- Διαφήμιση -

Το φως της πέτρας.

 

 

Μπά­μπης Στέρτσος

Μυθι­στό­ρη­μα βασι­σμέ­νο στη ζωή του Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λου και της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου Γεωρ­γι­κής Σχο­λής Κόνιτσας

 

- Δια­φή­μι­ση -

                           ΜΕΡΟΣ Α΄

«Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος: Από το Πάπι­γκο στη Βοστώ­νη – Η απί­στευ­τη δια­δρο­μή ενός Ηπει­ρώ­τη που κατέ­κτη­σε την Αμερική»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Το τελευ­ταίο όρα­μα του Μιχα­ήλ Αναγνωστόπουλου

Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος Γεωρ­γι­κή Σχο­λή στε­κό­ταν σιω­πη­λή στα βορειο­δυ­τι­κά της Κόνι­τσας, μέσα στο παλιό αγρό­κτη­μα, σαν να περί­με­νε να της επι­στρέ­ψουν τη φωνή.

Δεν ήταν ένα κτί­ριο που απλώς γέρα­σε. Ήταν ένα κτί­ριο που θυμό­ταν. Θυμό­ταν τα παι­διά που πέρα­σαν την πύλη της με παπού­τσια φθαρ­μέ­να και μάτια γεμά­τα αγω­νία. Θυμό­ταν τους δασκά­λους που μιλού­σαν για σπό­ρους, αμπέ­λια, ζώα, νερό, έδα­φος και πρό­ο­δο. Θυμό­ταν τη μυρω­διά της γης ύστε­ρα από τη βρο­χή. Θυμό­ταν τους στά­βλους, τα εργα­στή­ρια, τα χωρά­φια, τις πρώ­τες γεωρ­γι­κές ασκή­σεις, την πίστη μιας επο­χής πως η γνώ­ση μπο­ρού­σε να σηκώ­σει όρθιο έναν τόπο.

Και πάνω απ’ όλα θυμό­ταν εκεί­νον που δεν την είδε ποτέ ολο­κλη­ρω­μέ­νη, αλλά την είχε ονει­ρευ­τεί πριν ακό­μη το πρώ­το λιθά­ρι ακου­μπή­σει στο χώμα της Κόνιτσας.

Τον Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λο ή  όπως τον γνώ­ρι­σε η Αμε­ρι­κή, Michael Anagnos.

Δεν γεν­νή­θη­κε στην Αμε­ρι­κή. Αυτό πρέ­πει να ειπω­θεί από την πρώ­τη γραμ­μή, σαν απο­κα­τά­στα­ση στη μνή­μη του. Γεν­νή­θη­κε στην Ελλά­δα της Ηπεί­ρου, στο Πάπι­γκο, στις 7 Νοεμ­βρί­ου 1837, μέρος τότε  της Οθω­μα­νι­κής Αυτο­κρα­το­ρί­ας. Εκεί, κάτω από τους γκρί­ζους όγκους της Αστρά­κας, μέσα σε έναν τόπο σκλη­ρό και περή­φα­νο, άρχι­σε η ζωή ενός ανθρώ­που που θα έφτα­νε να επη­ρε­ά­σει την παγκό­σμια ιστο­ρία της εκπαί­δευ­σης των τυφλών και των κωφών.

Ο πατέ­ρας του ήταν άνθρω­πος της γης και των κοπα­διών. Η μητέ­ρα του, η Καλ­λί­να, ήταν η πρώ­τη μορ­φή τρυ­φε­ρό­τη­τας και πίστης που χαρά­χτη­κε μέσα του. Από εκεί­νη τη γυναι­κεία μορ­φή, από τη μνή­μη της μητέ­ρας, θα γεν­νιό­ταν αργό­τε­ρα και η ιδέα των Καλ­λι­νεί­ων Σχο­λεί­ων στο Πάπι­γκο. Για­τί ο Μιχα­ήλ, όσο μακριά κι αν έφτα­σε, δεν έκο­ψε ποτέ τον μυστι­κό ομφά­λιο λώρο που τον ένω­νε με το χωριό του.

Το Πάπι­γκο δεν ήταν για εκεί­νον μόνο τόπος γέν­νη­σης. Ήταν η πρώ­τη του βιβλιο­θή­κη, πριν ακό­μη απο­κτή­σει βιβλία. Ήταν το πρώ­το του σχο­λείο, πριν ακό­μη φύγει για τα Γιάν­νε­να. Ήταν το πρώ­το του σύνο­ρο, που έπρε­πε να το περά­σει για να κατα­λά­βει αργό­τε­ρα πως ο άνθρω­πος δεν γεν­νιέ­ται για να μένει φυλα­κι­σμέ­νος ούτε στη φτώ­χεια ούτε στην άγνοια ούτε στη σιωπή.

Ο μικρός Μιχα­ήλ μεγά­λω­σε σε έναν κόσμο όπου η γη απαι­τού­σε κόπο και η μόρ­φω­ση απαι­τού­σε θυσία. Όμως ο πατέ­ρας του, παρό­τι άνθρω­πος της υπαί­θρου, πίστευε στη δύνα­μη των γραμ­μά­των. Και έτσι το παι­δί που θα μπο­ρού­σε να μεί­νει βοσκός στα βου­νά του Ζαγο­ρί­ου πήρε τον δρό­μο για τα Γιάννενα.

Εκεί, στη Ζωσι­μαία Σχο­λή, άνοι­ξε μπρο­στά του ένας άλλος κόσμος. Οι λέξεις έγι­ναν δρό­μοι. Τα ελλη­νι­κά, τα λατι­νι­κά, τα γαλ­λι­κά, η φιλο­σο­φία, η ιστο­ρία, η πολι­τι­κή σκέ­ψη, όλα άρχι­σαν να χτί­ζουν μέσα του έναν άνθρω­πο που δεν θα αρκού­νταν ποτέ στο λίγο. Στα δεκα­εν­νέα του πέρα­σε στην Αθή­να, στο Πανε­πι­στή­μιο. Σπού­δα­σε φιλο­σο­φία, γλώσ­σες, αργό­τε­ρα νομι­κά, όχι για να κλει­στεί σε ένα επάγ­γελ­μα, αλλά για να απο­κτή­σει τα εργα­λεία με τα οποία θα μιλού­σε στον κόσμο.

Στα είκο­σι τέσ­σε­ρά του μπή­κε στη δημο­σιο­γρα­φία. Ο «Εθνο­φύ­λα­κας» έγι­νε το πρώ­το μεγά­λο δημό­σιο σχο­λείο του. Εκεί δεν μάθαι­νε πια μόνο από βιβλία. Μάθαι­νε από την ίδια την ιστο­ρία. Από την Ελλά­δα που άλλα­ζε. Από τις συγκρού­σεις γύρω από τον Όθω­να. Από τα εθνι­κά πάθη. Από το Κρη­τι­κό ζήτη­μα. Από την ανά­γκη ενός λαού να ορί­σει την τύχη του.

