β’ της Μακε­δο­νί­ας, και το Δίον ήταν η πρώ­τη πόλη που συνά­ντη­σε μετά τη διά­βα­ση των συνό­ρων από τη Θεσ­σα­λία [2].

Η ανα­φο­ρά του Θου­κυ­δί­δη, αν και λακω­νι­κή, είναι εξαι­ρε­τι­κά δια­φω­τι­στι­κή. Κατα­δει­κνύ­ει ότι ήδη από τον 5ο αιώ­να π.Χ., το Δίον δεν ήταν απλώς ένας θρη­σκευ­τι­κός πόλος, αλλά μια οχυ­ρω­μέ­νη πόλη με ανα­γνω­ρι­σμέ­νη στρα­τη­γι­κή αξία. Η γεω­γρα­φι­κή του θέση, στους πρό­πο­δες του Ολύ­μπου και σε από­στα­ση ανα­πνο­ής από τη θάλασ­σα, του επέ­τρε­πε να ελέγ­χει από­λυ­τα τη στε­νή παρά­κτια διά­βα­ση που συνέ­δεε τη Μακε­δο­νία με τη νότια Ελλά­δα. Αυτός ο φυσι­κός διά­δρο­μος, καθώς και τα ορει­νά περά­σμα­τα μετα­ξύ Μακε­δο­νί­ας και Θεσ­σα­λί­ας, καθι­στού­σαν το Δίον ένα νευ­ραλ­γι­κό σημείο για την άμυ­να και την επι­κοι­νω­νία του μακε­δο­νι­κού βασι­λεί­ου,  γεγο­νός που οι Μακε­δό­νες βασι­λείς, και κυρί­ως οι διά­δο­χοι του Περ­δίκ­κα, θα αξιο­ποιού­σαν στο έπακρο.

 Ο Αρχέλαος και η ανάδειξη του Δίου ως θρησκευτικού κέντρου

Η μετα­μόρ­φω­ση του Δίου από μια στρα­τη­γι­κά σημα­ντι­κή πόλη σε ένα παμ­μα­κε­δο­νι­κό θρη­σκευ­τι­κό και πολι­τι­στι­κό κέντρο είναι άρρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη με τη φιλό­δο­ξη και εκσυγ­χρο­νι­στι­κή πολι­τι­κή του βασι­λιά Αρχέ­λα­ου Α’ (413–399 π.Χ.). Στα τέλη του 5ου αιώ­να π.Χ., ο Αρχέ­λα­ος, στο πλαί­σιο ενός ευρύ­τε­ρου μεταρ­ρυθ­μι­στι­κού προ­γράμ­μα­τος που απο­σκο­πού­σε στην ενί­σχυ­ση της κεντρι­κής εξου­σί­ας και τον εκσυγ­χρο­νι­σμό του κρά­τους, έστρε­ψε την προ­σο­χή του στο Δίον. Όπως μας πλη­ρο­φο­ρεί ο Διό­δω­ρος ο Σικε­λιώ­της, ο Αρχέ­λα­ος ήταν εκεί­νος που έδω­σε στην πόλη και το ιερό της την αίγλη που θα τη χαρα­κτή­ρι­ζε για τους επό­με­νους αιώ­νες [3].

Η πιο σημα­ντι­κή του πρω­το­βου­λία ήταν η θέσπι­ση των «εν Δίω Ολυ­μπί­ων», μιας μεγά­λης πανή­γυ­ρης που συνέ­νω­σε τη λατρεία του Ολυ­μπί­ου Διός με αυτή των Πιε­ρί­δων Μου­σών. Η γιορ­τή αυτή, που γρή­γο­ρα έγι­νε γνω­στή σε όλη την Ελλά­δα ως οι «Ολυ­μπια­κοί Αγώ­νες της Μακε­δο­νί­ας», διαρ­κού­σε εννέα ημέ­ρες, με κάθε ημέ­ρα να είναι αφιε­ρω­μέ­νη σε μία από τις εννέα Μού­σες [4]. Το πρό­γραμ­μα των αγώ­νων ήταν πρω­το­πο­ρια­κό και πολυ­διά­στα­το, καθώς δεν περιε­λάμ­βα­νε μόνο τους παρα­δο­σια­κούς γυμνι­κούς αγώ­νες (όπως το πέντα­θλον, το παγκρά­τιο και ο δόλι­χος), αλλά και σκη­νι­κούς αγώ­νες, δηλα­δή θεα­τρι­κές παρα­στά­σεις, καθώς και ρητο­ρι­κές επι­δεί­ξεις. Αυτή η συνύ­παρ­ξη αθλη­τι­σμού και υψη­λής τέχνης ήταν ένα μονα­δι­κό χαρα­κτη­ρι­στι­κό των Ολυ­μπί­ων του Δίου.

