- Διαφήμιση -

Το φως της πέτρας ΜΕΡΟΣ Δ

 Η σιω­πή των γκρί­ζων χρόνων

Μπά­μπης Στέρτσος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ

Κάτω από την Ιτα­λι­κή σημαία

(1941–1943)

Υπάρ­χουν κατο­χές που αρχί­ζουν με κανο­νιο­βο­λι­σμούς και υπάρ­χουν κατο­χές που εγκα­θί­στα­νται αθό­ρυ­βα. Με μια σημαία που αλλά­ζει. Με μια νέα δια­τα­γή. Με ξένες στο­λές στην πλα­τεία. Με μια γλώσ­σα που κανείς δεν κατα­λα­βαί­νει. Έτσι άρχι­σε και η κατο­χή στην Κόνιτσα.

Η άνοι­ξη του 1941 δεν έφε­ρε την ανα­γέν­νη­ση που κάθε χρό­νο υπό­σχο­νταν τα βου­νά της Ηπεί­ρου. Τα χιό­νια έλιω­σαν. Ο Αώος φού­σκω­σε από τα νερά. Οι κερα­σιές άνθι­σαν. Η γη ετοι­μα­ζό­ταν να ξανα­δώ­σει ζωή. Οι άνθρω­ποι όμως είχαν χάσει τη δική τους. Μετά τη γερ­μα­νι­κή εισβο­λή στην Ελλά­δα και τη συν­θη­κο­λό­γη­ση του ελλη­νι­κού στρα­τού, η Ήπει­ρος εντά­χθη­κε στην ιτα­λι­κή ζώνη κατο­χής. Στην Κόνι­τσα εγκα­τα­στά­θη­καν ιτα­λι­κά στρα­τιω­τι­κά τμή­μα­τα. Στην πλα­τεία ακού­γο­νταν πλέ­ον προ­στα­γές στα ιτα­λι­κά. Στα δημό­σια κτί­ρια κυμά­τι­ζε η τρί­χρω­μη σημαία του Βασι­λεί­ου της Ιτα­λί­ας. Η καθη­με­ρι­νό­τη­τα άλλα­ξε μέσα σε λίγες ημέρες.

Οι πρώ­τοι μήνες κύλη­σαν μέσα σε μια παρά­ξε­νη αβε­βαιό­τη­τα. Οι Ιτα­λοί αξιω­μα­τι­κοί προ­σπα­θού­σαν να δεί­χνουν ότι όλα βρί­σκο­νταν υπό έλεγ­χο. Έδι­ναν δια­τα­γές. Κατέ­γρα­φαν απο­θή­κες. Επι­θε­ω­ρού­σαν δρό­μους και γέφυ­ρες. Κατά δια­στή­μα­τα επέ­τασ­σαν ζώα, τρό­φι­μα και οικο­δο­μι­κά υλι­κά για τις ανά­γκες του στρα­τού. Οι κάτοι­κοι εκτε­λού­σαν τις εντο­λές με σκυμ­μέ­νο το κεφά­λι. Όχι από φόβο μόνο. Αλλά για­τί κατα­λά­βαι­ναν πως η επι­βί­ω­ση απαι­τού­σε υπομονή.

Τα καφε­νεία συνέ­χι­σαν να ανοί­γουν. Όμως οι συζη­τή­σεις είχαν αλλά­ξει. Οι άνδρες μιλού­σαν χαμη­λό­φω­να. Κανείς δεν ήξε­ρε ποιος μπο­ρού­σε να ακού­ει. Κανείς δεν ήταν βέβαιος ποιον μπο­ρού­σε να εμπι­στευ­θεί. Οι ειδή­σεις έφθα­ναν από στό­μα σε στό­μα. Από κάποιον βοσκό που είχε κατέ­βει από τον Γράμ­μο. Από έναν αγω­γιά­τη που είχε περά­σει από τα Ιωάν­νι­να. Από έναν δάσκα­λο που είχε ακού­σει κάτι στον δρό­μο. Έτσι κυκλο­φο­ρού­σε τότε η αλήθεια.

Εκεί­νη την επο­χή ήμουν τριά­ντα εννέα χρο­νών. Μεγά­λω­σα λίγα χιλιό­με­τρα μακριά από την Κόνι­τσα. Ο παπ­πούς μου, ο Γεώρ­γιος Γκί­κας, μου είχε μιλή­σει αμέ­τρη­τες φορές για τον Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λο. Δεν τον απο­κα­λού­σε ποτέ «ευερ­γέ­τη». Έλε­γε απλώς: «Ο Μιχα­ήλ.» Σαν να μιλού­σε για κάποιον συγ­γε­νή. Από παι­δί άκου­γα ιστο­ρί­ες για τη Βοστώ­νη. Για το Perkins, για την Έλεν Κέλερ, για τα βιβλία που ταξί­δε­ψαν από την Αμε­ρι­κή στο Πάπι­γκο, για τη μεγά­λη σχο­λή που χτί­στη­κε στην Κόνι­τσα. Όλα αυτά είχαν γίνει κομ­μά­τι της ζωής μου πολύ πριν δω την Ανα­γνω­στο­πού­λειο από κοντά.

Το κλεί­σι­μό της το 1938 είχε πλη­γώ­σει ολό­κλη­ρη την περιο­χή. Κανείς δεν μιλού­σε γι’ αυτό. Όμως όλοι το ένιω­θαν. Ήταν σαν να είχε σβή­σει ένας φάρος. Το κτί­ριο στε­κό­ταν ακό­μη στη θέση του. Περή­φα­νο, αγέ­ρω­χο μα έρη­μο. Κάθε φορά που περ­νού­σα από τον δρό­μο, ένιω­θα πως με καλού­σε. Δεν ήξε­ρα για­τί. Ίσως επει­δή οι πέτρες του κου­βα­λού­σαν ακό­μη τη φωνή εκεί­νων που είχαν πιστέ­ψει στη δύνα­μη της γνώσης.

Ένα από­γευ­μα του Ιου­νί­ου πήρα τον ανη­φο­ρι­κό δρό­μο. Δεν είχα κάποιον ιδιαί­τε­ρο λόγο. Ήθε­λα μόνο να δω τη σχο­λή. Να βεβαιω­θώ πως στε­κό­ταν ακό­μη εκεί. Η βαριά σιδε­ρέ­νια καγκε­λό­πορ­τα ήταν μισά­νοι­χτη. Την έσπρω­ξα απα­λά. Έτρι­ξε. Ο ήχος της έσπα­σε τη σιω­πή. Ήταν σαν να ξυπνού­σε ένα σπί­τι που κοι­μό­ταν χρό­νια. Περ­πά­τη­σα αργά στην αυλή. Τα αγριό­χορ­τα είχαν αρχί­σει να κατα­κτούν τα μονο­πά­τια. Οι τρια­ντα­φυλ­λιές άνθι­ζαν χωρίς κανείς να τις φρο­ντί­ζει. Ο άνε­μος περ­νού­σε μέσα από τις λεύ­κες. Για μια στιγ­μή νόμι­σα πως άκου­σα παι­δι­κές φωνές. Ήταν μόνο ο αέρας ή ίσως οι ανα­μνή­σεις του τόπου;

«Όμορ­φη δεν είναι;»

Η φωνή ήρθε πίσω μου. Γύρι­σα από­το­μα. Ήταν ένας άνδρας λίγο μεγα­λύ­τε­ρός μου. Ψηλός, ηλιο­κα­μέ­νος  με χέρια σκλη­ρά από τη δουλειά.

«Θωμάς», μου είπε απλώ­νο­ντας το χέρι. «Εδώ φοί­τη­σα. Από τα τελευ­ταία παι­διά που πρό­λα­βαν τη σχο­λή πριν κλείσει.»

Χαμο­γέ­λα­σα.

«Στέρ­γιος.»

«Έρχο­μαι καμιά φορά», συνέχισε.

«Δεν μπο­ρώ να τη βλέ­πω να ρημάζει.»

Στά­θη­κα δίπλα του. Κοι­τά­ξα­με μαζί το πέτρι­νο κτί­ριο. Κανείς μας δεν μιλού­σε. Δεν χρεια­ζό­ταν. Μερι­κές σιω­πές λένε περισ­σό­τε­ρα από χίλιες λέξεις.

 

Εκεί­νο το από­γευ­μα δεν γνω­ρί­ζα­με ακό­μη ότι αυτή η συνά­ντη­ση θα άλλα­ζε τη ζωή μας. Ούτε ότι οι πέτρες που κοι­τού­σα­με θα μας ζητού­σαν σύντο­μα κάτι πολύ περισ­σό­τε­ρο από την αγά­πη μας. Θα μας ζητού­σαν θάρ­ρος και θυσία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ

Η Σχο­λή που περίμενε

(1941–1942)

Τα κτί­ρια δεν εγκα­τα­λεί­πο­νται όταν αδειά­ζουν. Εγκα­τα­λεί­πο­νται όταν πάψει να υπάρ­χει κάποιος που να τα θυμάται.”

Η κατο­χή είχε αλλά­ξει τη ζωή των ανθρώ­πων, όχι όμως και τον ρυθ­μό της φύσης. Κάθε άνοι­ξη η Τύμ­φη ντυ­νό­ταν πάλι στα πρά­σι­να. Τα χιό­νια υπο­χω­ρού­σαν αργά από τις κορυ­φές. Ο Αώος κατέ­βαι­νε ορμη­τι­κός, παρα­σύ­ρο­ντας κορ­μούς και πέτρες από τα βου­νά. Τα αμπέ­λια πετού­σαν τα πρώ­τα τους μάτια. Η γη συνέ­χι­ζε να κάνει το χρέ­ος της. Οι άνθρω­ποι όμως είχαν πάψει να πιστεύ­ουν πως το αύριο θα έμοια­ζε με το χθες.

Οι Ιτα­λοί στρα­τιώ­τες είχαν γίνει πια κομ­μά­τι της καθη­με­ρι­νό­τη­τας. Τους έβλε­πες να περι­πο­λούν στην πλα­τεία της Κόνι­τσας. Να στέ­κο­νται στις γέφυ­ρες. Να ζητούν χαρ­τιά από τους δια­βά­τες. Να αγο­ρά­ζουν ψωμί από τον φούρ­νο ή λίγο κρα­σί από τα καπη­λειά. Άλλοι ήταν σκλη­ροί και αλα­ζό­νες. Άλλοι έμοια­ζαν περισ­σό­τε­ρο με κου­ρα­σμέ­να παι­διά που βρέ­θη­καν πολύ μακριά από τα σπί­τια τους. Οι περισ­σό­τε­ροι χωρι­κοί απέ­φευ­γαν να τους κοι­τούν στα μάτια. Δεν υπήρ­χε μίσος σε κάθε βλέμ­μα. Υπήρ­χε όμως μια από­στα­ση που δεν μπο­ρού­σε να γεφυ­ρω­θεί. Για­τί ο ένας φορού­σε τη στο­λή του κατα­κτη­τή και ο άλλος κου­βα­λού­σε τη σιω­πή του κατακτημένου.

Η ζωή συνε­χι­ζό­ταν δύσκο­λα. Το ψωμί λιγό­στευε. Το λάδι φυλασ­σό­ταν σαν χρυ­σά­φι. Οι οικο­γέ­νειες μάθαι­ναν να ζουν με λιγό­τε­ρα. Στα σπί­τια δεν πετιό­ταν τίπο­τε. Ένα κομ­μά­τι ψωμί μπο­ρού­σε να γίνει το δεί­πνο μιας ολό­κλη­ρης οικο­γέ­νειας. Κανείς όμως δεν παρα­πο­νιό­ταν δυνα­τά. Οι άνθρω­ποι της Ηπεί­ρου είχαν μάθει να αντέχουν.

Κι εγώ συνέ­χι­ζα να ανε­βαί­νω προς τη σχο­λή. Σχε­δόν κάθε Κυρια­κή. Μερι­κές φορές και μέσα στην εβδο­μά­δα, όταν τελεί­ω­να νωρίς τις δου­λειές στα χωρά­φια. Δεν μου το είχε ζητή­σει κανείς. Δεν είχα διο­ρι­στεί φύλα­κας. Ούτε υπήρ­χε κάποια υπο­χρέ­ω­ση. Ήταν κάτι που ένιω­θα πως όφει­λα να κάνω σαν να με καλού­σε το ίδιο το κτίριο.

 

Την πρώ­τη φορά που  είχα περά­σει την καγκε­λό­πορ­τα, η αυλή είχε γεμί­σει αγριό­χορ­τα. Οι πλά­κες του μονο­πα­τιού μόλις που δια­κρί­νο­νταν. Τα τρια­ντά­φυλ­λα είχαν αγριέ­ψει. Κάποια κλα­διά είχαν σπά­σει από τα χιό­νια. Έσκυ­ψα χωρίς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη. Άρχι­σα να καθα­ρί­ζω. Έκο­ψα τα βάτα. Μάζε­ψα τις πέτρες που είχαν κυλή­σει από την πλα­γιά. Άνοι­ξα τα λού­κια που είχαν φρά­ξει. Δεν ήξε­ρα για­τί το έκα­να. Μόνο πως δεν άντε­χα να βλέ­πω τη σχο­λή να παρα­δί­δε­ται στην εγκατάλειψη.

Λίγες ημέ­ρες αργό­τε­ρα εμφα­νί­στη­κε ο Θωμάς. Στά­θη­κε στην είσο­δο και με παρα­κο­λου­θού­σε χωρίς να μιλά. Όταν τελεί­ω­σα, χαμογέλασε.

«Δεν θα τα κατα­φέ­ρεις μόνος.»

Τον κοί­τα­ξα απο­ρη­μέ­νος. «Να κατα­φέ­ρω τι;»

«Να νική­σεις τον χρόνο.»

Έσκυ­ψε, πήρε μια τσά­πα και άρχι­σε κι εκεί­νος να καθα­ρί­ζει τα χόρ­τα. Από εκεί­νη τη μέρα δεν ξανα­νέ­βη­κα ποτέ μόνος.

Ο Θωμάς γνώ­ρι­ζε τη σχο­λή καλύ­τε­ρα από οποιον­δή­πο­τε. Είχε υπάρ­ξει μαθη­τής της. Περ­πα­τού­σε στους δια­δρό­μους σαν να επέ­στρε­φε στο πατρι­κό του σπί­τι. «Εδώ ήταν το εργα­στή­ριο.» «Εκεί κοι­μό­μα­σταν.» «Αυτό το αμπέ­λι το είχα­με φυτέ­ψει μόνοι μας.» Κάθε γωνιά έκρυ­βε και μια ανά­μνη­ση. Κάθε πέτρα είχε μια ιστο­ρία. Κι εγώ τον άκου­γα σαν μαθητής.

Ένα από­γευ­μα μπή­κα­με στη μεγά­λη βιβλιο­θή­κη. Η σκό­νη είχε καλύ­ψει τα πάντα. Το φως έμπαι­νε από τις γρί­λιες και σχη­μά­τι­ζε λωρί­δες μέσα στον αέρα. Τα βιβλία στέ­κο­νταν ακί­νη­τα στα ράφια. Σαν να περί­με­ναν κάποιον να τα ανοί­ξει ξανά. Ο Θωμάς πέρα­σε το χέρι του απα­λά πάνω από μια δερ­μα­τό­δε­τη ράχη.

«Ξέρεις τι είναι το πιο παράξενο;»

«Τι;»

«Τα βιβλία δεν παρα­πο­νιού­νται ποτέ.»

«Περι­μέ­νουν.»

Η φρά­ση του έμει­νε μέσα μου για χρόνια.

 

Τις Κυρια­κές αρχί­σα­με να φρο­ντί­ζου­με ό,τι μπο­ρού­σε ακό­μη να σωθεί. Λαδώ­να­με τους μεντε­σέ­δες. Κλεί­να­με παν­τζού­ρια που χτυ­πού­σαν στον αέρα, μαζεύ­α­με τα σπα­σμέ­να τζά­μια, σκε­πά­ζα­με με λινά­τσες όσα έπι­πλα είχαν απο­μεί­νει. Δεν ξέρα­με αν η σχο­λή θα άνοι­γε ποτέ ξανά. Όμως αρνιό­μα­σταν να την αφή­σου­με να πεθάνει.

Ένα από­γευ­μα ξέσπα­σε δυνα­τή καται­γί­δα. Η βρο­χή χτυ­πού­σε τη στέ­γη με δύνα­μη. Ξαφ­νι­κά ακού­στη­κε ένας υπό­κω­φος θόρυ­βος. Ένα κερα­μί­δι είχε υπο­χω­ρή­σει. Το νερό άρχι­σε να στά­ζει στο επά­νω πάτωμα.

«Πρέ­πει να δού­με από πού μπαί­νει», είπε ο Θωμάς.