Ο Μιχα­ήλ δεν ήταν ένας άχρω­μος λόγιος. Ήταν άνθρω­πος της φωτιάς. Πίστευε στην ελευ­θε­ρία, στην παι­δεία, στην κοι­νω­νι­κή ευθύ­νη. Κι αυτή η πίστη τον έφε­ρε κοντά σε έναν άνθρω­πο που θα άλλα­ζε για πάντα τη ζωή του: τον Samuel Gridley Howe, τον Αμε­ρι­κα­νό φιλέλ­λη­να, για­τρό, αγω­νι­στή και ιδρυ­τή της Perkins School for the Blind.

Η συνά­ντη­σή τους ήταν από εκεί­νες που η ιστο­ρία τις προ­ε­τοι­μά­ζει αθό­ρυ­βα για χρό­νια. Ο Howe είδε στον νεα­ρό Ηπει­ρώ­τη κάτι σπά­νιο. Όχι μόνο μόρ­φω­ση. Όχι μόνο γλωσ­σο­μά­θεια. Είδε αντο­χή, ευφυ­ΐα, πάθος, πει­θαρ­χία, έναν άνθρω­πο ικα­νό να υπη­ρε­τή­σει έναν σκο­πό μεγα­λύ­τε­ρο από τον εαυ­τό του.

Και έτσι ο Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος, το παι­δί από το Πάπι­γκο, πέρα­σε τον Ατλαντικό.

Όταν έφτα­σε στη Βοστώ­νη, δεν άφη­σε πίσω του την Ήπει­ρο. Την κου­βα­λού­σε μέσα του. Στο όνο­μά του, στη μνή­μη του, στον τρό­πο που κοι­τού­σε κάθε παι­δί που η κοι­νω­νία είχε μάθει να θεω­ρεί χαμένο.

Στην  Σχο­λή Perkins γνώ­ρι­σε μια άλλη μορ­φή σκο­τα­διού. Παι­διά που δεν έβλε­παν. Παι­διά που δεν άκου­γαν. Παι­διά που ο κόσμος αντι­με­τώ­πι­ζε σαν να είχαν ήδη απο­κλει­στεί από τη ζωή. Εκεί ο Μιχα­ήλ κατά­λα­βε πως η εκπαί­δευ­ση δεν είναι απλή μετά­δο­ση γνώ­σε­ων. Είναι πρά­ξη απελευθέρωσης.

Όταν ο Howe πέθα­νε το 1876, ο Ανα­γνω­στό­που­λος ανέ­λα­βε τη διεύ­θυν­ση της Perkins. Από τότε μέχρι τον θάνα­τό του, το 1906, υπη­ρέ­τη­σε ένα από τα σημα­ντι­κό­τε­ρα εκπαι­δευ­τι­κά ιδρύ­μα­τα της Αμε­ρι­κής. Ίδρυ­σε και ενί­σχυ­σε έργα για τυφλά παι­διά, ορα­μα­τί­στη­κε νηπια­γω­γείο για την πρώ­ι­μη εκπαί­δευ­σή τους, στή­ρι­ξε νέες παι­δα­γω­γι­κές μεθό­δους και άνοι­ξε δρό­μους σε ανθρώ­πους που άλλοι είχαν ήδη κατα­δι­κά­σει στη σιωπή.

Και τότε ήρθε στη ζωή του η Έλεν Κέλερ. Δεν ήρθε σαν θρύ­λος. Ήρθε σαν παι­δί. Ένα παι­δί κλει­σμέ­νο στο σκο­τά­δι και στη σιω­πή, ένα παι­δί που χρεια­ζό­ταν κάποιον να πιστέ­ψει ότι πίσω από την αδυ­να­μία υπήρ­χε πνεύ­μα. Όταν η οικο­γέ­νειά της ζήτη­σε βοή­θεια, ο Ανα­γνω­στό­που­λος επέ­λε­ξε την Anne Sullivan, από­φοι­τη της Perkins, για να ανα­λά­βει τη μικρή Έλεν. Αυτή η επι­λο­γή έμελ­λε να αλλά­ξει την ιστορία.

Η Sullivan σχη­μά­τι­ζε λέξεις στην παλά­μη της Έλεν. Το χέρι έγι­νε βιβλίο. Η αφή έγι­νε φωνή. Το νερό που έτρε­ξε στην αντλία εκεί­νη τη θρυ­λι­κή ημέ­ρα δεν ήταν απλώς νερό. Ήταν η πρώ­τη ρωγ­μή στο σκο­τά­δι. Από εκεί­νη τη στιγ­μή, ο κόσμος άρχι­σε να απο­κτά ονόματα.

Η Έλεν έγρα­φε στον Μιχα­ήλ. Οι επι­στο­λές της, φυλαγ­μέ­νες σήμε­ρα στα αρχεία της Perkins, δεν είναι απλές παι­δι­κές επι­στο­λές. Είναι τα ίχνη μιας ψυχής που γεν­νιέ­ται δεύ­τε­ρη φορά μέσα από τη γλώσ­σα. Του έγρα­φε για όσα μάθαι­νε, για τα ταξί­δια της, για τις γλώσ­σες, για τα βιβλία, για τη χαρά της ανα­κά­λυ­ψης. Κι εκεί­νος, κάθε φορά που κρα­τού­σε ένα τέτοιο γράμ­μα, έβλε­πε δικαιω­μέ­νη την πιο βαθιά του πίστη: πως κανέ­νας άνθρω­πος δεν είναι χαμέ­νη υπόθεση.

Αλλά η μοί­ρα δεν αφή­νει κανέ­ναν μεγά­λο άνθρω­πο χωρίς πλη­γή. Το 1891, η μικρή Έλεν έγρα­ψε το «The Frost King» και το έστει­λε στον Ανα­γνω­στό­που­λο ως δώρο γενε­θλί­ων. Εκεί­νος συγκι­νή­θη­κε. Το δημο­σί­ευ­σε. Το είδε ως θαύ­μα παι­δι­κής δημιουρ­γί­ας. Ύστε­ρα ήρθε η κατη­γο­ρία ότι το κεί­με­νο έμοια­ζε με προ­γε­νέ­στε­ρο παρα­μύ­θι της Margaret Canby. Η υπό­θε­ση συγκλό­νι­σε την Perkins. Η Έλεν πλη­γώ­θη­κε βαθιά. Η Annie Sullivan ταπει­νώ­θη­κε. Ο Ανα­γνω­στό­που­λος ένιω­σε εκτε­θει­μέ­νος, ίσως και προ­δο­μέ­νος, παγι­δευ­μέ­νος ανά­με­σα στην αγά­πη του για το παι­δί και στην ευθύ­νη του απέ­να­ντι στο ίδρυ­μα. Εκεί ο ήρω­ας ράγι­σε. Και γι’ αυτό έγι­νε πιο ανθρώ­πι­νος. Για­τί ο Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος δεν πρέ­πει να παρου­σια­στεί σαν άγαλ­μα. Τα αγάλ­μα­τα δεν συγκι­νούν. Οι άνθρω­ποι συγκι­νούν. Και εκεί­νος υπήρ­ξε άνθρω­πος μεγά­λος, ακρι­βώς επει­δή κου­βά­λη­σε μέσα του και φως και λάθη, και όρα­μα και τραύ­μα, και δόξα και μοναξιά.