Η φήμη των αγώ­νων προ­σέλ­κυ­σε στο Δίον μερι­κές από τις μεγα­λύ­τε­ρες πνευ­μα­τι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες της επο­χής. Ο μεγά­λος τρα­γι­κός ποι­η­τής Ευρι­πί­δης, προ­σκε­κλη­μέ­νος του Αρχέ­λα­ου, έζη­σε τα τελευ­ταία χρό­νια της ζωής του στη μακε­δο­νι­κή αυλή και λέγε­ται ότι παρου­σί­α­σε στο θέα­τρο του Δίου δύο από τα τελευ­ταία του έργα, τις «Βάκ­χες» και τον «Αρχέ­λαο» [5]. Μέσα από αυτές τις κινή­σεις, ο Αρχέ­λα­ος κατά­φε­ρε να ανα­δεί­ξει το Δίον σε μια πνευ­μα­τι­κή και θρη­σκευ­τι­κή πρω­τεύ­ου­σα, έναν τόπο συνά­ντη­σης για τους Έλλη­νες, και ταυ­τό­χρο­να να προ­βά­λει τη δύνα­μη και τον πολι­τι­σμό του βασι­λεί­ου του, συν­δέ­ο­ντας τη δυνα­στεία του άμε­σα με τους θεούς του Ολύμπου.

 Ο Φίλιππος Β’ και το Δίον

Η παρά­δο­ση που εγκαι­νί­α­σε ο Αρχέ­λα­ος συνε­χί­στη­κε και ενι­σχύ­θη­κε από τους δια­δό­χους του, και κυρί­ως από τον Φίλιπ­πο Β’ (359–336 π.Χ.), τον πατέ­ρα του Μεγά­λου Αλε­ξάν­δρου. Ο Φίλιπ­πος, ένας δει­νός στρα­τη­γός και οξυ­δερ­κής πολι­τι­κός, ανα­γνώ­ρι­σε την τερά­στια συμ­βο­λι­κή και πολι­τι­κή σημα­σία του Δίου. Μετέ­τρε­ψε την ιερή πόλη σε ένα θέα­τρο για τον εορ­τα­σμό των μεγά­λων του στρα­τιω­τι­κών θριάμ­βων, ενι­σχύ­ο­ντας έτσι το θρη­σκευ­τι­κό κύρος του και τη νομι­μο­ποί­η­σή του ως ηγε­μό­να του μακε­δο­νι­κού βασι­λεί­ου. Μετά τη νίκη του επί της Ολύν­θου το 348 π.Χ., μιας από τις σημα­ντι­κό­τε­ρες και πιο σκλη­ρές εκστρα­τεί­ες του, ο Φίλιπ­πος οργά­νω­σε στο Δίον μια λαμπρή γιορ­τή νίκης, με μεγα­λο­πρε­πείς θυσί­ες στον Δία και τις Μού­σες και τη διε­ξα­γω­γή των Ολυ­μπί­ων αγώ­νων [6]. Αυτές οι εκδη­λώ­σεις δεν ήταν απλώς μια επί­δει­ξη ευσε­βεί­ας, αλλά μια σαφής πολι­τι­κή δήλω­ση: οι νίκες των Μακε­δό­νων ήταν νίκες που είχαν την εύνοια των θεών του Ολύ­μπου, και το Δίον ήταν ο τόπος όπου αυτή η θεϊ­κή εύνοια εκδη­λω­νό­ταν και επιβεβαιωνόταν.