Ανε­βή­κα­με μια στε­νή ξύλι­νη σκά­λα που δεν είχα προ­σέ­ξει ποτέ. Οδη­γού­σε στη σοφίτα.

Ήταν ένας χαμη­λο­τά­βα­νος χώρος· σκο­τει­νός, γεμά­τος παλιά δοκά­ρια. Σκό­νη, αρά­χνες, ξύλι­να κιβώ­τια, σπα­σμέ­να θρα­νία και μια μικρή στρογ­γυ­λή θυρί­δα που έβλε­πε προς την κοι­λά­δα του Αώου. Δεν μεί­να­με πολ­λή ώρα. Ανε­βά­σα­με λίγα κερα­μί­δια, στα­μα­τή­σα­με τη διαρ­ροή και κατε­βή­κα­με ξανά. Δεν μπο­ρού­σα τότε να φαντα­στώ ότι εκεί­νος ο λησμο­νη­μέ­νος χώρος θα γινό­ταν αργό­τε­ρα το ασφα­λέ­στε­ρο κατα­φύ­γιο της ιστο­ρί­ας της σχολής.

Καθώς φεύ­γα­με, στά­θη­κα για λίγο στην είσο­δο. Ακού­μπη­σα το χέρι μου στην κρύα πέτρα.

«Κάνε λίγο ακό­μη υπο­μο­νή», ψιθύ­ρι­σα. «Θα έρθουν καλύ­τε­ρες μέρες.»

Ο Θωμάς με κοί­τα­ξε χωρίς να μιλή­σει. Ίσως να πίστευε ότι μιλού­σα μόνος μου. Ίσως πάλι να κατα­λά­βαι­νε πως μερι­κές φορές οι άνθρω­ποι έχουν ανά­γκη να δίνουν κου­ρά­γιο όχι μόνο ο ένας στον άλλον, αλλά και στα ίδια τα μέρη που αγαπούν.

Δεν γνω­ρί­ζα­με ακό­μη ότι οι δυσκο­λό­τε­ρες ημέ­ρες δεν είχαν έρθει. Στα βου­νά της Ηπεί­ρου η Αντί­στα­ση δυνά­μω­νε. Οι Ιτα­λοί έδει­χναν ολο­έ­να πιο ανή­συ­χοι και στην Ευρώ­πη ο πόλε­μος άρχι­ζε να αλλά­ζει πορεία. Μακριά από την Κόνι­τσα λαμ­βά­νο­νταν απο­φά­σεις που πολύ σύντο­μα θα έφτα­ναν μέχρι την πέτρι­νη σχο­λή και τότε τίπο­τε δεν θα ήταν πια το ίδιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΒΔΟΜΟ

Το καλο­καί­ρι της αβεβαιότητας

(Άνοι­ξη – Καλο­καί­ρι 1943)

«Πριν από κάθε μεγά­λη καται­γί­δα υπάρ­χει μια παρά­ξε­νη ησυ­χία. Είναι η στιγ­μή που η ιστο­ρία κρα­τά την ανά­σα της.»

Η άνοι­ξη του 1943 βρή­κε την Κόνι­τσα κου­ρα­σμέ­νη. Δύο χρό­νια κατο­χής είχαν αφή­σει το απο­τύ­πω­μά τους σε κάθε σπί­τι, στα πρό­σω­πα των ανθρώ­πων, στα άδεια ράφια και κατώ­για. Στις κου­βέ­ντες που γίνο­νταν ψιθυ­ρι­στά. Η πεί­να δεν είχε πάρει τις δια­στά­σεις που γνώ­ρι­σαν άλλες περιο­χές της Ελλά­δας, όμως οι στε­ρή­σεις ήταν καθη­με­ρι­νές. Το ψωμί λιγό­στευε. Το αλεύ­ρι μετριό­ταν με προ­σο­χή. Το λάδι φυλασ­σό­ταν σαν οικο­γε­νεια­κό κει­μή­λιο. Κανείς δεν ήξε­ρε τι θα έφερ­νε η επό­με­νη μέρα

Οι Ιτα­λοί κλε­φτο­κο­τά­δες, μπαί­ναν στα σπί­τια και έπαιρ­ναν τις λιγο­στές προ­μή­θειες των χωρι­κών. Δεν ήταν οι σκλη­ρο­τρά­χη­λοι και πει­θαρ­χη­μέ­νοι γερ­μα­νοί που ήρθαν αργό­τε­ρα. Τους άρε­σαν το κρα­σί , οι κιθά­ρες τους και να περ­νά­νε καλά. Παρό­λα αυτά εξα­κο­λου­θού­σαν να διοι­κούν την περιο­χή. Οι περι­πο­λί­ες τους είχαν γίνει μέρος της καθη­με­ρι­νό­τη­τας. Στην αρχή περ­νού­σαν με αυτο­πε­ποί­θη­ση από τους δρό­μους. Τώρα όμως κάτι είχε αλλά­ξει. Οι στο­λές τους έμοια­ζαν πιο φθαρ­μέ­νες, τα πρό­σω­πά τους πιο κου­ρα­σμέ­να, οι κου­βέ­ντες τους πιο νευ­ρι­κές. Οι ειδή­σεις από το μέτω­πο της Βόρειας Αφρι­κής δεν ήταν καλές για την Ιτα­λία. Το ίδιο συνέ­βαι­νε και στη Σικε­λία. Ο πόλε­μος γύρι­ζε σιγά σιγά ενα­ντί­ον του Άξο­να. Οι στρα­τιώ­τες το κατα­λά­βαι­ναν πριν ακό­μη το παρα­δε­χθούν οι διοι­κη­τές τους.

 

Στα καφε­νεία της Κόνι­τσας οι άνθρω­ποι άκου­γαν κρυ­φά ξένους ραδιο­φω­νι­κούς σταθ­μούς. Ένα παλιό ραδιό­φω­νο, κρυμ­μέ­νο πίσω από σακιά με καλα­μπό­κι, είχε γίνει το πολυ­τι­μό­τε­ρο αντι­κεί­με­νο του χωριού. Τα βρά­δια, με τα παν­τζού­ρια κλει­στά, λίγοι έμπι­στοι συγκε­ντρώ­νο­νταν γύρω του. Η φωνή έφτα­νε πνιγ­μέ­νη από τα παρά­σι­τα. Άλλο­τε από το Λον­δί­νο. Άλλο­τε από το Κάι­ρο. Κάθε είδη­ση ταξί­δευε την επό­με­νη μέρα από στό­μα σε στόμα.

«Οι Σύμ­μα­χοι προχωρούν…»

«Οι Ιτα­λοί υποχωρούν…»

«Κάτι αλλά­ζει…»

Κανείς όμως δεν ήξε­ρε πότε αυτή η αλλα­γή θα έφτα­νε μέχρι την Ήπειρο.

Ο Θωμάς κι εγώ συνε­χί­ζα­με να ανε­βαί­νου­με στη σχο­λή. Δεν το είχα­με συμ­φω­νή­σει. Έγι­νε συνή­θεια. Σχε­δόν τελε­τουρ­γία. Κάθε Κυρια­κή. Κάθε φορά που βρί­σκα­με λίγες ώρες ελεύ­θε­ρες. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος είχε πάψει να είναι ένα εγκα­τα­λε­λειμ­μέ­νο κτί­ριο. Είχε γίνει ευθύνη.

Εκεί­νο το καλο­καί­ρι καθί­σα­με πολ­λές φορές στα πέτρι­να σκα­λιά της κεντρι­κής εισό­δου. Από εκεί η θέα άνοι­γε προς τον κάμπο και τον Αώο όταν το πρω­ϊ­νό πού­σι υπο­χω­ρού­σε. Οι σκιές των σύν­νε­φων κυλού­σαν αργά πάνω στα χωρά­φια. Ο Θωμάς έμε­νε συχνά σιω­πη­λός. Ύστε­ρα είπε κάτι που δεν ξέχα­σα ποτέ.

«Ξέρεις τι φοβά­μαι περισσότερο;»

«Τι;»

«Όχι ότι θα πέσει το κτίριο.»

Γύρι­σε και κοί­τα­ξε τη σχολή.

«Φοβά­μαι μήπως κάπο­τε δεν υπάρ­χει κανείς να θυμά­ται για­τί χτίστηκε.»

Τα λόγια του έμει­ναν μέσα μου. Εκεί­νη τη στιγ­μή κατά­λα­βα πως οι πέτρες δεν χρειά­ζο­νται μόνο μάστο­ρες. Χρειά­ζο­νται και ανθρώ­πους που θα θυμούνται.

Μια μέρα βρή­κα­με την εξώ­πορ­τα μισά­νοι­χτη. Στα­θή­κα­με ακί­νη­τοι. Κάποιος είχε μπει. Οι καρέ­κλες ήταν ανα­κα­τε­μέ­νες. Ένα τζά­μι είχε σπά­σει. Μερι­κά χάλ­κι­να σκεύη είχαν εξα­φα­νι­στεί. Δεν ήταν οι Ιτα­λοί. Ήταν πλια­τσι­κο­λό­γοι. Άνθρω­ποι που έβλε­παν το εγκα­τα­λε­λειμ­μέ­νο κτί­ριο σαν εύκο­λη λεία. Ο Θωμάς έσκυ­ψε και σήκω­σε ένα σπα­σμέ­νο κάδρο.

«Αν δεν προ­σέ­ξου­με», είπε, «δεν θα μεί­νει τίποτε.»

Εκεί­νη τη μέρα βάλα­με για πρώ­τη φορά λου­κέ­το στην κεντρι­κή πόρ­τα. Δεν είχα­με εξου­σιο­δό­τη­ση. Είχα­με όμως συνείδηση.

Λίγες εβδο­μά­δες αργό­τε­ρα εμφα­νί­στη­κε ένας ηλι­κιω­μέ­νος άνδρας. Περ­πα­τού­σε αργά, κρα­τώ­ντας μπα­στού­νι. Στά­θη­κε για ώρα μπρο­στά στο κτίριο.

«Εδώ φοί­τη­σε ο γιος μου», είπε. «Σήμε­ρα καλ­λιερ­γεί τη γη καλύ­τε­ρα απ’ ό,τι εγώ.» Χάι­δε­ψε τον πέτρι­νο τοί­χο. «Αυτό το σχο­λείο δεν έμα­θε μόνο γεωρ­γία. Έμα­θε στους ανθρώ­πους να αγα­πούν τον τόπο τους.» Έφυ­γε χωρίς να πει τίπο­τε άλλο. Τον κοι­τού­σα­με ώσπου χάθη­κε στον δρόμο.

Το καλο­καί­ρι προ­χω­ρού­σε. Η ζέστη βάραι­νε στον κάμπο. Τα τζι­τζί­κια γέμι­ζαν τον αέρα. Κι όμως, πίσω από αυτή την καλο­και­ρι­νή γαλή­νη υπήρ­χε μια αδιό­ρα­τη ανη­συ­χία. Οι Ιτα­λοί στρα­τιώ­τες άρχι­σαν να μιλούν όλο και πιο συχνά για τις οικο­γέ­νειές τους. Κάποιοι ζητού­σαν από τους χωρι­κούς να τους ανταλ­λά­ξουν τρό­φι­μα με προ­σω­πι­κά αντι­κεί­με­να. Άλλοι κοι­τού­σαν διαρ­κώς προς τον δρό­μο που ερχό­ταν από τα Ιωάν­νι­να. Σαν να περί­με­ναν κάποια είδη­ση. Και η είδη­ση πράγ­μα­τι ερχό­ταν. Όχι ακό­μη στην Κόνι­τσα. Αλλά πλησίαζε.

Το βρά­δυ της 8ης Σεπτεμ­βρί­ου 1943 η Ευρώ­πη άλλα­ξε ξανά. Στην Ιτα­λία, η κυβέρ­νη­ση του στρα­τάρ­χη Πιέ­τρο Μπα­ντό­λιο ανα­κοί­νω­σε την ανα­κω­χή με τους Συμ­μά­χους. Η είδη­ση έφτα­σε στην Ήπει­ρο σαν αστρα­πή. Κανείς δεν ήξε­ρε ακό­μη τι θα ακο­λου­θού­σε. Ούτε οι Ιτα­λοί. Ούτε οι Έλλη­νες. Ούτε οι αντάρ­τες που παρα­κο­λου­θού­σαν τις εξε­λί­ξεις από τα βου­νά. Όμως όλοι κατα­λά­βαι­ναν ένα πράγ­μα. Η κατο­χή έμπαι­νε σε μια νέα, πολύ πιο επι­κίν­δυ­νη φάση.

Εκεί­νο το βρά­δυ, καθώς έκλει­να πίσω μου την πόρ­τα της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου, γύρι­σα για μια στιγ­μή και κοί­τα­ξα το πέτρι­νο κτί­ριο. Για πρώ­τη φορά ένιω­σα ότι δεν κιν­δύ­νευε πια από την εγκα­τά­λει­ψη. Κιν­δύ­νευε από την ίδια την Ιστο­ρία Και η Ιστο­ρία, όταν απο­φα­σί­ζει να περά­σει από έναν τόπο, δεν ρωτά ποτέ αν οι άνθρω­ποι είναι έτοιμοι.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ

Η σκιά του αετού

(Σεπτέμ­βριος 1943)

«Υπάρ­χουν αυτο­κρα­το­ρί­ες που καταρ­ρέ­ουν μέσα σε μια μέρα. Μα ο φόβος που αφή­νουν πίσω τους μπο­ρεί να κρα­τή­σει χρόνια.»

Το πρωί της 9ης Σεπτεμ­βρί­ου 1943 η Κόνι­τσα ξύπνη­σε δια­φο­ρε­τι­κή. Κανείς δεν είχε ακού­σει κανο­νιο­βο­λι­σμούς. Κανείς δεν είχε δει μάχες. Κι όμως, όλα είχαν αλλά­ξει. Η είδη­ση είχε φτά­σει από τα Γιάν­νε­να σαν ψίθυ­ρος που γρή­γο­ρα έγι­νε βεβαιό­τη­τα. Η Ιτα­λία είχε συν­θη­κο­λο­γή­σει. Ο Μου­σο­λί­νι δεν κυβερ­νού­σε πια. Ο στρα­τάρ­χης Μπα­ντό­λιο είχε υπο­γρά­ψει ανα­κω­χή με τους Συμ­μά­χους. Οι στρα­τιώ­τες που μέχρι χθες ήταν κατα­κτη­τές δεν ήξε­ραν πλέ­ον ποιον υπηρετούσαν.

Στην πλα­τεία της Κόνι­τσας οι Ιτα­λοί αξιω­μα­τι­κοί έμπαι­ναν και έβγαι­ναν ανή­συ­χοι από το διοι­κη­τή­ριο. Οι δια­τα­γές έφτα­ναν αντι­κρουό­με­νες. Άλλοι έλε­γαν να αντι­στα­θούν. Άλλοι να παρα­δώ­σουν τον οπλι­σμό. Άλλοι να προ­σπα­θή­σουν να δια­φύ­γουν προς τα Ιωάν­νι­να. Η αβε­βαιό­τη­τα ήταν χει­ρό­τε­ρη από τη βεβαιό­τη­τα του πολέμου.

Οι Κονι­τσιώ­τες παρα­κο­λου­θού­σαν σιω­πη­λοί. Δεν πανη­γύ­ρι­ζαν. Είχαν μάθει ότι στην κατο­χή τίπο­τε δεν τελειώ­νει τόσο εύκο­λα. Κάτι άλλο ερχό­ταν. Το αισθά­νο­νταν όλοι. Κανείς όμως δεν μπο­ρού­σε ακό­μη να του δώσει όνομα.

Τις ίδιες ημέ­ρες τα βου­νά γέμι­σαν κίνη­ση. Μικρές ομά­δες ανταρ­τών κατέ­βαι­ναν από τα λημέ­ρια τους. Άλλες πλη­σί­α­ζαν ιτα­λι­κά φυλά­κια για να δια­πραγ­μα­τευ­τούν την παρά­δο­ση όπλων. Άλλες συγκρού­ο­νταν με μονά­δες που αρνού­νταν να παρα­δο­θούν. Η Ήπει­ρος ζού­σε ώρες που άλλα­ζαν την ιστο­ρία της.

Ο Θωμάς με βρή­κε νωρίς το πρωί.

«Δεν θα αργήσουν.»

«Ποιοι;»

Δεν χρειά­στη­κε να απα­ντή­σει. Το βλέμ­μα του έλε­γε όσα δεν τολ­μού­σαν ακό­μη να πουν οι λέξεις. Οι Γερμανοί.

Ανε­βή­κα­με μαζί προς τη σχο­λή. Όχι για να δου­λέ­ψου­με. Αλλά για­τί νιώ­θα­με πως έπρε­πε να βρε­θού­με εκεί. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος έμοια­ζε να περι­μέ­νει κι αυτή. Ο αέρας φυσού­σε ανά­με­σα στα κυπα­ρίσ­σια. Τα παρά­θυ­ρα έτρι­ζαν. Σαν να προειδοποιούσαν.

