ΜΕΡΟΣ Γ
Η Αναγνωστοπούλειος Σχολή: Το μεγάλο όραμα του Μιχαήλ Αναγνωστόπουλου για την Ήπειρο
Μπάμπης Στέρτσος
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

Η Βιβλιοθήκη και το Όνειρο της Επιστροφής
Υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν από την πατρίδα τους και υπάρχουν άνθρωποι που κουβαλούν την πατρίδα μέσα τους όπου κι αν βρεθούν. Ο Μιχαήλ Αναγνωστόπουλος ανήκε στη δεύτερη κατηγορία. Όσο πιο ψηλά ανέβαινε στη Βοστώνη, τόσο βαθύτερα ρίζωνε μέσα του η Ήπειρος. Και όσο μεγαλύτερη γινόταν η φήμη του στην Αμερική, τόσο περισσότερο τον βασάνιζε μια σκέψη: Τι θα αφήσω πίσω μου όταν φύγω;
Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα το όνομα του Μιχαήλ Ανάγνου είχε γίνει γνωστό σε ολόκληρη την Αμερική. Διευθυντής της Perkins, ομιλητής, συγγραφέας, παιδαγωγός, οργανωτής, υπερασπιστής των αδύναμων. Οι αίθουσες όπου μιλούσε γέμιζαν. Τα άρθρα του αναδημοσιεύονταν. Οι πολιτικοί ζητούσαν τη γνώμη του. Τα πανεπιστήμια τον τιμούσαν. Το Χάρβαρντ του απένειμε τιμητικό μεταπτυχιακό τίτλο. Οι σημαντικότεροι διανοούμενοι της εποχής τον καλούσαν στα σπίτια τους. Κι όμως όταν τελείωναν οι ομιλίες και έσβηναν τα φώτα, ο νους του ταξίδευε στα ίδια μέρη. Στο Πάπιγκο, στην Κόνιτσα, στον Βοϊδομάτη, στα βουνά της Πίνδου, στα πέτρινα καλντερίμια της παιδικής του ηλικίας.
Κάθε φορά που επέστρεφε στην Ήπειρο παρατηρούσε την ίδια εικόνα. Τα χωριά ήταν γεμάτα εξυπνάδα. Γεμάτα εργατικότητα. Γεμάτα ταλέντο. Αλλά φτωχά σε ευκαιρίες. Οι νέοι ξενιτεύονταν. Οι καλλιέργειες βασίζονταν ακόμη σε παραδοσιακές μεθόδους. Η παραγωγή ήταν μικρή. Η γη συχνά εξαντλούνταν. Οι αγρότες δούλευαν σκληρά χωρίς να γνωρίζουν τα επιστημονικά εργαλεία που ήδη χρησιμοποιούνταν στην Αμερική και τη Δυτική Ευρώπη. Αυτό πονούσε τον Μιχαήλ. Ίσως περισσότερο από καθετί άλλο. Γιατί ήξερε πως η φτώχεια δεν οφειλόταν στην τεμπελιά. Ούτε στην ανικανότητα. Οφειλόταν στην έλλειψη γνώσης.
Στην Perkins είχε μάθει μια μεγάλη αλήθεια. Η εκπαίδευση δεν είναι φιλανθρωπία. Είναι απελευθέρωση. Έβλεπε τυφλά παιδιά να γίνονται δάσκαλοι. Να γίνονται επιστήμονες. Να γίνονται ενεργοί πολίτες. Και τότε αναρωτιόταν: Αν η γνώση μπορεί να ελευθερώσει έναν άνθρωπο από το σκοτάδι, γιατί να μην ελευθερώσει και έναν ολόκληρο τόπο από τη φτώχεια; Η ερώτηση αυτή άρχισε να τον ακολουθεί παντού.
Την ίδια εποχή άρχισε να δημιουργεί μια από τις σημαντικότερες ιδιωτικές βιβλιοθήκες που απέκτησε ποτέ Ηπειρώτης της διασποράς. Αγόραζε βιβλία ασταμάτητα. Ιστορία. Φιλοσοφία. Γεωπονία. Παιδαγωγική. Θεολογία. Κλασικούς συγγραφείς. Επιστημονικά συγγράμματα. Σπάνιες εκδόσεις. Ταξιδιωτικά έργα. Χάρτες. Λευκώματα. Πολλά από αυτά ήταν δυσεύρετα ακόμη και για τις μεγάλες βιβλιοθήκες της εποχής. Οι επισκέπτες του σπιτιού του στη Βοστώνη συχνά εντυπωσιάζονταν περισσότερο από τα βιβλία του παρά από τα αξιώματά του.
«Γιατί αγοράζετε τόσα βιβλία;» τον ρώτησε κάποτε ένας Αμερικανός φίλος.
Ο Μιχαήλ χαμογέλασε.
«Γιατί κάποια μέρα θα γυρίσουν σπίτι.»
Κανείς δεν κατάλαβε τότε τι εννοούσε. Ούτε οι φίλοι του. ούτε οι συνεργάτες του, ούτε οι συμπατριώτες του. Μόνο ο ίδιος γνώριζε. Κάθε βιβλίο που αγόραζε είχε ήδη προορισμό. Το Πάπιγκο. Τη γενέτειρά του. Τον τόπο όπου είχε κάνει τα πρώτα του όνειρα. Τον τόπο όπου είχε πρωτομάθει να διαβάζει. Έτσι γεννήθηκε η μεγάλη βιβλιοθήκη που αργότερα θα έφτανε στο Ζαγόρι και θα γινόταν ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά αποθέματα της περιοχής. Δεν ήταν απλώς μια συλλογή βιβλίων. Ήταν η πνευματική διαθήκη ενός ανθρώπου.
Όσο περνούσαν τα χρόνια, οι σκέψεις του γίνονταν πιο συγκεκριμένες. Δεν αρκούσαν πια οι δωρεές, δεν αρκούσαν οι υποτροφίες δεν αρκούσαν τα σχολεία. Χρειαζόταν κάτι μεγαλύτερο. Κάτι που θα συνέδεε τη γνώση με την παραγωγή. Κάτι που θα έδινε στους νέους της Ηπείρου πρακτικά εφόδια για να αλλάξουν τη ζωή τους. Και τότε άρχισε να σχηματίζεται καθαρά μέσα του μια εικόνα. Μια σχολή. Όχι κλασική. Όχι θεωρητική. Μια σχολή της γης. Μια σχολή του μέλλοντος. Μια σχολή όπου οι νέοι θα μάθαιναν σύγχρονες καλλιεργητικές τεχνικές. Κτηνοτροφία, δενδροκομία, αμπελουργία, διαχείριση γης, οργάνωση παραγωγής. Μια σχολή που θα έφερνε στην Ήπειρο όσα είχε δει να αλλάζουν την αμερικανική ύπαιθρο.