photo: Μπά­μπης Στέρτσος

 Ο Μέγας Αλέξανδρος και οι ιερές εκδηλώσεις πριν την εκστρατεία 

Η σχέ­ση του Δίου με τη μακε­δο­νι­κή βασι­λεία έφτα­σε στο από­γειό της με τον Μέγα Αλέ­ξαν­δρο, ο οποί­ος, ακο­λου­θώ­ντας τα βήμα­τα του πατέ­ρα του, όχι μόνο τίμη­σε το ιερό, αλλά το ανέ­δει­ξε σε πνευ­μα­τι­κό ορμη­τή­ριο και σύμ­βο­λο της παγκό­σμιας ηγε­μο­νί­ας του. Για τον Αλέ­ξαν­δρο, το Δίον ήταν κάτι περισ­σό­τε­ρο από ένα θρη­σκευ­τι­κό κέντρο· ήταν ο τόπος όπου η γήι­νη εξου­σία συνα­ντού­σε τη θεϊ­κή βού­λη­ση, ο χώρος όπου οι μεγά­λες απο­φά­σεις επι­σφρα­γί­ζο­νταν με την ευλο­γία των Ολύ­μπιων θεών.

 Ιστορικό πλαίσιο (335–334 π.Χ.)

Το φθι­νό­πω­ρο του 335 π.Χ., ο νεα­ρός Αλέ­ξαν­δρος, έχο­ντας μόλις επι­στρέ­ψει από μια αστρα­πιαία και εξαι­ρε­τι­κά βίαιη εκστρα­τεία που κατέ­λη­ξε στην ολο­κλη­ρω­τι­κή κατα­στρο­φή των Θηβών, επέ­στρε­ψε στη Μακε­δο­νία. Η σκλη­ρό­τη­τα της τιμω­ρί­ας των Θηβαί­ων είχε στεί­λει ένα σαφές μήνυ­μα σε όλη την Ελλά­δα, εξα­σφα­λί­ζο­ντας την ησυ­χία στα μετό­πι­σθεν. Πλέ­ον, ο Αλέ­ξαν­δρος ήταν ελεύ­θε­ρος να αφο­σιω­θεί στον μεγά­λο του στό­χο: την εκστρα­τεία κατά της πανί­σχυ­ρης Περ­σι­κής Αυτο­κρα­το­ρί­ας. Στο πλαί­σιο της προ­ε­τοι­μα­σί­ας, και πριν ξεκι­νή­σει την πορεία του προς την Ασία, ο Αλέ­ξαν­δρος προ­έ­βη σε μια πρά­ξη που απο­κά­λυ­πτε τόσο τη γεν­ναιο­δω­ρία του όσο και την ακλό­νη­τη πίστη του στην απο­στο­λή του. Όπως ανα­φέ­ρει ο Πλού­ταρ­χος, άρχι­σε να μοι­ρά­ζει στους εταί­ρους του βασι­λι­κά κτή­μα­τα, αγρούς και προ­σό­δους. Όταν ο Περ­δίκ­κας τον ρώτη­σε έκπλη­κτος τι κρα­τά­ει για τον εαυ­τό του, ο Αλέ­ξαν­δρος απά­ντη­σε τη διά­ση­μη φρά­ση: «τὰς ἐλπί­δας» (τις ελπί­δες) [7]. Με τις ελπί­δες του για μόνους πόρους, και έχο­ντας τακτο­ποι­ή­σει τις εσω­τε­ρι­κές υπο­θέ­σεις του βασι­λεί­ου του, στρά­φη­κε προς το Δίον για την τελι­κή, πνευ­μα­τι­κή προετοιμασία.

Οι θυσίες και οι τελετές στο Δίον

Στο Δίον, ο Αλέ­ξαν­δρος οργά­νω­σε μια σει­ρά από τελε­τές που έμελ­λε να μεί­νουν στην ιστο­ρία. Ο Διό­δω­ρος ο Σικε­λιώ­της μας δίνει μια γλα­φυ­ρή περιγραφή:

