Το φως της πέτρας. ΜΕΡΟΣ Γ

ΜΕΡΟΣ    Γ

Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος Σχο­λή: Το μεγά­λο όρα­μα του Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λου για την Ήπειρο

Μπά­μπης Στέρτσος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

Η Βιβλιο­θή­κη και το Όνει­ρο της Επιστροφής

Υπάρ­χουν άνθρω­ποι που φεύ­γουν από την πατρί­δα τους  και υπάρ­χουν άνθρω­ποι που κου­βα­λούν την πατρί­δα μέσα τους όπου κι αν βρε­θούν. Ο Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος ανή­κε στη δεύ­τε­ρη κατη­γο­ρία. Όσο πιο ψηλά ανέ­βαι­νε στη Βοστώ­νη, τόσο βαθύ­τε­ρα ρίζω­νε μέσα του η Ήπει­ρος. Και όσο μεγα­λύ­τε­ρη γινό­ταν η φήμη του στην Αμε­ρι­κή, τόσο περισ­σό­τε­ρο τον βασά­νι­ζε μια σκέ­ψη: Τι θα αφή­σω πίσω μου όταν φύγω;

Στις τελευ­ταί­ες δεκα­ε­τί­ες του 19ου αιώ­να το όνο­μα του Μιχα­ήλ Ανά­γνου είχε γίνει γνω­στό σε ολό­κλη­ρη την Αμε­ρι­κή. Διευ­θυ­ντής της Perkins, ομι­λη­τής, συγ­γρα­φέ­ας,  παι­δα­γω­γός, οργα­νω­τής, υπε­ρα­σπι­στής των αδύ­να­μων. Οι αίθου­σες όπου μιλού­σε γέμι­ζαν. Τα άρθρα του ανα­δη­μο­σιεύ­ο­νταν. Οι πολι­τι­κοί ζητού­σαν τη γνώ­μη του. Τα πανε­πι­στή­μια τον τιμού­σαν. Το Χάρ­βαρντ του απέ­νει­με τιμη­τι­κό μετα­πτυ­χια­κό τίτλο. Οι σημα­ντι­κό­τε­ροι δια­νο­ού­με­νοι της επο­χής τον καλού­σαν στα σπί­τια τους. Κι όμως όταν τελεί­ω­ναν οι ομι­λί­ες και έσβη­ναν τα φώτα, ο νους του ταξί­δευε στα ίδια μέρη. Στο Πάπι­γκο, στην Κόνι­τσα, στον Βοϊ­δο­μά­τη, στα βου­νά της Πίν­δου, στα πέτρι­να καλ­ντε­ρί­μια της παι­δι­κής του ηλικίας.

Κάθε φορά που επέ­στρε­φε στην Ήπει­ρο παρα­τη­ρού­σε την ίδια εικό­να. Τα χωριά ήταν γεμά­τα εξυ­πνά­δα. Γεμά­τα εργα­τι­κό­τη­τα. Γεμά­τα ταλέ­ντο. Αλλά φτω­χά σε ευκαι­ρί­ες. Οι νέοι ξενι­τεύ­ο­νταν. Οι καλ­λιέρ­γειες βασί­ζο­νταν ακό­μη σε παρα­δο­σια­κές μεθό­δους. Η παρα­γω­γή ήταν μικρή. Η γη συχνά εξα­ντλού­νταν. Οι αγρό­τες δού­λευαν σκλη­ρά χωρίς να γνω­ρί­ζουν τα επι­στη­μο­νι­κά εργα­λεία που ήδη χρη­σι­μο­ποιού­νταν στην Αμε­ρι­κή και τη Δυτι­κή Ευρώ­πη. Αυτό πονού­σε τον Μιχα­ήλ. Ίσως περισ­σό­τε­ρο από καθε­τί άλλο. Για­τί ήξε­ρε πως η φτώ­χεια δεν οφει­λό­ταν στην τεμπε­λιά. Ούτε στην ανι­κα­νό­τη­τα. Οφει­λό­ταν στην έλλει­ψη γνώσης.

Στην Perkins είχε μάθει μια μεγά­λη αλή­θεια. Η εκπαί­δευ­ση δεν είναι φιλαν­θρω­πία. Είναι απε­λευ­θέ­ρω­ση. Έβλε­πε τυφλά παι­διά να γίνο­νται δάσκα­λοι. Να γίνο­νται επι­στή­μο­νες. Να γίνο­νται ενερ­γοί πολί­τες. Και τότε ανα­ρω­τιό­ταν: Αν η γνώ­ση μπο­ρεί να ελευ­θε­ρώ­σει έναν άνθρω­πο από το σκο­τά­δι, για­τί να μην ελευ­θε­ρώ­σει και έναν ολό­κλη­ρο τόπο από τη φτώ­χεια; Η ερώ­τη­ση αυτή άρχι­σε να τον ακο­λου­θεί παντού.

Την ίδια επο­χή άρχι­σε να δημιουρ­γεί μια από τις σημα­ντι­κό­τε­ρες ιδιω­τι­κές βιβλιο­θή­κες που απέ­κτη­σε ποτέ Ηπει­ρώ­της της δια­σπο­ράς. Αγό­ρα­ζε βιβλία αστα­μά­τη­τα. Ιστο­ρία. Φιλο­σο­φία. Γεω­πο­νία. Παι­δα­γω­γι­κή. Θεο­λο­γία. Κλα­σι­κούς συγ­γρα­φείς. Επι­στη­μο­νι­κά συγ­γράμ­μα­τα. Σπά­νιες εκδό­σεις. Ταξι­διω­τι­κά έργα. Χάρ­τες. Λευ­κώ­μα­τα. Πολ­λά από αυτά ήταν δυσεύ­ρε­τα ακό­μη και για τις μεγά­λες βιβλιο­θή­κες της επο­χής. Οι επι­σκέ­πτες του σπι­τιού του στη Βοστώ­νη συχνά εντυ­πω­σιά­ζο­νταν περισ­σό­τε­ρο από τα βιβλία του παρά από τα αξιώ­μα­τά του.

«Για­τί αγο­ρά­ζε­τε τόσα βιβλία;» τον ρώτη­σε κάπο­τε ένας Αμε­ρι­κα­νός φίλος.

Ο Μιχα­ήλ χαμογέλασε.

«Για­τί κάποια μέρα θα γυρί­σουν σπίτι.»

Κανείς δεν κατά­λα­βε τότε τι εννο­ού­σε. Ούτε οι φίλοι του. ούτε οι συνερ­γά­τες του, ούτε οι συμπα­τριώ­τες του. Μόνο ο ίδιος γνώ­ρι­ζε. Κάθε βιβλίο που αγό­ρα­ζε είχε ήδη προ­ο­ρι­σμό. Το Πάπι­γκο. Τη γενέ­τει­ρά του. Τον τόπο όπου είχε κάνει τα πρώ­τα του όνει­ρα. Τον τόπο όπου είχε πρω­το­μά­θει να δια­βά­ζει. Έτσι γεν­νή­θη­κε η μεγά­λη βιβλιο­θή­κη που αργό­τε­ρα θα έφτα­νε στο Ζαγό­ρι και θα γινό­ταν ένα από τα σημα­ντι­κό­τε­ρα πνευ­μα­τι­κά απο­θέ­μα­τα της περιο­χής. Δεν ήταν απλώς μια συλ­λο­γή βιβλί­ων. Ήταν η πνευ­μα­τι­κή δια­θή­κη ενός ανθρώπου.

Όσο περ­νού­σαν τα χρό­νια, οι σκέ­ψεις του γίνο­νταν πιο συγκε­κρι­μέ­νες. Δεν αρκού­σαν πια οι δωρε­ές, δεν αρκού­σαν οι υπο­τρο­φί­ες δεν αρκού­σαν τα σχο­λεία. Χρεια­ζό­ταν κάτι μεγα­λύ­τε­ρο. Κάτι που θα συνέ­δεε τη γνώ­ση με την παρα­γω­γή. Κάτι που θα έδι­νε στους νέους της Ηπεί­ρου πρα­κτι­κά εφό­δια για να αλλά­ξουν τη ζωή τους. Και τότε άρχι­σε να σχη­μα­τί­ζε­ται καθα­ρά μέσα του μια εικό­να. Μια σχο­λή. Όχι κλα­σι­κή. Όχι θεω­ρη­τι­κή. Μια σχο­λή της γης. Μια σχο­λή του μέλ­λο­ντος. Μια σχο­λή όπου οι νέοι θα μάθαι­ναν σύγ­χρο­νες καλ­λιερ­γη­τι­κές τεχνι­κές. Κτη­νο­τρο­φία, δεν­δρο­κο­μία, αμπε­λουρ­γία, δια­χεί­ρι­ση γης, οργά­νω­ση παρα­γω­γής. Μια σχο­λή που θα έφερ­νε στην Ήπει­ρο όσα είχε δει να αλλά­ζουν την αμε­ρι­κα­νι­κή ύπαιθρο.