Περ­πα­τή­σα­με αργά στους δια­δρό­μους. Όλα βρί­σκο­νταν στη θέση τους. Τα βιβλία, τα θρα­νία, οι χάρ­τες, τα εργα­στή­ρια, η μεγά­λη αίθου­σα, το πορ­τρέ­το του Μιχα­ήλ. Τίπο­τε δεν είχε αλλά­ξει. Κι όμως όλα έμοια­ζαν διαφορετικά.

«Αν έρθουν εδώ;» ρώτησα.

Ο Θωμάς δεν απά­ντη­σε αμέ­σως. Πλη­σί­α­σε τη βιβλιο­θή­κη. Άγγι­ξε τις ράχες των βιβλίων.

«Τότε δεν θα κιν­δυ­νεύ­σουν μόνο οι πέτρες.» Στα­μά­τη­σε. «Θα κιν­δυ­νεύ­σει όλη η μνή­μη αυτού του τόπου.»

Εκεί­νη η φρά­ση έμει­νε να αιω­ρεί­ται μέσα στη βιβλιο­θή­κη. Για πρώ­τη φορά δεν κοι­τού­σα τα βιβλία σαν αντι­κεί­με­να. Τα έβλε­πα σαν ζωντα­νές μαρ­τυ­ρί­ες, σαν ανθρώ­πους που δεν μπο­ρού­σαν να υπε­ρα­σπι­στούν τον εαυ­τό τους.

Τρεις ημέ­ρες αργό­τε­ρα ακού­στη­κε ο πρώ­τος υπό­κω­φος θόρυ­βος από τον δρό­μο των Ιωαν­νί­νων. Δεν ήταν καμπά­νες. Δεν ήταν άμα­ξες. Ήταν μηχα­νές, βαριές, μεταλ­λι­κές, συντο­νι­σμέ­νες μετα­ξύ τους σε διά­τα­ξη μάχης. Ολό­κλη­ρη η κοι­λά­δα έμοια­ζε να δονεί­ται. Βγή­κα­με έξω. Στα­θή­κα­με ψηλά, στο πλά­τω­μα της σχο­λής. Από εκεί βλέ­πα­με τον δρό­μο να κατη­φο­ρί­ζει προς την πόλη και τότε τους είδαμε.

Στην αρχή ξεχώ­ρι­σαν μόνο οι στή­λες της σκό­νης. Ύστε­ρα φάνη­καν τα πρώ­τα οχή­μα­τα. Μετά οι μοτο­σι­κλέ­τε­ςμ τα φορτηγά,τα τεθω­ρα­κι­σμέ­να και τέλος οι στρα­τιώ­τες. Με τις γκρι­ζο­πρά­σι­νες στο­λές τους, με τα ατσά­λι­να κρά­νη με τον μαύ­ρο αετό χαραγ­μέ­νο στα οχή­μα­τα. Η Βέρ­μαχτ είχε φτά­σει στην Κόνιτσα

Κανείς δεν μίλη­σε. Οι Ιτα­λοί είχαν φύγει. Η νέα κατο­χή άρχι­ζε. Και όσοι είχαν γνω­ρί­σει και τους δύο κατα­κτη­τές κατά­λα­βαν αμέ­σως ότι οι μέρες που έρχο­νταν θα ήταν πολύ πιο δύσκο­λες. Οι Γερ­μα­νοί δεν ήρθαν για να διοι­κή­σουν. Ήρθαν για να ελέγ­ξουν, να κατα­στεί­λουν. Να εκδι­κη­θούν κάθε πρά­ξη αντίστασης.

Το ίδιο βρά­δυ δεν κατά­φε­ρα να κοι­μη­θώ. Σκε­φτό­μουν τη σχο­λή, τη βιβλιο­θή­κη, τα χει­ρό­γρα­φα, τα παλιά τετρά­δια, τις επι­στο­λές, τα κατά­στι­χα, τις κατα­γρα­φές των πρώ­των χρό­νων. Αν οι Γερ­μα­νοί απο­φά­σι­ζαν να εγκα­τα­στα­θούν εκεί, όλα μπο­ρού­σαν να χαθούν μέσα σε λίγες ώρες.

Πριν ακό­μη ξημε­ρώ­σει, πήρα τον δρό­μο προς την Ανα­γνω­στο­πού­λειο.  Ο Θωμάς με περί­με­νε ήδη στην πύλη. Δεν χρειά­στη­κε να ανταλ­λά­ξου­με πολ­λές κου­βέ­ντες. «Ήρθε η ώρα;» με ρώτη­σε. Κοί­τα­ξα το πέτρι­νο κτί­ριο. Ύστε­ρα τη μικρή ξύλι­νη σκά­λα που οδη­γού­σε στη σοφί­τα. Για πρώ­τη φορά δεν την είδα σαν έναν ξεχα­σμέ­νο χώρο. Την είδα σαν κατα­φύ­γιο. Σαν το τελευ­ταίο ασφα­λές μέρος όπου μπο­ρού­σε να σωθεί η ψυχή της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου. Έγνε­ψα καταφατικά.

«Ναι, Θωμά», είπα. «Από σήμε­ρα δεν φυλά­με μόνο ένα σχο­λείο. Φυλά­με τη μνή­μη ενός ανθρώ­που και το όνει­ρό του.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΝΑΤΟ

Η Σοφί­τα της Μνήμης

Μερι­κές φορές οι πιο μεγά­λες μάχες δίνο­νται χωρίς πυροβολισμούς.”

Οι πρώ­τες ημέ­ρες της γερ­μα­νι­κής κατο­χής κύλη­σαν αργά. Η Κόνι­τσα έμοια­ζε να κρα­τά την ανα­πνοή της. Οι κάτοι­κοι απέ­φευ­γαν τις πολ­λές κου­βέ­ντες. Τα παρά­θυ­ρα σφρά­γι­ζαν νωρίς. Η πλα­τεία άδεια­ζε πριν ακό­μη πέσει το σκο­τά­δι. Μόνο οι βαριές μηχα­νές των γερ­μα­νι­κών φορ­τη­γών ακού­γο­νταν κάθε τόσο να δια­σχί­ζουν τους δρό­μους της πόλης. Στην Επά­νω Κόνι­τσα, τα μεγά­λα αρχο­ντι­κά είχαν ήδη επι­τα­χθεί για να στε­γά­σουν το γερ­μα­νι­κό φρου­ραρ­χείο και τους αξιω­μα­τι­κούς. Στο πέτρι­νο γεφύ­ρι του Αώου υπήρ­χε πλέ­ον μόνι­μο φυλά­κιο. Οι στρα­τιώ­τες έλεγ­χαν κάθε πέρα­σμα προς την Τύμ­φη και τα χωριά της Πίν­δου. Η κατο­χή είχε απο­κτή­σει άλλο πρό­σω­πο. Πιο ψυχρό, πιο μεθο­δι­κό, πιο επικίνδυνο.

Ο Θωμάς κι εγώ συνε­χί­ζα­με να ανε­βαί­νου­με στην Ανα­γνω­στο­πού­λειο. Όχι τόσο συχνά όσο παλιό­τε­ρα. Ούτε από τον ίδιο δρό­μο. Άλλο­τε συνα­ντιό­μα­σταν στην άκρη του κάμπου. Άλλο­τε πίσω από τα παλιά αμπέ­λια. Κανείς δεν μας είχε απα­γο­ρεύ­σει να πηγαί­νου­με στη σχο­λή. Κανείς όμως δεν ήθε­λε να κινή­σει την περιέρ­γεια των Γερ­μα­νών. Το μεγά­λο πέτρι­νο συγκρό­τη­μα μπο­ρού­σε από τη μια μέρα στην άλλη να επι­τα­χθεί. Το γνωρίζαμε.

Εκεί­νο το από­γευ­μα βρή­κα­με έναν ηλι­κιω­μέ­νο άνδρα να στέ­κε­ται μπρο­στά στη βιβλιο­θή­κη. Δεν έδει­χνε ξένος. Έμοια­ζε σαν να είχε επι­στρέ­ψει στο σπί­τι του. Ο Θωμάς τον χαι­ρέ­τη­σε πρώ­τος. «Καλη­σπέ­ρα, μπάρ­μπα Δημή­τρη.» Ο γέρο­ντας χαμο­γέ­λα­σε. Ήταν ο Δημή­τριος Ράγ­γας. Το όνο­μά του το είχα ακού­σει από μικρό παι­δί. Οι παλιοί μαθη­τές μιλού­σαν γι’ αυτόν με σεβα­σμό. Είχε υπάρ­ξει ο άνθρω­πος της καθη­με­ρι­νό­τη­τας της σχο­λής. Άνοι­γε τις αίθου­σες. Φρό­ντι­ζε τα εργα­στή­ρια. Μοί­ρα­ζε στα παι­διά τα βιβλία, τα τετρά­δια και εκεί­να τα χάρ­τι­να χωνά­κια με την κοριν­θια­κή στα­φί­δα που έμε­ναν αξέ­χα­στα σε όσους φοί­τη­σαν εκεί. Ήξε­ρε τη σχο­λή καλύ­τε­ρα από οποιονδήποτε.

«Σας παρα­κο­λου­θώ μέρες τώρα», είπε ήρε­μα. «Βλέ­πω πως έρχε­στε χωρίς να κάνε­τε θόρυβο.»

Ο Θωμάς χαμογέλασε.«Δεν θέλου­με να νομί­σουν πως υπάρ­χει κάτι πολύ­τι­μο εδώ.»

Ο Ράγ­γας κού­νη­σε αργά το κεφά­λι. «Υπάρ­χει.»

Πλη­σί­α­σε ένα από τα μεγά­λα ξύλι­να ερμά­ρια της βιβλιο­θή­κης. Δεν στά­θη­κε στα ράφια με τα γεω­πο­νι­κά βιβλία. Άνοι­ξε το χαμη­λό­τε­ρο ντου­λά­πι. Έβγα­λε έναν μεγά­λο δερ­μα­τό­δε­το τόμο. Τον ακού­μπη­σε πάνω στο τραπέζι.

«Ξέρε­τε τι είναι;»

Ο Θωμάς προ­σπά­θη­σε να μαντέψει.

«Κάποιο βιβλίο λογιστικής;»

Ο γέρο­ντας χαμογέλασε.

«Όχι.»

Άνοι­ξε προ­σε­κτι­κά τις κιτρι­νι­σμέ­νες σελί­δες. Ήταν το πρώ­το μαθη­το­λό­γιο της σχο­λής. Δίπλα στα ονό­μα­τα των μαθη­τών υπήρ­χαν οι τόποι κατα­γω­γής τους. Οι βαθ­μοί τους. Παρα­τη­ρή­σεις των καθη­γη­τών. Μια ολό­κλη­ρη γενιά βρι­σκό­ταν μέσα σε εκεί­νες τις σελίδες.

Από άλλο ερμά­ριο έβγα­λε έναν δεύ­τε­ρο τόμο.

«Τα πρα­κτι­κά του Διοι­κη­τι­κού Συμβουλίου.»

Μετά έναν φάκε­λο δεμέ­νο με κορδέλα.

«Η αλλη­λο­γρα­φία με τη Βοστόνη.»

Έναν ακό­μη.

«Οι κατά­λο­γοι της βιβλιοθήκης.»

Κι έπει­τα τα βιβλία υλι­κού των εργαστηρίων.Εκεί κατα­γρά­φο­νταν τα εργα­λεία της οινο­ποι­ί­ας, της μελισ­σο­κο­μί­ας, της γαλα­κτο­κο­μί­ας. Όλα όσα είχαν στα­λεί κάπο­τε από την Αμε­ρι­κή για να γίνει η Ανα­γνω­στο­πού­λειος μια σχο­λή πρότυπο.

Έμει­να σιω­πη­λός. Μέχρι εκεί­νη τη στιγ­μή πίστευα πως η ιστο­ρία της σχο­λής βρι­σκό­ταν στους πέτρι­νους τοί­χους της. Έκα­να λάθος. Η ιστο­ρία της βρι­σκό­ταν μέσα σε αυτά τα χαρ­τιά. Στις υπο­γρα­φές, στις σφραγίδες,σ τις απο­φά­σεις, στις επι­στο­λές που είχαν ταξι­δέ­ψει από τη Βοστό­νη ως την Ήπειρο.

Ο Ράγ­γας έκλει­σε αργά το τελευ­ταίο ερμάριο.

«Τα βιβλία, αν χαθούν, ίσως κάπο­τε ξανατυπωθούν.»

Ακού­μπη­σε το χέρι του πάνω στα κατάστιχα.

«Αυτά όμως δεν ξανα­γρά­φο­νται ποτέ.»

Η φωνή του χαμή­λω­σε ακό­μη περισσότερο.

«Αν χαθούν αυτά, δεν θα χαθεί μόνο η σχο­λή.» «Θα χαθεί η μνή­μη της.»

Έξω ακού­στη­κε ο θόρυ­βος μιας γερ­μα­νι­κής μοτο­σι­κλέ­τας. Περι­μέ­να­με να απο­μα­κρυν­θεί. Ύστε­ρα ο Ράγ­γας μας έκα­νε νόη­μα να τον ακο­λου­θή­σου­με. Ανε­βή­κα­με στη σοφί­τα. Την είχα­με ξανα­δεί. Γνω­ρί­ζα­με ήδη τον χώρο. Εκεί­νος όμως κατευ­θύν­θη­κε στο πιο απο­μα­κρυ­σμέ­νο σημείο της στέ­γης. Μετα­κί­νη­σε δύο παλιά ξύλι­να κιβώ­τια. Πίσω τους απο­κα­λύ­φθη­κε μια στε­νή, στε­γνή εσο­χή ανά­με­σα στους πέτρι­νους τοί­χους και τα ξύλι­να δοκάρια.

«Οι μάστο­ρες την είχαν φτιά­ξει για να προ­στα­τεύ­ουν σχέ­δια και πολύ­τι­μα έγγρα­φα από την υγρα­σία», είπε. «Σχε­δόν κανείς δεν τη θυμά­ται πια.»

Έσκυ­ψα και πέρα­σα μέσα. Ο χώρος δεν ήταν μεγά­λος. Ήταν όμως στε­γνός. Ασφα­λής και αόρα­τος από οποιον­δή­πο­τε δεν γνώ­ρι­ζε την ύπαρ­ξή του.

Κατε­βή­κα­με ξανά στη βιβλιο­θή­κη. Κανείς δεν μιλού­σε. Ο Θωμάς έσπα­σε πρώ­τος τη σιωπή.

«Δεν θα μπο­ρέ­σου­με να σώσου­με τα πάντα.»

Ο Ράγ­γας τον κοί­τα­ξε ήρεμα.

«Ούτε χρειά­ζε­ται.»

Έδει­ξε το μαθη­το­λό­γιο. Μετά τις επι­στο­λές. Ύστε­ρα τα πρακτικά.

«Σώστε πρώ­τα όσα δεν μπο­ρούν να ξαναγίνουν.»

Εκεί­νο το βρά­δυ δεν μετα­φέ­ρα­με ούτε έναν τόμο. Δεν ήταν ακό­μη η ώρα. Έπρε­πε πρώ­τα να κατα­στρώ­σου­με σχέ­διο. Να απο­φα­σί­σου­με τι θα σωθεί πρώ­το. Να μετρή­σου­με τον χρό­νο που είχα­με απέ­να­ντι σ’ έναν εχθρό που πλη­σί­α­ζε κάθε μέρα περισ­σό­τε­ρο. Φεύ­γο­ντας, στά­θη­κα για λίγο στην αυλή. Το πέτρι­νο κτί­ριο υψω­νό­ταν μέσα στο σκο­τά­δι σαν να περί­με­νε κι αυτό την από­φα­σή μας.  Τότε κατά­λα­βα πως δεν είχα­με πια το δικαί­ω­μα να διστά­σου­με. Από εκεί­νη τη νύχτα, η σωτη­ρία της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου δεν ήταν μόνο μια επι­θυ­μία. Ήταν και  καθή­κον μας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ

Οι νύχτες της σωτηρίας

Φθι­νό­πω­ρο 1943

«Οι πόλε­μοι κατα­στρέ­φουν κτί­ρια. Η λήθη κατα­στρέ­φει την ιστορία.»

Εκεί­νο το βρά­δυ κανείς μας δεν κοι­μή­θη­κε. Η εικό­να των μαθη­το­λο­γί­ων, των κιτρι­νι­σμέ­νων επι­στο­λών και των παλιών κατα­στί­χων δεν έφευ­γε από το μυα­λό μου. Δεν ήταν πια απλά χαρ­τιά. Ήταν οι ζωές ανθρώ­πων. Ήταν η ιστο­ρία μιας σχο­λής που είχε γεν­νη­θεί από το όρα­μα ενός Ηπει­ρώ­τη, ο οποί­ος από τη Βοστώ­νη δεν ξέχα­σε ποτέ την πατρί­δα του. Ο Δημή­τριος Ράγ­γας είχε δίκιο. Αν χάνο­νταν αυτά, δεν θα χανό­ταν μόνο ένα αρχείο. Θα χανό­ταν η μνήμη.