Την εποχή εκείνη οι γεωργικές σχολές θεωρούνταν πρωτοποριακά ιδρύματα. Στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες η επιστήμη είχε αρχίσει να μπαίνει δυναμικά στον πρωτογενή τομέα. Νέες ποικιλίες φυτών. Νέες τεχνικές λίπανσης. Σύγχρονα εργαλεία. Πειραματικές καλλιέργειες. Γεωπονική έρευνα. Οι χώρες που επένδυαν στη γεωργική εκπαίδευση αύξαναν θεαματικά την παραγωγικότητά τους. Ο Μιχαήλ το έβλεπε καθημερινά και δεν μπορούσε να δεχτεί ότι η Ήπειρος θα έμενε πίσω.
Μια μέρα, κοιτάζοντας έναν χάρτη της ιδιαίτερης πατρίδας του, το βλέμμα του στάθηκε στην Κόνιτσα. Ήταν το φυσικό κέντρο της περιοχής. Σταυροδρόμι ανθρώπων, σταυροδρόμι προϊόντων, σταυροδρόμι ιδεών. Η σκέψη άρχισε να ωριμάζει. Η σχολή έπρεπε να χτιστεί εκεί. Κοντά στη γη. Κοντά στους ανθρώπους που θα τη χρειάζονταν. Κοντά στα χωριά της Πίνδου.
Εκείνο το βράδυ έγραψε πολλές σελίδες σημειώσεων. Για πρώτη φορά η ιδέα απέκτησε μορφή. Κτήμα, αμπελώνες. Στάβλοι, πρότυπες καλλιέργειες, εργαστήρια. Οικότροφοι μαθητές. Πρακτική εκπαίδευση, όχι απλώς μαθήματα. Παραγωγή. Δημιουργία. Ανάπτυξη. Η σχολή που οραματιζόταν δεν θα έδινε μόνο γνώσεις. Θα δημιουργούσε μια νέα γενιά ανθρώπων.
Την ίδια ώρα, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, εγώ δεν είχα ακόμη γεννηθεί. Κι όμως πολλές φορές, όταν περπατώ σήμερα στην αυλή της Αναγνωστοπουλείου, έχω την αίσθηση πως εκείνη τη νύχτα ακούγεται ακόμη το ξύσιμο της πένας του πάνω στο χαρτί. Σαν να σχεδίαζε όχι ένα κτίριο. Αλλά μια υπόσχεση. Μια υπόσχεση προς τις επόμενες γενιές. Προς τους μαθητές που δεν είχε γνωρίσει. Προς τους αγρότες που δεν θα συναντούσε ποτέ. Προς την ίδια την Ήπειρο.
Κάπως έτσι, μέσα σε ένα γραφείο της Βοστώνης, ανάμεσα σε χιλιάδες βιβλία και αμέτρητες επιστολές, γεννήθηκε το μεγάλο όραμα. Το όραμα που θα επιβίωνε του θανάτου του. Το όραμα που θα έπαιρνε μορφή πολλά χρόνια αργότερα. Το όραμα που θα γινόταν πέτρα. Παράθυρα, αμπέλια, χωράφια, μαθητές, Ιστορία. Η Αναγνωστοπούλειος Γεωργική Σχολή Κόνιτσας είχε πλέον γεννηθεί μέσα στη σκέψη του δημιουργού της. Το μόνο που απέμενε ήταν να τη γεννήσει ο χρόνος.
Την ίδια ώρα, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, εγώ δεν είχα ακόμη γεννηθεί..
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ

Η Τελευταία Επιστροφή
Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν τη ζωή τους ταξιδεύοντας και υπάρχουν άνθρωποι που ταξιδεύουν μια ζωή για να επιστρέψουν. Ο Μιχαήλ Αναγνωστόπουλος ανήκε στη δεύτερη κατηγορία. Όσο περνούσαν τα χρόνια, η Ήπειρος δεν απομακρυνόταν από μέσα του. Πλησίαζε. Γινόταν πιο έντονη, πιο ζωντανή, πιο απαραίτητη σαν ένα παλιό τραγούδι που το ακούς ξανά και ξανά ώσπου γίνεται μέρος της αναπνοής σου.
Το 1906 ο Μιχαήλ είχε φτάσει πλέον στα εξήντα εννέα του χρόνια. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει. Το σώμα του κουβαλούσε την κούραση δεκαετιών αδιάκοπης εργασίας. Μόνο τα μάτια του παρέμεναν ίδια. Ανήσυχα, φωτεινά, γεμάτα σχέδια. Οι φίλοι του στη Βοστώνη τού ζητούσαν να ξεκουραστεί. Οι γιατροί τον συμβούλευαν να περιορίσει τα ταξίδια. Εκείνος χαμογελούσε. Δεν είχε χρόνο για ξεκούραση. Υπήρχε ακόμη κάτι που έπρεπε να ολοκληρώσει. Η διαθήκη του.
Τις νύχτες καθόταν μόνος στο γραφείο του. Γύρω του υψώνονταν οι βιβλιοθήκες που είχε δημιουργήσει επί δεκαετίες. Χιλιάδες τόμοι. Αναμνήσεις μιας ζωής. Στο τραπέζι απλώνονταν χάρτες της Ηπείρου. Σημειώσεις, σχέδια, ονόματα χωριών, υπολογισμοί, κληροδοτήματα. Δεν σκεφτόταν πλέον τον εαυτό του· σκεφτόταν το μέλλον. Τι θα απέμενε όταν η φωνή του θα σιωπούσε. Τι θα μπορούσε να συνεχίσει να εργάζεται όταν εκείνος δεν θα υπήρχε πια.
Ένα βράδυ άνοιξε το παράθυρο του σπιτιού του στη Βοστώνη. Ο αέρας μύριζε θάλασσα. Για μια στιγμή έκλεισε τα μάτια. Και δεν είδε την Αμερική. Είδε το Πάπιγκο, την πλατεία, την εκκλησία, τα μονοπάτια. Τη μητέρα του, την Καλλίνα. Τον πατέρα του. Τα πρώτα του σχολικά βιβλία. Την πρώτη φορά που άκουσε τη λέξη «μόρφωση». Τότε κατάλαβε κάτι. Η ζωή του έκανε έναν πλήρη κύκλο και ο κύκλος πλησίαζε στο τέλος του.
Λίγους μήνες αργότερα ταξίδεψε στην Ελλάδα. Η επιστροφή του προκάλεσε συγκίνηση. Ο Ηπειρώτης που είχε κατακτήσει την Αμερική βρισκόταν ξανά στον τόπο του. Όπου πήγαινε, τον υποδέχονταν με σεβασμό. Με αγάπη. Με υπερηφάνεια. Οι άνθρωποι έβλεπαν στο πρόσωπό του κάτι περισσότερο από έναν επιτυχημένο απόδημο. Έβλεπαν έναν άνθρωπο που δεν ξέχασε ποτέ από πού ξεκίνησε.