Η γυναί­κα του, η Julia Romana Howe, κόρη του Samuel Howe, στά­θη­κε δίπλα του ως μορ­φω­μέ­νη και δρα­στή­ρια σύντρο­φος, εμπνεύ­στρια και βοη­θός στο έργο του. Ο πρό­ω­ρος θάνα­τός της το 1886 τον βύθι­σε σε βαθιά μονα­ξιά. Δεν απέ­κτη­σαν παι­διά. Ίσως γι’ αυτό τα παι­διά της Perkins, η Έλεν, ο Thomas Stringer και τόσοι άλλοι, έγι­ναν με έναν άλλο τρό­πο η οικο­γέ­νειά του.

Όμως όσο η Βοστώ­νη τον τιμού­σε, όσο το Harvard τον ανα­γνώ­ρι­ζε, όσο η ελλη­νι­κή ομο­γέ­νεια τον έβλε­πε ως ηγε­τι­κή μορ­φή, εκεί­νος επέ­στρε­φε πάντα νοε­ρά στο Πάπιγκο.

Τα βιβλία που συγκέ­ντρω­σε σε όλη του τη ζωή δεν ήταν δια­κο­σμη­τι­κά τρό­παια. Ήταν σπό­ροι. Περισ­σό­τε­ροι από χίλιοι δια­κό­σιοι τόμοι, σπά­νιες εκδό­σεις, πνευ­μα­τι­κός πλού­τος μιας ζωής, θα επέ­στρε­φαν στο χωριό του. Η βιβλιο­θή­κη του Παπί­γκου δεν είναι απλώς μια συλ­λο­γή. Είναι η εξο­μο­λό­γη­ση ενός ανθρώ­που που έφυ­γε για να μάθει και έστει­λε πίσω το φως. Και ύστε­ρα ήρθε η δια­θή­κη. Εκεί, στο τέλος της ζωής του, ο Ανα­γνω­στό­που­λος δεν σκέ­φτη­κε μόνο τη μνή­μη του. Σκέ­φτη­κε το μέλ­λον των παι­διών που δεν θα γνώ­ρι­ζε ποτέ. Σκέ­φτη­κε την Ήπει­ρο. Σκέ­φτη­κε την παι­δεία. Σκέ­φτη­κε έναν τόπο όπου η γνώ­ση θα γινό­ταν εργα­λείο ζωής.

Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος Γεωρ­γι­κή Σχο­λή της Κόνι­τσας, που άρχι­σε να λει­τουρ­γεί το 1925, ήταν ο μεγά­λος καρ­πός αυτής της δια­θή­κης. Το πέτρι­νο κτί­ριο μέσα στο αγρό­κτη­μα δεν ήταν απλώς σχο­λείο. Ήταν η μετά­φρα­ση της παι­δα­γω­γι­κής του φιλο­σο­φί­ας στην ηπει­ρώ­τι­κη γη. Στη Βοστώ­νη είχε διδά­ξει πως το παι­δί που δεν βλέ­πει μπο­ρεί να βρει φως. Στην Κόνι­τσα ήθε­λε να απο­δεί­ξει πως το παι­δί του φτω­χού αγρό­τη μπο­ρεί να βρει μέλλον.

Η γεωρ­γι­κή εκπαί­δευ­ση τότε δεν ήταν δεύ­τε­ρης κατη­γο­ρί­ας γνώ­ση. Ήταν επα­νά­στα­ση. Ήταν η απά­ντη­ση στην πεί­να, στη φτώ­χεια, στην ερή­μω­ση, στην ξενι­τιά. Ήταν η στιγ­μή που η γη έπαυε να είναι μόνο μοί­ρα και γινό­ταν επι­στή­μη. Τα παι­διά μάθαι­ναν καλ­λιέρ­γειες, αμπε­λουρ­γία, κτη­νο­τρο­φία, φρο­ντί­δα του εδά­φους, πρα­κτι­κές μεθό­δους παρα­γω­γής. Μάθαι­ναν να βλέ­πουν το χωρά­φι όχι σαν κατα­δί­κη, αλλά σαν δυνα­τό­τη­τα. Κι έτσι η Ανα­γνω­στο­πού­λειος έγι­νε το σημείο όπου ενώ­θη­καν όλα τα νήμα­τα της ζωής του. Το Πάπι­γκο των παι­δι­κών του χρό­νων. Τα Γιάν­νε­να των πρώ­των σπου­δών. Η Αθή­να της πολι­τι­κής και της δημο­σιο­γρα­φί­ας. Η Βοστώ­νη της Perkins. Η Έλεν Κέλερ. Η Annie Sullivan. Το τραύ­μα του Frost King. Η βιβλιο­θή­κη. Η μητέ­ρα Καλ­λί­να. Η Ήπει­ρος. Η γη. Η παιδεία.

Και μέσα στη νύχτα της Κόνι­τσας, καθώς ο άνε­μος περ­νού­σε από τα παρά­θυ­ρα της παλιάς Σχο­λής, έμοια­ζε σαν οι πέτρες να ψιθυ­ρί­ζουν ακό­μη το ίδιο ερώ­τη­μα: Θα με αφή­σε­τε να είμαι μνή­μη ή θα με κάνε­τε ξανά μέλλον;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η έξο­δος από το φαράγγι

Αργό­τε­ρα, όταν οι εφη­με­ρί­δες της Βοστώ­νης θα έγρα­φαν το όνο­μά του δίπλα σε καθη­γη­τές του Χάρ­βαρντ, όταν βασί­λισ­σες θα ζητού­σαν να δια­βά­σουν τις επι­στο­λές της μικρής Έλεν Κέλερ και όταν χιλιά­δες άνθρω­ποι θα συνό­δευαν τη μνή­μη του μετά τον θάνα­τό του, ο Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος συνή­θι­ζε να λέει πως η ζωή του είχε αρχί­σει δύο φορές. Η πρώ­τη στο Πάπι­γκο. Η δεύ­τε­ρη τη μέρα που εγκα­τέ­λει­ψε το χωριό.