Την επό­με­νη ημέ­ρα η πόλη ξύπνη­σε με νέες φήμες. Γερ­μα­νι­κά φορ­τη­γά είχαν εμφα­νι­στεί στον δρό­μο προς το Καλ­πά­κι. Μια περί­πο­λος είχε περά­σει από τον κάμπο. Κάποιοι έλε­γαν πως οι κατα­κτη­τές ανα­ζη­τού­σαν μεγά­λα δημό­σια κτί­ρια για να εγκα­τα­στή­σουν απο­θή­κες εφο­δί­ων και χώρους στρα­τω­νι­σμού. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος ήταν ανά­με­σα στα πρώ­τα που συζη­τού­σαν οι κάτοι­κοι. Κανείς δεν γνώ­ρι­ζε αν η από­φα­ση είχε ήδη ληφθεί. Όλοι όμως κατα­λά­βαι­ναν ότι ο χρό­νος λιγόστευε.

Το ίδιο βρά­δυ συνα­ντη­θή­κα­με ξανά. Ήμα­σταν μόνο τρεις. Ο Θωμάς. Ο Δημή­τριος Ράγ­γας. Κι εγώ. Ούτε αντάρ­τες, ούτε συνω­μό­τες. Τρεις άνθρω­ποι που προ­σπα­θού­σαν να προ­στα­τεύ­σουν ό,τι δεν μπο­ρού­σε να αντικατασταθεί.

«Θα πάρου­με μόνο τα μονα­δι­κά τεκ­μή­ρια», είπε ο Ράγγας.«Τα υπό­λοι­πα θα μεί­νουν στη θέση τους.»

Δεν ήθε­λε να αδειά­σει η βιβλιο­θή­κη. Ήθε­λε να φαί­νε­ται πως όλα παρέ­με­ναν όπως πριν. Έτσι μειω­νό­ταν ο κίν­δυ­νος να αντι­λη­φθεί κάποιος ότι κάτι είχε μετα­κι­νη­θεί.  Αρχί­σα­με από τα μαθη­το­λό­για. Κάθε τόμος τυλι­γό­ταν μέσα σε καθα­ρό λινό ύφα­σμα. Πάνω στο ύφα­σμα γρά­φα­με μόνο έναν αριθ­μό. Όχι τίτλο, οχι περι­γρα­φή. Αν έπε­φτε στα χέρια κάποιου, να μη φανε­ρώ­νει το περιε­χό­με­νό του. Ύστε­ρα ήρθαν τα πρα­κτι­κά του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου. Οι απο­φά­σεις που είχαν ληφθεί από το 1925, όταν η σχο­λή άνοι­ξε τις πύλες της, μέχρι το 1938, όταν η οικο­νο­μι­κή αδυ­να­μία την οδή­γη­σε στο κλεί­σι­μο. Ακο­λου­θού­σαν οι φάκε­λοι με την αλλη­λο­γρα­φία. Ορι­σμέ­νοι έφε­ραν ακό­μη τις σφρα­γί­δες της Βοστώ­νης. Άλλοι είχαν υπο­γρα­φές των επι­τρό­πων των «Σχο­λών Μιχα­ήλ Ανα­γνώ­στου», του ιδρύ­μα­τος που δια­χει­ρι­ζό­ταν την κλη­ρο­νο­μιά του μεγά­λου ευερ­γέ­τη. Ο Ράγ­γας άγγι­ζε κάθε φάκε­λο σχε­δόν με ευλάβεια.

«Αυτές οι επι­στο­λές ταξί­δε­ψαν χιλιά­δες μίλια», είπε. «Δεν θα τις αφή­σου­με να χαθούν εδώ.»

Δεν βια­ζό­μα­σταν. Η βια­σύ­νη γεν­νά τα λάθη. Ο Θωμάς ανέ­βαι­νε πρώ­τος στη σοφί­τα. Εγώ ακο­λου­θού­σα με τους φακέ­λους. Ο Ράγ­γας έμε­νε πάντα τελευ­ταί­ος. Πριν φύγει από τη βιβλιο­θή­κη, κοί­τα­ζε προ­σε­κτι­κά τα ράφια. Ίσιω­νε τα βιβλία. Έκλει­νε τα ντου­λά­πια. Σκού­πι­ζε ακό­μη και τη σκό­νη που είχε πέσει στο πάτωμα.

«Δεν πρέ­πει να αφή­σου­με ίχνη», μου είπε. «Η καλύ­τε­ρη κρυ­ψώ­να είναι εκεί­νη που κανείς δεν υποψιάζεται.»

Η σοφί­τα είχε τη μυρω­διά του παλιού ξύλου. Τα δοκά­ρια έτρι­ζαν κάθε φορά που φυσού­σε. Η μικρή εσο­χή που μας είχε δεί­ξει ο Ράγ­γας χωρού­σε πολύ λιγό­τε­ρα απ’ όσα φαντα­ζό­μα­σταν. Γρή­γο­ρα κατα­λά­βα­με ότι έπρε­πε να διαλέξουμε.Δεν υπήρ­χε χώρος για τα πάντα και αυτή ήταν ίσως η δυσκο­λό­τε­ρη από­φα­ση. Ποια μνή­μη αξί­ζει να σωθεί πρώτη;

Ο Ράγ­γας στά­θη­κε μπρο­στά στα ράφια.

«Τα γεω­πο­νι­κά βιβλία υπάρ­χουν και αλλού», είπε. «Τα περισ­σό­τε­ρα μπο­ρούν να ξαναβρεθούν.»

Έπει­τα σήκω­σε έναν μικρό φάκελο.

«Αυτό όμως όχι.»Τον άνοι­ξε. Ήταν η αλλη­λο­γρα­φία των επι­τρό­πων της Βοστώ­νης με την Κόνι­τσα, μέσα από την οποία απο­τυ­πω­νό­ταν η προ­σπά­θεια να υλο­ποι­η­θεί η δια­θή­κη του Μιχα­ήλ Ανα­γνώ­στου και να απο­κτή­σει η Ήπει­ρος μια σχο­λή που θα υπη­ρε­τού­σε την παρα­γω­γή και την πρό­ο­δο του τόπου.

«Αυτό είναι η ψυχή της ιστο­ρί­ας», είπε.

Καθώς κατε­βά­ζα­με τον τελευ­ταίο φάκε­λο, ακού­στη­κε από μακριά ένας σύντο­μος ήχος σφυ­ρί­χτρας. Παγώ­σα­με. Αμέ­σως μετά ακού­στη­καν βήμα­τα. Πολ­λά βήμα­τα. Δεν πλη­σί­α­ζαν ακό­μη τη σχο­λή. Περ­νού­σαν όμως από τον δρό­μο του κάμπου. Σβή­σα­με το φανά­ρι. Μεί­να­με ακί­νη­τοι. Από μια χαρα­μά­δα είδα τις σκιές τεσ­σά­ρων Γερ­μα­νών στρα­τιω­τών να κινού­νται αργά μέσα στη νύχτα. Κρα­τού­σαν όπλα. Μιλού­σαν χαμη­λό­φω­να. Στα­μά­τη­σαν για λίγο. Κοί­τα­ξαν προς το πέτρι­νο κτί­ριο. Η καρ­διά μου χτυ­πού­σε τόσο δυνα­τά, που φοβή­θη­κα μήπως ακου­στεί. Ένας από αυτούς έδει­ξε προς τη σχο­λή.  Είπε κάτι στα γερ­μα­νι­κά. Οι υπό­λοι­ποι γέλα­σαν. Έπει­τα συνέ­χι­σαν τον δρό­μο τους. Μόνο όταν χάθη­καν μέσα στο σκο­τά­δι ξανα­πή­ρα­με ανάσα.

Ο Ράγ­γας δεν μίλη­σε αμέ­σως. Έκλει­σε προ­σε­κτι­κά το παρά­θυ­ρο. Κοί­τα­ξε έναν έναν και τους δυο μας.

«Από αύριο», είπε, «η σχο­λή μπο­ρεί να μην είναι πια δική μας.»

Έκα­νε μια μικρή παύση.

«Από­ψε, όμως, ήταν ακό­μη αρκε­τή για να σώσει ένα κομ­μά­τι της ψυχής της.»

Βγή­κα­με λίγο πριν ξημε­ρώ­σει. Η αχλύ είχε απλω­θεί πάνω στον κάμπο. Πίσω μας η Ανα­γνω­στο­πού­λειος στε­κό­ταν βου­βή, σαν να φύλα­γε κι εκεί­νη το μυστι­κό μας. Δεν ξέρα­με πόσες ακό­μη νύχτες θα μας επέ­τρε­πε ο πόλε­μος. Ξέρα­με όμως ότι η πρώ­τη μάχη είχε δοθεί. Και είχε κερ­δη­θεί. Όχι με όπλα. Με μνήμη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ

Όταν η σιω­πή φόρε­σε στολή

(Χει­μώ­νας 1943–1944)

«Οι στρα­τοί κατα­λαμ­βά­νουν τα κτί­ρια. Ποτέ όμως τις ιδέ­ες που γεν­νή­θη­καν μέσα τους.»

Ο χει­μώ­νας μπή­κε βαρύς εκεί­νη τη χρο­νιά. Το χιό­νι σκέ­πα­σε νωρίς την Τύμ­φη. Οι κορυ­φές της Γκα­μή­λας χάνο­νταν μέσα στα σύν­νε­φα. Ο Αώος κυλού­σε σκο­τει­νός και φου­σκω­μέ­νος από τις βρο­χές. Η Κόνι­τσα είχε πάψει πια να είναι μια ήσυ­χη παρα­με­θό­ρια πολί­χνη. Είχε μετα­τρα­πεί σε στρα­τιω­τι­κό πέρα­σμα. Σε τόπο ελέγ­χου, σε κόμ­βο επιχειρήσεων.Οι γερ­μα­νι­κές φάλαγ­γες διέ­σχι­ζαν καθη­με­ρι­νά τους δρό­μους προς τα Ζαγο­ρο­χώ­ρια, τη Μόλι­στα, τη Σαμα­ρί­να και τα χωριά της Πίν­δου, όπου η δρά­ση των αντι­στα­σια­κών οργα­νώ­σε­ων ανη­συ­χού­σε ολο­έ­να και περισ­σό­τε­ρο τη διοί­κη­ση της Βέρ­μαχτ. Η πόλη ζού­σε πλέ­ον στον ρυθ­μό της κατοχής.

Ένα πρω­ι­νό, λίγο πριν τα Χρι­στού­γεν­να, η είδη­ση δια­δό­θη­κε από στό­μα σε στό­μα. Οι Γερ­μα­νοί είχαν εμφα­νι­στεί στην Ανα­γνω­στο­πού­λειο. Δεν ήταν πολ­λοί. Μια μικρή δύνα­μη μηχα­νι­κού και εφο­δια­σμού. Επι­θε­ώ­ρη­σαν το κτί­ριο, μέτρη­σαν τις αίθου­σες. Άνοι­ξαν τις απο­θή­κες, περ­πά­τη­σαν στους στά­βλους,  κοί­τα­ξαν το μεγά­λο προ­αύ­λιο. συζή­τη­σαν μετα­ξύ τους. Έφυ­γαν χωρίς να πουν λέξη. Δεν χρεια­ζό­ταν. Όλοι κατά­λα­βαν τι ερχόταν.

Λίγες ημέ­ρες αργό­τε­ρα επέ­στρε­ψαν. Αυτή τη φορά με φορ­τη­γά. Ξεκί­νη­σαν να μετα­φέ­ρουν κιβώ­τια, καύ­σι­μα, σάκους με εφό­δια, στρα­τιω­τι­κό υλι­κό. Στην αυλή στάθ­μευ­σαν δύο οχή­μα­τα. Στο ισό­γειο εγκα­τα­στά­θη­καν στρα­τιώ­τες. Ένα τμή­μα του μεγά­λου συγκρο­τή­μα­τος είχε πλέ­ον επι­τα­χθεί. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν ήταν πια ένα έρη­μο σχο­λείο. Είχε γίνει μέρος της γερ­μα­νι­κής στρα­τιω­τι­κής μηχα­νής. Ο Θωμάς έσφι­ξε τις γρο­θιές του.

«Δεν άντε­χα να το βλέπω.»

Κι όμως, δεν μπο­ρού­σα­με να κάνου­με τίποτα.

Εκεί­νο που μας έδι­νε λίγη παρη­γο­ριά ήταν πως η βιβλιο­θή­κη του επά­νω ορό­φου δεν είχε ακό­μη κινή­σει το ενδια­φέ­ρον τους. Οι περισ­σό­τε­ροι στρα­τιώ­τες έβλε­παν μόνο ένα εγκα­τα­λε­λειμ­μέ­νο σχο­λείο. Δεν μπο­ρού­σαν να φαντα­στούν ότι πίσω από εκεί­να τα ξύλι­να ερμά­ρια κρυ­βό­ταν η ιστο­ρία μιας ολό­κλη­ρης εποχής.

Ο Δημή­τριος Ράγ­γας μάς συνά­ντη­σε ένα βρά­δυ έξω από το πέτρι­νο γεφύ­ρι. Δεν πήγα­με στη σχο­λή. Δεν ήταν ασφα­λές. Καθί­σα­με σε έναν χαμη­λό τοί­χο, μακριά από τα βλέμ­μα­τα. Ο γέρο­ντας κρα­τού­σε στα χέρια του έναν μικρό δερ­μά­τι­νο φάκελο.

«Τον βρή­κα στο σπί­τι μου», είπε. «Τον είχα πάρει πριν χρό­νια για να τον αντι­γρά­ψω και δεν πρό­λα­βα ποτέ να τον επιστρέψω.»

Τον άνοι­ξε προ­σε­κτι­κά. Ήταν αντί­γρα­φο μιας παλιάς επιστολής.

«Ξέρεις τι είναι αυτό;» ρώτησε.

Κού­νη­σα αρνη­τι­κά το κεφάλι.

«Είναι από τις πρώ­τες επι­στο­λές που στάλ­θη­καν από τη Βοστό­νη όταν οι επί­τρο­ποι του ιδρύ­μα­τος συζη­τού­σαν πώς θα πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν την τελευ­ταία επι­θυ­μία του Μιχα­ήλ Αναγνώστου.»

Άρχι­σε να δια­βά­ζει λίγες γραμ­μές. Δεν θυμά­μαι τις ακρι­βείς λέξεις. Θυμά­μαι όμως το νόη­μά τους. Οι άνθρω­ποι της Βοστό­νης δεν ήθε­λαν να ιδρύ­σουν ακό­μη ένα σχο­λείο θεω­ρη­τι­κής εκπαί­δευ­σης. Πίστευαν πως η Ήπει­ρος είχε ανά­γκη από μια σχο­λή που θα μάθαι­νε στους νέους να καλ­λιερ­γούν τη γη, να αξιο­ποιούν τον τόπο τους, να ζουν με αξιο­πρέ­πεια. Ήθε­λαν η γνώ­ση να γίνει εργα­λείο προ­κο­πής. Όχι προ­νό­μιο λίγων.

«Βλέ­πεις;» είπε ο Ράγ­γας. «Ο Μιχα­ήλ ονει­ρεύ­τη­κε ένα μεγά­λο ελλη­νι­κό σχολείο.»

Έκα­νε μια μικρή παύση.

«Οι άνθρω­ποι που δια­χει­ρί­στη­καν την περιου­σία του ονει­ρεύ­τη­καν κάτι διαφορετικό.»

«Και είχαν άδι­κο;» ρώτησα.

Ο γέρο­ντας χαμογέλασε.

«Όχι.»

«Χάρη σε εκεί­νη την από­φα­ση, εκα­το­ντά­δες παι­διά της Ηπεί­ρου έμα­θαν ένα επάγγελμα.Η δια­θή­κη δεν άλλα­ξε. Μεγάλωσε.»

Εκεί­νο το βρά­δυ κατά­λα­βα πως η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν ήταν απλώς ένα σχο­λείο. Ήταν ο καρ­πός ενός δια­λό­γου που είχε αρχί­σει χιλιά­δες χιλιό­με­τρα μακριά, ανά­με­σα στη Βοστό­νη και την Ήπει­ρο. Ένας διά­λο­γος ανά­με­σα στην ανθρω­πι­στι­κή παι­δεία και την πρα­κτι­κή γνώ­ση. Και οι δύο υπη­ρε­τού­σαν τον ίδιο σκο­πό. Τον άνθρωπο.