Την επο­χή εκεί­νη οι γεωρ­γι­κές σχο­λές θεω­ρού­νταν πρω­το­πο­ρια­κά ιδρύ­μα­τα. Στην Ευρώ­πη και στις Ηνω­μέ­νες Πολι­τεί­ες η επι­στή­μη είχε αρχί­σει να μπαί­νει δυνα­μι­κά στον πρω­το­γε­νή τομέα. Νέες ποι­κι­λί­ες φυτών. Νέες τεχνι­κές λίπαν­σης. Σύγ­χρο­να εργα­λεία. Πει­ρα­μα­τι­κές καλ­λιέρ­γειες. Γεω­πο­νι­κή έρευ­να. Οι χώρες που επέν­δυαν στη γεωρ­γι­κή εκπαί­δευ­ση αύξα­ναν θεα­μα­τι­κά την παρα­γω­γι­κό­τη­τά τους. Ο Μιχα­ήλ το έβλε­πε καθη­με­ρι­νά και δεν μπο­ρού­σε να δεχτεί ότι η Ήπει­ρος θα έμε­νε πίσω.

Μια μέρα, κοι­τά­ζο­ντας έναν χάρ­τη της ιδιαί­τε­ρης πατρί­δας του, το βλέμ­μα του στά­θη­κε στην Κόνι­τσα. Ήταν το φυσι­κό κέντρο της περιο­χής. Σταυ­ρο­δρό­μι ανθρώ­πων, σταυ­ρο­δρό­μι προ­ϊ­ό­ντων, σταυ­ρο­δρό­μι ιδε­ών. Η σκέ­ψη άρχι­σε να ωρι­μά­ζει. Η σχο­λή έπρε­πε να χτι­στεί εκεί. Κοντά στη γη. Κοντά στους ανθρώ­πους που θα τη χρειά­ζο­νταν. Κοντά στα χωριά της Πίνδου.

Εκεί­νο το βρά­δυ έγρα­ψε πολ­λές σελί­δες σημειώ­σε­ων. Για πρώ­τη φορά η ιδέα απέ­κτη­σε μορ­φή. Κτή­μα, αμπε­λώ­νες. Στά­βλοι, πρό­τυ­πες καλ­λιέρ­γειες,  εργα­στή­ρια. Οικό­τρο­φοι μαθη­τές. Πρα­κτι­κή εκπαί­δευ­ση, όχι απλώς μαθή­μα­τα. Παρα­γω­γή. Δημιουρ­γία. Ανά­πτυ­ξη. Η σχο­λή που ορα­μα­τι­ζό­ταν δεν θα έδι­νε μόνο γνώ­σεις. Θα δημιουρ­γού­σε μια νέα γενιά ανθρώπων.

Την ίδια ώρα, χιλιά­δες χιλιό­με­τρα μακριά, εγώ δεν είχα ακό­μη γεν­νη­θεί. Κι όμως πολ­λές φορές, όταν περ­πα­τώ σήμε­ρα στην αυλή της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου, έχω την αίσθη­ση πως εκεί­νη τη νύχτα ακού­γε­ται ακό­μη το ξύσι­μο της πένας του πάνω στο χαρ­τί. Σαν να σχε­δί­α­ζε όχι ένα κτί­ριο. Αλλά μια υπό­σχε­ση. Μια υπό­σχε­ση προς τις επό­με­νες γενιές. Προς τους μαθη­τές που δεν είχε γνω­ρί­σει. Προς τους αγρό­τες που δεν θα συνα­ντού­σε ποτέ. Προς την ίδια την Ήπειρο.

Κάπως έτσι, μέσα σε ένα γρα­φείο της Βοστώ­νης, ανά­με­σα σε χιλιά­δες βιβλία και αμέ­τρη­τες επι­στο­λές, γεν­νή­θη­κε το μεγά­λο όρα­μα. Το όρα­μα που θα επι­βί­ω­νε του θανά­του του. Το όρα­μα που θα έπαιρ­νε μορ­φή πολ­λά χρό­νια αργό­τε­ρα. Το όρα­μα που θα γινό­ταν πέτρα. Παρά­θυ­ρα, αμπέ­λια, χωρά­φια, μαθη­τές, Ιστο­ρία. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος Γεωρ­γι­κή Σχο­λή Κόνι­τσας είχε πλέ­ον γεν­νη­θεί μέσα στη σκέ­ψη του δημιουρ­γού της. Το μόνο που απέ­με­νε ήταν να τη γεν­νή­σει ο χρόνος.

Την ίδια ώρα, χιλιά­δες χιλιό­με­τρα μακριά, εγώ δεν είχα ακό­μη γεννηθεί..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ

Η Τελευ­ταία Επιστροφή

Υπάρ­χουν άνθρω­ποι που περ­νούν τη ζωή τους ταξι­δεύ­ο­ντας και υπάρ­χουν άνθρω­ποι που ταξι­δεύ­ουν μια ζωή για να επι­στρέ­ψουν. Ο Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος ανή­κε στη δεύ­τε­ρη κατη­γο­ρία. Όσο περ­νού­σαν τα χρό­νια, η Ήπει­ρος δεν απο­μα­κρυ­νό­ταν από μέσα του. Πλη­σί­α­ζε. Γινό­ταν πιο έντο­νη, πιο ζωντα­νή, πιο απα­ραί­τη­τη σαν ένα παλιό τρα­γού­δι που το ακούς ξανά και ξανά ώσπου γίνε­ται μέρος της ανα­πνο­ής σου.

Το 1906 ο Μιχα­ήλ είχε φτά­σει πλέ­ον στα εξή­ντα εννέα του χρό­νια. Τα μαλ­λιά του είχαν ασπρί­σει. Το σώμα του κου­βα­λού­σε την κού­ρα­ση δεκα­ε­τιών αδιά­κο­πης εργα­σί­ας. Μόνο τα μάτια του παρέ­με­ναν ίδια. Ανή­συ­χα, φωτει­νά, γεμά­τα σχέ­δια. Οι φίλοι του στη Βοστώ­νη τού ζητού­σαν να ξεκου­ρα­στεί. Οι για­τροί τον συμ­βού­λευαν να περιο­ρί­σει τα ταξί­δια. Εκεί­νος χαμο­γε­λού­σε. Δεν είχε χρό­νο για ξεκού­ρα­ση. Υπήρ­χε ακό­μη κάτι που έπρε­πε να ολο­κλη­ρώ­σει. Η δια­θή­κη του.

Τις νύχτες καθό­ταν μόνος στο γρα­φείο του. Γύρω του υψώ­νο­νταν οι βιβλιο­θή­κες που είχε δημιουρ­γή­σει επί δεκα­ε­τί­ες. Χιλιά­δες τόμοι. Ανα­μνή­σεις μιας ζωής. Στο τρα­πέ­ζι απλώ­νο­νταν χάρ­τες της Ηπεί­ρου. Σημειώ­σεις, σχέ­δια, ονό­μα­τα χωριών, υπο­λο­γι­σμοί, κλη­ρο­δο­τή­μα­τα. Δεν σκε­φτό­ταν πλέ­ον τον εαυ­τό του· σκε­φτό­ταν το μέλ­λον. Τι θα απέ­με­νε όταν η φωνή του θα σιω­πού­σε. Τι θα μπο­ρού­σε να συνε­χί­σει να εργά­ζε­ται όταν εκεί­νος δεν θα υπήρ­χε πια.

Ένα βρά­δυ άνοι­ξε το παρά­θυ­ρο του σπι­τιού του στη Βοστώ­νη. Ο αέρας μύρι­ζε θάλασ­σα. Για μια στιγ­μή έκλει­σε τα μάτια. Και δεν είδε την Αμε­ρι­κή. Είδε το Πάπι­γκο, την πλα­τεία, την εκκλη­σία, τα μονο­πά­τια. Τη μητέ­ρα του, την Καλ­λί­να. Τον πατέ­ρα του. Τα πρώ­τα του σχο­λι­κά βιβλία. Την πρώ­τη φορά που άκου­σε τη λέξη «μόρ­φω­ση». Τότε κατά­λα­βε κάτι. Η ζωή του έκα­νε έναν πλή­ρη κύκλο και ο κύκλος πλη­σί­α­ζε στο τέλος του.