Στην Αθήνα συνάντησε παλιούς φίλους. Πολιτικούς, καθηγητές, λόγιους. Συζήτησαν για την Ελλάδα. Για την εκπαίδευση. Για το μέλλον. Κανείς όμως δεν γνώριζε ότι μέσα του είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις του. Η περιουσία του δεν θα γινόταν μνημείο ματαιοδοξίας. Δεν θα γινόταν πολυτέλεια. Δεν θα γινόταν προσωπική κληρονομιά. Θα γινόταν εργαλείο, γνώση, παιδεία, ανάπτυξη.
Η μεγάλη του αγωνία ήταν μία. Πώς θα μπορούσε η Ήπειρος να κρατήσει τα παιδιά της; Πώς θα μπορούσε ο νέος άνθρωπος να μείνει στον τόπο του χωρίς να καταδικάζεται στη φτώχεια; Η απάντηση που είχε βρει ήταν απλή και ταυτόχρονα επαναστατική. Εκπαίδευση. Όχι μόνο θεωρητική. Παραγωγική πρακτική εφαρμοσμένη. Μια γεωργική σχολή. Ένα ίδρυμα που θα μετέφερε στην ελληνική ύπαιθρο τις πιο σύγχρονες γνώσεις της εποχής. Μια σχολή που θα μάθαινε στους νέους όχι μόνο να καλλιεργούν αλλά να δημιουργούν, να καινοτομούν, να προοδεύουν.
Έτσι γεννήθηκε οριστικά η μεγάλη του διαθήκη. Μέσα από αυτήν καθόριζε τα έργα που θα υπηρετούσαν την Ήπειρο μετά τον θάνατό του. Τα σχολεία του Πάπιγκου. Τη βιβλιοθήκη του, τις υποτροφίες και πάνω απ’ όλα το μεγάλο εκπαιδευτικό όραμα που αργότερα θα υψωνόταν στην Κόνιτσα. Εκείνη τη στιγμή ίσως ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο εμβληματικό θα γινόταν το κτίριο που ονειρευόταν.
Το καλοκαίρι του 1906 ξεκίνησε ένα ακόμη ταξίδι. Κανείς δεν ήξερε ότι θα ήταν το τελευταίο. Ο Μιχαήλ ταξίδευε στη Ρουμανία. Είχε ήδη παρακολουθήσει εκδηλώσεις και συναντήσεις. Παρέμενε δραστήριος όπως πάντα. Όμως το σώμα του είχε αρχίσει να τον προδίδει. Οι δυνάμεις του λιγόστευαν. Η καρδιά του είχε κουραστεί.
Στις 29 Ιουνίου 1906 το ταξίδι τελείωσε. Ο άνθρωπος που είχε περάσει μια ζωή χτίζοντας γέφυρες ανάμεσα σε κόσμους άφησε την τελευταία του πνοή μακριά από τη Βοστώνη. Μακριά από το Πάπιγκο. Μακριά από την Κόνιτσα. Και όμως κοντά σε όλα όσα αγαπούσε. Γιατί οι άνθρωποι σαν τον Μιχαήλ δεν ανήκουν σε έναν τόπο. Ανήκουν στις ιδέες τους.
Η είδηση ταξίδεψε γρήγορα. Πρώτα στην Ελλάδα. Ύστερα στην Αμερική. Και τότε συνέβη κάτι σπάνιο. Δύο πατρίδες πένθησαν τον ίδιο άνθρωπο. Στη Βοστώνη χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν για να τον αποχαιρετήσουν. Πολιτικοί, καθηγητές, ιερείς, μαθητές. Άνθρωποι που είχαν αγγίξει τη ζωή του. Άνθρωποι που είχε αγγίξει η δική του. Στην Ήπειρο οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα. Οι εφημερίδες έγραφαν για τον μεγάλο ευεργέτη. Για τον άνθρωπο που έφυγε φτωχός από το Πάπιγκο και επέστρεψε πλούσιος σε έργα.
Κάποια στιγμή η σορός του επέστρεψε στην αγαπημένη του γη. Στα βουνά που τον γέννησαν. Στον τόπο που δεν έπαψε ποτέ να τον καλεί και καθώς το φέρετρο προχωρούσε ανάμεσα στους ανθρώπους, πολλοί έκλαιγαν. Όχι μόνο για τον θάνατό του αλλά γιατί ένιωθαν πως αποχαιρετούσαν μια ολόκληρη εποχή.
Όμως έκαναν λάθος. Δεν τελείωνε μια εποχή. Άρχιζε μια άλλη. Γιατί οι μεγάλες ζωές δεν τελειώνουν με τον θάνατο. Συνεχίζονται μέσα από τα έργα τους και κάπου μέσα στις σελίδες της διαθήκης του, μέσα σε λίγες γραμμές γραμμένες με μελάνι, κοιμόταν ήδη ένα νέο κεφάλαιο της ιστορίας. Ένα κτίριο που ακόμη δεν υπήρχε. Ένα αγρόκτημα που ακόμη δεν είχε διαμορφωθεί. Ένας αμπελώνας που ακόμη δεν είχε φυτευτεί. Μια σχολή που ακόμη δεν είχε ανοίξει τις πύλες της. Η Αναγνωστοπούλειος Γεωργική Σχολή. Το μεγάλο του όνειρο. Το παιδί που δεν πρόλαβε να δει.
Κάπως έτσι έκλεισε η ζωή του Μιχαήλ Αναγνωστόπουλου· αλλά εκείνο ακριβώς το βράδυ, καθώς η Ήπειρος τον αποχαιρετούσε, άρχιζε η ιστορία της Σχολής. Η ιστορία που θα αλλάξει την Κόνιτσα. Η ιστορία που θα με φέρει κι εμένα, τον Στέργιο, πολλά χρόνια αργότερα μπροστά στις πέτρες της. Η ιστορία που θα μας ενώσει όλους. Τους ζωντανούς. Τους νεκρούς. Και εκείνους που ακόμη δεν έχουν γεννηθεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ
Η διαθήκη γίνεται πέτρα
Κάθε μεγάλο έργο γεννιέται δύο φορές. Την πρώτη φορά μέσα στο μυαλό ενός ανθρώπου. Τη δεύτερη μέσα στον πραγματικό κόσμο. Το όραμα του Μιχαήλ Αναγνωστόπουλου είχε ήδη γεννηθεί στη Βοστώνη. Τώρα έπρεπε να γεννηθεί στην Ήπειρο. Και αυτή η δεύτερη γέννηση αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερη.