Το ξημέ­ρω­μα εκεί­νης της ανα­χώ­ρη­σης είχε κάτι από τελε­τουρ­γία. Ο πατέ­ρας του δεν μιλού­σε πολύ. Οι άνθρω­ποι της γενιάς του έδει­χναν την αγά­πη τους με πρά­ξεις, όχι με λόγια. Του έδω­σε μόνο ένα μικρό δερ­μά­τι­νο που­γκί με λίγα χρή­μα­τα και του έσφι­ξε το χέρι. Η μητέ­ρα του, η Καλ­λί­να, προ­σπά­θη­σε να κρύ­ψει τα δάκρυά της. Ήξε­ρε πως το παι­δί της δεν έφευ­γε απλώς για τα Γιάν­νε­να. Έφευ­γε για έναν κόσμο που ούτε εκεί­νη ούτε κανείς στο χωριό μπο­ρού­σε να φανταστεί.

«Να θυμά­σαι ποιος είσαι», του είπε.

Ο Μιχα­ήλ δεν απά­ντη­σε. Φοβό­ταν πως αν μιλού­σε, θα έμε­νε. Γύρι­σε μόνο μια τελευ­ταία φορά και κοί­τα­ξε τα σπί­τια του Πάπι­γκου. Τους πέτρι­νους τοί­χους. Τις καμι­νά­δες. Τις κορυ­φές της Αστρά­κας. Εκεί­νη τη στιγ­μή δεν μπο­ρού­σε να γνω­ρί­ζει πως θα περ­νού­σαν σχε­δόν εβδο­μή­ντα χρό­νια και χιλιά­δες μίλια πριν ολο­κλη­ρω­θεί ο κύκλος. Ούτε πως κάπο­τε η περιου­σία του, τα βιβλία του και τα όνει­ρά του θα επέ­στρε­φαν όλα πίσω σε αυτά τα βουνά.

Το ταξί­δι προς τα Γιάν­νε­να ήταν δύσκο­λο. Οι δρό­μοι της Ηπεί­ρου δεν συγ­χω­ρού­σαν την απρο­σε­ξία. Κακο­τρά­χα­λα μονο­πά­τια. Χαρά­δρες. Γεφύ­ρια. Βρο­χές. Χιό­νια. Και όμως, σε κάθε βήμα, ο νεα­ρός Μιχα­ήλ αισθα­νό­ταν πως πλη­σί­α­ζε προς κάτι μεγαλύτερο.

Στη Ζωσι­μαία Σχο­λή των Ιωαν­νί­νων ανα­κά­λυ­ψε έναν νέο κόσμο. Οι βιβλιο­θή­κες του φάνη­καν ατε­λεί­ω­τες. Τα βιβλία έμοια­ζαν να ανοί­γουν παρά­θυ­ρα σε τόπους που δεν είχε δει ποτέ. Στη Ρώμη. Στο Παρί­σι. Στην Αρχαία Αθή­να. Στην Ανα­γέν­νη­ση. Στις μεγά­λες επα­να­στά­σεις. Για πρώ­τη φορά κατά­λα­βε πως η γνώ­ση δεν ήταν απλώς μέσο κοι­νω­νι­κής ανό­δου. Ήταν ελευ­θε­ρία. Τα βρά­δια διά­βα­ζε μέχρι να σβή­σει το λυχνά­ρι. Οι συμ­φοι­τη­τές του τον πείραζαν.

«Θα τρε­λα­θείς με τόσα βιβλία.»

Εκεί­νος χαμογελούσε.

«Μπο­ρεί», απαντούσε.

«Αλλά του­λά­χι­στον θα ξέρω για­τί τρελάθηκα!»

Ήταν ήδη δια­φο­ρε­τι­κός. Δεν τον γοή­τευε ο πλού­τος. Δεν τον γοή­τευαν οι τίτλοι. Τον γοή­τευαν οι ιδέ­ες. Κι αυτό ήταν επι­κίν­δυ­νο. Για­τί η Ελλά­δα της επο­χής εκεί­νης έβρα­ζε. Οι συζη­τή­σεις για το μέλ­λον του κρά­τους, για τον βασι­λιά Όθω­να, για τα εθνι­κά ζητή­μα­τα, για την Κρή­τη και τις αλύ­τρω­τες πατρί­δες γέμι­ζαν τα καφε­νεία, τις αίθου­σες και τα φοι­τη­τι­κά δωμά­τια. Ο νεα­ρός Ηπει­ρώ­της δεν μπο­ρού­σε να μεί­νει αμέ­το­χος. Όταν έφτα­σε στην Αθή­να, βρέ­θη­κε αμέ­σως μέσα στην καρ­διά των γεγο­νό­των. Η πρω­τεύ­ου­σα έμοια­ζε μικρή σε μέγε­θος αλλά τερά­στια σε πάθη. Πολι­τι­κοί, δημο­σιο­γρά­φο, φοι­τη­τές, λόγιοι. αξιω­μα­τι­κοί. Όλοι συζη­τού­σαν για το μέλ­λον της Ελλά­δας. Ο Μιχα­ήλ βυθί­στη­κε μέσα σε αυτόν τον κόσμο σαν άνθρω­πος που διψού­σε χρό­νια και βρή­κε ξαφ­νι­κά ποτά­μι. Οι σπου­δές του προ­χω­ρού­σαν. Η φιλο­σο­φία, τα ελλη­νι­κά, τα λατι­νι­κά, τα γαλ­λι­κά, η νομι­κή. Όμως σύντο­μα κατά­λα­βε πως η πραγ­μα­τι­κή του θέση δεν βρι­σκό­ταν σε κάποιο γρα­φείο. Βρι­σκό­ταν στον δημό­σιο λόγο. Στη δημο­σιο­γρα­φία. Στον αγώ­να των ιδε­ών. Έτσι μπή­κε στον «Εθνο­φύ­λα­κα». Και εκεί ξεκί­νη­σε η τρί­τη γέν­νη­σή του. Από μαθη­τής έγι­νε δημο­σιο­γρά­φος, από ανα­γνώ­στης έγι­νε συγ­γρα­φέ­ας, από παρα­τη­ρη­τής έγι­νε πρω­τα­γω­νι­στής. Οι λέξεις του άρχι­σαν να απο­κτούν δύνα­μη, τα άρθρα του δια­βά­ζο­νταν, οι από­ψεις του συζη­τιού­νταν. Και για πρώ­τη φορά κατά­λα­βε πως ένα κεί­με­νο μπο­ρού­σε να αλλά­ξει ανθρώ­πους. Δεν είχε ακό­μη ιδέα ότι κάπο­τε θα αφιέ­ρω­νε τη ζωή του σε ανθρώ­πους που δεν μπο­ρού­σαν ούτε να δουν ούτε να δια­βά­σουν τα κεί­με­νά του. Η μοί­ρα όμως εργα­ζό­ταν ήδη σιω­πη­λά. Πολύ μακριά από την Αθή­να. Στην άλλη άκρη του Ατλα­ντι­κού, στη Βοστώνη.