Λίγους μήνες αργό­τε­ρα ταξί­δε­ψε στην Ελλά­δα. Η επι­στρο­φή του προ­κά­λε­σε συγκί­νη­ση. Ο Ηπει­ρώ­της που είχε κατα­κτή­σει την Αμε­ρι­κή βρι­σκό­ταν ξανά στον τόπο του. Όπου πήγαι­νε, τον υπο­δέ­χο­νταν με σεβα­σμό. Με αγά­πη. Με υπε­ρη­φά­νεια. Οι άνθρω­ποι έβλε­παν στο πρό­σω­πό του κάτι περισ­σό­τε­ρο από έναν επι­τυ­χη­μέ­νο από­δη­μο. Έβλε­παν έναν άνθρω­πο που δεν ξέχα­σε ποτέ από πού ξεκίνησε.

Στην Αθή­να συνά­ντη­σε παλιούς φίλους. Πολι­τι­κούς, καθη­γη­τές, λόγιους. Συζή­τη­σαν για την Ελλά­δα. Για την εκπαί­δευ­ση. Για το μέλ­λον. Κανείς όμως δεν γνώ­ρι­ζε ότι μέσα του είχε ήδη πάρει τις απο­φά­σεις του. Η περιου­σία του δεν θα γινό­ταν μνη­μείο ματαιο­δο­ξί­ας. Δεν θα γινό­ταν πολυ­τέ­λεια. Δεν θα γινό­ταν προ­σω­πι­κή κλη­ρο­νο­μιά. Θα γινό­ταν εργα­λείο, γνώ­ση,  παι­δεία, ανάπτυξη.

Η μεγά­λη του αγω­νία ήταν μία. Πώς θα μπο­ρού­σε η Ήπει­ρος να κρα­τή­σει τα παι­διά της; Πώς θα μπο­ρού­σε ο νέος άνθρω­πος να μεί­νει στον τόπο του χωρίς να κατα­δι­κά­ζε­ται στη φτώ­χεια; Η απά­ντη­ση που είχε βρει ήταν απλή και ταυ­τό­χρο­να επα­να­στα­τι­κή. Εκπαί­δευ­ση. Όχι μόνο θεω­ρη­τι­κή. Παρα­γω­γι­κή πρα­κτι­κή εφαρ­μο­σμέ­νη. Μια γεωρ­γι­κή σχο­λή. Ένα ίδρυ­μα που θα μετέ­φε­ρε στην ελλη­νι­κή ύπαι­θρο τις πιο σύγ­χρο­νες γνώ­σεις της επο­χής. Μια σχο­λή που θα μάθαι­νε στους νέους όχι μόνο να καλ­λιερ­γούν αλλά να δημιουρ­γούν, να και­νο­το­μούν, να προοδεύουν.

Έτσι γεν­νή­θη­κε ορι­στι­κά η μεγά­λη του δια­θή­κη. Μέσα από αυτήν καθό­ρι­ζε τα έργα που θα υπη­ρε­τού­σαν την Ήπει­ρο μετά τον θάνα­τό του. Τα σχο­λεία του Πάπι­γκου. Τη βιβλιο­θή­κη του, τις υπο­τρο­φί­ες και πάνω απ’ όλα το μεγά­λο εκπαι­δευ­τι­κό όρα­μα που αργό­τε­ρα θα υψω­νό­ταν στην Κόνι­τσα. Εκεί­νη τη στιγ­μή ίσως ούτε ο ίδιος δεν μπο­ρού­σε να φαντα­στεί πόσο εμβλη­μα­τι­κό θα γινό­ταν το κτί­ριο που ονειρευόταν.

Το καλο­καί­ρι του 1906 ξεκί­νη­σε ένα ακό­μη ταξί­δι. Κανείς δεν ήξε­ρε ότι θα ήταν το τελευ­ταίο. Ο Μιχα­ήλ ταξί­δευε στη Ρου­μα­νία. Είχε ήδη παρα­κο­λου­θή­σει εκδη­λώ­σεις και συνα­ντή­σεις. Παρέ­με­νε δρα­στή­ριος όπως πάντα. Όμως το σώμα του είχε αρχί­σει να τον προ­δί­δει. Οι δυνά­μεις του λιγό­στευαν. Η καρ­διά του είχε κουραστεί.

Στις 29 Ιου­νί­ου 1906 το ταξί­δι τελεί­ω­σε. Ο άνθρω­πος που είχε περά­σει μια ζωή χτί­ζο­ντας γέφυ­ρες ανά­με­σα σε κόσμους άφη­σε την τελευ­ταία του πνοή μακριά από τη Βοστώ­νη. Μακριά από το Πάπι­γκο. Μακριά από την Κόνι­τσα. Και όμως κοντά σε όλα όσα αγα­πού­σε. Για­τί οι άνθρω­ποι σαν τον Μιχα­ήλ δεν ανή­κουν σε έναν τόπο. Ανή­κουν στις ιδέ­ες τους.

Η είδη­ση ταξί­δε­ψε γρή­γο­ρα. Πρώ­τα στην Ελλά­δα. Ύστε­ρα στην Αμε­ρι­κή. Και τότε συνέ­βη κάτι σπά­νιο. Δύο πατρί­δες πέν­θη­σαν τον ίδιο άνθρω­πο. Στη Βοστώ­νη χιλιά­δες άνθρω­ποι συγκε­ντρώ­θη­καν για να τον απο­χαι­ρε­τή­σουν. Πολι­τι­κοί, καθη­γη­τές, ιερείς, μαθη­τές. Άνθρω­ποι που είχαν αγγί­ξει τη ζωή του. Άνθρω­ποι που είχε αγγί­ξει η δική του. Στην Ήπει­ρο οι καμπά­νες χτυ­πού­σαν πέν­θι­μα. Οι εφη­με­ρί­δες έγρα­φαν για τον μεγά­λο ευερ­γέ­τη. Για τον άνθρω­πο που έφυ­γε φτω­χός από το Πάπι­γκο και επέ­στρε­ψε πλού­σιος σε έργα.

Κάποια στιγ­μή η σορός του επέ­στρε­ψε στην αγα­πη­μέ­νη του γη. Στα βου­νά που τον γέν­νη­σαν. Στον τόπο που δεν έπα­ψε ποτέ να τον καλεί και καθώς το φέρε­τρο προ­χω­ρού­σε ανά­με­σα στους ανθρώ­πους, πολ­λοί έκλαι­γαν. Όχι μόνο για τον θάνα­τό του αλλά για­τί ένιω­θαν πως απο­χαι­ρε­τού­σαν μια ολό­κλη­ρη εποχή.

Όμως έκα­ναν λάθος. Δεν τελεί­ω­νε μια επο­χή. Άρχι­ζε μια άλλη. Για­τί οι μεγά­λες ζωές δεν τελειώ­νουν με τον θάνα­το. Συνε­χί­ζο­νται μέσα από τα έργα τους και κάπου μέσα στις σελί­δες της δια­θή­κης του, μέσα σε λίγες γραμ­μές γραμ­μέ­νες με μελά­νι, κοι­μό­ταν ήδη ένα νέο κεφά­λαιο της ιστο­ρί­ας. Ένα κτί­ριο που ακό­μη δεν υπήρ­χε. Ένα αγρό­κτη­μα που ακό­μη δεν είχε δια­μορ­φω­θεί. Ένας αμπε­λώ­νας που ακό­μη δεν είχε φυτευ­τεί. Μια σχο­λή που ακό­μη δεν είχε ανοί­ξει τις πύλες της. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος Γεωρ­γι­κή Σχο­λή. Το μεγά­λο του όνει­ρο. Το παι­δί που δεν πρό­λα­βε να δει.

Κάπως έτσι έκλει­σε η ζωή του Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λου· αλλά εκεί­νο ακρι­βώς το βρά­δυ, καθώς η Ήπει­ρος τον απο­χαι­ρε­τού­σε, άρχι­ζε η ιστο­ρία της Σχο­λής. Η ιστο­ρία που θα αλλά­ξει την Κόνι­τσα. Η ιστο­ρία που θα με φέρει κι εμέ­να, τον Στέρ­γιο, πολ­λά χρό­νια αργό­τε­ρα μπρο­στά στις πέτρες της. Η ιστο­ρία που θα μας ενώ­σει όλους. Τους ζωντα­νούς. Τους νεκρούς. Και εκεί­νους που ακό­μη δεν έχουν γεννηθεί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ

Η δια­θή­κη γίνε­ται πέτρα

Κάθε μεγά­λο έργο γεν­νιέ­ται δύο φορές. Την πρώ­τη φορά μέσα στο μυα­λό ενός ανθρώ­που. Τη δεύ­τε­ρη μέσα στον πραγ­μα­τι­κό κόσμο. Το όρα­μα του Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λου είχε ήδη γεν­νη­θεί στη Βοστώ­νη. Τώρα έπρε­πε να γεν­νη­θεί στην Ήπει­ρο. Και αυτή η δεύ­τε­ρη γέν­νη­ση απο­δεί­χθη­κε πολύ δυσκολότερη.