Όταν ο μεγάλος ευεργέτης έκλεισε για πάντα τα μάτια του το καλοκαίρι του 1906, πολλοί πίστεψαν πως η ιστορία του είχε ολοκληρωθεί. Δεν καταλάβαιναν. Η αλήθεια ήταν ακριβώς η αντίθετη. Η ζωή του είχε τελειώσει. Το έργο του μόλις ξεκινούσε. Μέσα στις σελίδες της διαθήκης του υπήρχαν σχέδια που θα χρειάζονταν χρόνια για να πραγματοποιηθούν. Υπήρχαν χρήματα, υπήρχαν όροι, υπήρχαν υποχρεώσεις. Υπήρχε όμως πάνω απ’ όλα ένα όραμα και τα οράματα δεν χτίζονται εύκολα.
Τα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν ήρεμα. Η Ήπειρος βρισκόταν ακόμη έξω από τα σύνορα του ελληνικού κράτους. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρέμενε κυρίαρχη. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι πλησίαζαν. Ολόκληρη η περιοχή έμοιαζε να βρίσκεται πάνω σε κινούμενη άμμο. Κι όμως παρά τις δυσκολίες, οι άνθρωποι που διαχειρίζονταν το κληροδότημα δεν εγκατέλειψαν. Το όνομα του Αναγνωστόπουλου ήταν πολύ βαρύ, και η επιθυμία του πολύ σαφής.Η σχολή έπρεπε να γίνει.
Θυμάμαι τον παππού μου, τον Γεώργιο Γκίκα, να μου λέει μια ιστορία όταν ήμουν παιδί. «Τα μεγάλα κτίρια», έλεγε, «δεν τα χτίζουν οι μαστόροι. Τα χτίζουν οι άνθρωποι που πιστεύουν πως θα υπάρχουν και μετά τον θάνατό τους.» Τότε δεν καταλάβαινα. Σήμερα καταλαβαίνω. Η Αναγνωστοπούλειος ήταν ακριβώς αυτό. Ένα κτίριο σχεδιασμένο για ανθρώπους που δεν είχαν ακόμη γεννηθεί.
Ύστερα ήρθε η απελευθέρωση της Ηπείρου. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι άλλαξαν τον χάρτη. Η Κόνιτσα βρέθηκε επιτέλους μέσα στην ελεύθερη Ελλάδα. Και ξαφνικά το όνειρο έμοιαζε πιο κοντά. Όχι εύκολο, αλλά εφικτό.
Οι άνθρωποι του κληροδοτήματος άρχισαν να αναζητούν τον κατάλληλο χώρο. Ήθελαν γη. Πολλή γη. Όχι απλώς ένα οικόπεδο. Ένα ολόκληρο αγρόκτημα. Ένα ζωντανό εργαστήριο εκπαίδευσης. Ένα μέρος όπου οι μαθητές θα μάθαιναν όχι μόνο μέσα στις αίθουσες αλλά και μέσα στα χωράφια. Η επιλογή της τοποθεσίας δεν έγινε τυχαία. Το μέρος βρισκόταν βορειοδυτικά της Κόνιτσας. Σε στρατηγικό σημείο. Με πρόσβαση σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Με χώρο για πειραματικές καλλιέργειες. Με δυνατότητα δημιουργίας αμπελώνων και κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων. Ακριβώς όπως το είχε ονειρευτεί ο Μιχαήλ.
Τότε ξεκίνησε το μεγάλο χτίσιμο. Οι πρώτες πέτρες έφτασαν με κάρα. Οι μάστορες ανέβηκαν στις σκαλωσιές. Τα σφυριά άρχισαν να χτυπούν. Ο ήχος της οικοδομής απλώθηκε σε ολόκληρη την περιοχή. Οι κάτοικοι της Κόνιτσας παρακολουθούσαν με περιέργεια. Κάποιοι με θαυμασμό. Κάποιοι με δυσπιστία. Τι ακριβώς ήταν αυτό το τεράστιο πέτρινο οικοδόμημα που υψωνόταν μέσα στα χωράφια; Ποιος θα ερχόταν να σπουδάσει γεωργία; Γιατί να χρειάζεται κανείς σχολείο για να καλλιεργήσει τη γη;
Αυτές οι ερωτήσεις ακούγονται παράξενες σήμερα. Όχι όμως τότε. Στις αρχές του 20ού αιώνα η ιδέα μιας σύγχρονης γεωργικής σχολής ήταν σχεδόν επαναστατική. Οι περισσότεροι αγρότες μάθαιναν τη δουλειά από τους πατεράδες τους. Όπως την είχαν μάθει και εκείνοι από τους δικούς τους πατεράδες. Η γνώση περνούσε από γενιά σε γενιά. Αλλά η επιστήμη προχωρούσε γρηγορότερα. Και ο Μιχαήλ το είχε καταλάβει πριν από όλους. Ήξερε ότι ο αγρότης του μέλλοντος δεν θα χρειαζόταν μόνο δυνατά χέρια. Θα χρειαζόταν γνώση.
Χρόνο με τον χρόνο το κτίριο μεγάλωνε. Και κάθε πέτρα έμοιαζε να κουβαλά ένα κομμάτι από την ιστορία του ιδρυτή του. Οι τεχνίτες δούλευαν με μεράκι. Οι όγκοι της πέτρας υψώνονταν επιβλητικοί. Τα μεγάλα παράθυρα άφηναν το φως να πλημμυρίζει τις αίθουσες. Οι διάδρομοι αποκτούσαν μορφή,οι αίθουσες διδασκαλίας ολοκληρώνονταν, οι στάβλοι χτίζονταν. Τα βοηθητικά κτίρια οργανώνονταν γύρω από τον κεντρικό πυρήνα. Το όραμα έπαιρνε σάρκα και οστά.
Όταν το έργο πλησίαζε στην ολοκλήρωσή του, οι πρώτοι αμπελώνες άρχισαν να φυτεύονται. Οι νέες καλλιέργειες απλώνονταν γύρω από το συγκρότημα, τα χωράφια διαμορφώνονταν, τα ζώα έφταναν στους στάβλους. Η σχολή δεν θα ήταν μόνο τόπος μάθησης. Θα ήταν τόπος παραγωγής. Τόπος πειραματισμού. Τόπος καινοτομίας.
Υστερα ήρθε η μεγάλη ημέρα. Το 1925. Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά τον θάνατο του Μιχαήλ Αναγνωστόπουλου. Οι πύλες άνοιξαν. Οι πρώτοι μαθητές πέρασαν το κατώφλι. Άλλοι ήρθαν από χωριά της Κόνιτσας. Άλλοι από το Ζαγόρι. Άλλοι από μακρινές περιοχές της Ηπείρου. Παιδιά αγροτών, παιδιά κτηνοτρόφων, παιδιά φτωχών οικογενειών, παιδιά που αναζητούσαν κάτι καλύτερο.