Οι επό­με­νες εβδο­μά­δες έγι­ναν δυσκο­λό­τε­ρες. Η γερ­μα­νι­κή φρου­ρά αυξή­θη­κε. Στην αυλή ακού­γο­νταν διαρ­κώς δια­τα­γές. Τα οχή­μα­τα έμπαι­ναν και έβγαι­ναν. Οι στρα­τιώ­τες χρη­σι­μο­ποιού­σαν τις απο­θή­κες και μέρος των βοη­θη­τι­κών χώρων. Ορι­σμέ­νοι κοι­μού­νταν σε αίθου­σες του ισο­γεί­ου. Κάθε μας σκέ­ψη να ξανα­μπού­με στη σχο­λή έμοια­ζε πλέ­ον παρά­λο­γη. Ο Θωμάς άρχι­σε να πιστεύ­ει ότι έπρε­πε να σταματήσουμε.

«Θα μας πιά­σουν», είπε. «Και τότε δεν θα σωθεί τίποτα.»

Δεν του απά­ντη­σα. Το ίδιο βρά­δυ, καθώς κοι­τού­σα από μακριά το μεγά­λο πέτρι­νο κτί­ριο, μου ήρθε στο μυα­λό μια εικό­να. Ο Μιχα­ήλ Ανα­γνώ­στου στη Βοστό­νη. Η Άννυ Σάλι­βαν να κρα­τά το χέρι της μικρής Έλεν Κέλερ. Ένας άνθρω­πος από το Πάπι­γκο είχε πιστέ­ψει ότι ακό­μη και μέσα στο σκο­τά­δι μπο­ρεί να γεν­νη­θεί φως. Πώς ήταν δυνα­τόν εγώ να εγκα­τα­λεί­ψω τη δική του κλη­ρο­νο­μιά επει­δή φοβό­μουν; Γύρι­σα προς τον Θωμά.

«Δεν τελειώ­σα­με.»

Με κοί­τα­ξε χωρίς να μιλήσει.

«Τώρα αρχί­ζει η δυσκο­λό­τε­ρη δουλειά.»

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Το βάρος της μνήμης

(Χει­μώ­νας 1943–1944)

«Υπάρ­χουν βάρη που δεν μετριού­νται σε οκά­δες. Μετριού­νται σε ευθύνη.»

Από τη μέρα που οι Γερ­μα­νοί εγκα­τα­στά­θη­καν στην Ανα­γνω­στο­πού­λειο, τίπο­τε δεν ήταν όπως πριν. Το μεγά­λο πέτρι­νο κτί­ριο συνέ­χι­ζε να δεσπό­ζει στον κάμπο, όμως η εικό­να του είχε αλλά­ξει. Στην αυλή υπήρ­χαν πλέ­ον στρα­τιω­τι­κά οχή­μα­τα. Οι απο­θή­κες άνοι­γαν και έκλει­ναν καθη­με­ρι­νά. Στρα­τιώ­τες μετέ­φε­ραν κιβώ­τια, βαρέ­λια καυ­σί­μων και εφό­δια. Στις εισό­δους υπήρ­χαν σκο­ποί. Το σχο­λείο είχε απο­κτή­σει μια ξένη ζωή. Μια ζωή που δεν του ανήκε.

Ο Θωμάς είχε αρχί­σει να πιστεύ­ει πως όλα είχαν τελειώ­σει. «Δεν υπάρ­χει τρό­πος να μπού­με ξανά μέσα», μου είπε. «Θα ήταν τρέ­λα.» Δεν τον αδι­κού­σα. Η σχο­λή δεν ήταν πια εγκα­τα­λε­λειμ­μέ­νη. Ήταν στρα­τιω­τι­κός χώρος. Κάθε λάθος θα μπο­ρού­σε να απο­δει­χθεί μοι­ραίο. Ο Δημή­τριος Ράγ­γας όμως δεν βια­ζό­ταν να βγά­λει συμπεράσματα.

«Οι στρα­τιώ­τες», είπε, «βλέ­πουν αυτό που τους ενδιαφέρει.»

Τον κοι­τά­ξα­με απορημένοι.

«Τους ενδια­φέ­ρουν οι απο­θή­κες, τα καύ­σι­μα, τα οχή­μα­τα, οι στά­βλοι. Δεν ήρθαν εδώ για τα κατά­στι­χα μιας σχο­λής που έχει χρό­νια κλείσει.»

Έκα­νε μια μικρή παύση.

«Αυτό είναι το μονα­δι­κό μας πλεονέκτημα.»

Περά­σα­με αρκε­τές ημέ­ρες παρα­τη­ρώ­ντας. Δεν πλη­σιά­ζα­με. Από έναν χαμη­λό λόφο, πίσω από τις λεύ­κες, βλέ­πα­με τις κινή­σεις της φρου­ράς. Άλλες ώρες η αυλή έσφυ­ζε από ζωή. Άλλες έμε­νε σχε­δόν άδεια. Σιγά σιγά αρχί­σα­με να κατα­λα­βαί­νου­με τη συνή­θειά τους. Το σού­ρου­πο οι περισ­σό­τε­ροι στρα­τιώ­τες συγκε­ντρώ­νο­νταν στο ισό­γειο. Τις βρο­χε­ρές νύχτες οι σκο­ποί έμε­ναν περισ­σό­τε­ρο κάτω από τα υπό­στε­γα παρά έξω στον κάμπο. Η βρο­χή γινό­ταν σύμ­μα­χός μας.

Ένα από­γευ­μα ο Ράγ­γας άνοι­ξε πάνω στο τρα­πέ­ζι του σπι­τιού του ένα παλιό σχέ­διο της σχο­λής. Δεν ήταν επί­ση­μη κάτο­ψη. Ήταν ένα πρό­χει­ρο σχε­διά­γραμ­μα που είχε σχε­διά­σει ο ίδιος στα χρό­νια που υπη­ρε­τού­σε ως επι­στά­της. Έδει­χνε τις απο­θή­κες, τα εργα­στή­ρια, τη βιβλιο­θή­κη, τη σοφί­τα και ένα στε­νό εσω­τε­ρι­κό κλι­μα­κο­στά­σιο που χρη­σι­μο­ποιού­σε άλλο­τε το προ­σω­πι­κό για τη συντή­ρη­ση της στέγης.

«Οι περισ­σό­τε­ροι δεν το πρό­σε­χαν ποτέ», είπε. «Οι μαθη­τές χρη­σι­μο­ποιού­σαν τη μεγά­λη σκάλα.»

Έδει­ξε το σχέδιο.

«Εμείς θα χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με αυτή.»

Δεν ήταν μυστι­κή δίο­δος. Δεν οδη­γού­σε έξω από το κτί­ριο. Ήταν απλώς ένας βοη­θη­τι­κός χώρος, ξεχα­σμέ­νος από τον χρό­νο. Κι όμως, μπο­ρού­σε να μας γλι­τώ­σει πολύ­τι­μα λεπτά. Τις επό­με­νες δύο νύχτες δεν αγγί­ξα­με τίπο­τε. Απλώς ανε­βή­κα­με. Ελέγ­ξα­με τη σοφί­τα. Βεβαιω­θή­κα­με ότι τα κατά­στι­χα παρέ­με­ναν στε­γνά. Κατε­βή­κα­με ξανά. Ήταν σαν να επι­σκε­πτό­μα­σταν ένα μικρό εκκλη­σά­κι. Κανείς δεν μιλού­σε. Ο Ράγ­γας στά­θη­κε μπρο­στά στο πρώ­το κιβώ­τιο. Το άνοι­ξε. Έβγα­λε το μαθη­το­λό­γιο. Χάι­δε­ψε απα­λά το εξώ­φυλ­λό του.

«Ξέρεις για­τί επι­μέ­νω τόσο;» με ρώτησε.

Δεν απά­ντη­σα.

«Για­τί εδώ μέσα δεν υπάρ­χουν μόνο ονόματα.»

Άνοι­ξε μια σελίδα.

«Να…

ο πρώ­τος μαθη­τής από τη Δρο­σο­πη­γή. Εδώ ένας από τη Μόλι­στα. Εδώ ένας από το Πάπι­γκο. Αυτός έγι­νε γεω­πό­νος. Ο άλλος γύρι­σε στο χωριό του και έφτια­ξε τον πρώ­το οργα­νω­μέ­νο αμπε­λώ­να. Κάποιος άλλος έγι­νε δάσκα­λος.» Έκλει­σε το βιβλίο. «Αν χαθούν αυτά, δεν θα θυμά­ται κανείς ότι πέρα­σαν από εδώ.»

Για πρώ­τη φορά συνει­δη­το­ποί­η­σα πως η ιστο­ρία δεν γρά­φε­ται μόνο από τους μεγά­λους. Γρά­φε­ται κι από τους άγνω­στους ανθρώ­πους. Από τους μαθη­τές που δεν έγι­ναν ποτέ διά­ση­μοι. Από τους αγρό­τες που γύρι­σαν στα χωριά τους. Από τους ανθρώ­πους που κρά­τη­σαν ζωντα­νή την ύπαι­θρο. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν είχε αλλά­ξει μόνο ζωές. Είχε αλλά­ξει έναν ολό­κλη­ρο τόπο. Καθώς κατε­βαί­να­με, ακού­στη­κε ο ήχος μιας πόρ­τας που έκλει­σε δυνα­τά στο ισό­γειο. Παγώ­σα­με. Δεν υπήρ­χε χρό­νος για σκέ­ψη. Σβή­σα­με αμέ­σως το φανά­ρι. Μεί­να­με ακί­νη­τοι. Ακού­γο­νταν βήμα­τα. Αργά. Βαριά. Κάποιος ανέ­βη­κε λίγα σκα­λο­πά­τια. Στα­μά­τη­σε. Ύστε­ρα κατέ­βη­κε ξανά. Ακού­στη­κε μια φωνή στα γερ­μα­νι­κά. Γέλια. Και μετά σιω­πή. Κανείς δεν είχε ανέ­βει στον όρο­φο. Ο Θωμάς άφη­σε μια βαθιά ανά­σα. Ο Ράγ­γας χαμο­γέ­λα­σε αμυδρά.

«Ο φόβος», είπε, «είναι χρή­σι­μος όταν σε κρα­τά προσεκτικό.»

Εκεί­νη ήταν η τελευ­ταία νύχτα που ανε­βή­κα­με όλοι μαζί στη σοφί­τα. Ο Ράγ­γας στε­κό­ταν πολ­λή ώρα κοι­τά­ζο­ντας τα κιβώ­τια. Σαν να απο­χαι­ρε­τού­σε ένα κομ­μά­τι της ζωής του.

«Από δω και πέρα», είπε ήρε­μα, «η σχο­λή δεν χρειά­ζε­ται εμένα.»

Γύρι­σε προς το μέρος μας.

«Χρειά­ζε­ται εσάς.»

Δεν υπήρ­χε δρα­μα­τι­κό­τη­τα στη φωνή του. Μόνο γαλή­νη. Σαν άνθρω­πος που ήξε­ρε ότι είχε ολο­κλη­ρώ­σει την απο­στο­λή του. Βγαί­νο­ντας από την Ανα­γνω­στο­πού­λειο, στά­θη­κα στην αυλή. Το χιό­νι είχε αρχί­σει να πέφτει αργά. Οι νιφά­δες σκέ­πα­ζαν τα ίχνη μας. Σαν να ήθε­λε ο ίδιος ο χει­μώ­νας να προ­στα­τεύ­σει το μυστι­κό της σχο­λής. Κοί­τα­ξα για τελευ­ταία φορά το πέτρι­νο κτί­ριο. Δεν ήξε­ρα αν θα μπο­ρού­σα να ξανα­μπώ. Ήξε­ρα όμως πως, ό,τι πολυ­τι­μό­τε­ρο είχε να φυλά­ξει, βρι­σκό­ταν πλέ­ον ασφα­λές. Κρυμ­μέ­νο όχι μόνο μέσα στη σοφί­τα αλλά και μέσα στις καρ­διές όσων είχαν απο­φα­σί­σει να μην αφή­σουν την ιστο­ρία να σβήσει.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΡΙΤΟ

Η σχο­λή των κατακτητών

(Χει­μώ­νας 1944)

«Οι πέτρες δεν διά­λε­γαν ποτέ τους ενοί­κους τους. Άλλο­τε φιλο­ξε­νού­σαν μαθη­τές. Τώρα φιλο­ξε­νού­σαν τον πόλεμο.»

Οι πρώ­τες μέρες του νέου χρό­νου βρή­καν την Ανα­γνω­στο­πού­λειο αγνώ­ρι­στη. Δεν είχε αλλά­ξει η μορ­φή της. Το ίδιο πέτρι­νο κτί­ριο στε­κό­ταν περή­φα­νο στον κάμπο της Κόνι­τσας. Τα ίδια παρά­θυ­ρα κοι­τού­σαν προς τον Αώο. Οι ίδιες λεύ­κες αντι­στέ­κο­νταν στον χει­μω­νιά­τι­κο αέρα. Κι όμως…όλα είχαν αλλά­ξει. Εκεί όπου άλλο­τε αντη­χού­σε το κου­δού­νι των μαθη­μά­των, τώρα ακού­γο­νταν γερ­μα­νι­κές δια­τα­γές. Εκεί όπου οι μαθη­τές μάθαι­ναν να κλα­δεύ­ουν αμπέ­λια και να φρο­ντί­ζουν τα ζώα, τώρα στρα­τιώ­τες ξεφόρ­τω­ναν κιβώ­τια και πολε­μο­φό­δια. Η σχο­λή είχε πάψει να υπη­ρε­τεί τη ζωή. Είχε γίνει, παρά τη θέλη­σή της, εργα­λείο του πολέμου.

Οι Γερ­μα­νοί δεν είχαν επι­τά­ξει ολό­κλη­ρο το συγκρό­τη­μα. Χρη­σι­μο­ποιού­σαν κυρί­ως τους μεγά­λους ισό­γειους χώρους, τις απο­θή­κες και τους στά­βλους. Το ευρύ προ­αύ­λιο διευ­κό­λυ­νε τη στάθ­μευ­ση των στρα­τιω­τι­κών οχη­μά­των, ενώ οι βοη­θη­τι­κές εγκα­τα­στά­σεις εξυ­πη­ρε­τού­σαν τις ανά­γκες του εφο­δια­σμού τους. Οι κάτοι­κοι της Κόνι­τσας παρα­κο­λου­θού­σαν σιω­πη­λοί. Κανείς δεν τολ­μού­σε να πλη­σιά­σει περισ­σό­τε­ρο απ’ όσο επέ­τρε­παν οι σκο­ποί. Η άλλο­τε ανοι­χτή σχο­λή του τόπου είχε μετα­τρα­πεί σε απα­γο­ρευ­μέ­νο χώρο.

Ένα από­γευ­μα στά­θη­κα με τον Θωμά στην άκρη του κάμπου. Από εκεί βλέ­πα­με ολό­κλη­ρο το συγκρό­τη­μα. Ένα φορ­τη­γό μπή­κε αργά από τη μεγά­λη πύλη. Πίσω του ακο­λου­θού­σαν δύο κάρα που είχαν επι­τα­χθεί από χωρι­κούς της περιο­χής. Μετέ­φε­ραν σανό, ξύλα, σακιά με σιτη­ρά. Οι στρα­τιώ­τες τα ξεφόρ­τω­ναν αμί­λη­τοι. Ο πόλε­μος είχε κι αυτός τις καθη­με­ρι­νές του ανάγκες.

«Βλέ­πεις εκεί;» μου είπε ο Θωμάς. Έδει­ξε τον παλιό αμπε­λώ­να της σχο­λής. Τα κλή­μα­τα ήταν παρα­τη­μέ­να, ακλά­δευ­τα. Οι πάσ­σα­λοι είχαν αρχί­σει να γέρνουν.

«Πριν λίγα χρό­νια», συνέ­χι­σε, «εκεί δού­λευαν οι μαθητές.»

Σώπα­σα. Θυμή­θη­κα τις ιστο­ρί­ες που μου είχαν διη­γη­θεί οι παλαιό­τε­ροι. Τους νεα­ρούς από τα χωριά της Ηπεί­ρου που μάθαι­ναν πώς να εμβο­λιά­ζουν μια μηλιά. Πώς να περι­ποιού­νται ένα μελίσ­σι. Πώς να κάνουν το χώμα να καρ­πί­ζει. Τώρα το ίδιο χώμα πατιό­ταν από στρα­τιω­τι­κές μπότες.

Λίγες ημέ­ρες αργό­τε­ρα συνα­ντή­σα­με ξανά τον Δημή­τριο Ράγ­γα. Καθό­ταν μόνος σε ένα πεζού­λι, απέ­να­ντι από τη σχο­λή. Δεν κοι­τού­σε τους Γερ­μα­νούς. Κοι­τού­σε το κτίριο.