Όταν ο μεγά­λος ευερ­γέ­της έκλει­σε για πάντα τα μάτια του το καλο­καί­ρι του 1906, πολ­λοί πίστε­ψαν πως η ιστο­ρία του είχε ολο­κλη­ρω­θεί. Δεν κατα­λά­βαι­ναν. Η αλή­θεια ήταν ακρι­βώς η αντί­θε­τη. Η ζωή του είχε τελειώ­σει. Το έργο του μόλις ξεκι­νού­σε. Μέσα στις σελί­δες της δια­θή­κης του υπήρ­χαν σχέ­δια που θα χρειά­ζο­νταν χρό­νια για να πραγ­μα­το­ποι­η­θούν. Υπήρ­χαν χρή­μα­τα, υπήρ­χαν όροι, υπήρ­χαν υπο­χρε­ώ­σεις. Υπήρ­χε όμως πάνω απ’ όλα ένα όρα­μα και τα ορά­μα­τα δεν χτί­ζο­νται εύκολα.

Τα χρό­νια που ακο­λού­θη­σαν δεν ήταν ήρε­μα. Η Ήπει­ρος βρι­σκό­ταν ακό­μη έξω από τα σύνο­ρα του ελλη­νι­κού κρά­τους. Η Οθω­μα­νι­κή Αυτο­κρα­το­ρία παρέ­με­νε κυρί­αρ­χη. Οι Βαλ­κα­νι­κοί Πόλε­μοι πλη­σί­α­ζαν. Ολό­κλη­ρη η περιο­χή έμοια­ζε να βρί­σκε­ται πάνω σε κινού­με­νη άμμο. Κι όμως παρά τις δυσκο­λί­ες, οι άνθρω­ποι που δια­χει­ρί­ζο­νταν το κλη­ρο­δό­τη­μα δεν εγκα­τέ­λει­ψαν. Το όνο­μα του Ανα­γνω­στό­που­λου ήταν πολύ βαρύ, και η επι­θυ­μία του πολύ σαφής.Η σχο­λή έπρε­πε να γίνει.

Θυμά­μαι τον παπ­πού μου, τον Γεώρ­γιο Γκί­κα,  να μου λέει μια ιστο­ρία όταν ήμουν παι­δί. «Τα μεγά­λα κτί­ρια», έλε­γε, «δεν τα χτί­ζουν οι μαστό­ροι. Τα χτί­ζουν οι άνθρω­ποι που πιστεύ­ουν πως θα υπάρ­χουν και μετά τον θάνα­τό τους.» Τότε δεν κατα­λά­βαι­να. Σήμε­ρα κατα­λα­βαί­νω. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος ήταν ακρι­βώς αυτό. Ένα κτί­ριο σχε­δια­σμέ­νο για ανθρώ­πους που δεν είχαν ακό­μη γεννηθεί.

Ύστε­ρα ήρθε η απε­λευ­θέ­ρω­ση της Ηπεί­ρου. Οι Βαλ­κα­νι­κοί Πόλε­μοι άλλα­ξαν τον χάρ­τη. Η Κόνι­τσα βρέ­θη­κε επι­τέ­λους μέσα στην ελεύ­θε­ρη Ελλά­δα. Και ξαφ­νι­κά το όνει­ρο έμοια­ζε πιο κοντά. Όχι εύκο­λο, αλλά εφικτό.

Οι άνθρω­ποι του κλη­ρο­δο­τή­μα­τος άρχι­σαν να ανα­ζη­τούν τον κατάλ­λη­λο χώρο. Ήθε­λαν γη. Πολ­λή γη. Όχι απλώς ένα οικό­πε­δο. Ένα ολό­κλη­ρο αγρό­κτη­μα. Ένα ζωντα­νό εργα­στή­ριο εκπαί­δευ­σης. Ένα μέρος όπου οι μαθη­τές θα μάθαι­ναν όχι μόνο μέσα στις αίθου­σες αλλά και μέσα στα χωρά­φια. Η επι­λο­γή της τοπο­θε­σί­ας δεν έγι­νε τυχαία. Το μέρος βρι­σκό­ταν βορειο­δυ­τι­κά της Κόνι­τσας. Σε στρα­τη­γι­κό σημείο. Με πρό­σβα­ση σε καλ­λιερ­γή­σι­μες εκτά­σεις. Με χώρο για πει­ρα­μα­τι­κές καλ­λιέρ­γειες. Με δυνα­τό­τη­τα δημιουρ­γί­ας αμπε­λώ­νων και κτη­νο­τρο­φι­κών εγκα­τα­στά­σε­ων. Ακρι­βώς όπως το είχε ονει­ρευ­τεί ο Μιχαήλ.

Τότε ξεκί­νη­σε το μεγά­λο χτί­σι­μο. Οι πρώ­τες πέτρες έφτα­σαν με κάρα. Οι μάστο­ρες ανέ­βη­καν στις σκα­λω­σιές. Τα σφυ­ριά άρχι­σαν να χτυ­πούν. Ο ήχος της οικο­δο­μής απλώ­θη­κε σε ολό­κλη­ρη την περιο­χή. Οι κάτοι­κοι της Κόνι­τσας παρα­κο­λου­θού­σαν με περιέρ­γεια. Κάποιοι με θαυ­μα­σμό. Κάποιοι με δυσπι­στία. Τι ακρι­βώς ήταν αυτό το τερά­στιο πέτρι­νο οικο­δό­μη­μα που υψω­νό­ταν μέσα στα χωρά­φια; Ποιος θα ερχό­ταν να σπου­δά­σει γεωρ­γία; Για­τί να χρειά­ζε­ται κανείς σχο­λείο για να καλ­λιερ­γή­σει τη γη;

Αυτές οι ερω­τή­σεις ακού­γο­νται παρά­ξε­νες σήμε­ρα. Όχι όμως τότε. Στις αρχές του 20ού αιώ­να η ιδέα μιας σύγ­χρο­νης γεωρ­γι­κής σχο­λής ήταν σχε­δόν επα­να­στα­τι­κή. Οι περισ­σό­τε­ροι αγρό­τες μάθαι­ναν τη δου­λειά από τους πατε­ρά­δες τους. Όπως την είχαν μάθει και εκεί­νοι από τους δικούς τους πατε­ρά­δες. Η γνώ­ση περ­νού­σε από γενιά σε γενιά. Αλλά η επι­στή­μη προ­χω­ρού­σε γρη­γο­ρό­τε­ρα. Και ο Μιχα­ήλ το είχε κατα­λά­βει πριν από όλους. Ήξε­ρε ότι ο αγρό­της του μέλ­λο­ντος δεν θα χρεια­ζό­ταν μόνο δυνα­τά χέρια. Θα χρεια­ζό­ταν γνώση.

Χρό­νο με τον χρό­νο το κτί­ριο μεγά­λω­νε. Και κάθε πέτρα έμοια­ζε να κου­βα­λά ένα κομ­μά­τι από την ιστο­ρία του ιδρυ­τή του. Οι τεχνί­τες δού­λευαν με μερά­κι. Οι όγκοι της πέτρας υψώ­νο­νταν επι­βλη­τι­κοί. Τα μεγά­λα παρά­θυ­ρα άφη­ναν το φως να πλημ­μυ­ρί­ζει τις αίθου­σες. Οι διά­δρο­μοι απο­κτού­σαν μορφή,οι αίθου­σες διδα­σκα­λί­ας ολο­κλη­ρώ­νο­νταν, οι στά­βλοι χτί­ζο­νταν. Τα βοη­θη­τι­κά κτί­ρια οργα­νώ­νο­νταν γύρω από τον κεντρι­κό πυρή­να. Το όρα­μα έπαιρ­νε σάρ­κα και οστά.

Όταν το έργο πλη­σί­α­ζε στην ολο­κλή­ρω­σή του, οι πρώ­τοι αμπε­λώ­νες άρχι­σαν να φυτεύ­ο­νται. Οι νέες καλ­λιέρ­γειες απλώ­νο­νταν γύρω από το συγκρό­τη­μα, τα χωρά­φια δια­μορ­φώ­νο­νταν, τα ζώα έφτα­ναν στους στά­βλους. Η σχο­λή δεν θα ήταν μόνο τόπος μάθη­σης. Θα ήταν τόπος παρα­γω­γής. Τόπος πει­ρα­μα­τι­σμού. Τόπος καινοτομίας.