Κανείς τους δεν είχε γνωρίσει τον ιδρυτή. Κανείς τους δεν τον είχε ακούσει να μιλά. Κι όμως. Όλοι περπατούσαν μέσα σε ένα όνειρο που εκείνος είχε δει δεκαετίες νωρίτερα στη Βοστώνη. Όλοι αποτελούσαν μέρος μιας ιστορίας που είχε ξεκινήσει χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ήπειρο. Όλοι ήταν οι κληρονόμοι μιας ιδέας.
Καθώς το πρώτο κουδούνι αντηχούσε στους πέτρινους διαδρόμους, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτό το κτίριο θα ζούσε πολέμους. Κατοχή, εμφύλιο, μεταπολεμική ανασυγκρότηση, δόξες, παρακμή, αναγέννηση. Ούτε ότι κάποτε ένας άλλος άνθρωπος, πολλά χρόνια αργότερα, θα στεκόταν μπροστά στις ίδιες πέτρες προσπαθώντας να αφηγηθεί την ιστορία τους. Εγώ, ο Στέργιος, ήμουν τότε ένα παιδί κάπου στην Ήπειρο. Δεν είχα ακόμη δει τη σχολή. Δεν μπορούσα να γνωρίζω ότι οι πέτρες που υψώνονταν εκείνη τη χρονιά θα γίνονταν κάποτε το δεύτερο σπίτι μου που εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχα ακόμη, αλλά κατά κάποιον τρόπο με περίμεναν ήδη. Γιατί ορισμένα κτίρια δεν χτίζονται μόνο για τους ανθρώπους της εποχής τους. Χτίζονται για τις μνήμες των επόμενων γενεών. Η Αναγνωστοπούλειος Γεωργική Σχολή είχε μόλις ξεκινήσει τη δική της μεγάλη διαδρομή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ

Τα παιδιά του ονείρου
Όταν άνοιξαν οι πύλες της Αναγνωστοπουλείου Γεωργικής Σχολής το 1925, δεν μπήκαν μέσα μόνο μαθητές. Μπήκε το μέλλον της Ηπείρου. Αυτό ίσως ακούγεται υπερβολικό σήμερα. Δεν ήταν όμως τότε. Η Ήπειρος των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα ήταν ένας τόπος σκληρός. Τα χωριά ζούσαν κυρίως από τη γη και τα κοπάδια. Οι περισσότεροι νέοι γνώριζαν τη ζωή που είχαν γνωρίσει οι πατεράδες και οι παππούδες τους. Η γνώση μεταδιδόταν προφορικά. Οι τεχνικές καλλιέργειας άλλαζαν αργά. Η επιστήμη έμοιαζε μακρινή υπόθεση των πόλεων και ξαφνικά, μέσα στον κάμπο της Κόνιτσας, εμφανίστηκε ένα ίδρυμα που υποσχόταν κάτι σχεδόν αδιανόητο: Ότι η γνώση μπορούσε να καλλιεργήσει τη γη καλύτερα από τη συνήθεια.
Τις πρώτες μέρες οι κάτοικοι της περιοχής ανέβαιναν μέχρι την περίφραξη μόνο και μόνο για να δουν το κτίριο. Το κοίταζαν σαν να ήταν κάτι ξένο. Κάτι που είχε έρθει από άλλη χώρα και κατά μία έννοια αυτό ακριβώς ήταν. Γιατί η ιδέα της σχολής είχε γεννηθεί μέσα από την εμπειρία της Αμερικής, της Ευρώπης και της σύγχρονης γεωπονικής επιστήμης. Ο Μιχαήλ Αναγνωστόπουλος είχε φέρει στην Ήπειρο μια ιδέα που βρισκόταν δεκαετίες μπροστά από την εποχή της.
Οι πρώτοι μαθητές έφτασαν κρατώντας ξύλινα μπαούλα. Άλλοι με τα πόδια, άλλοι πάνω σε μουλάρια,άλλοι συνοδευόμενοι από τους πατεράδες τους. Τα περισσότερα παιδιά προέρχονταν από φτωχές οικογένειες. Κάποια είχαν περπατήσει ολόκληρες ημέρες για να φτάσουν. Για πρώτη φορά άφηναν το χωριό τους, για πρώτη φορά κοιμόντουσαν μακριά από το σπίτι τους, για πρώτη φορά έβλεπαν τόσους νέους ανθρώπους συγκεντρωμένους σε έναν χώρο. Οι φωνές τους γέμισαν τους διαδρόμους. Οι αυλές απέκτησαν ζωή. Το όνειρο του Μιχαήλ άρχισε να αναπνέει.
Ανάμεσα στους μαθητές υπήρχε ο Γιάννης από το Δίστρατο, ο Θανάσης από τη Μόλιστα, ο Νικόλας από το Πάπιγκο, ο Βασίλης από τα Μαστοροχώρια, ο Σπύρος από τον Αμάραντο. Παιδιά διαφορετικά. Με διαφορετικούς χαρακτήρες. Με διαφορετικά όνειρα. Αλλά με κοινή μοίρα. Όλοι ήθελαν μια καλύτερη ζωή.
Τα μαθήματα άρχιζαν νωρίς. Πολύ πριν ανατείλει ο ήλιος πάνω από τη Γκαμήλα. Οι μαθητές σηκώνονταν με το πρώτο φως. Φρόντιζαν τους στάβλους, τάιζαν τα ζώα, καθάριζαν τους χώρους. Ύστερα περνούσαν στις αίθουσες διδασκαλίας. Εκεί μάθαιναν πράγματα που οι πατεράδες τους δεν είχαν ακούσει ποτέ. Για τη σύσταση των εδαφών, για τις ασθένειες των φυτών, για την επιλογή σπόρων, για την αμειψισπορά, για τη λίπανση, για τη βελτίωση των αποδόσεων, για την ορθολογική κτηνοτροφία, για την αμπελουργία, για τη δενδροκομία, για τη γεωπονία. Λέξεις και έννοιες που ακούγονταν σχεδόν μαγικές.
Το απόγευμα η θεωρία γινόταν πράξη. Οι μαθητές κατέβαιναν στα χωράφια. Έπιαναν το χώμα με τα χέρια τους. Έσκαβαν, φύτευαν, κλάδευαν, μετρούσαν, παρατηρούσαν, κατέγραφαν. Έτσι ακριβώς το είχε οραματιστεί ο ιδρυτής. Η γνώση δεν έμενε στο βιβλίο. Γινόταν ζωή.