«Ξέρεις τι με πονά περισ­σό­τε­ρο;» με ρώτη­σε. Περί­με­νε λίγο πριν συνεχίσει.

«Δεν είναι που μπή­καν οι κατα­κτη­τές. Είναι που δεν ακού­γο­νται πια παιδιά.»

Η φρά­ση του έμει­νε μέσα μου για μέρες. Για πρώ­τη φορά κατά­λα­βα πως ένα σχο­λείο δεν πεθαί­νει όταν κλεί­νει. Πεθαί­νει όταν στα­μα­τά να γελά.

Εκεί­νο το βρά­δυ ο Ράγ­γας μάς αφη­γή­θη­κε μια ιστο­ρία που δεν είχα ξανα­κού­σει. Θυμό­ταν ακό­μη την ημέ­ρα που έφτα­σαν από τη Βοστό­νη τα πρώ­τα κιβώ­τια με επι­στη­μο­νι­κά βιβλία και επο­πτι­κό υλι­κό. Οι χωρι­κοί τα κοι­τού­σαν με απορία.

«Τι να τα κάνουν τόσα βιβλία;» ρωτούσαν.

Κι όμως, μέσα σε λίγα χρό­νια εκεί­να τα βιβλία είχαν αλλά­ξει τη γεωρ­γία της περιο­χής. Νέες ποι­κι­λί­ες, νέες καλ­λιέρ­γειες, καλύ­τε­ρη κτη­νο­τρο­φία, πιο οργα­νω­μέ­νη παραγωγή.

«Ο Μιχα­ήλ», είπε ο Ράγ­γας, «δεν έστει­λε μόνο χρή­μα­τα από την Αμερική.»

Σήκω­σε το βλέμ­μα προς το πέτρι­νο κτίριο.

«Έστει­λε έναν άλλο τρό­πο να σκέφτεσαι.»

Η κου­βέ­ντα μας δια­κό­πη­κε από τον ήχο μιας γερ­μα­νι­κής σάλ­πιγ­γας. Από το προ­αύ­λιο ακού­στη­καν παραγ­γέλ­μα­τα. Οι στρα­τιώ­τες παρα­τά­χθη­καν. Ένας αξιω­μα­τι­κός επι­θε­ω­ρού­σε το προ­σω­πι­κό. Η εικό­να αυτή έμοια­ζε σχε­δόν βλά­σφη­μη. Στην ίδια αυλή όπου κάπο­τε οι μαθη­τές συγκε­ντρώ­νο­νταν για την πρω­ι­νή προ­σευ­χή και την έπαρ­ση της σημαί­ας, τώρα παρα­τάσ­σο­νταν ένο­πλοι άνδρες. Η ιστο­ρία είχε γυρί­σει ανάποδα.

«Θα περά­σει κι αυτό», είπε ο Ράγ­γας. «Όλοι οι κατα­κτη­τές πιστεύ­ουν πως θα μεί­νουν για πάντα.» Χαμο­γέ­λα­σε πικρά. «Οι πέτρες όμως έχουν μεγα­λύ­τε­ρη υπο­μο­νή από τους στρατούς.»

Εκεί­νη τη στιγ­μή κατά­λα­βα για­τί η Ανα­γνω­στο­πού­λειος είχε χτι­στεί από πέτρα. Όχι μόνο για­τί αυτή ήταν η τέχνη των μαστό­ρων της Ηπεί­ρου. Αλλά για­τί η πέτρα αντέ­χει. Δέχε­ται πάνω της τη βρο­χή, το χιό­νι, τον άνε­μο, τον πόλε­μο μα δεν χάνει ποτέ την ταυ­τό­τη­τά της. Όπως και οι άνθρω­ποι αυτού του τόπου.

Καθώς έπε­φτε το σκο­τά­δι, σηκώ­θη­κα να φύγω. Πριν απο­μα­κρυν­θώ, γύρι­σα για μια τελευ­ταία ματιά. Στο επά­νω μέρος του κτι­ρί­ου, πίσω από τους πέτρι­νους τοί­χους και τα βαριά δοκά­ρια της στέ­γης, κοι­μό­ταν ήσυ­χη η σοφί­τα. Εκεί όπου είχα­με κρύ­ψει ό,τι πολυ­τι­μό­τε­ρο είχε απο­μεί­νει από τη ζωή της σχο­λής. Οι Γερ­μα­νοί μπο­ρού­σαν να κατα­λά­βουν τις αίθου­σες. Μπο­ρού­σαν να χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν τις απο­θή­κες. Μπο­ρού­σαν να γεμί­σουν την αυλή με οχή­μα­τα. Αλλά υπήρ­χε κάτι που δεν μπο­ρού­σαν να κατα­κτή­σουν. Τη μνήμη.

Και όσο αυτή έμε­νε ζωντα­νή, το φως του Μιχα­ήλ Ανα­γνώ­στου συνέ­χι­ζε να φωτί­ζει τις πέτρες της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου, ακό­μη και μέσα στο πιο βαθύ σκο­τά­δι του πολέμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Οι άνθρω­ποι της σιωπής

(Άνοι­ξη 1944)

«Η Αντί­στα­ση δεν γρά­φτη­κε μόνο στα βου­νά. Γρά­φτη­κε και στα σπί­τια όπου οι άνθρω­ποι έμα­θαν να σωπαίνουν.»

Η άνοι­ξη ήρθε στην Κόνι­τσα χωρίς τρα­γού­δια. Τα χελι­δό­νια γύρι­σαν, οι κερα­σιές άνθι­σαν, τα χωρά­φια πρα­σί­νι­σαν, η φύση ακο­λου­θού­σε τον δικό της αιώ­νιο κύκλο. Οι άνθρω­ποι όμως είχαν ξεχά­σει πώς ήταν να ζουν χωρίς φόβο. Η κατο­χή είχε γίνει καθημερινότητα.

Η γερ­μα­νι­κή φρου­ρά είχε εγκα­τα­στα­θεί ορι­στι­κά στην πόλη. Περί­πο­λοι διέ­σχι­ζαν καθη­με­ρι­νά τους δρό­μους. Στην είσο­δο της πέτρι­νης γέφυ­ρας του Αώου υπήρ­χε συνε­χής έλεγ­χος. Τα στρα­τιω­τι­κά οχή­μα­τα ανέ­βαι­ναν και κατέ­βαι­ναν προς τα χωριά της Πίν­δου. Η Κόνι­τσα είχε απο­κτή­σει ιδιαί­τε­ρη στρα­τη­γι­κή σημα­σία. Από εδώ περ­νού­σαν οι δρό­μοι που οδη­γού­σαν στα ορει­νά περά­σμα­τα, εκεί όπου δρού­σαν οι αντι­στα­σια­κές οργα­νώ­σεις. Οι Γερ­μα­νοί το γνώ­ρι­ζαν και προ­σπα­θού­σαν να ελέγ­χουν κάθε κίνηση.

Στα καφε­νεία οι κου­βέ­ντες είχαν λιγο­στέ­ψει. Οι άνθρω­ποι μιλού­σαν χαμη­λό­φω­να. Πολ­λές φορές δεν μιλού­σαν καθό­λου. Ένα βλέμ­μα αρκού­σε. Μια μικρή κίνη­ση του κεφα­λιού. Ένα χέρι πάνω στον ώμο. Η σιω­πή είχε γίνει γλώσσα.

Ο Θωμάς συνέ­χι­ζε να πηγαί­νει καθη­με­ρι­νά στα χωρά­φια του πατέ­ρα του. Εγώ βοη­θού­σα όπου υπήρ­χε ανά­γκη. Φαι­νό­μα­σταν σαν δύο συνη­θι­σμέ­νοι νέοι. Και αυτό ακρι­βώς θέλα­με. Στην Κατο­χή, το να μη δίνεις στό­χο ήταν πολ­λές φορές η καλύ­τε­ρη άμυνα.

Ένα από­γευ­μα συνα­ντή­σα­με τον παπα-Δημή­τρη έξω από τον ναό του Αγί­ου Κοσμά. Ήταν άνθρω­πος λιγο­μί­λη­τος. Μας κοί­τα­ξε χωρίς να στα­μα­τή­σει. Μόνο όταν βεβαιώ­θη­κε πως δεν υπήρ­χε κανείς γύρω μας, ψιθύρισε:

«Προσέχετε…Οι μέρες γίνο­νται δύσκολες.»

Δεν χρειά­στη­κε να πει περισ­σό­τε­ρα. Είχε ήδη μάθει ότι στα γύρω χωριά οι Γερ­μα­νοί πραγ­μα­το­ποιού­σαν ολο­έ­να συχνό­τε­ρες εκκα­θα­ρι­στι­κές επι­χει­ρή­σεις, ανα­ζη­τώ­ντας αντάρ­τες και ανθρώ­πους που τους βοηθούσαν.

Η φήμη ταξί­δευε γρη­γο­ρό­τε­ρα από τα στρα­τιω­τι­κά φορ­τη­γά. Άλλο­τε ερχό­ταν από κάποιον βοσκό, άλλο­τε από έναν αγω­γιά­τη, άλλο­τε από γυναί­κες που κατέ­βαι­ναν από τα χωριά για να προ­μη­θευ­τούν αλεύ­ρι. Κάθε νέα ιστο­ρία έμοια­ζε βαρύ­τε­ρη από την προη­γού­με­νη. Καμέ­να σπίτια,συλλήψεις, επι­τά­ξεις ζώων άνθρω­ποι που εξα­φα­νί­ζο­νταν χωρίς εξη­γή­σεις. Ο φόβος απλω­νό­ταν μαζί με τις ειδήσεις.

Ο Δημή­τριος Ράγ­γας δεν εγκα­τέ­λει­ψε ποτέ τη συνή­θειά του να περ­νά, όσο μπο­ρού­σε, από τον δρό­μο της σχο­λής. Δεν πλη­σί­α­ζε. Δεν υπήρ­χε λόγος να κινή­σει υπο­ψί­ες. Στε­κό­ταν για λίγο απέ­να­ντι. Έβγα­ζε το καπέ­λο του. Κοί­τα­ζε το πέτρι­νο κτί­ριο. Κι έπει­τα συνέ­χι­ζε τον δρό­μο του. Ήταν ένας σιω­πη­λός χαι­ρε­τι­σμός. Σαν να έδι­νε κου­ρά­γιο σε έναν παλιό φίλο.

Ένα δει­λι­νό τον ρώτησα:

«Αξί­ζει όλη αυτή η προσπάθεια;»

Με κοί­τα­ξε ήρεμα.

«Ξέρεις τι έλε­γε ο πατέ­ρας μου;»

Κού­νη­σα αρνη­τι­κά το κεφάλι.

«Οι άνθρω­ποι δεν πεθαί­νουν όταν στα­μα­τά η καρ­διά τους. Πεθαί­νουν όταν δεν υπάρ­χει κανείς να τους θυμάται.»

Έδει­ξε προς τη σχολή.

«Το ίδιο συμ­βαί­νει και με τα κτίρια.»

Εκεί­νο το βρά­δυ κατά­λα­βα πως αυτό που προ­σπα­θού­σα­με να προ­στα­τεύ­σου­με δεν ήταν απλώς βιβλία. Ήταν η μνή­μη ενός τόπου. Ήταν οι κόποι εκα­το­ντά­δων μαθη­τών. Ήταν οι ελπί­δες των οικο­γε­νειών τους. Ήταν η από­δει­ξη ότι, ακό­μη και σε μια φτω­χή και ορει­νή γωνιά της Ηπεί­ρου, η γνώ­ση μπο­ρού­σε να γίνει δύναμη.

Λίγες ημέ­ρες αργό­τε­ρα, ένας ηλι­κιω­μέ­νος βοσκός κατέ­βη­κε από τα βου­νά. Κανείς δεν έμα­θε ποτέ από ποιο χωριό ερχό­ταν. Πέρα­σε από την αγο­ρά, αγό­ρα­σε λίγο αλεύ­ρι και λίγο αλά­τι και, καθώς έφευ­γε, πλη­σί­α­σε δια­κρι­τι­κά τον Θωμά.

«Πες στους ανθρώ­πους σου να προ­σέ­χουν», του ψιθύ­ρι­σε. «Οι Γερ­μα­νοί ετοι­μά­ζουν μεγά­λες επι­χει­ρή­σεις στα βουνά.»

Ο Θωμάς δεν ρώτη­σε τίπο­τε. Ο γέρο­ντας είχε ήδη χαθεί μέσα στο πλήθος.

Τις επό­με­νες εβδο­μά­δες οι φήμες επι­βε­βαιώ­θη­καν. Οι εκκα­θα­ρι­στι­κές επι­χει­ρή­σεις πλή­θαι­ναν. Οι στρα­τιω­τι­κές φάλαγ­γες ξεκι­νού­σαν από την Κόνι­τσα πριν ακό­μη ξημε­ρώ­σει και επέ­στρε­φαν αργά το βρά­δυ. Η πολί­χνη κατα­λά­βαι­νε ότι κάτι μεγά­λο εξε­λισ­σό­ταν γύρω της, χωρίς να γνω­ρί­ζει κάθε φορά τις λεπτο­μέ­ρειες. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος, επι­ταγ­μέ­νη πλέ­ον από τους κατα­κτη­τές, είχε γίνει ένας από τους χώρους που υπο­στή­ρι­ζαν αυτή τη στρα­τιω­τι­κή παρου­σία. Το γεγο­νός αυτό πλή­γω­νε βαθιά όσους θυμού­νταν τον αρχι­κό της προορισμό.

Εκεί­νες τις ημέ­ρες, κάθε φορά που περ­νού­σα απέ­να­ντι από τη σχο­λή, θυμό­μουν τα λόγια του Ράγγα.

«Το φως δεν βρί­σκε­ται στους τοίχους.

Βρί­σκε­ται στους ανθρώ­πους.» Κοί­τα­ζα το πέτρι­νο κτί­ριο. Οι στρα­τιώ­τες μπο­ρού­σαν να το χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν. Να το επι­τά­ξουν. Να το λερώ­σουν με τη βία του πολέ­μου. Δεν μπο­ρού­σαν όμως να αλλά­ξουν αυτό για το οποίο είχε χτι­στεί. Για­τί η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν ήταν μόνο πέτρα. Ήταν μια ιδέα και οι ιδέ­ες δεν καταλαμβάνονται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΕΜΠΤΟ

Η σκιά της Εντελβάις

(Καλο­καί­ρι – Φθι­νό­πω­ρο 1944)

«Οι πιο βαριές μπό­τες δεν ήταν εκεί­νες που ακού­γο­νταν. Ήταν εκεί­νες που άφη­ναν πίσω τους τη σιωπή.»

 

Το καλο­καί­ρι του 1944 δεν έμοια­ζε με κανέ­να άλλο. Η φύση συνέ­χι­ζε να γεν­νά ζωή. Τα χωρά­φια κιτρί­νι­ζαν από τα ώρι­μα στά­χυα. Τα κοπά­δια ανέ­βαι­ναν στα θερι­νά βοσκο­τό­πια. Ο Αώος κυλού­σε ήρε­μος, σαν να αγνο­ού­σε πως ολό­κλη­ρη η Ευρώ­πη και­γό­ταν. Οι άνθρω­ποι όμως ήξε­ραν. Κάθε αυγή μπο­ρού­σε να φέρει μια νέα συμφορά.

Η Κόνι­τσα είχε μετα­τρα­πεί σε σημα­ντι­κό στρα­τιω­τι­κό σταθ­μό. Από εδώ περ­νού­σαν οι μονά­δες που επι­χει­ρού­σαν στα βου­νά της Πίν­δου. Οι δρό­μοι προς το Ζαγό­ρι, τη Μόλι­στα, τη Σαμα­ρί­να και τα χωριά του Σμό­λι­κα βρί­σκο­νταν κάτω από διαρ­κή επι­τή­ρη­ση. Οι εκκα­θα­ρι­στι­κές επι­χει­ρή­σεις των Γερ­μα­νών γίνο­νταν ολο­έ­να συχνό­τε­ρες. Στό­χος τους ήταν να δια­λύ­σουν κάθε μορ­φή αντί­στα­σης και να απο­κό­ψουν την επι­κοι­νω­νία των ανταρ­τι­κών ομά­δων που δρού­σαν στην Ήπειρο.

Οι κάτοι­κοι μάθαι­ναν τα νέα από στό­μα σε στό­μα. Κανείς δεν είχε εφη­με­ρί­δες, κανείς δεν είχε ραδιό­φω­νο. Οι ειδή­σεις ταξί­δευαν με τους βοσκούς. Με τους αγω­γιά­τες. Με τις γυναί­κες που κατέ­βαι­ναν στην αγο­ρά. Κάθε χωριό που και­γό­ταν έστελ­νε τους δικούς του μάρ­τυ­ρες. Κάθε οικο­γέ­νεια που ξερι­ζω­νό­ταν γινό­ταν μια ακό­μη πλη­γή στη μνή­μη του τόπου.