Υστε­ρα ήρθε η μεγά­λη ημέ­ρα. Το 1925. Σχε­δόν είκο­σι χρό­νια μετά τον θάνα­το του Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λου. Οι πύλες άνοι­ξαν. Οι πρώ­τοι μαθη­τές πέρα­σαν το κατώ­φλι. Άλλοι ήρθαν από χωριά της Κόνι­τσας. Άλλοι από το Ζαγό­ρι. Άλλοι από μακρι­νές περιο­χές της Ηπεί­ρου. Παι­διά αγρο­τών, παι­διά κτη­νο­τρό­φων, παι­διά φτω­χών οικο­γε­νειών, παι­διά που ανα­ζη­τού­σαν κάτι καλύτερο.

Κανείς τους δεν είχε γνω­ρί­σει τον ιδρυ­τή. Κανείς τους δεν τον είχε ακού­σει να μιλά. Κι όμως. Όλοι περ­πα­τού­σαν μέσα σε ένα όνει­ρο που εκεί­νος είχε δει δεκα­ε­τί­ες νωρί­τε­ρα στη Βοστώ­νη. Όλοι απο­τε­λού­σαν μέρος μιας ιστο­ρί­ας που είχε ξεκι­νή­σει χιλιά­δες χιλιό­με­τρα μακριά από την Ήπει­ρο. Όλοι ήταν οι κλη­ρο­νό­μοι μιας ιδέας.

Καθώς το πρώ­το κου­δού­νι αντη­χού­σε στους πέτρι­νους δια­δρό­μους, κανείς δεν μπο­ρού­σε να φαντα­στεί ότι αυτό το κτί­ριο θα ζού­σε πολέ­μους. Κατο­χή, εμφύ­λιο, μετα­πο­λε­μι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση, δόξες,  παρακ­μή, ανα­γέν­νη­ση. Ούτε ότι κάπο­τε ένας άλλος άνθρω­πος, πολ­λά χρό­νια αργό­τε­ρα, θα στε­κό­ταν μπρο­στά στις ίδιες πέτρες προ­σπα­θώ­ντας να αφη­γη­θεί την ιστο­ρία τους. Εγώ, ο Στέρ­γιος, ήμουν τότε ένα παι­δί κάπου στην Ήπει­ρο. Δεν είχα ακό­μη δει τη σχο­λή. Δεν μπο­ρού­σα να γνω­ρί­ζω ότι οι πέτρες που υψώ­νο­νταν εκεί­νη τη χρο­νιά θα γίνο­νταν κάπο­τε το δεύ­τε­ρο σπί­τι μου που εκεί­νη τη στιγ­μή δεν υπήρ­χα ακό­μη, αλλά κατά κάποιον τρό­πο με περί­με­ναν ήδη. Για­τί ορι­σμέ­να κτί­ρια δεν χτί­ζο­νται μόνο για τους ανθρώ­πους της επο­χής τους. Χτί­ζο­νται για τις μνή­μες των επό­με­νων γενε­ών. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος Γεωρ­γι­κή Σχο­λή είχε μόλις ξεκι­νή­σει τη δική της μεγά­λη διαδρομή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ

Τα παι­διά του ονείρου

Όταν άνοι­ξαν οι πύλες της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου Γεωρ­γι­κής Σχο­λής το 1925, δεν μπή­καν μέσα μόνο μαθη­τές. Μπή­κε το μέλ­λον της Ηπεί­ρου. Αυτό ίσως ακού­γε­ται υπερ­βο­λι­κό σήμε­ρα. Δεν ήταν όμως τότε. Η Ήπει­ρος των πρώ­των δεκα­ε­τιών του 20ού αιώ­να ήταν ένας τόπος σκλη­ρός. Τα χωριά ζού­σαν κυρί­ως από τη γη και τα κοπά­δια. Οι περισ­σό­τε­ροι νέοι γνώ­ρι­ζαν τη ζωή που είχαν γνω­ρί­σει οι πατε­ρά­δες και οι παπ­πού­δες τους. Η γνώ­ση μετα­δι­δό­ταν προ­φο­ρι­κά. Οι τεχνι­κές καλ­λιέρ­γειας άλλα­ζαν αργά. Η επι­στή­μη έμοια­ζε μακρι­νή υπό­θε­ση των πόλε­ων  και ξαφ­νι­κά, μέσα στον κάμπο της Κόνι­τσας, εμφα­νί­στη­κε ένα ίδρυ­μα που υπο­σχό­ταν κάτι σχε­δόν αδια­νό­η­το: Ότι η γνώ­ση μπο­ρού­σε να καλ­λιερ­γή­σει τη γη καλύ­τε­ρα από τη συνήθεια.

Τις πρώ­τες μέρες οι κάτοι­κοι της περιο­χής ανέ­βαι­ναν μέχρι την περί­φρα­ξη μόνο και μόνο για να δουν το κτί­ριο. Το κοί­τα­ζαν σαν να ήταν κάτι ξένο. Κάτι που είχε έρθει από άλλη χώρα και κατά μία έννοια αυτό ακρι­βώς ήταν. Για­τί η ιδέα της σχο­λής είχε γεν­νη­θεί μέσα από την εμπει­ρία της Αμε­ρι­κής, της Ευρώ­πης και της σύγ­χρο­νης γεω­πο­νι­κής επι­στή­μης. Ο Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος είχε φέρει στην Ήπει­ρο μια ιδέα που βρι­σκό­ταν δεκα­ε­τί­ες μπρο­στά από την επο­χή της.

Οι πρώ­τοι μαθη­τές έφτα­σαν κρα­τώ­ντας ξύλι­να μπα­ού­λα. Άλλοι με τα πόδια, άλλοι πάνω σε μουλάρια,άλλοι συνο­δευό­με­νοι από τους πατε­ρά­δες τους. Τα περισ­σό­τε­ρα παι­διά προ­έρ­χο­νταν από φτω­χές οικο­γέ­νειες. Κάποια είχαν περ­πα­τή­σει ολό­κλη­ρες ημέ­ρες για να φτά­σουν. Για πρώ­τη φορά άφη­ναν το χωριό τους, για πρώ­τη φορά κοι­μό­ντου­σαν μακριά από το σπί­τι τους, για πρώ­τη φορά έβλε­παν τόσους νέους ανθρώ­πους συγκε­ντρω­μέ­νους σε έναν χώρο. Οι φωνές τους γέμι­σαν τους δια­δρό­μους. Οι αυλές απέ­κτη­σαν ζωή. Το όνει­ρο του Μιχα­ήλ άρχι­σε να αναπνέει.

Ανά­με­σα στους μαθη­τές υπήρ­χε ο Γιάν­νης από το Δίστρα­το, ο Θανά­σης από τη Μόλι­στα, ο Νικό­λας από το Πάπι­γκο,  ο Βασί­λης από τα Μαστο­ρο­χώ­ρια, ο Σπύ­ρος από τον Αμά­ρα­ντο. Παι­διά δια­φο­ρε­τι­κά. Με δια­φο­ρε­τι­κούς χαρα­κτή­ρες. Με δια­φο­ρε­τι­κά όνει­ρα. Αλλά με κοι­νή μοί­ρα. Όλοι ήθε­λαν μια καλύ­τε­ρη ζωή.

Τα μαθή­μα­τα άρχι­ζαν νωρίς. Πολύ πριν ανα­τεί­λει ο ήλιος πάνω από τη Γκα­μή­λα. Οι μαθη­τές σηκώ­νο­νταν με το πρώ­το φως. Φρό­ντι­ζαν τους στά­βλους, τάι­ζαν τα ζώα, καθά­ρι­ζαν τους χώρους.  Ύστε­ρα περ­νού­σαν στις αίθου­σες διδα­σκα­λί­ας. Εκεί μάθαι­ναν πράγ­μα­τα που οι πατε­ρά­δες τους δεν είχαν ακού­σει ποτέ. Για τη σύστα­ση των εδα­φών, για τις ασθέ­νειες των φυτών, για την επι­λο­γή σπό­ρων, για την αμει­ψι­σπο­ρά, για τη λίπαν­ση,  για τη βελ­τί­ω­ση των απο­δό­σε­ων,  για την ορθο­λο­γι­κή κτη­νο­τρο­φία, για την αμπε­λουρ­γία, για τη δεν­δρο­κο­μία, για τη γεω­πο­νία. Λέξεις και έννοιες που ακού­γο­νταν σχε­δόν μαγικές.