Ιδιαίτερη θέση κατείχε ο αμπελώνας. Οι γραμμές των κλημάτων απλώνονταν μπροστά από τη σχολή σαν πράσινος στρατός. Οι καθηγητές έδειχναν στους μαθητές πώς να κλαδεύουν σωστά. Πώς να προστατεύουν τα φυτά. Πώς να βελτιώνουν την παραγωγή. Πώς να μετατρέπουν μια παραδοσιακή καλλιέργεια σε σύγχρονη οικονομική δραστηριότητα. Κάθε κλήμα έκρυβε μέσα του μια υπόσχεση. Όπως ακριβώς και κάθε μαθητής.
Κάποιες νύχτες, όταν όλα ησύχαζαν, οι μαθητές συγκεντρώνονταν στους κοιτώνες. Μιλούσαν για τα χωριά τους. Για τις οικογένειές τους, για τα όνειρά τους. Άλλοι ήθελαν να γίνουν γεωπόνοι. Άλλοι να επιστρέψουν στα χωράφια τους και να τα μεταμορφώσουν, άλλοι ονειρεύονταν να ταξιδέψουν, άλλοι να μείνουν για πάντα στην Ήπειρο. Κανείς όμως δεν έφευγε από τη σχολή ίδιος με αυτόν που είχε μπει.
Στην κεντρική αίθουσα δέσποζε πάντοτε η μορφή του Μιχαήλ Αναγνωστόπουλου.Το πορτρέτο του παρακολουθούσε σιωπηλά τις γενιές των μαθητών. Οι περισσότεροι γνώριζαν ελάχιστα για τη ζωή του. Ήξεραν μόνο πως κάποιος άνθρωπος, που είχε ζήσει στην Αμερική, είχε αφήσει την περιουσία του για να υπάρξει αυτή η σχολή. Δεν μπορούσαν ακόμη να καταλάβουν το μέγεθος της προσφοράς του. Θα το καταλάβαιναν αργότερα. Όταν η ζωή θα τους δοκίμαζε.
Κάπου ανάμεσα στις φωνές των μαθητών, στις μυρωδιές των στάβλων, στα βιβλία, στα αμπέλια και στα χωράφια, άρχισε να δημιουργείται κάτι που κανείς δεν είχε προβλέψει. Η Αναγνωστοπούλειος δεν ήταν πια μόνο σχολείο. Γινόταν κοινότητα, οικογένεια, μνήμη, ταυτότητα. Ένας ζωντανός οργανισμός και όπως κάθε ζωντανός οργανισμός, θα γνώριζε σύντομα τη χαρά. Αλλά και τον πόνο.
Γιατί ενώ οι μαθητές μάθαιναν να καλλιεργούν τη γη, ο κόσμος γύρω τους άλλαζε. Σύννεφα μαζεύονταν πάνω από την Ευρώπη. Η οικονομική κρίση πλησίαζε, οι δικτατορίες αναδύονταν, οι ιδεολογίες συγκρούονταν και οι άνθρωποι δεν το γνώριζαν ακόμη. Αλλά ένας νέος πόλεμος βάδιζε αργά προς αυτούς. Ένας πόλεμος που θα έφτανε μέχρι την Κόνιτσα, μέχρι τους αμπελώνες, μέχρι τους στάβλους, μέχρι τις ίδιες τις αίθουσες της Σχολής, και τότε η Αναγνωστοπούλειος θα δοκιμαζόταν όπως ποτέ άλλοτε. Όμως προς το παρόν οι αυλές της ήταν γεμάτες γέλια και αυτό ήταν αρκετό. Γιατί πριν από κάθε μεγάλη καταιγίδα, η ιστορία χαρίζει πάντα μια περίοδο γαλήνης και η γαλήνη της Αναγνωστοπουλείου έφτανε τώρα στο απόγειό της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ

Τα χρόνια της ακμής
Και για ένα διάστημα, όλα έδειχναν πως το όνειρο του Μιχαήλ Αναγνωστόπουλου είχε δικαιωθεί. Η Αναγνωστοπούλειος δεν ήταν πια ένα πείραμα,δ εν ήταν μια φιλόδοξη ιδέα, δεν ήταν ένα κτίριο μέσα στα χωράφια της Κόνιτσας. Ήταν ένας θεσμός. Ένα σημείο αναφοράς. Ένα ζωντανό κύτταρο γνώσης στην καρδιά της Ηπείρου. Και όσο περνούσαν τα χρόνια, η φήμη της ταξίδευε από χωριό σε χωριό, από επαρχία σε επαρχία, ακολουθώντας τα μονοπάτια των κτηνοτρόφων, τους δρόμους των εμπόρων και τις κουβέντες των ανθρώπων στα καφενεία.
«Στην Κόνιτσα έχουν σχολή που μαθαίνει στους νέους πώς να κάνουν τη γη να αποδίδει περισσότερο», έλεγαν.
«Εκεί δοκιμάζουν καινούριες μεθόδους.»
«Εκεί έχουν επιστήμονες.»
«Εκεί φτιάχνουν το μέλλον.»
Τα χωράφια της σχολής είχαν γίνει το μεγαλύτερο υπαίθριο εργαστήριο της περιοχής. Την άνοιξη οι καλλιέργειες πρασίνιζαν σαν να ξυπνούσε η ίδια η γη από μακρύ χειμωνιάτικο ύπνο Το καλοκαίρι τα σιτηρά κυμάτιζαν κάτω από τον ήλιο. Το φθινόπωρο οι αμπελώνες γέμιζαν χρώματα. Τον χειμώνα οι μαθητές συνέχιζαν τα μαθήματά τους στις αίθουσες, μελετώντας όσα είχαν παρατηρήσει κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Η σχολή δεν σταματούσε ποτέ. Ζούσε με τον ρυθμό της ίδιας της φύσης.
Κάθε χρόνο διοργανώνονταν επιδείξεις και παρουσιάσεις. Αγρότες από ολόκληρη την Ήπειρο έφθαναν για να δουν από κοντά τις νέες μεθόδους. Οι μεγαλύτεροι κοιτούσαν με δυσπιστία. Οι νεότεροι με θαυμασμό. Πολλοί επέστρεφαν στα χωριά τους και εφάρμοζαν όσα είχαν μάθει. Σιγά σιγά άρχισαν να αλλάζουν οι καλλιέργειες, να αυξάνονται οι αποδόσεις, να βελτιώνονται οι τεχνικές, να εμφανίζονται νέες ιδέες. Κανείς ίσως δεν το καταλάβαινε πλήρως τότε. Όμως η Αναγνωστοπούλειος είχε ήδη αρχίσει να μεταμορφώνει ολόκληρη την περιοχή.
Ακόμη και επισκέπτες από την Αθήνα έφταναν κατά καιρούς στην Κόνιτσα. Γεωπόνοι, καθηγητές, υπηρεσιακοί παράγοντες. Άνθρωποι που ήθελαν να δουν από κοντά το εκπαιδευτικό ίδρυμα που είχε δημιουργηθεί χάρη στο όραμα ενός Ηπειρώτη της Αμερικής. Όταν περπατούσαν στους διαδρόμους και έβλεπαν τους στάβλους, τα χωράφια, τις καλλιέργειες και τις αίθουσες, συχνά έμεναν έκπληκτοι. Δεν περίμεναν να συναντήσουν κάτι τόσο σύγχρονο σε μια ακριτική περιοχή της χώρας.