Ένας Αμε­ρι­κα­νός για­τρός και φιλέλ­λη­νας παρα­κο­λου­θού­σε με αγω­νία τα ελλη­νι­κά ζητή­μα­τα. Το όνο­μά του ήταν Samuel Gridley Howe. Κανείς από τους δύο δεν το γνώ­ρι­ζε ακό­μη. Αλλά η συνά­ντη­σή τους επρό­κει­το να αλλά­ξει όχι μόνο τις ζωές τους. Αλλά και τη ζωή ενός κορι­τσιού που εκεί­νη τη στιγ­μή ήταν ακό­μη βρέ­φος στην Αλα­μπά­μα. Της Έλεν Κέλερ και μαζί της, την ιστο­ρία εκα­τομ­μυ­ρί­ων ανθρώ­πων που θα μάθαι­ναν πως ακό­μη και το πιο βαθύ σκο­τά­δι μπο­ρεί να νικη­θεί. Ο δρό­μος προς τη Βοστώ­νη είχε ήδη αρχί­σει και ο Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος δεν το ήξε­ρε ακόμη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Ο Φιλέλ­λη­νας και ο Ηπειρώτης

Η Αθή­να του 1866 έμοια­ζε με καζά­νι που έβρα­ζε. Οι δρό­μοι ήταν γεμά­τοι φήμες, πολι­τι­κές συζη­τή­σεις, εθνι­κούς ενθου­σια­σμούς και ανη­συ­χί­ες. Η Κρή­τη είχε εξε­γερ­θεί ξανά ενα­ντί­ον της Οθω­μα­νι­κής Αυτο­κρα­το­ρί­ας. Από τα καφε­νεία της Ομό­νοιας μέχρι τις αίθου­σες των εφη­με­ρί­δων, όλοι μιλού­σαν για τις μάχες, τις σφα­γές, τα ολο­καυ­τώ­μα­τα και την ανά­γκη βοή­θειας προς τους επα­να­στα­τη­μέ­νους Κρη­τι­κούς. Ο Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος βρι­σκό­ταν στην καρ­διά αυτής της δίνης. Δεν ήταν πλέ­ον ο νεα­ρός φοι­τη­τής που είχε φτά­σει κάπο­τε από το Πάπι­γκο. Ούτε ο αφο­σιω­μέ­νος ανα­γνώ­στης της Ζωσι­μαί­ας. Ήταν ένας δημο­σιο­γρά­φος με επιρ­ροή, ένας άνθρω­πος που είχε μάθει να χρη­σι­μο­ποιεί τις λέξεις ως όπλο. Τα άρθρα του δια­βά­ζο­νταν, οι από­ψεις του συζη­τού­νταν, οι πολι­τι­κοί τον γνώ­ρι­ζαν, οι αντί­πα­λοί του τον πρό­σε­χαν. Κι όμως, βαθιά μέσα του αισθα­νό­ταν πως η ζωή του βρι­σκό­ταν ακό­μη στην αρχή. Δεν μπο­ρού­σε να φαντα­στεί ότι το πεπρω­μέ­νο του τον περί­με­νε λίγα μόλις τετρά­γω­να μακριά. Στο ξενο­δο­χείο όπου είχε κατα­λύ­σει ένας Αμε­ρι­κα­νός φιλέλ­λη­νας. Ένας άνθρω­πος που είχε πολε­μή­σει για την ελευ­θε­ρία των Ελλή­νων. Ένας για­τρός, ένας ανθρω­πι­στής, ένας ορα­μα­τι­στής. Το όνο­μά του ήταν Samuel Gridley Howe.

Θυμά­μαι ακό­μη εκεί­νη την ημέ­ρα. Ήμουν νέος τότε. Πολύ νέος. Βοη­θού­σα σε διά­φο­ρες εργα­σί­ες γύρω από την Κρη­τι­κή Επι­τρο­πή και είχα την τύχη να βρε­θώ κοντά στον Μιχα­ήλ. Δεν ήμουν ακό­μη ο φύλα­κας της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου. Δεν υπήρ­χε καν Ανα­γνω­στο­πού­λειος. Ήμουν απλώς ένας νεα­ρός που ήθε­λε να μάθει. Και έμα­θα. Για­τί βρέ­θη­κα μπρο­στά σε μια συνά­ντη­ση που άλλα­ξε την ιστο­ρία. Ο Howe στε­κό­ταν δίπλα στο παρά­θυ­ρο. Ψηλός, αδύ­να­τος, με βλέμ­μα που έμοια­ζε να δια­περ­νά τον συνο­μι­λη­τή του. Όταν ο Μιχα­ήλ μπή­κε στην αίθου­σα, οι δύο άνδρες κοι­τά­χτη­καν για λίγα δευ­τε­ρό­λε­πτα χωρίς να μιλή­σουν. Ήταν σαν να ανα­γνώ­ρι­ζε ο ένας κάτι στον άλλο. Κάτι που ούτε οι ίδιοι δεν μπο­ρού­σαν ακό­μη να ονομάσουν.

«Κύριε Ανα­γνω­στό­που­λε», είπε πρώ­τος ο Αμε­ρι­κα­νός. «Έχω ακού­σει πολ­λά για εσάς.»

Ο Μιχα­ήλ χαμογέλασε.

«Κι εγώ για εσάς, κύριε Howe.» «Λένε πως είστε δημοσιογράφος.»

«Μερι­κές φορές.»

«Και πολι­τι­κός.»

«Όχι ιδιαί­τε­ρα.»

«Και πατριώ­της.»

«Αυτό δεν το αρνού­μαι.» Ο Howe γέλα­σε. Για πρώ­τη φορά το πρό­σω­πό του φωτίστηκε.

«Τότε ίσως μπο­ρέ­σου­με να συνεργαστούμε.»

Εκεί­νη η συζή­τη­ση κρά­τη­σε ώρες. Μίλη­σαν για την Ελλά­δα. Για την Κρή­τη. Για την ελευθερία,για την εκπαίδευση,για τον άνθρω­πο. Μα περισ­σό­τε­ρο από όλα μίλη­σαν για το μέλ­λον. Ο Howe πίστευε πως η μεγα­λύ­τε­ρη επα­νά­στα­ση δεν ήταν η πολι­τι­κή. Ήταν η παι­δεία. Ο Μιχα­ήλ άκου­γε.  Κάθε νέα φρά­ση μετα­ξύ τους έμοια­ζε να ανοί­γει ένα ακό­μη παρά­θυ­ρο στο μυα­λό του.

- Δια­φή­μι­ση -

«Μπο­ρείς να ελευ­θε­ρώ­σεις έναν λαό από έναν κατα­κτη­τή», είπε κάποια στιγ­μή ο Αμε­ρι­κα­νός. «Αλλά αν δεν μορ­φώ­σεις τα παι­διά του, η ελευ­θε­ρία του δεν θα κρατήσει.»