Το από­γευ­μα η θεω­ρία γινό­ταν πρά­ξη. Οι μαθη­τές κατέ­βαι­ναν στα χωρά­φια. Έπια­ναν το χώμα με τα χέρια τους. Έσκα­βαν, φύτευαν, κλά­δευαν, μετρού­σαν, παρα­τη­ρού­σαν, κατέ­γρα­φαν. Έτσι ακρι­βώς το είχε ορα­μα­τι­στεί ο ιδρυ­τής. Η γνώ­ση δεν έμε­νε στο βιβλίο. Γινό­ταν ζωή.

Ιδιαί­τε­ρη θέση κατεί­χε ο αμπε­λώ­νας. Οι γραμ­μές των κλη­μά­των απλώ­νο­νταν μπρο­στά από τη σχο­λή σαν πρά­σι­νος στρα­τός. Οι καθη­γη­τές έδει­χναν στους μαθη­τές πώς να κλα­δεύ­ουν σωστά. Πώς να προ­στα­τεύ­ουν τα φυτά. Πώς να βελ­τιώ­νουν την παρα­γω­γή. Πώς να μετα­τρέ­πουν μια παρα­δο­σια­κή καλ­λιέρ­γεια σε σύγ­χρο­νη οικο­νο­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα. Κάθε κλή­μα έκρυ­βε μέσα του μια υπό­σχε­ση. Όπως ακρι­βώς και κάθε μαθητής.

Κάποιες νύχτες, όταν όλα ησύ­χα­ζαν, οι μαθη­τές συγκε­ντρώ­νο­νταν στους κοι­τώ­νες. Μιλού­σαν για τα χωριά τους. Για τις οικο­γέ­νειές τους, για τα όνει­ρά τους. Άλλοι ήθε­λαν να γίνουν γεω­πό­νοι. Άλλοι να επι­στρέ­ψουν στα χωρά­φια τους και να τα μετα­μορ­φώ­σουν, άλλοι ονει­ρεύ­ο­νταν να ταξι­δέ­ψουν, άλλοι να μεί­νουν για πάντα στην Ήπει­ρο. Κανείς όμως δεν έφευ­γε από τη σχο­λή ίδιος με αυτόν που είχε μπει.

Στην κεντρι­κή αίθου­σα δέσπο­ζε πάντο­τε η μορ­φή του Μιχα­ήλ Αναγνωστόπουλου.Το πορ­τρέ­το του παρα­κο­λου­θού­σε σιω­πη­λά τις γενιές των μαθη­τών. Οι περισ­σό­τε­ροι γνώ­ρι­ζαν ελά­χι­στα για τη ζωή του. Ήξε­ραν μόνο πως κάποιος άνθρω­πος, που είχε ζήσει στην Αμε­ρι­κή, είχε αφή­σει την περιου­σία του για να υπάρ­ξει αυτή η σχο­λή. Δεν μπο­ρού­σαν ακό­μη να κατα­λά­βουν το μέγε­θος της προ­σφο­ράς του. Θα το κατα­λά­βαι­ναν αργό­τε­ρα. Όταν η ζωή θα τους δοκίμαζε.

Κάπου ανά­με­σα στις φωνές των μαθη­τών, στις μυρω­διές των στά­βλων, στα βιβλία, στα αμπέ­λια και στα χωρά­φια, άρχι­σε να δημιουρ­γεί­ται κάτι που κανείς δεν είχε προ­βλέ­ψει. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν ήταν πια μόνο σχο­λείο. Γινό­ταν κοι­νό­τη­τα, οικο­γέ­νεια, μνή­μη, ταυ­τό­τη­τα. Ένας ζωντα­νός οργα­νι­σμός και όπως κάθε ζωντα­νός οργα­νι­σμός, θα γνώ­ρι­ζε σύντο­μα τη χαρά. Αλλά και τον πόνο.

Για­τί ενώ οι μαθη­τές μάθαι­ναν να καλ­λιερ­γούν τη γη, ο κόσμος γύρω τους άλλα­ζε. Σύν­νε­φα μαζεύ­ο­νταν πάνω από την Ευρώ­πη. Η οικο­νο­μι­κή κρί­ση πλη­σί­α­ζε, οι δικτα­το­ρί­ες ανα­δύ­ο­νταν, οι ιδε­ο­λο­γί­ες συγκρού­ο­νταν και οι άνθρω­ποι δεν το γνώ­ρι­ζαν ακό­μη. Αλλά ένας νέος πόλε­μος βάδι­ζε αργά προς αυτούς. Ένας πόλε­μος που θα έφτα­νε μέχρι την Κόνι­τσα, μέχρι τους αμπε­λώ­νες, μέχρι τους στά­βλους, μέχρι τις ίδιες τις αίθου­σες της Σχο­λής, και τότε η Ανα­γνω­στο­πού­λειος θα δοκι­μα­ζό­ταν όπως ποτέ άλλο­τε. Όμως προς το παρόν οι αυλές της ήταν γεμά­τες γέλια  και αυτό ήταν αρκε­τό. Για­τί πριν από κάθε μεγά­λη καται­γί­δα, η ιστο­ρία χαρί­ζει πάντα μια περί­ο­δο γαλή­νης και η γαλή­νη της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου έφτα­νε τώρα στο από­γειό της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ

Τα χρό­νια της ακμής

Και για ένα διά­στη­μα, όλα έδει­χναν πως το όνει­ρο του Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λου είχε δικαιω­θεί. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν ήταν πια ένα πείραμα,δ εν ήταν μια φιλό­δο­ξη ιδέα, δεν ήταν ένα κτί­ριο μέσα στα χωρά­φια της Κόνι­τσας. Ήταν ένας θεσμός. Ένα σημείο ανα­φο­ράς. Ένα ζωντα­νό κύτ­τα­ρο γνώ­σης στην καρ­διά της Ηπεί­ρου. Και όσο περ­νού­σαν τα χρό­νια, η φήμη της ταξί­δευε από χωριό σε χωριό, από επαρ­χία σε επαρ­χία, ακο­λου­θώ­ντας τα μονο­πά­τια των κτη­νο­τρό­φων, τους δρό­μους των εμπό­ρων και τις κου­βέ­ντες των ανθρώ­πων στα καφενεία.

«Στην Κόνι­τσα έχουν σχο­λή που μαθαί­νει στους νέους πώς να κάνουν τη γη να απο­δί­δει περισ­σό­τε­ρο», έλεγαν.

«Εκεί δοκι­μά­ζουν και­νού­ριες μεθόδους.»

«Εκεί έχουν επιστήμονες.»

«Εκεί φτιά­χνουν το μέλλον.»

Τα χωρά­φια της σχο­λής είχαν γίνει το μεγα­λύ­τε­ρο υπαί­θριο εργα­στή­ριο της περιο­χής. Την άνοι­ξη οι καλ­λιέρ­γειες πρα­σί­νι­ζαν σαν να ξυπνού­σε η ίδια η γη από μακρύ χει­μω­νιά­τι­κο ύπνο Το καλο­καί­ρι τα σιτη­ρά κυμά­τι­ζαν κάτω από τον ήλιο. Το φθι­νό­πω­ρο οι αμπε­λώ­νες γέμι­ζαν χρώ­μα­τα. Τον χει­μώ­να οι μαθη­τές συνέ­χι­ζαν τα μαθή­μα­τά τους στις αίθου­σες, μελε­τώ­ντας όσα είχαν παρα­τη­ρή­σει κατά τη διάρ­κεια της χρο­νιάς. Η σχο­λή δεν στα­μα­τού­σε ποτέ. Ζού­σε με τον ρυθ­μό της ίδιας της φύσης.

Κάθε χρό­νο διορ­γα­νώ­νο­νταν επι­δεί­ξεις και παρου­σιά­σεις. Αγρό­τες από ολό­κλη­ρη την Ήπει­ρο έφθα­ναν για να δουν από κοντά τις νέες μεθό­δους. Οι μεγα­λύ­τε­ροι κοι­τού­σαν με δυσπι­στία. Οι νεό­τε­ροι με θαυ­μα­σμό. Πολ­λοί επέ­στρε­φαν στα χωριά τους και εφάρ­μο­ζαν όσα είχαν μάθει. Σιγά σιγά άρχι­σαν να αλλά­ζουν οι καλ­λιέρ­γειες, να αυξά­νο­νται οι απο­δό­σεις, να βελ­τιώ­νο­νται οι τεχνι­κές, να εμφα­νί­ζο­νται νέες ιδέ­ες. Κανείς ίσως δεν το κατα­λά­βαι­νε πλή­ρως τότε. Όμως η Ανα­γνω­στο­πού­λειος είχε ήδη αρχί­σει να μετα­μορ­φώ­νει ολό­κλη­ρη την περιοχή.