Πάνω απ’ όλα υπήρχαν οι απόφοιτοι. Αυτοί ήταν η μεγαλύτερη δικαίωση του ιδρυτή. Νέοι που επέστρεφαν στα χωριά τους μεταφέροντας γνώσεις. Άνθρωποι που γίνονταν παραδείγματα για τους υπόλοιπους. Άνθρωποι που αποδείκνυαν ότι η εκπαίδευση μπορούσε να αλλάξει μια κοινωνία χωρίς θόρυβο. Χωρίς επαναστάσεις, χωρίς συνθήματα, μόνο με γνώση.
Πολλές φορές αναρωτιέμαι τι θα ένιωθε ο Μιχαήλ αν μπορούσε να δει τη σχολή εκείνα τα χρόνια. Αν μπορούσε να περπατήσει στους αμπελώνες. Αν μπορούσε να ακούσει τις φωνές των μαθητών. Αν μπορούσε να δει τα παιδιά της Ηπείρου να μελετούν σε αίθουσες που υπήρχαν χάρη στη δική του διαθήκη. Ίσως να χαμογελούσε,ίσως να μην έλεγε τίποτα. Οι πραγματικά μεγάλοι άνθρωποι συχνά δεν χρειάζονται επιβεβαίωση. Τους αρκεί να βλέπουν τον καρπό του σπόρου που έσπειραν.
Εκείνα τα χρόνια ήμουν ακόμη παιδί. Μεγάλωνα σε ένα χωριό της Ηπείρου ακούγοντας ιστορίες για τη μεγάλη σχολή της Κόνιτσας. Για τον ευεργέτη που είχε έρθει από την Αμερική. Για τους μαθητές που μάθαιναν να αλλάζουν τη ζωή τους μέσα από τη γνώση. Δεν γνώριζα ακόμη ότι μια μέρα θα περνούσα κι εγώ την πύλη της Αναγνωστοπουλείου. Δεν γνώριζα ότι το κτίριο αυτό θα γινόταν η μεγάλη περιπέτεια της ζωής μου, δ εν γνώριζα ακόμη ότι το κτίριο αυτό θα γινόταν μέρος της δικής μου μοίρας, δεν γνώριζα ακόμη ότι κάποτε θα περπατούσα στους ίδιους διαδρόμους. Ότι θα άγγιζα τις ίδιες πέτρες, ότι θα γινόμουν μάρτυρας των πιο δύσκολων χρόνων της ιστορίας του.
Γιατί η ζωή έχει έναν παράξενο τρόπο να προειδοποιεί. Λίγο πριν από τις μεγάλες καταιγίδες, όλα μοιάζουν πιο φωτεινά. Πιο ήσυχα. Πιο όμορφα. Σαν να θέλει ο χρόνος να χαρίσει στους ανθρώπους λίγες τελευταίες στιγμές γαλήνης πριν από τη δοκιμασία. Και η Αναγνωστοπούλειος ζούσε ακριβώς αυτή τη γαλήνη. Ίσως την πιο όμορφη περίοδο της ιστορίας της.
Τα βράδια οι καθηγητές συζητούσαν για το μέλλον. Οι μαθητές ονειρεύονταν. Οι αμπελώνες μεγάλωναν. Οι καλλιέργειες απέδιδαν. Τα χωράφια γέμιζαν ζωή. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι στην άλλη άκρη της Ευρώπης είχε ήδη αρχίσει να γεννιέται ένα σκοτάδι που θα σκέπαζε ολόκληρο τον κόσμο. Στην Ιταλία ο φασισμός δυνάμωνε. Στη Γερμανία εμφανίζονταν νέες επικίνδυνες ιδέες. Η Ευρώπη άρχιζε να αλλάζει πρόσωπο και η Ελλάδα, χωρίς να το γνωρίζει, βάδιζε προς τη μεγαλύτερη δοκιμασία της νεότερης ιστορίας της.
Όμως εκείνο το απόγευμα του φθινοπώρου του 1938, καθώς ο ήλιος έδυε πίσω από τις κορυφές της Τύμφης και τα τελευταία χρυσά χρώματα έπεφταν πάνω στους πέτρινους τοίχους της Αναγνωστοπουλείου, η σχολή έμοιαζε αιώνια. Ακλόνητη, αήττητη σαν να μην μπορούσε τίποτε να την αγγίξει και ίσως αυτό να ήταν το πιο συγκινητικό. Γιατί εμείς που γνωρίζουμε τι ακολούθησε, ξέρουμε πως εκείνο το φως ήταν το τελευταίο μεγάλο ηλιοβασίλεμα πριν από τη νύχτα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Το τελευταίο κουδούνι
“Κάποτε τα κτίρια σωπαίνουν πριν σωπάσουν οι άνθρωποι.”
Υπάρχουν εποχές που δεν τελειώνουν με έναν κρότο. Δεν γκρεμίζονται μέσα σε μια στιγμή. Δεν παρασύρονται από μια φωτιά ή έναν σεισμό. Σβήνουν αργά. Σαν το φως μιας λάμπας που λιγοστεύει ώσπου να αφήσει πίσω της μόνο σκοτάδι. Έτσι άρχισε και το τέλος της πρώτης ζωής της Αναγνωστοπουλείου Γεωργικής Σχολής. Όχι με μια καταστροφή. Αλλά με τη σιωπή.
Το φθινόπωρο του 1938 έφθασε ήρεμο στην Κόνιτσα. Ο Αώος κυλούσε όπως πάντα ανάμεσα στα βράχια. Οι πλαγιές της Τύμφης είχαν αρχίσει να κιτρινίζουν. Οι βοσκοί κατέβαζαν τα κοπάδια από τα ψηλά λιβάδια. Οι γυναίκες άπλωναν στον ήλιο καρύδια και φασόλια. Η ζωή έμοιαζε να ακολουθεί τον αιώνιο ρυθμό της ηπειρώτικης γης. Μόνο που πίσω από αυτή την εικόνα, κάτι είχε αρχίσει να ραγίζει.
Η Αναγνωστοπούλειος δεν ήταν πια εκείνη που γνώριζε η Ήπειρος. Τα χρόνια της μεγάλης ακμής είχαν περάσει. Οι πειραματικοί αγροί εξακολουθούσαν να καλλιεργούνται, αλλά όχι με τον ίδιο ενθουσιασμό. Οι στάβλοι λειτουργούσαν ακόμη, όμως λιγότερα ζώα φιλοξενούνταν πια εκεί. Οι αίθουσες διδασκαλίας άνοιγαν κάθε πρωί, αλλά τα θρανία δεν γέμιζαν όπως άλλοτε. Οι οικονομικές δυσκολίες είχαν αρχίσει να βαραίνουν κάθε απόφαση. Και όλοι το γνώριζαν.