Ο Θωμάς γύρι­σε ένα βρά­δυ ταραγμένος.

«Οι Γερ­μα­νοί πέρα­σαν από το διπλα­νό χωριό», μου είπε. Πήραν ζώα, πήραν τρό­φι­μα. Ανα­κρί­νουν όποιον θεω­ρούν ύποπτο.»

Στα­μά­τη­σε για λίγο.

«Οι άνθρω­ποι φοβού­νται περισ­σό­τε­ρο τις υπο­ψί­ες παρά τα όπλα.»

Δεν χρεια­ζό­ταν να εξη­γή­σει. Στην Κατο­χή, μια ανώ­νυ­μη καταγ­γε­λία μπο­ρού­σε να κατα­στρέ­ψει μια ολό­κλη­ρη οικογένεια.

Ο Δημή­τριος Ράγ­γας είχε γερά­σει μέσα σε λίγους μήνες. Τα μάτια του όμως παρέ­με­ναν καθαρά.

«Μη θυμώ­νεις μόνο με αυτούς που κρα­τούν τα όπλα», μου είπε ένα από­γευ­μα. Να θυμώ­νεις και με τον πόλε­μο. Αυτός αλλά­ζει τους ανθρώπους.»

Καθό­μα­σταν κάτω από έναν μεγά­λο πλά­τα­νο, λίγο έξω από την πόλη. Από εκεί φαι­νό­ταν η Ανα­γνω­στο­πού­λειος. Στην αυλή της επι­κρα­τού­σε συνε­χής κίνη­ση. Γερ­μα­νι­κά φορ­τη­γά έμπαι­ναν και έβγαι­ναν. Στρα­τιώ­τες φόρ­τω­ναν κιβώ­τια. Άλλοι επι­σκεύ­α­ζαν οχή­μα­τα. Το σχο­λείο που είχε χτι­στεί για να υπη­ρε­τεί τη γνώ­ση εξυ­πη­ρε­τού­σε τώρα έναν πόλε­μο που δεν ήταν δικός του.

«Ξέρεις τι σκέ­φτο­μαι καμιά φορά;» μου είπε ο Ράγγας.

«Ο Μιχα­ήλ Ανα­γνώ­στου αφιέ­ρω­σε τη ζωή του για να μάθουν οι άνθρω­ποι να διαβάζουν.»

Χαμο­γέ­λα­σε πικρά.

«Κι αυτοί χρη­σι­μο­ποιούν το ίδιο κτί­ριο για να οργα­νώ­νουν την καταστροφή.»

Σώπα­σε. Ύστε­ρα πρόσθεσε:

«Η ιστο­ρία έχει παρά­ξε­νους τρό­πους να δοκι­μά­ζει τα έργα των ανθρώπων.»

Οι μέρες περ­νού­σαν μέσα σε μια παρά­ξε­νη ανα­μο­νή. Οι Γερ­μα­νοί έμοια­ζαν ανή­συ­χοι. Οι κινή­σεις τους είχαν πυκνώ­σει. Τα οχή­μα­τα ανα­χω­ρού­σαν συχνό­τε­ρα. Έφτα­ναν συνε­χώς δια­τα­γές. Οι αξιω­μα­τι­κοί μιλού­σαν νευ­ρι­κά μετα­ξύ τους. Ακό­μη κι εμείς, που δεν γνω­ρί­ζα­με τίπο­τε για τις εξε­λί­ξεις στο μέτω­πο, κατα­λα­βαί­να­με πως κάτι άλλα­ζε. Αργό­τε­ρα θα μαθαί­να­με ότι ο πόλε­μος είχε πλέ­ον πάρει δια­φο­ρε­τι­κή τρο­πή και οι γερ­μα­νι­κές δυνά­μεις άρχι­ζαν να προ­ε­τοι­μά­ζουν τη στα­δια­κή υπο­χώ­ρη­σή τους από την Ελλάδα.

Ένα δει­λι­νό στά­θη­κα μόνος απέ­να­ντι από τη σχο­λή. Το φως του ήλιου έπε­φτε πάνω στην πέτρα, όπως ακρι­βώς θα έπε­φτε και πριν από είκο­σι χρό­νια, όταν οι πρώ­τοι μαθη­τές περ­νού­σαν την πύλη. Η πέτρα δεν είχε αλλά­ξει. Άλλα­ζαν μόνο οι άνθρω­ποι. Τότε κατά­λα­βα κάτι που θα με συνό­δευε για όλη μου τη ζωή. Τα κτί­ρια δεν είναι ούτε ηρω­ι­κά ούτε προ­δο­τι­κά. Είναι καθρέ­φτες της επο­χής τους. Η ίδια αίθου­σα μπο­ρεί μια μέρα να φιλο­ξε­νεί ένα μάθη­μα γεω­πο­νί­ας και την επό­με­νη ένα στρα­τιω­τι­κό επι­τε­λείο. Αυτό που δίνει νόη­μα στους τοί­χους είναι οι άνθρωποι.

Εκεί­νη τη νύχτα ο Θωμάς ήρθε στο σπί­τι μου. Δεν κάθισε.

«Νομί­ζω πως τελειώ­νει», είπε.

«Τι τελειώ­νει;»

«Η κατο­χή.»

Τον κοί­τα­ξα δύσπιστα.

«Από πού το ξέρεις;»

«Δεν το ξέρω.

Το νιώ­θω. Όταν ένας στρα­τός αρχί­ζει να μαζεύ­ει βια­στι­κά τα πράγ­μα­τά του, κάτι έχει αλλάξει.»

Δεν απά­ντη­σα. Για πρώ­τη φορά, ύστε­ρα από τόσους μήνες, τόλ­μη­σα να σκε­φτώ τη λέξη που όλοι φοβό­μα­σταν να προφέρουμε.

Ελευ­θε­ρία.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ

Η επι­στρο­φή στις πέτρες

(Οκτώ­βριος 1944)

«Άλλο πράγ­μα είναι να φεύ­γει ο πόλε­μος κι άλλο να επι­στρέ­φει η ειρήνη.»

Οι τελευ­ταί­ες γερ­μα­νι­κές φάλαγ­γες εγκα­τέ­λει­ψαν την Κόνι­τσα ένα ψυχρό πρω­ι­νό του Οκτω­βρί­ου. Δεν υπήρ­χαν θριαμ­βευ­τι­κές παρε­λά­σεις. Δεν ακού­στη­καν καμπά­νες να χτυ­πούν αστα­μά­τη­τα. Οι άνθρω­ποι ξεπρό­βα­λαν διστα­κτι­κά από τα σπί­τια τους. Κοί­τα­ζαν τους δρό­μους. Περί­με­ναν. Σαν να φοβού­νταν μήπως όλα ήταν μια ακό­μη παγί­δα του πολέ­μου. Για τρία ολό­κλη­ρα χρό­νια είχαν μάθει να μην εμπι­στεύ­ο­νται ούτε τις καλές ειδήσεις.

Πέρα­σαν δύο ημέ­ρες μέχρι να τολ­μή­σω να πλη­σιά­σω την Ανα­γνω­στο­πού­λειο. Ο Θωμάς περ­πα­τού­σε δίπλα μου. Ο Δημή­τριος Ράγ­γας ακο­λου­θού­σε λίγα βήμα­τα πιο πίσω. Κανείς μας δεν μιλού­σε. Ήταν σαν να πηγαί­να­με να συνα­ντή­σου­με έναν άνθρω­πο που είχε περά­σει μεγά­λη αρρώ­στια. Δεν ξέρα­με σε τι κατά­στα­ση θα τον βρίσκαμε.

Η μεγά­λη σιδε­ρέ­νια πύλη ήταν μισά­νοι­χτη. Ένας μεντε­σές είχε σπά­σει. Τα αγριό­χορ­τα είχαν αρχί­σει πάλι να σκε­πά­ζουν τα μονο­πά­τια. Στην αυλή υπήρ­χαν ακό­μη βαθιές ροδιές από τα στρα­τιω­τι­κά φορ­τη­γά. Εδώ κι εκεί βρί­σκο­νταν πετα­μέ­να ξύλι­να κιβώ­τια, κομ­μά­τια από σύρ­μα­τα, άδεια βαρέ­λια και σκου­ρια­σμέ­να μεταλ­λι­κά αντι­κεί­με­να. Η εικό­να θύμι­ζε άνθρω­πο που είχε επι­ζή­σει από μεγά­λη καταιγίδα.

Μπή­κα­με αργά στο κτί­ριο. Η μυρω­διά της υγρα­σί­ας ανα­κα­τευό­ταν με εκεί­νη του πετρε­λαί­ου. Πολ­λά παρά­θυ­ρα είχαν σπά­σει. Κάποιες πόρ­τες είχαν ξηλω­θεί. Στις αίθου­σες υπήρ­χαν ακό­μη πρό­χει­ρα ξύλι­να κρε­βά­τια που είχαν χρη­σι­μο­ποι­ή­σει οι στρα­τιώ­τες. Στους τοί­χους δια­κρί­νο­νταν πρό­χει­ρα καρ­φιά, σύρ­μα­τα και σημά­δια από τη βια­στι­κή καθη­με­ρι­νό­τη­τα της κατο­χής. Η σχο­λή είχε πλη­γω­θεί. Δεν είχε όμως νικηθεί.

Ο Ράγ­γας στά­θη­κε στη μέση της μεγά­λης αίθου­σας. Έβγα­λε αργά το καπέ­λο του. Έκα­νε τον σταυ­ρό του. Κανείς δεν μίλη­σε. Ήταν η πρώ­τη φορά μετά από μήνες που το κτί­ριο δεν άκου­γε γερ­μα­νι­κές δια­τα­γές. Μόνο τις ανά­σες μας.

«Πάμε», είπε τελικά.

Ήξε­ρα πού εννο­ού­σε. Δεν χρειά­στη­κε άλλη κου­βέ­ντα. Ανε­βή­κα­με τη γνω­στή μικρή σκά­λα. Τα σκα­λο­πά­τια έτρι­ζαν όπως πάντα. Η σκό­νη είχε γίνει πιο παχιά. Οι αρά­χνες είχαν απλώ­σει τους ιστούς τους. Η σοφί­τα έμοια­ζε σαν να είχε μεί­νει ανέγ­γι­χτη από τον χρό­νο. Για λίγες στιγ­μές κανείς δεν τόλ­μη­σε να πλησιάσει.

Ο Ράγ­γας γονά­τι­σε. Με χέρια που έτρε­μαν περισ­σό­τε­ρο από συγκί­νη­ση παρά από γηρα­τειά, μετα­κί­νη­σε προ­σε­κτι­κά δύο παλιές σανί­δες. Έπει­τα γύρι­σε προς το μέρος μας.

«Εδώ είναι…» ψιθύρισε.

Βγά­λα­με το πρώ­το κιβώ­τιο, ύστε­ρα το δεύτερο,ύστερα το τρί­το. Το λινό ύφα­σμα παρέ­με­νε δεμέ­νο όπως το είχα­με αφή­σει. Τα σχοι­νιά δεν είχαν λυθεί. Ο Θωμάς έσκυ­ψε. Άνοι­ξε προ­σε­κτι­κά το πρώ­το κιβώ­τιο. Το μαθη­το­λό­γιο βρι­σκό­ταν στη θέση του. Το χαρ­τί είχε κιτρι­νί­σει λίγο περισ­σό­τε­ρο. Τίπο­τε άλλο. Ο Ράγ­γας το πήρε στα χέρια του σαν να κρα­τού­σε παι­δί. Δεν είπε λέξη. Μόνο δύο δάκρυα κύλη­σαν αργά στο πρό­σω­πό του.

Συνε­χί­σα­με να ανοί­γου­με ένα ένα τα κιβώ­τια. Τα πρα­κτι­κά του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου, οι επι­στο­λές από τη Βοστώ­νη. οι κατά­λο­γοι των βιβλί­ων, τα πρώ­τα σχέ­δια των εργα­στη­ρί­ων, οι ανα­φο­ρές για τις καλ­λιέρ­γειες. οι κατά­λο­γοι των μαθη­τών. Ήταν όλα εκεί. Άθι­κτα. Σαν να περί­με­ναν υπο­μο­νε­τι­κά να επι­στρέ­ψουν οι άνθρω­ποί τους.

«Τα κατα­φέ­ρα­με…» είπε σιγα­νά ο Θωμάς.

Ο Ράγ­γας όμως κού­νη­σε αργά το κεφάλι.

«Όχι ακό­μη.»

Τον κοι­τά­ξα­με απορημένοι.

«Σώσα­με τα χαρ­τιά.» Έκλει­σε προ­σε­κτι­κά το κιβώτιο.

«Τώρα πρέ­πει να σώσου­με τη σχολή.»

Η φρά­ση του έμει­νε να αιω­ρεί­ται μέσα στη σοφί­τα. Για πρώ­τη φορά συνει­δη­το­ποι­ή­σα­με ότι η απο­στο­λή μας δεν είχε τελειώ­σει. Είχε μόλις αρχί­σει. Η μνή­μη είχε δια­σω­θεί. Το μέλ­λον όμως ήταν ακό­μη αβέ­βαιο. Κανείς δεν γνώ­ρι­ζε τι θα ακο­λου­θού­σε. Η Ελλά­δα προ­σπα­θού­σε να στα­θεί ξανά στα πόδια της. Στην Ήπει­ρο, όμως, οι πλη­γές ήταν ακό­μη ανοι­χτές. Και στα γύρω βου­νά άρχι­ζαν ήδη να ακού­γο­νται οι πρώ­τοι ψίθυ­ροι μιας νέας σύγκρου­σης. Πριν φύγου­με, στά­θη­κα μπρο­στά στο παρά­θυ­ρο της σοφί­τας. Το φθι­νο­πω­ρι­νό φως έπε­φτε πάνω στις πέτρες της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου. Ήταν το ίδιο φως που είχε δει ο Μιχα­ήλ Ανα­γνώ­στου όταν ονει­ρεύ­τη­κε ένα σχο­λείο για την Ήπει­ρο. Το ίδιο φως που είχε φωτί­σει τις αίθου­σες όπου εκα­το­ντά­δες νέοι έμα­θαν να καλ­λιερ­γούν τη γη τους. Το ίδιο φως που δεν κατά­φε­ραν να σβή­σουν ούτε ο πόλε­μος ούτε η κατο­χή. Τότε κατά­λα­βα πως οι πέτρες δεν είχαν κρα­τή­σει μόνο τα μυστι­κά μας. Είχαν κρα­τή­σει ζωντα­νή την ελπίδα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΒΔΟΜΟ

Ανά­με­σα σε δύο πολέμους

(1945–1947)

«Υπήρ­χαν επο­χές που η ειρή­νη έμοια­ζε με εύθραυ­στο γυα­λί. Όλοι φοβού­νταν μήπως σπά­σει. Και τελι­κά έσπασε.»

Η απε­λευ­θέ­ρω­ση της Ελλά­δας γέν­νη­σε ελπί­δες. Ύστε­ρα από τέσ­σε­ρα χρό­νια Κατο­χής, οι άνθρω­ποι πίστε­ψαν πως μπο­ρού­σαν επι­τέ­λους να ξαναρ­χί­σουν τη ζωή τους. Στην Κόνι­τσα, όπως και σε ολό­κλη­ρη την Ήπει­ρο, οι οικο­γέ­νειες προ­σπά­θη­σαν να επι­στρέ­ψουν στην καθη­με­ρι­νό­τη­τά τους. Τα χωρά­φια ξανα­ορ­γώ­θη­καν. Τα κοπά­δια ανέ­βη­καν πάλι στα θερι­νά βοσκο­τό­πια. Τα εργα­στή­ρια άνοι­ξαν. Τα καφε­νεία γέμι­σαν ανθρώ­πους που είχαν χρό­νια να καθί­σουν όλοι μαζί γύρω από ένα τρα­πέ­ζι. Ήταν μια προ­σπά­θεια να ξανα­βρε­θεί ο χαμέ­νος ρυθ­μός της ζωής.

Η φτώ­χεια όμως παρέ­με­νε. Οι πλη­γές του πολέ­μου ήταν ακό­μη ορα­τές. Σπί­τια κατε­στραμ­μέ­να. Οικο­γέ­νειες δίχως τους ανθρώ­πους τους. Νέοι που δεν επέ­στρε­ψαν ποτέ από το αλβα­νι­κό μέτω­πο ή την Κατο­χή. Παι­διά που μεγά­λω­σαν μέσα στον φόβο και γνώ­ρι­ζαν τον πόλε­μο πριν ακό­μη μάθουν καλά καλά να γρά­φουν. Η Ελλά­δα είχε απε­λευ­θε­ρω­θεί. Δεν είχε όμως ακό­μη γιατρευτεί.