«Πρὸ δὲ τῆς ἐν Δίῳ θυσί­ας καὶ τῶν ἀγώ­νων, Ἀλέ­ξαν­δρος ὁ βασι­λε­ὺς θυσί­ας μεγα­λο­πρε­πε­ῖς τοῖς θεο­ῖς συνε­τέ­λε­σεν ἐν Δίῳ τῆς Μακε­δο­νί­ας, καὶ ἀγῶνας σκη­νι­κο­ὺς τῷ Διὶ καὶ ταῖς Μού­σαις ἐπε­τέ­λε­σεν, οὓς Ἀρχέ­λα­ος ὁ πρό­τε­ρον βασι­λεύ­σας πρῶτος κατέ­δει­ξεν. Ἡ δὲ πανή­γυ­ρις ἐπὶ ἐννέα ἡμέ­ρας συνη­γε­ῖτο, καὶ ἑκά­στῃ τῶν ἡμε­ρῶν ἀπὸ μιᾶς τῶν Μου­σῶν τὴν ἐπω­νυ­μί­αν ἔθε­το.» (Διό­δω­ρος Σικε­λιώ­της, 17.16.3–4) [3]

Σύμ­φω­να με τον Διό­δω­ρο, ο Αλέ­ξαν­δρος, πριν ανα­χω­ρή­σει, τέλε­σε «μεγα­λο­πρε­πείς θυσί­ες» και οργά­νω­σε «σκη­νι­κούς αγώ­νες» προς τιμήν του Δία και των Μου­σών, ακο­λου­θώ­ντας την παρά­δο­ση του Αρχέ­λα­ου. Η γιορ­τή διήρ­κε­σε εννέα ημέ­ρες, με κάθε ημέ­ρα να φέρει το όνο­μα μιας Μού­σας. Ο Αρρια­νός, στη δική του «Αλε­ξάν­δρου Ανά­βα­ση», επι­βε­βαιώ­νει ότι ο Αλέ­ξαν­δρος θυσί­α­σε στον Ολύ­μπιο Δία «κατὰ τὰ πάτρια» (σύμ­φω­να με τα πατρο­πα­ρά­δο­τα έθι­μα) [8]. Αυτές οι εννε­α­ή­με­ρες τελε­τές, που συν­δύ­α­ζαν τη θρη­σκευ­τι­κή ευλά­βεια με τον πολι­τι­σμό, δεν ήταν απλώς μια τυπι­κή υπο­χρέ­ω­ση. Ήταν μια συνει­δη­τή πρά­ξη που απο­σκο­πού­σε στην εξα­σφά­λι­ση της θεϊ­κής εύνοιας για το τερά­στιο εγχεί­ρη­μα που ανα­λάμ­βα­νε. Η θυσία στον Δία, τον πατέ­ρα των θεών και προ­στά­τη του βασι­λεί­ου, και ο εορ­τα­σμός των Μου­σών, των θεο­τή­των της έμπνευ­σης, της γνώ­σης και των τεχνών, κάλυ­πτε κάθε πτυ­χή της επερ­χό­με­νης εκστρα­τεί­ας: τη στρα­τιω­τι­κή επι­τυ­χία και την πνευ­μα­τι­κή υπεροχή.

photo: Μπά­μπης Στέρτσος

 Θρησκευτική και πολιτική σημασία

Η επι­λο­γή του Δίου για αυτές τις τελε­τές ήταν κάθε άλλο παρά τυχαία. Ως το ιερό­τε­ρο μέρος των Μακε­δό­νων, στους πρό­πο­δες του Ολύ­μπου, του σπι­τιού των θεών, το Δίον προ­σέ­δι­δε στις πρά­ξεις του Αλε­ξάν­δρου μια μονα­δι­κή βαρύ­τη­τα. Οι θυσί­ες και οι αγώ­νες λει­τουρ­γού­σαν σε πολ­λα­πλά επί­πε­δα. Πρώ­τον, ενί­σχυαν το ηθι­κό του στρα­τού, που έβλε­πε τον ηγέ­τη του να έχει την άμε­ση υπο­στή­ρι­ξη των θεών. Δεύ­τε­ρον, απο­τε­λού­σαν μια πρά­ξη πολι­τι­κής νομι­μο­ποί­η­σης, καθώς ο Αλέ­ξαν­δρος παρου­σια­ζό­ταν ως ο ευσε­βής βασι­λιάς που συνε­χί­ζει την παρά­δο­ση των προ­γό­νων του. Τρί­τον, ήταν μια επί­δει­ξη δύνα­μης και πλού­του προς τους συμ­μά­χους και τους πιθα­νούς εχθρούς. Το Δίον έγι­νε έτσι το συμ­βο­λι­κό σημείο μηδέν, ο τελευ­ταί­ος σταθ­μός στη μακε­δο­νι­κή γη πριν ο Αλέ­ξαν­δρος και ο στρα­τός του δια­βούν τον Ελλή­σπο­ντο και ξεκι­νή­σουν την κατά­κτη­ση της Ασίας.