Στο γραφείο του διευθυντή οι φάκελοι πλήθαιναν. Επιστολές προς τα υπουργεία. Αιτήματα οικονομικής ενίσχυσης, εκκλήσεις, υπομνήματα, αναφορές. Κάθε έγγραφο έκρυβε και μια ελπίδα. Κάθε απάντηση έφερνε μια νέα απογοήτευση. Οι κρατικές επιχορηγήσεις δεν επαρκούσαν πλέον. Η συντήρηση των εγκαταστάσεων γινόταν όλο και δυσκολότερη. Οι λογαριασμοί συσσωρεύονταν. Κανείς δεν τολμούσε ακόμη να προφέρει τη λέξη «κλείσιμο». Όλοι όμως τη σκέφτονταν.
Οι καθηγητές προσπαθούσαν να μη δείχνουν την αγωνία τους. Στην αίθουσα διδασκαλίας μιλούσαν για τη γονιμότητα των εδαφών, για τα κλαδέματα, για τις νέες ποικιλίες σιταριού,για την αμειψισπορά. Όμως, όταν τελείωνε το μάθημα, έμεναν για λίγα λεπτά μόνοι. Κοιτούσαν από τα παράθυρα τα χωράφια. Κανείς δεν μιλούσε. Δεν υπήρχε πια τίποτε να ειπωθεί.
Οι μαθητές ένιωθαν κι αυτοί πως κάτι άλλαζε. Το γέλιο στα διαλείμματα λιγόστευε. Οι συζητήσεις σταμάτησαν να αφορούν το μέλλον. Κανείς δεν μιλούσε για το πού θα εργαστεί όταν αποφοιτήσει. Σαν να είχε χαθεί ξαφνικά η βεβαιότητα ότι το αύριο θα ήταν καλύτερο.
Ένα πρωινό συγκεντρώθηκαν όλοι στην κεντρική αίθουσα. Καθηγητές, υπάλληλοι, μαθητές. Το μεγάλο πορτρέτο του Μιχαήλ Αναγνωστόπουλου δέσποζε στον τοίχο. Το πρόσωπό του παρέμενε γαλήνιο. Σαν να παρακολουθούσε κι εκείνος όσα επρόκειτο να συμβούν. Ο διευθυντής κρατούσε στα χέρια του έναν φάκελο. Τα χέρια του έτρεμαν. Άνοιξε αργά το έγγραφο. Η φωνή του έσπασε πριν ακόμη αρχίσει να διαβάζει.
«Με ιδιαίτερη λύπη…»
Κανείς δεν άκουσε τις υπόλοιπες λέξεις. Δεν χρειαζόταν. Όλοι είχαν ήδη καταλάβει. Η λειτουργία της Αναγνωστοπουλείου Γεωργικής Σχολής ανεστελλόταν επ’ αόριστον.
Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε απόλυτη σιγή. Έπειτα ακούστηκε ένας λυγμός. Ύστερα άλλος ένας. Ένας καθηγητής έβγαλε αργά τα γυαλιά του και σκούπισε τα μάτια του. Ένας μαθητής έσκυψε το κεφάλι. Κάποιος άλλος έσφιξε τα χέρια του μέχρι που άσπρισαν οι αρθρώσεις. Δεν έκλεινε απλώς ένα σχολείο. Έκλεινε το μεγαλύτερο όνειρο που είχε γεννήσει ποτέ η Κόνιτσα.
Τις επόμενες ημέρες η σχολή άδειαζε αργά.Τα βιβλία επέστρεφαν προσεκτικά στα ράφια. Τα γεωργικά εργαλεία καθαρίζονταν και τοποθετούνταν στις αποθήκες. Οι πάγκοι των εργαστηρίων έμεναν άδειοι, οι κοιτώνες ερήμωναν,οι τελευταίοι μαθητές αποχαιρετούσαν ο ένας τον άλλον χωρίς μεγάλες κουβέντες. Οι πιο δύσκολοι αποχαιρετισμοί δεν χρειάζονται λόγια.
Το τελευταίο κουδούνι χτύπησε ένα μουντό πρωινό. Ο ήχος του κύλησε πάνω από τις στέγες διέσχισε τους αμπελώνες, ανέβηκε στις πλαγιές και χάθηκε μέσα στα βουνά. Ήταν ο ίδιος ήχος που επί τρεις δεκαετίες καλούσε τους νέους να μάθουν πώς να αγαπούν τη γη. Τώρα τους αποχαιρετούσε.
Οι πόρτες έκλεισαν. Οι κλειδαριές γύρισαν αργά. Τα παράθυρα σφαλίστηκαν. Η σκόνη άρχισε σιγά σιγά να κατακάθεται πάνω στα θρανία. Οι αμπελώνες έμειναν χωρίς μαθητές. Τα πειραματικά χωράφια χωρίς καλλιεργητές. Οι στάβλοι χωρίς ζωή. Η πέτρινη σχολή στεκόταν ακόμη περήφανη. Μα για πρώτη φορά από την ημέρα που χτίστηκε, έμοιαζε πραγματικά μόνη.
Οι κάτοικοι της Κόνιτσας περνούσαν απ’ έξω και κοντοστέκονταν. Άλλοι έβγαζαν το καπέλο τους. Άλλοι σταυροκοπιούνταν. Άλλοι κοιτούσαν βιαστικά αλλού. Ήταν σαν να απέφευγαν να αντικρίσουν έναν αγαπημένο άνθρωπο που είχε αρρωστήσει βαριά.
«Θα ξανανοίξει», έλεγαν μεταξύ τους. «Δεν μπορεί να χαθεί ένα τέτοιο έργο.» Το πίστευαν ή ίσως ήθελαν απλώς να το πιστεύουν.
Κανείς τους δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτή η σιωπή δεν ήταν το τέλος. Ήταν μόνο το προοίμιο. Γιατί, λίγο πιο πέρα, πάνω από την Ευρώπη, συγκεντρώνονταν ήδη τα σύννεφα ενός πολέμου που θα άλλαζε για πάντα την ιστορία. Οταν αυτά τα σύννεφα θα έφθαναν στην Ήπειρο, η Αναγνωστοπούλειος δεν θα κινδύνευε πια από την έλλειψη χρημάτων. Θα κινδύνευε από τον ίδιο τον άνθρωπο.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Βρείτε μας και στη σελίδα μας στο Facebook: Η Κόνιτσα σήμερα Konitsa today





Comments are closed.