Ο Μιχα­ήλ έμει­νε σιω­πη­λός. Τα λόγια αυτά τον ακο­λού­θη­σαν για ολό­κλη­ρη τη ζωή του. Χρό­νια αργό­τε­ρα θα ξανα­γυρ­νού­σαν στη μνή­μη του όταν θα έγρα­φε τη δια­θή­κη του. Όταν θα σχε­δί­α­ζε τη  Γεωρ­γι­κή Σχο­λή της Κόνι­τσας. Όταν θα ονει­ρευό­ταν μια Ήπει­ρο που δεν θα ζού­σε μόνο από την ξενι­τιά αλλά και από τη γνώση.

Τις εβδο­μά­δες που ακο­λού­θη­σαν οι δύο άνδρες συνα­ντή­θη­καν πολ­λές φορές. Ο Howe γρή­γο­ρα κατά­λα­βε πως ο νεα­ρός Ηπει­ρώ­της διέ­θε­τε κάτι σπά­νιο. Δεν ήταν μόνο η μόρ­φω­ση, δεν ήταν μόνο η ευφυ­ΐα· ήταν η ικα­νό­τη­τά του να εμπνέ­ει εμπι­στο­σύ­νη, να οργα­νώ­νει, να εργά­ζε­ται ακού­ρα­στα να πιστεύ­ει σε έναν σκοπό.

Έτσι ο Μιχα­ήλ βρέ­θη­κε να συμ­με­τέ­χει όλο και πιο ενερ­γά στις προ­σπά­θειες βοή­θειας προς την Κρή­τη. Οργά­νω­νε απο­στο­λές, συντό­νι­ζε αλλη­λο­γρα­φία, συγκέ­ντρω­νε πλη­ρο­φο­ρί­ες, έγρα­φε αναφορές,τ αξί­δευε, εργα­ζό­ταν αστα­μά­τη­τα. Πολ­λές φορές τον έβλε­πα να κάθε­ται μέχρι αργά τη νύχτα μπρο­στά σε σωρούς εγγρά­φων. Τα μάτια του κοκ­κί­νι­ζαν από την κού­ρα­ση. Αλλά δεν στα­μα­τού­σε. Σαν να είχε κατα­λά­βει πως η ζωή του τον οδη­γού­σε κάπου.Κάπου πολύ μακριά.

Ένα βρά­δυ του 1868 ο Howe τον κάλε­σε μόνο του. Η συνά­ντη­ση έγι­νε σε ένα μικρό δωμά­τιο φωτι­σμέ­νο από δύο λυχνά­ρια. Ο Αμε­ρι­κα­νός φαι­νό­ταν σοβα­ρός. Πιο σοβα­ρός από κάθε άλλη φορά.

«Πρέ­πει να επι­στρέ­ψω στη Βοστώνη.»

Ο Μιχα­ήλ έγνε­ψε. Το περίμενε.

«Η δου­λειά εδώ ολοκληρώνεται.»

«Το γνω­ρί­ζω.»

Ο Howe τον κοί­τα­ξε προσεκτικά.

«Θέλω να έρθεις μαζί μου.»

Η σιω­πή που ακο­λού­θη­σε κρά­τη­σε αρκε­τά δευ­τε­ρό­λε­πτα. Ίσως και μια ολό­κλη­ρη ζωή. Ο Μιχα­ήλ δεν μίλη­σε αμέ­σως. Η πρό­τα­ση ήταν τερά­στια. Πίσω του άφη­νε: την Ελλά­δα, την οικο­γέ­νειά του, τους φίλους του, την καριέ­ρα του, την πολι­τι­κή ζωή που μόλις άρχι­ζε να ανοί­γε­ται μπρο­στά του. Μπρο­στά του υπήρ­χε μια άγνω­στη ήπει­ρος. Ένας άγνω­στος κόσμος. Ένας ωκεανός.

«Για­τί εγώ;» ρώτη­σε τελικά.

Ο Howe χαμογέλασε.

«Για­τί χρειά­ζο­μαι έναν άνθρω­πο που να πιστεύ­ει πως η μόρ­φω­ση μπο­ρεί να αλλά­ξει τον κόσμο.»

Ο Μιχα­ήλ κατέ­βα­σε το βλέμ­μα. Για πρώ­τη φορά στη ζωή του αισθάν­θη­κε πραγ­μα­τι­κά φόβο. Όχι φόβο απο­τυ­χί­ας. Φόβο μεγα­λεί­ου. Για­τί κατά­λα­βε πως η μοί­ρα τού άνοι­γε μια πόρ­τα που ίσως να μην άνοι­γε ποτέ ξανά.

Εκεί­νη τη νύχτα περ­πά­τη­σε μόνος στους δρό­μους της Αθή­νας. Από την Ακρό­πο­λη μέχρι τον Κερα­μει­κό. Από τα Ανά­κτο­ρα μέχρι τις φτω­χο­γει­το­νιές. Σκεφτόταν,α μφέ­βαλ­λε, πάλευε.Και κάπου λίγο πριν ξημε­ρώ­σει πήρε την από­φα­σή του. Θα έφευ­γε. Θα άφη­νε πίσω την Ελλά­δα. Όχι για να την ξεχά­σει. Αλλά για να μπο­ρέ­σει κάπο­τε να της προ­σφέ­ρει περισ­σό­τε­ρα. Δεν μπο­ρού­σε ακό­μη να το ξέρει. Αλλά εκεί­νη τη στιγ­μή γεν­νιό­ταν η Ανα­γνω­στο­πού­λειος. Όχι στην Κόνι­τσα. Όχι πάνω στο αγρό­κτη­μα. Όχι μέσα στους πέτρι­νους τοί­χους. Γεν­νιό­ταν μέσα στο μυα­λό ενός ανθρώ­που που απο­φά­σι­σε να δια­σχί­σει τον Ατλα­ντι­κό για να μάθει πώς η γνώ­ση μπο­ρεί να αλλά­ξει τη μοί­ρα των ανθρώπων.