 Τα αγάλματα του Λυσίππου

Η σύν­δε­ση του Αλε­ξάν­δρου με το Δίον δεν στα­μά­τη­σε με την ανα­χώ­ρη­σή του. Μετά την πρώ­τη του μεγά­λη νίκη ενα­ντί­ον των Περ­σών, στη Μάχη του Γρα­νι­κού ποτα­μού το 334 π.Χ., ο Αλέ­ξαν­δρος τίμη­σε τους 25 έφιπ­πους εταί­ρους του που έπε­σαν ηρω­ι­κά στη μάχη με έναν τρό­πο που συνέ­δε­σε για πάντα τη μνή­μη τους με το ιερό του Δίου. Ανέ­θε­σε στον προ­σω­πι­κό του ανδρια­ντο­ποιό, τον διά­ση­μο γλύ­πτη Λύσιπ­πο, να δημιουρ­γή­σει ένα ορει­χάλ­κι­νο γλυ­πτι­κό σύμπλεγ­μα που ανα­πα­ρι­στού­σε τους πεσό­ντες ιππείς. Αυτό το αρι­στούρ­γη­μα της αρχαί­ας γλυ­πτι­κής δεν τοπο­θε­τή­θη­κε στο πεδίο της μάχης, αλλά μετα­φέρ­θη­κε και στή­θη­κε με κάθε επι­ση­μό­τη­τα στο τέμε­νος του Ολυ­μπί­ου Διός στο Δίον [9]. Η πρά­ξη αυτή μετέ­τρε­ψε το ιερό σε ένα μνη­μείο της αυτο­κρα­το­ρι­κής δόξας, έναν τόπο όπου οι θυσί­ες για την κατά­κτη­ση της Ασί­ας τιμώ­νταν και απα­θα­να­τί­ζο­νταν. Τα αγάλ­μα­τα αυτά, σύμ­βο­λα της μακε­δο­νι­κής ανδρεί­ας, παρέ­μει­ναν στο Δίον για σχε­δόν δύο αιώ­νες, μέχρι που ο Ρωμαί­ος στρα­τη­γός Κόι­ντος Και­κί­λιος Μέτελ­λος, μετά την κατά­κτη­ση της Μακε­δο­νί­ας το 148 π.Χ., τα μετέ­φε­ρε ως λάφυ­ρα στη Ρώμη.

 Η Διαθήκη του Αλεξάνδρου

Ακό­μη και στο τέλος της ζωής του, η σκέ­ψη του Αλε­ξάν­δρου φαί­νε­ται να επέ­στρε­φε στο Δίον. Σύμ­φω­να με πηγές που ανα­φέ­ρο­νται στα σχέ­δια και τη δια­θή­κη του, μία από τις επι­θυ­μί­ες του ήταν η κατα­σκευή ενός μεγα­λο­πρε­πούς και πολυ­τε­λούς ναού αφιε­ρω­μέ­νου στον Δία στο Δίον, αντά­ξιου της δόξας της αυτο­κρα­το­ρί­ας του [10]. Αν και ο πρό­ω­ρος θάνα­τός του δεν επέ­τρε­ψε την πραγ­μα­το­ποί­η­ση αυτού του σχε­δί­ου, η πρό­θε­σή του και μόνο απο­κα­λύ­πτει τη διαρ­κή και ξεχω­ρι­στή θέση που κατεί­χε το Δίον στην καρ­διά και το μυα­λό του Μεγά­λου Αλεξάνδρου.