Ακό­μη και επι­σκέ­πτες από την Αθή­να έφτα­ναν κατά και­ρούς στην Κόνι­τσα. Γεω­πό­νοι, καθη­γη­τές, υπη­ρε­σια­κοί παρά­γο­ντες. Άνθρω­ποι που ήθε­λαν να δουν από κοντά το εκπαι­δευ­τι­κό ίδρυ­μα που είχε δημιουρ­γη­θεί χάρη στο όρα­μα ενός Ηπει­ρώ­τη της Αμε­ρι­κής. Όταν περ­πα­τού­σαν στους δια­δρό­μους και έβλε­παν τους στά­βλους, τα χωρά­φια, τις καλ­λιέρ­γειες και τις αίθου­σες, συχνά έμε­ναν έκπλη­κτοι. Δεν περί­με­ναν να συνα­ντή­σουν κάτι τόσο σύγ­χρο­νο σε μια ακρι­τι­κή περιο­χή της χώρας.

Πάνω απ’ όλα υπήρ­χαν οι από­φοι­τοι. Αυτοί ήταν η μεγα­λύ­τε­ρη δικαί­ω­ση του ιδρυ­τή. Νέοι που επέ­στρε­φαν στα χωριά τους μετα­φέ­ρο­ντας γνώ­σεις. Άνθρω­ποι που γίνο­νταν παρα­δείγ­μα­τα για τους υπό­λοι­πους. Άνθρω­ποι που απο­δεί­κνυαν ότι η εκπαί­δευ­ση μπο­ρού­σε να αλλά­ξει μια κοι­νω­νία χωρίς θόρυ­βο. Χωρίς επα­να­στά­σεις, χωρίς συν­θή­μα­τα, μόνο με γνώση.

Πολ­λές φορές ανα­ρω­τιέ­μαι τι θα ένιω­θε ο Μιχα­ήλ αν μπο­ρού­σε να δει τη σχο­λή εκεί­να τα χρό­νια. Αν μπο­ρού­σε να περ­πα­τή­σει στους αμπε­λώ­νες. Αν μπο­ρού­σε να ακού­σει τις φωνές των μαθη­τών. Αν μπο­ρού­σε να δει τα παι­διά της Ηπεί­ρου να μελε­τούν σε αίθου­σες που υπήρ­χαν χάρη στη δική του δια­θή­κη. Ίσως να χαμογελούσε,ίσως να μην έλε­γε τίπο­τα. Οι πραγ­μα­τι­κά μεγά­λοι άνθρω­ποι συχνά δεν χρειά­ζο­νται επι­βε­βαί­ω­ση. Τους αρκεί να βλέ­πουν τον καρ­πό του σπό­ρου που έσπειραν.

Εκεί­να τα χρό­νια ήμουν ακό­μη παι­δί. Μεγά­λω­να σε ένα χωριό της Ηπεί­ρου ακού­γο­ντας ιστο­ρί­ες για τη μεγά­λη σχο­λή της Κόνι­τσας. Για τον ευερ­γέ­τη που είχε έρθει από την Αμε­ρι­κή. Για τους μαθη­τές που μάθαι­ναν να αλλά­ζουν τη ζωή τους μέσα από τη γνώ­ση. Δεν γνώ­ρι­ζα ακό­μη ότι μια μέρα θα περ­νού­σα κι εγώ την πύλη της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου. Δεν γνώ­ρι­ζα ότι το κτί­ριο αυτό θα γινό­ταν η μεγά­λη περι­πέ­τεια της ζωής μου, δ εν γνώ­ρι­ζα ακό­μη ότι το κτί­ριο αυτό θα γινό­ταν μέρος της δικής μου μοί­ρας, δεν γνώ­ρι­ζα ακό­μη ότι κάπο­τε θα περ­πα­τού­σα στους ίδιους δια­δρό­μους. Ότι θα άγγι­ζα τις ίδιες πέτρες, ότι θα γινό­μουν μάρ­τυ­ρας των πιο δύσκο­λων χρό­νων της ιστο­ρί­ας του.

Για­τί η ζωή έχει έναν παρά­ξε­νο τρό­πο να προει­δο­ποιεί. Λίγο πριν από τις μεγά­λες καται­γί­δες, όλα μοιά­ζουν πιο φωτει­νά. Πιο ήσυ­χα. Πιο όμορ­φα. Σαν να θέλει ο χρό­νος να χαρί­σει στους ανθρώ­πους λίγες τελευ­ταί­ες στιγ­μές γαλή­νης πριν από τη δοκι­μα­σία. Και η Ανα­γνω­στο­πού­λειος ζού­σε ακρι­βώς αυτή τη γαλή­νη. Ίσως την πιο όμορ­φη περί­ο­δο της ιστο­ρί­ας της.

Τα βρά­δια οι καθη­γη­τές συζη­τού­σαν για το μέλ­λον. Οι μαθη­τές ονει­ρεύ­ο­νταν. Οι αμπε­λώ­νες μεγά­λω­ναν. Οι καλ­λιέρ­γειες απέ­δι­δαν. Τα χωρά­φια γέμι­ζαν ζωή. Κανείς δεν μπο­ρού­σε να φαντα­στεί ότι στην άλλη άκρη της Ευρώ­πης είχε ήδη αρχί­σει να γεν­νιέ­ται ένα σκο­τά­δι που θα σκέ­πα­ζε ολό­κλη­ρο τον κόσμο. Στην Ιτα­λία ο φασι­σμός δυνά­μω­νε. Στη Γερ­μα­νία εμφα­νί­ζο­νταν νέες επι­κίν­δυ­νες ιδέ­ες. Η Ευρώ­πη άρχι­ζε να αλλά­ζει πρό­σω­πο και η Ελλά­δα, χωρίς να το γνω­ρί­ζει, βάδι­ζε προς τη μεγα­λύ­τε­ρη δοκι­μα­σία της νεό­τε­ρης ιστο­ρί­ας της.

Όμως εκεί­νο το από­γευ­μα του φθι­νο­πώ­ρου του 1938, καθώς ο ήλιος έδυε πίσω από τις κορυ­φές της Τύμ­φης και τα τελευ­ταία χρυ­σά χρώ­μα­τα έπε­φταν πάνω στους πέτρι­νους τοί­χους της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου, η σχο­λή έμοια­ζε αιώ­νια. Ακλό­νη­τη, αήτ­τη­τη σαν να μην μπο­ρού­σε τίπο­τε να την αγγί­ξει και ίσως αυτό να ήταν το πιο συγκι­νη­τι­κό. Για­τί εμείς που γνω­ρί­ζου­με τι ακο­λού­θη­σε, ξέρου­με πως εκεί­νο το φως ήταν το τελευ­ταίο μεγά­λο ηλιο­βα­σί­λε­μα πριν από τη νύχτα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Το τελευ­ταίο κουδούνι

Κάπο­τε τα κτί­ρια σωπαί­νουν πριν σωπά­σουν οι άνθρωποι.”

Υπάρ­χουν επο­χές που δεν τελειώ­νουν με έναν κρό­το. Δεν γκρε­μί­ζο­νται μέσα σε μια στιγ­μή. Δεν παρα­σύ­ρο­νται από μια φωτιά ή έναν σει­σμό. Σβή­νουν αργά. Σαν το φως μιας λάμπας που λιγο­στεύ­ει ώσπου να αφή­σει πίσω της μόνο σκο­τά­δι. Έτσι άρχι­σε και το τέλος της πρώ­της ζωής της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου Γεωρ­γι­κής Σχο­λής. Όχι με μια κατα­στρο­φή. Αλλά με τη σιωπή.

Το φθι­νό­πω­ρο του 1938 έφθα­σε ήρε­μο στην Κόνι­τσα. Ο Αώος κυλού­σε όπως πάντα ανά­με­σα στα βρά­χια. Οι πλα­γιές της Τύμ­φης είχαν αρχί­σει να κιτρι­νί­ζουν. Οι βοσκοί κατέ­βα­ζαν τα κοπά­δια από τα ψηλά λιβά­δια. Οι γυναί­κες άπλω­ναν στον ήλιο καρύ­δια και φασό­λια. Η ζωή έμοια­ζε να ακο­λου­θεί τον αιώ­νιο ρυθ­μό της ηπει­ρώ­τι­κης γης. Μόνο που πίσω από αυτή την εικό­να, κάτι είχε αρχί­σει να ραγίζει.

Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν ήταν πια εκεί­νη που γνώ­ρι­ζε η Ήπει­ρος. Τα χρό­νια της μεγά­λης ακμής είχαν περά­σει. Οι πει­ρα­μα­τι­κοί αγροί εξα­κο­λου­θού­σαν να καλ­λιερ­γού­νται, αλλά όχι με τον ίδιο ενθου­σια­σμό. Οι στά­βλοι λει­τουρ­γού­σαν ακό­μη, όμως λιγό­τε­ρα ζώα φιλο­ξε­νού­νταν πια εκεί. Οι αίθου­σες διδα­σκα­λί­ας άνοι­γαν κάθε πρωί, αλλά τα θρα­νία δεν γέμι­ζαν όπως άλλο­τε. Οι οικο­νο­μι­κές δυσκο­λί­ες είχαν αρχί­σει να βαραί­νουν κάθε από­φα­ση. Και όλοι το γνώριζαν.

Στο γρα­φείο του διευ­θυ­ντή οι φάκε­λοι πλή­θαι­ναν. Επι­στο­λές προς τα υπουρ­γεία. Αιτή­μα­τα οικο­νο­μι­κής ενί­σχυ­σης, εκκλή­σεις, υπο­μνή­μα­τα, ανα­φο­ρές. Κάθε έγγρα­φο έκρυ­βε και μια ελπί­δα. Κάθε απά­ντη­ση έφερ­νε μια νέα απο­γο­ή­τευ­ση. Οι κρα­τι­κές επι­χο­ρη­γή­σεις δεν επαρ­κού­σαν πλέ­ον. Η συντή­ρη­ση των εγκα­τα­στά­σε­ων γινό­ταν όλο και δυσκο­λό­τε­ρη. Οι λογα­ρια­σμοί συσ­σω­ρεύ­ο­νταν. Κανείς δεν τολ­μού­σε ακό­μη να προ­φέ­ρει τη λέξη «κλεί­σι­μο». Όλοι όμως τη σκέφτονταν.

Οι καθη­γη­τές προ­σπα­θού­σαν να μη δεί­χνουν την αγω­νία τους. Στην αίθου­σα διδα­σκα­λί­ας μιλού­σαν για τη γονι­μό­τη­τα των εδα­φών, για τα κλα­δέ­μα­τα, για τις νέες ποι­κι­λί­ες σιταριού,για την αμει­ψι­σπο­ρά. Όμως, όταν τελεί­ω­νε το μάθη­μα, έμε­ναν για λίγα λεπτά μόνοι. Κοι­τού­σαν από τα παρά­θυ­ρα τα χωρά­φια. Κανείς δεν μιλού­σε. Δεν υπήρ­χε πια τίπο­τε να ειπωθεί.

Οι μαθη­τές ένιω­θαν κι αυτοί πως κάτι άλλα­ζε. Το γέλιο στα δια­λείμ­μα­τα λιγό­στευε. Οι συζη­τή­σεις στα­μά­τη­σαν να αφο­ρούν το μέλ­λον. Κανείς δεν μιλού­σε για το πού θα εργα­στεί όταν απο­φοι­τή­σει. Σαν να είχε χαθεί ξαφ­νι­κά η βεβαιό­τη­τα ότι το αύριο θα ήταν καλύτερο.

Ένα πρω­ι­νό συγκε­ντρώ­θη­καν όλοι στην κεντρι­κή αίθου­σα. Καθη­γη­τές, υπάλ­λη­λοι, μαθη­τές. Το μεγά­λο πορ­τρέ­το του Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λου δέσπο­ζε στον τοί­χο. Το πρό­σω­πό του παρέ­με­νε γαλή­νιο. Σαν να παρα­κο­λου­θού­σε κι εκεί­νος όσα επρό­κει­το να συμ­βούν. Ο διευ­θυ­ντής κρα­τού­σε στα χέρια του έναν φάκε­λο. Τα χέρια του έτρε­μαν. Άνοι­ξε αργά το έγγρα­φο. Η φωνή του έσπα­σε πριν ακό­μη αρχί­σει να διαβάζει.

«Με ιδιαί­τε­ρη λύπη…»

Κανείς δεν άκου­σε τις υπό­λοι­πες λέξεις. Δεν χρεια­ζό­ταν. Όλοι είχαν ήδη κατα­λά­βει. Η λει­τουρ­γία της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου Γεωρ­γι­κής Σχο­λής ανε­στελ­λό­ταν επ’ αόριστον.

Για λίγα δευ­τε­ρό­λε­πτα επι­κρά­τη­σε από­λυ­τη σιγή. Έπει­τα ακού­στη­κε ένας λυγ­μός. Ύστε­ρα άλλος ένας. Ένας καθη­γη­τής έβγα­λε αργά τα γυα­λιά του και σκού­πι­σε τα μάτια του. Ένας μαθη­τής έσκυ­ψε το κεφά­λι. Κάποιος άλλος έσφι­ξε τα χέρια του μέχρι που άσπρι­σαν οι αρθρώ­σεις. Δεν έκλει­νε απλώς ένα σχο­λείο. Έκλει­νε το μεγα­λύ­τε­ρο όνει­ρο που είχε γεν­νή­σει ποτέ η Κόνιτσα.

Τις επό­με­νες ημέ­ρες η σχο­λή άδεια­ζε αργά.Τα βιβλία επέ­στρε­φαν προ­σε­κτι­κά στα ράφια. Τα γεωρ­γι­κά εργα­λεία καθα­ρί­ζο­νταν και τοπο­θε­τού­νταν στις απο­θή­κες. Οι πάγκοι των εργα­στη­ρί­ων έμε­ναν άδειοι, οι κοι­τώ­νες ερήμωναν,οι τελευ­ταί­οι μαθη­τές απο­χαι­ρε­τού­σαν ο ένας τον άλλον χωρίς μεγά­λες κου­βέ­ντες. Οι πιο δύσκο­λοι απο­χαι­ρε­τι­σμοί δεν χρειά­ζο­νται λόγια.

Το τελευ­ταίο κου­δού­νι χτύ­πη­σε ένα μου­ντό πρω­ι­νό. Ο ήχος του κύλη­σε πάνω από τις στέ­γες διέ­σχι­σε τους αμπε­λώ­νες, ανέ­βη­κε στις πλα­γιές και χάθη­κε μέσα στα βου­νά. Ήταν ο ίδιος ήχος που επί τρεις δεκα­ε­τί­ες καλού­σε τους νέους να μάθουν πώς να αγα­πούν τη γη. Τώρα τους αποχαιρετούσε.

Οι πόρ­τες έκλει­σαν. Οι κλει­δα­ριές γύρι­σαν αργά. Τα παρά­θυ­ρα σφα­λί­στη­καν. Η σκό­νη άρχι­σε σιγά σιγά να κατα­κά­θε­ται πάνω στα θρα­νία. Οι αμπε­λώ­νες έμει­ναν χωρίς μαθη­τές. Τα πει­ρα­μα­τι­κά χωρά­φια χωρίς καλ­λιερ­γη­τές. Οι στά­βλοι χωρίς ζωή. Η πέτρι­νη σχο­λή στε­κό­ταν ακό­μη περή­φα­νη. Μα για πρώ­τη φορά από την ημέ­ρα που χτί­στη­κε, έμοια­ζε πραγ­μα­τι­κά μόνη.

Οι κάτοι­κοι της Κόνι­τσας περ­νού­σαν απ’ έξω και κοντο­στέ­κο­νταν. Άλλοι έβγα­ζαν το καπέ­λο τους. Άλλοι σταυ­ρο­κο­πιού­νταν. Άλλοι κοι­τού­σαν βια­στι­κά αλλού. Ήταν σαν να απέ­φευ­γαν να αντι­κρί­σουν έναν αγα­πη­μέ­νο άνθρω­πο που είχε αρρω­στή­σει βαριά.

«Θα ξανα­νοί­ξει», έλε­γαν μετα­ξύ τους. «Δεν μπο­ρεί να χαθεί ένα τέτοιο έργο.» Το πίστευαν ή ίσως ήθε­λαν απλώς να το πιστεύουν.

Κανείς τους δεν μπο­ρού­σε να φαντα­στεί ότι αυτή η σιω­πή δεν ήταν το τέλος. Ήταν μόνο το προ­οί­μιο. Για­τί, λίγο πιο πέρα, πάνω από την Ευρώ­πη, συγκε­ντρώ­νο­νταν ήδη τα σύν­νε­φα ενός πολέ­μου που θα άλλα­ζε για πάντα την ιστο­ρία. Οταν αυτά τα σύν­νε­φα θα έφθα­ναν στην Ήπει­ρο, η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν θα κιν­δύ­νευε πια από την έλλει­ψη χρη­μά­των. Θα κιν­δύ­νευε από τον ίδιο τον άνθρωπο.

ΜΕΡΟΣ Α 

ΜΕΡΟΣ  Β

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Κόνι­τσα σήμε­ρα Konitsa today

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like

Comments are closed.