Το επό­με­νο πρωί, όταν ο ήλιος ανέ­τει­λε πάνω από την Αθή­να, ο Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος είχε ήδη πάρει τον δρό­μο που θα τον οδη­γού­σε στη Βοστώ­νη. Και μαζί του, χωρίς να το γνω­ρί­ζει κανείς, ταξί­δευε το μέλ­λον χιλιά­δων ανθρώ­πων. Ανά­με­σά τους μια μικρή κωφά­λα­λη μαθή­τρια που λεγό­ταν Έλεν Κέλερ. Και μια πέτρι­νη Σχο­λή που κάπο­τε θα υψω­νό­ταν στην Κόνιτσα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Πέρα από τον Ατλαντικό

Ο Ατλα­ντι­κός δεν ήταν απλώς μια θάλασ­σα. Για τον Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λο ήταν ένα σύνο­ρο. Πίσω του άφη­νε το Πάπι­γκο, τα Γιάν­νε­να, την Αθή­να, τα όνει­ρα της νεό­τη­τάς του και όσα θεω­ρού­σε μέχρι τότε βέβαια. Μπρο­στά του απλω­νό­ταν ένας κόσμος που δεν είχε δει ποτέ. Ένας κόσμος που πολ­λοί περιέ­γρα­φαν σαν χώρα των θαυ­μά­των και άλλοι σαν χώρα των ψευ­δαι­σθή­σε­ων. Καθώς το ατμό­πλοιο απο­μα­κρυ­νό­ταν από την Ευρώ­πη, ο Μιχα­ήλ στε­κό­ταν για ώρες στο κατά­στρω­μα. Ο αέρας μαστί­γω­νε το πρό­σω­πό του, τα κύμα­τα χτυ­πού­σαν τα πλευ­ρά του πλοί­ου με δύνα­μη κι όμως, μέσα του επι­κρα­τού­σε μια παρά­ξε­νη γαλή­νη. Για πρώ­τη φορά μετά από πολ­λά χρό­νια δεν υπήρ­χαν άρθρα να γρά­ψει. Δεν υπήρ­χαν πολι­τι­κές συνα­ντή­σεις. Δεν υπήρ­χαν δια­φω­νί­ες και συγκρού­σεις. Υπήρ­χε μόνο ο χρό­νος. Και οι σκέ­ψεις. Τα βρά­δια ανέ­βαι­νε μόνος στο κατά­στρω­μα. Σήκω­νε το βλέμ­μα στον ουρα­νό και ανα­ζη­τού­σε τα ίδια αστέ­ρια που έβλε­πε παι­δί στο Πάπι­γκο. Ανα­ρω­τιό­ταν αν η μητέ­ρα του κοι­τού­σε εκεί­νη την ώρα τον ίδιο ουρα­νό. Ανα­ρω­τιό­ταν αν είχε κάνει το σωστό. Ανα­ρω­τιό­ταν αν κάπο­τε θα επέ­στρε­φε. Κάποιες νύχτες τον έπια­νε φόβος. Όχι για τον εαυ­τό του. Για την απο­στο­λή του. Τι ακρι­βώς περί­με­νε από αυτόν ο Howe; Για­τί τον είχε επι­λέ­ξει; Και για­τί ένιω­θε πως πίσω από αυτή τη μετα­κί­νη­ση κρυ­βό­ταν κάτι πολύ μεγα­λύ­τε­ρο από μια απλή επαγ­γελ­μα­τι­κή συνερ­γα­σία; Δεν είχε ακό­μη απάντηση.

Ύστε­ρα από εβδο­μά­δες ταξι­διού, ένα παγω­μέ­νο πρω­ι­νό, εμφα­νί­στη­καν οι πρώ­τες ακτές της Νέας Αγγλί­ας. Ο ουρα­νός ήταν γκρί­ζος. Η θάλασ­σα σκο­τει­νή. Η Βοστώ­νη ξεπρό­βαλ­λε μέσα στην ομί­χλη σαν χαρα­κτι­κό παλιού βιβλί­ου. Ο Μιχα­ήλ πλη­σί­α­σε στην κου­πα­στή. Γύρω του οι επι­βά­τες πανη­γύ­ρι­ζαν. Άλλοι προ­σεύ­χο­νταν. Άλλοι έκλαι­γαν. Μετα­νά­στες που έβλε­παν για πρώ­τη φορά τη γη που θα γινό­ταν η νέα τους πατρί­δα. Ο ίδιος δεν πανη­γύ­ρι­σε. Έμει­νε σιω­πη­λός. Είχε την αίσθη­ση πως περ­νού­σε μια αόρα­τη πύλη. Πως η ζωή που ήξε­ρε είχε τελειώ­σει. Και μια άλλη άρχιζε.

Η Βοστώ­νη τον εντυ­πω­σί­α­σε αμέ­σως. Δεν ήταν η μεγα­λύ­τε­ρη πόλη που είχε δει.

Ήταν όμως δια­φο­ρε­τι­κή. Οι δρό­μοι της έμοια­ζαν να ανα­πνέ­ουν μόρ­φω­ση. Πανε­πι­στή­μια, βιβλιο­θή­κες, εφη­με­ρί­δες, επι­στη­μο­νι­κές εται­ρεί­ες, λέσχες δια­νο­ου­μέ­νων, άνθρω­ποι που συζη­τού­σαν για ιδέ­ες με την ίδια έντα­ση που στην Αθή­να συζη­τού­σαν για πολιτική.

Ο Howe τον πήγε πρώ­τα στο σπί­τι του. Η οικο­γέ­νεια τον υπο­δέ­χθη­κε θερ­μά. Η Τζού­λια, η μορ­φω­μέ­νη και δυνα­μι­κή σύζυ­γος του Howe, τον εντυ­πω­σί­α­σε αμέ­σως. Δεν μπο­ρού­σε να φαντα­στεί ότι χρό­νια αργό­τε­ρα η μοί­ρα θα τον συνέ­δεε ακό­μη πιο στε­νά με αυτή την οικο­γέ­νεια. Προς το παρόν ήταν ένας φιλο­ξε­νού­με­νος. Ένας Έλλη­νας από την Ήπει­ρο που προ­σπα­θού­σε να κατα­λά­βει τον και­νούρ­γιο κόσμο γύρω του.

Λίγες ημέ­ρες αργό­τε­ρα, ο Howe τον οδή­γη­σε σε ένα επι­βλη­τι­κό κτί­ριο από κόκ­κι­νο τού­βλο. Στην είσο­δο υπήρ­χε μια απλή επι­γρα­φή. Perkins Institution for the Blind. Ο Μιχα­ήλ κοντο­στά­θη­κε. Δεν γνώ­ρι­ζε τότε ότι το όνο­μα αυτού του ιδρύ­μα­τος θα συν­δε­ό­ταν για πάντα με το δικό του. Πέρα­σε την πόρ­τα, άκου­σε φωνές παι­διών, γέλια, βήμα­τα. ήχους από εργα­στή­ρια. Μια παρά­ξε­νη αίσθη­ση ζωής. Κι όμως. Κανέ­να από αυτά τα παι­διά δεν έβλε­πε. Ο Howe παρα­τη­ρού­σε δια­κρι­τι­κά τις αντι­δρά­σεις του.

«Περί­με­νες κάτι δια­φο­ρε­τι­κό;» τον ρώτησε.

Ο Μιχα­ήλ χαμο­γέ­λα­σε αμήχανα.

«Δεν ξέρω τι περίμενα.»

«Κι εγώ το ίδιο ένιω­σα την πρώ­τη φορά.»