Το  Δίον μετά τον Αλέξανδρο 

Μετά τον θάνα­το του Μεγά­λου Αλε­ξάν­δρου, το Δίον εισήλ­θε στην ταραγ­μέ­νη ελλη­νι­στι­κή περί­ο­δο. Ο Κάσ­σαν­δρος, στα τέλη του 4ου αιώ­να π.Χ., προ­χώ­ρη­σε στην κατα­σκευή μιας ισχυ­ρής οχύ­ρω­σης, μετα­τρέ­πο­ντας το Δίον σε μια καλά οχυ­ρω­μέ­νη πόλη με ορθο­γώ­νιο πολε­ο­δο­μι­κό σχέ­διο [11]. Ωστό­σο, η πόλη δεν απέ­φυ­γε τις κατα­στρο­φές. Το 219 π.Χ., κατά τη διάρ­κεια του Συμ­μα­χι­κού Πολέ­μου, οι Αιτω­λοί, υπό τον στρα­τη­γό Σκό­πα, εισέ­βα­λαν στο Δίον και προ­κά­λε­σαν τερά­στιες κατα­στρο­φές, ισο­πε­δώ­νο­ντας τα τεί­χη, τα σπί­τια και το γυμνά­σιο, και πυρ­πο­λώ­ντας το τέμε­νος του Διός [12]. Παρά την κατα­στρο­φή, η πόλη ανοι­κο­δο­μή­θη­κε από τον Φίλιπ­πο Ε’.

Η ρωμαϊ­κή κατά­κτη­ση το 168 π.Χ. σημα­το­δό­τη­σε μια νέα επο­χή. Το Δίον έγι­νε ρωμαϊ­κή αποι­κία (Colonia Julia Augusta Diensis) μετά τη ναυ­μα­χία του Ακτί­ου το 31 π.Χ. και γνώ­ρι­σε μια δεύ­τε­ρη περί­ο­δο ακμής, ιδιαί­τε­ρα τον 2ο και 3ο αιώ­να μ.Χ., με την κατα­σκευή πολυ­τε­λών δημο­σί­ων και ιδιω­τι­κών κτι­ρί­ων, όπως οι Μεγά­λες Θέρ­μες και η Έπαυ­λη του Διο­νύ­σου. Με την επι­κρά­τη­ση του Χρι­στια­νι­σμού, το Δίον έγι­νε έδρα επι­σκο­πής, όπως μαρ­τυ­ρά η συμ­με­το­χή του επι­σκό­που του στη Σύνο­δο της Σαρ­δι­κής το 343 μ.Χ. [13]. Ωστό­σο, από τον 5ο αιώ­να μ.Χ., η πόλη άρχι­σε να παρακ­μά­ζει, κυρί­ως λόγω φυσι­κών κατα­στρο­φών (σει­σμοί και πλημ­μύ­ρες από τον ποτα­μό Βαφύ­ρα) και βαρ­βα­ρι­κών επι­δρο­μών, που οδή­γη­σαν στην ορι­στι­κή της εγκατάλειψη.

Τα ιερά και τα  μνημεία του Δίου 

Οι ανα­σκα­φές που ξεκί­νη­σαν το 1928 και συνε­χί­στη­καν συστη­μα­τι­κά από το 1973 υπό τη διεύ­θυν­ση του καθη­γη­τή Δημη­τρί­ου Παντερ­μα­λή, έχουν φέρει στο φως έναν εντυ­πω­σια­κό αρχαιο­λο­γι­κό χώρο. Τα σημα­ντι­κό­τε­ρα μνη­μεία περιλαμβάνουν:

Μνη­μείο Περι­γρα­φή
Ιερό του Ολυ­μπί­ου Διός Το κεντρι­κό ιερό, όπου τελού­νταν οι επί­ση­μες θυσί­ες και φυλάσ­σο­νταν οι συν­θή­κες και οι νόμοι.
Ιερό του Διός Υψίστου Ένα ξεχω­ρι­στό ιερό αφιε­ρω­μέ­νο στη λατρεία του Δία ως “Ύψι­στου”, με ανα­θή­μα­τα που απει­κο­νί­ζουν αετούς.
Ιερό της Δήμητρας Το αρχαιό­τε­ρο ιερό του χώρου, με συνε­χή λατρεία από τον 6ο αι. π.Χ. έως τον 4ο αι. μ.Χ.
Ιερό της Ίσιδας Ένα καλά δια­τη­ρη­μέ­νο ιερό αφιε­ρω­μέ­νο στις αιγυ­πτια­κές θεό­τη­τες Ίσι­δα, Σάρα­πι και Άνου­βι, με κανά­λια που ανα­πα­ρι­στού­σαν τον Νείλο.
Ελλη­νι­στι­κό & Ρωμαϊ­κό Θέατρο Το ελλη­νι­στι­κό θέα­τρο, όπου πιθα­νόν παρου­σί­α­σε έργα του ο Ευρι­πί­δης, και ένα μικρό­τε­ρο ρωμαϊ­κό ωδείο.
Μεγά­λες Θέρμες Ένα τερά­στιο συγκρό­τη­μα δημό­σιων λου­τρών του 2ου αι. μ.Χ., με εντυ­πω­σια­κά ψηφι­δω­τά και σύστη­μα υπόκαυστων.
Έπαυ­λη του Διονύσου Μια πολυ­τε­λής ιδιω­τι­κή κατοι­κία με ένα από τα πιο εντυ­πω­σια­κά ψηφι­δω­τά δάπε­δα της αρχαιό­τη­τας, που απει­κο­νί­ζει τον θρί­αμ­βο του Διονύσου.