Κάθε φορά που περ­νού­σα από την Ανα­γνω­στο­πού­λειο, στε­κό­μουν για λίγο στην πύλη. Οι τοί­χοι ήταν ακό­μη εκεί· αγέ­ρω­χοι. Οι αίθου­σες όμως παρέ­με­ναν άδειες. Η βιβλιο­θή­κη είχε ξανα­βρεί τη σιω­πή της. Οι αμπε­λώ­νες ζητού­σαν χέρια για να ξανα­ζω­ντα­νέ­ψουν, τα χωρά­φια περί­με­ναν και πάλι τους μαθη­τές που δεν έρχο­νταν. Η σχο­λή έμοια­ζε να περι­μέ­νει υπο­μο­νε­τι­κά την ώρα της.

Ο Δημή­τριος Ράγ­γας δεν εγκα­τέ­λει­ψε ποτέ τη φρο­ντί­δα της. Δεν είχε πια επί­ση­μο καθή­κον. Κανείς δεν τον είχε διο­ρί­σει. Κανείς δεν του είχε ζητή­σει να το κάνει κι όμως, σχε­δόν κάθε ημέ­ρα περ­νού­σε από το κτί­ριο. Έκλει­νε ένα παρά­θυ­ρο που είχε ανοί­ξει ο αέρας. Ίσιω­νε μια πόρ­τα. Καθά­ρι­ζε λίγα χόρ­τα από την αυλή. Σαν να φρό­ντι­ζε ένα σπί­τι που κάπο­τε είχε γεμί­σει παιδιά.

Ένα πρω­ι­νό τον βρή­κα να κάθε­ται μόνος στα πέτρι­να σκα­λιά. Κρα­τού­σε στα χέρια του ένα μικρό τετρά­διο. Ήταν ένας από τους κατα­λό­γους των μαθη­τών που είχα­με διασώσει.

«Δεν τον πήρα για να τον κρα­τή­σω», μου είπε. «Τον πήρα για να θυμηθώ.»

Άρχι­σε να δια­βά­ζει ονό­μα­τα. «Νικό­λα­ος από τη Δρο­σο­πη­γή… Γεώρ­γιος από τη Μόλι­στα… Χρή­στος από το Πάπι­γκο… Σωτή­ρης από την Πυρ­σό­γιαν­νη…» Χαμο­γέ­λα­σε. «Τους θυμά­μαι όλους.»

Κοί­τα­ξα τις κιτρι­νι­σμέ­νες σελί­δες. Δεν έβλε­πα μόνο ονό­μα­τα. Έβλε­πα μια ολό­κλη­ρη Ήπει­ρο. Παι­διά από ορει­νά χωριά. Γιοι γεωρ­γών. Γιοι κτη­νο­τρό­φων. Νέοι που ήρθαν στην Ανα­γνω­στο­πού­λειο όχι για να γίνουν λόγιοι ή αξιω­μα­τού­χοι, αλλά για να μάθουν πώς να κάνουν τον τόπο τους πιο παρα­γω­γι­κό. Αυτό ήταν το πραγ­μα­τι­κό όρα­μα του Μιχα­ήλ Αναγνώστου.Να μορ­φώ­σει ανθρώ­πους που θα έμε­ναν στον τόπο τους και θα τον προόδευαν.

Εκεί­νες τις ημέ­ρες άρχι­σαν να φτά­νουν στην Κόνι­τσα και οι πρώ­τες ειδή­σεις που ανη­συ­χού­σαν τους κατοί­κους. Οι πολι­τι­κές αντι­θέ­σεις που είχαν γεν­νη­θεί στα χρό­νια της Κατο­χής δεν έσβη­ναν. Αντί­θε­τα, γίνο­νταν ολο­έ­να πιο έντο­νες. Σε διά­φο­ρες περιο­χές της χώρας σημειώ­νο­νταν συγκρού­σεις. Οι εφη­με­ρί­δες μιλού­σαν για αβε­βαιό­τη­τα. Οι άνθρω­ποι απέ­φευ­γαν να συζη­τούν δημό­σια για την πολι­τι­κή. Οι περισ­σό­τε­ροι είχαν κου­ρα­στεί από τον πόλε­μο. Δεν άντε­χαν ούτε να τον ακούνε.

Ο Θωμάς με ρώτη­σε ένα βράδυ:

«Λες να τελειώσαμε;»

Δεν κατά­λα­βα αμέ­σως τι εννοούσε.

«Με τους πολέμους.»

Έμει­να σιω­πη­λός. Δεν ήξε­ρα τι να του απα­ντή­σω. Για πρώ­τη φορά στη ζωή μου φοβό­μουν όχι έναν ξένο στρα­τό, αλλά την πιθα­νό­τη­τα να διχα­στούν οι ίδιοι οι Έλληνες.

Ο Δημή­τριος Ράγ­γας άκου­σε την κου­βέ­ντα μας. Έμει­νε για λίγο σκε­φτι­κός. Ύστε­ρα είπε ήρεμα:

«Οι ξένοι κατα­κτη­τές φεύ­γουν κάποτε.

Ο διχα­σμός, όμως, αν ριζώ­σει στις καρ­διές των ανθρώ­πων, αργεί πολύ να φύγει.»

Κανείς μας δεν μίλη­σε. Τα λόγια του έμει­ναν να αιω­ρού­νται μέσα στο δειλινό.

Το καλο­καί­ρι του 1947 η ατμό­σφαι­ρα είχε αλλά­ξει. Η παρου­σία στρα­τιω­τι­κών μονά­δων στην περιο­χή αυξή­θη­κε. Στους δρό­μους της Κόνι­τσας έβλε­πες ολο­έ­να συχνό­τε­ρα στρα­τιώ­τες του κυβερ­νη­τι­κού στρα­τού. Στα γύρω βου­νά κυκλο­φο­ρού­σαν ολο­έ­να περισ­σό­τε­ρες φήμες για τη δρά­ση του Δημο­κρα­τι­κού Στρα­τού. Η πόλη βρι­σκό­ταν ξανά σε εγρή­γορ­ση. Οι κάτοι­κοι δεν γνώ­ρι­ζαν τι ακρι­βώς επρό­κει­το να συμ­βεί. Διαι­σθά­νο­νταν όμως ότι οι δύσκο­λες ημέ­ρες δεν είχαν τελειώσει.

Ένα από­γευ­μα στά­θη­κα μπρο­στά στην Ανα­γνω­στο­πού­λειο. Ο ήλιος έδυε πίσω από την Τύμ­φη. Οι πέτρι­νοι τοί­χοι έπαιρ­ναν εκεί­νο το χρυ­σο­κόκ­κι­νο χρώ­μα που μόνο τα απο­γεύ­μα­τα του φθι­νο­πώ­ρου χαρί­ζει η ηπει­ρώ­τι­κη γη. Σκέ­φτη­κα τον Μιχα­ήλ Ανα­γνώ­στου. Ανα­ρω­τή­θη­κα αν είχε ποτέ φαντα­στεί ότι το σχο­λείο που ίδρυ­σε για να υπη­ρε­τεί τη γνώ­ση θα γινό­ταν σιω­πη­λός μάρ­τυ­ρας δύο πολέ­μων μέσα σε λιγό­τε­ρο από μία δεκα­ε­τία. Η πέτρα δεν μου απά­ντη­σε. Η σιω­πή της, όμως, έμοια­ζε να γνω­ρί­ζει περισ­σό­τε­ρα από όλους μας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΟΓΔΟΟ

Η Μάχη της Κόνιτσας

(Δεκέμ­βριος 1947 – Ιανουά­ριος 1948)

«Ο πόλε­μος με τους ξένους είχε τελειώ­σει. Τώρα η δοκι­μα­σία ερχό­ταν από μέσα.»

Τρία χρό­νια είχαν περά­σει από την απο­χώ­ρη­ση των γερ­μα­νι­κών στρα­τευ­μά­των. Οι άνθρω­ποι πίστε­ψαν πως η ειρή­νη θα επέ­στρε­φε. Δεν επέ­στρε­ψε. Οι πολι­τι­κές και κοι­νω­νι­κές αντι­θέ­σεις που είχαν αφή­σει πίσω τους η Κατο­χή και η Απε­λευ­θέ­ρω­ση μεγά­λω­ναν διαρ­κώς. Η Ελλά­δα οδη­γή­θη­κε στα­δια­κά στον Εμφύ­λιο Πόλε­μο. Η Ήπει­ρος δεν έμει­νε έξω από αυτή τη νέα τρα­γω­δία.  Η Κόνι­τσα, λόγω της γεω­γρα­φι­κής της θέσης, βρέ­θη­κε ξανά στο επί­κε­ντρο των εξελίξεων.

Τον Δεκέμ­βριο του 1947 η πόλη ζού­σε ήδη μέσα στην αγω­νία. Η παρου­σία του Εθνι­κού Στρα­τού ήταν έντο­νη. Οχυ­ρω­μα­τι­κά έργα είχαν κατα­σκευα­στεί στις γύρω θέσεις. Οι κάτοι­κοι παρα­κο­λου­θού­σαν ανή­συ­χοι τις εξε­λί­ξεις. Οι φήμες πλή­θαι­ναν. Άλλοι μιλού­σαν για μεγά­λη επί­θε­ση. Άλλοι πίστευαν πως τίπο­τε δεν θα συνέ­βαι­νε. Κανείς όμως δεν ένιω­θε πραγ­μα­τι­κά ασφαλής.

Λίγο πριν από τα Χρι­στού­γεν­να άρχι­σαν να ακού­γο­νται οι πρώ­τοι κανο­νιο­βο­λι­σμοί από τα γύρω υψώ­μα­τα. Η μάχη είχε αρχί­σει. Ο Δημο­κρα­τι­κός Στρα­τός  επι­χεί­ρη­σε να κατα­λά­βει την Κόνι­τσα, επι­διώ­κο­ντας να την ανα­κη­ρύ­ξει έδρα της Προ­σω­ρι­νής Δημο­κρα­τι­κής Κυβέρ­νη­σης. Η πόλη μετα­τρά­πη­κε σε πεδίο πολε­μι­κών επι­χει­ρή­σε­ων. Οι κυβερ­νη­τι­κές δυνά­μεις οργά­νω­σαν την άμυ­νά τους και απέ­κρου­σαν τις επι­θέ­σεις που εκδη­λώ­νο­νταν από δια­φο­ρε­τι­κές κατευ­θύν­σεις. Οι συγκρού­σεις υπήρ­ξαν σφο­δρές και κρά­τη­σαν αρκε­τές ημέρες.

Για εμάς, όμως, όλα αυτά δεν ήταν στρα­τιω­τι­κοί χάρ­τες. Ήταν η καθη­με­ρι­νό­τη­τά μας. Τα σπί­τια έτρε­μαν από τις εκρή­ξεις. Τα παι­διά έκλαι­γαν μέσα στα υπό­γεια. Οι μανά­δες προ­σπα­θού­σαν να τα καθη­συ­χά­σουν χωρίς να ξέρουν ούτε οι ίδιες αν θα ξημε­ρώ­σει ειρη­νι­κή ημέ­ρα. Οι ηλι­κιω­μέ­νοι έκα­ναν τον σταυ­ρό τους. Κανείς δεν ήξε­ρε τι θα έφερ­νε η επό­με­νη ώρα.

Με τον Θωμά βοη­θού­σα­με όπου υπήρ­χε ανά­γκη. Μετα­φέ­ρα­με τρό­φι­μα σε οικο­γέ­νειες που δεν μπο­ρού­σαν να βγουν από τα σπί­τια τους. Κου­βα­λού­σα­με νερό. Συν­δρά­μα­με ηλι­κιω­μέ­νους. Δεν μας ενδιέ­φε­ρε ποιος είχε ποιες πολι­τι­κές πεποι­θή­σεις. Μπρο­στά στον φόβο όλοι οι άνθρω­ποι ήταν ίδιοι.

Μια ημέ­ρα, καθώς ανε­βαί­να­με προς τη σχο­λή, στα­θή­κα­με στην άκρη του δρό­μου. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος στε­κό­ταν και πάλι σιω­πη­λή. Δεν λει­τουρ­γού­σε ως σχο­λείο. Δεν φιλο­ξε­νού­σε μαθη­τές. Οι πέτρι­νοι τοί­χοι της παρα­κο­λου­θού­σαν ακό­μη μία φορά την ιστο­ρία να περ­νά μπρο­στά τους. Είχε αντέ­ξει την οικο­νο­μι­κή κρί­ση. Είχε αντέ­ξει την Κατο­χή. Τώρα γινό­ταν μάρ­τυ­ρας ενός ακό­μη ελλη­νι­κού δράματος.

Ο Δημή­τριος Ράγ­γας ήρθε αργά το από­γευ­μα. Στά­θη­κε δίπλα μας χωρίς να μιλή­σει. Έπει­τα είπε σιγά:

«Οι πέτρες δεν ξεχω­ρί­ζουν τους ανθρώπους.»

Κανείς δεν απάντησε.

«Σ’ αυτή τη σχο­λή φοί­τη­σαν παι­διά από όλα τα χωριά της Ηπείρου.

Άλλα μεγά­λω­σαν και βρέ­θη­καν στη μία πλευ­ρά. Άλλα στην άλλη. Κι όμως, όταν ήταν μαθη­τές, κάθο­νταν στο ίδιο θρα­νίο.» Τα λόγια του έπε­σαν βαριά μέσα στη σιωπή.

Οι μάχες συνε­χί­στη­καν για ημέ­ρες. Οι κάτοι­κοι έμε­ναν κλει­σμέ­νοι στα σπί­τια τους. Οι δρό­μοι άδεια­ζαν. Μόνο οι ήχοι των εκρή­ξε­ων έσπα­ζαν την παγω­μέ­νη ησυ­χία του χει­μώ­να. Κάθε τόσο έφθα­ναν τραυ­μα­τί­ες. Άλλοι ανα­ζη­τού­σαν συγ­γε­νείς. Άλλοι περί­με­ναν νέα που δεν έρχο­νταν ποτέ. Ο πόλε­μος είχε ξανα­δώ­σει στην πόλη το ίδιο πρό­σω­πο που είχε γνω­ρί­σει λίγα χρό­νια πριν. Ένα πρό­σω­πο γεμά­το φόβο.

Στις αρχές του Ιανουα­ρί­ου του 1948 οι μάχες άρχι­σαν να κοπά­ζουν. Η επί­θε­ση είχε απο­τύ­χει. Η Κόνι­τσα παρέ­μει­νε υπό τον έλεγ­χο του Εθνι­κού Στρα­τού. Οι κανο­νιο­βο­λι­σμοί στα­μά­τη­σαν. Ο καπνός άρχι­σε σιγά σιγά να δια­λύ­ε­ται. Οι άνθρω­ποι βγή­καν ξανά στους δρό­μους. Όχι για να γιορ­τά­σουν. Αλλά για να μετρή­σουν τις πλη­γές τους.

Περ­πά­τη­σα μόνος μέχρι την Ανα­γνω­στο­πού­λειο. Άγγι­ξα έναν από τους μεγά­λους πέτρι­νους τοί­χους. Ήταν παγω­μέ­νος. Έκλει­σα τα μάτια. Σκέ­φτη­κα τον Μιχα­ήλ Ανα­γνώ­στου. Σκέ­φτη­κα τους πρώ­τους μαθη­τές. Σκέ­φτη­κα τους ανθρώ­πους που πέρα­σαν από εδώ πιστεύ­ο­ντας πως η γνώ­ση μπο­ρού­σε να ενώ­σει έναν τόπο. Άνοι­ξα ξανά τα μάτια. Η πέτρα στε­κό­ταν ακό­μη όρθια. Όπως στε­κό­ταν πάντο­τε. Ίσως για­τί γνώ­ρι­ζε κάτι που οι άνθρω­ποι ξεχνού­σαν εύκο­λα. Ότι κανέ­νας πόλε­μος δεν διαρ­κεί για πάντα. Αυτό που μένει είναι ό,τι χτί­ζε­ται με γνώ­ση, μόχθο και αγάπη.

Ο Δημή­τριος Ράγ­γας στά­θη­κε δίπλα μου.

«Θα ξανα­κού­σει γέλια αυτός ο τόπος;» τον ρώτη­σα. Με κοί­τα­ξε χωρίς δισταγμό.

«Ναι. Για­τί οι σχο­λές χτί­ζο­νται για τα παιδιά.»

Έστρε­ψε το βλέμ­μα του προς το πέτρι­νο κτίριο.

«Και τα παι­διά βρί­σκουν πάντα τον δρό­μο για το φως.»

ΜΕΡΟΣ Α 

ΜΕΡΟΣ  Β

ΜΕΡΟΣ Γ

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ  ΜΕΡΟΣ Ε

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Κόνι­τσα σήμε­ρα Konitsa today

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like

Comments are closed.