Το Δίον υπήρ­ξε πολύ περισ­σό­τε­ρο από μια απλή πόλη. Ήταν η ψυχή του μακε­δο­νι­κού βασι­λεί­ου, ένα μέρος όπου η ταυ­τό­τη­τα, η πίστη και η πολι­τι­κή φιλο­δο­ξία των Μακε­δό­νων σφυ­ρη­λα­τή­θη­καν κάτω από τη σκιά του Ολύ­μπου. Οι ιερές εκδη­λώ­σεις του Μεγά­λου Αλε­ξάν­δρου πριν από την ασια­τι­κή εκστρα­τεία δεν ήταν απλώς μια πρά­ξη ευσέ­βειας, αλλά η κορυ­φαία στιγ­μή αυτής της μακράς σχέ­σης, μια στιγ­μή που το Δίον λει­τούρ­γη­σε ως η πνευ­μα­τι­κή πύλη για την κατά­κτη­ση του κόσμου. Σήμε­ρα, το Αρχαιο­λο­γι­κό Πάρ­κο και το Μου­σείο του Δίου, απο­τέ­λε­σμα του ακού­ρα­στου έργου του καθη­γη­τή Παντερ­μα­λή και της αρχαιο­λο­γι­κής σκα­πά­νης, μας επι­τρέ­πουν να περ­πα­τή­σου­με στα βήμα­τα των Μακε­δό­νων βασι­λέ­ων και να αισθαν­θού­με τη δόνη­ση ενός τόπου που δια­μόρ­φω­σε την ιστορία.

Βιβλιογραφία

[1] World History Encyclopedia. (2021). Visitor’s Guide to Ancient Dion. https://www.worldhistory.org/article/1748/visitors-guide-to-ancient-dion/

[2] Θου­κυ­δί­δης. Ιστο­ρί­αι, Βιβλίο Δ

[3] Διό­δω­ρος Σικε­λιώ­της. Βιβλιο­θή­κη Ιστο­ρι­κή, 17.16.3–4

[4] Wikipedia. Ολύ­μπια εν Δίω. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%BB%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%B1_%CE%B5%CE%BD_%CE%94%CE%AF%CF%89

[5] Δήμος Δίου-Ολύ­μπου. Αρχαίο Δίον. https://www.dion-olympos.gr/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF-%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CE%BD/

[6] Deutsche Wikipedia. Dion (Makedonien). https://de.wikipedia.org/wiki/Dion_(Makedonien)

[7] Χεί­λων. (2015). Μέγας Αλέ­ξαν­δρος & η κατα­στρο­φή των Θηβών (335 π.Χ). https://chilonas.com/2015/06/21/httpwp-mep1op6y-2iw/

[8] Αρρια­νός. Αλε­ξάν­δρου Ανά­βα­σις, Βιβλίο Α

[9] World History Encyclopedia. (2021). Visitor’s Guide to Ancient Dion. https://www.worldhistory.org/article/1748/visitors-guide-to-ancient-dion/

[10] Δήμος Δίου-Ολύ­μπου. Αρχαίο Δίον. https://www.dion-olympos.gr/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF-%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CE%BD/ [11] Deutsche Wikipedia. Dion (Makedonien). https://de.wikipedia.org/wiki/Dion_(Makedonien)

[12] Δήμος Δίου-Ολύ­μπου. Αρχαίο Δίον. https://www.dion-olympos.gr/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF-%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CE%BD/

[13] Wikipédia française. Dion (cité). https://fr.wikipedia.org/wiki/Dion_(cit%C3%A9)

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like

Comments are closed.