Περ­πά­τη­σαν στους δια­δρό­μους. Ο νεα­ρός Ηπει­ρώ­της παρα­κο­λου­θού­σε τους μαθη­τές. Παι­διά που διά­βα­ζαν με τα δάχτυ­λα, παι­διά που μάθαι­ναν μου­σι­κή, παι­διά που έγρα­φαν, παι­διά που γελού­σαν. Δεν έβλε­πε οίκτο στα πρό­σω­πά τους. Έβλε­πε αξιοπρέπεια.

Ύστε­ρα ο Howe τον οδή­γη­σε σε μια αίθου­σα. Εκεί καθό­ταν μια γυναί­κα. Τα χέρια της ακου­μπού­σαν σε ένα βιβλίο με ανά­γλυ­φους χαρα­κτή­ρες. Το πρό­σω­πό της ήταν ήρε­μο, σχε­δόν φωτεινό.

«Θέλω να σου γνω­ρί­σω τη Laura Bridgman», είπε ο Howe.

Ο Μιχα­ήλ έμει­νε ακί­νη­τος. Γνώ­ρι­ζε το όνο­μα. Ολό­κλη­ρη η Αμε­ρι­κή γνώ­ρι­ζε το όνομα.

Η Laura Bridgman ήταν η πρώ­τη κωφά­λα­λη, το πρώ­το άτο­μο που είχε εκπαι­δευ­τεί με επι­τυ­χία. Ήταν το θαύ­μα της επο­χής. Το ζωντα­νό επι­χεί­ρη­μα ότι η ανθρώ­πι­νη ψυχή μπο­ρεί να βρει δρό­μο επι­κοι­νω­νί­ας ακό­μη και μέσα στο από­λυ­το σκο­τά­δι. Η γυναί­κα άγγι­ξε το χέρι του. Με κινή­σεις που εκεί­νος δεν κατα­λά­βαι­νε. Ο Howe μετέφραζε.

«Ρωτά ποιος είσαι.»

«Πες της ότι έρχο­μαι από την Ελλάδα.»

Ο Howe το μετέ­φε­ρε. Η Laura χαμο­γέ­λα­σε. Και τότε έκα­νε μια ερώ­τη­ση που ο Μιχα­ήλ δεν ξέχα­σε ποτέ.

«Η Ελλά­δα είναι μακριά;»

«Πολύ μακριά.»

Η Laura έγνεψε.

«Τότε η φιλία μας θα πρέ­πει να είναι ακό­μη μεγα­λύ­τε­ρη για να καλύ­ψει την απόσταση.»

Για λίγα δευ­τε­ρό­λε­πτα κανείς δεν μίλη­σε. Ο Μιχα­ήλ ένιω­σε έναν κόμπο στον λαι­μό. Για­τί κατά­λα­βε κάτι που δεν είχε αντι­λη­φθεί ποτέ ως τότε. Η ανα­πη­ρία δεν ήταν η απου­σία όρα­σης ή η απου­σία ακο­ής. Η πραγ­μα­τι­κή ανα­πη­ρία ήταν η απου­σία ευκαι­ριών. Και η απο­στο­λή αυτού του ιδρύ­μα­τος ήταν να τις δημιουργεί.

Εκεί­νο το βρά­δυ δεν μπό­ρε­σε να κοι­μη­θεί. Καθό­ταν μόνος στο δωμά­τιό του και κοι­τού­σε τη φλό­γα μιας λάμπας πετρε­λαί­ου. Σκε­φτό­ταν τη Laura, σκε­φτό­ταν τα παι­διά που είχε γνωρίσει,σκεφτόταν το Πάπι­γκο.  Ξαφ­νι­κά, χωρίς να το κατα­λά­βει, γεν­νή­θη­κε μέσα του μια σκέ­ψη. Αν η γνώ­ση μπο­ρού­σε να ανοί­ξει δρό­μους σε ένα παι­δί που δεν έβλε­πε και δεν άκου­γε, τότε τι θα μπο­ρού­σε να κάνει για τα παι­διά της Ηπεί­ρου; Τι θα μπο­ρού­σε να κάνει για τα παι­διά των αγρο­τών; Για τα παι­διά των βοσκών; Για τα παι­διά που εγκα­τέ­λει­παν τα χωριά τους επει­δή δεν είχαν μέλλον;

Για πρώ­τη φορά εμφα­νί­στη­κε καθα­ρά μπρο­στά του η εικό­να ενός σχο­λεί­ου. Όχι σχο­λεί­ου θεω­ρί­ας. Όχι σχο­λεί­ου απο­στή­θι­σης. Αλλά ενός σχο­λεί­ου που θα ένω­νε τη γνώ­ση με τη ζωή. Τη μάθη­ση με την παρα­γω­γή. Την επι­στή­μη με τη γη. Η εικό­να κρά­τη­σε μόνο μια στιγ­μή· έσβη­σε γρή­γο­ρα. Χρό­νια αργό­τε­ρα όμως θα ξανα­γύ­ρι­ζε. Θα απο­κτού­σε τοί­χους. Παρά­θυ­ρα. Αμπε­λώ­νες. Στά­βλους. Χωρά­φια. Και ένα όνο­μα. Ανα­γνω­στο­πού­λειος Γεωρ­γι­κή Σχο­λή Κόνιτσας.

Αλλά προς το παρόν ο Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος δεν ήταν ακό­μη ο μεγά­λος ευερ­γέ­της. Ήταν ένας νεα­ρός Ηπει­ρώ­της που στε­κό­ταν μόνος στη Βοστώ­νη, μπρο­στά σε μια νέα αποστολή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Ο άνθρω­πος που άκου­γε το σκοτάδι

Τα πρώ­τα χρό­νια στη Βοστώ­νη κύλη­σαν σαν ορμη­τι­κός ποτα­μός. Ο Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος βρέ­θη­κε ξαφ­νι­κά μέσα σε έναν κόσμο όπου κάθε μέρα έφερ­νε και μια νέα πρό­κλη­ση. Η Perkins δεν ήταν απλώς ένα σχο­λείο. Ήταν ένα εργα­στή­ριο ανθρω­πιάς. Ένα μέρος όπου δοκι­μά­ζο­νταν καθη­με­ρι­νά τα όρια της ανθρώ­πι­νης θέλη­σης. Οι αίθου­σές της δεν έμοια­ζαν με τις σχο­λι­κές αίθου­σες που είχε γνω­ρί­σει στην Ελλά­δα. Εδώ οι δάσκα­λοι ανα­ζη­τού­σαν συνε­χώς νέους τρό­πους επικοινωνίας,νέους τρό­πους μάθη­σης, νέους τρό­πους να νικη­θεί η απο­μό­νω­ση. Κάθε μικρή πρό­ο­δος ενός μαθη­τή γινό­ταν γιορ­τή. Κάθε νέα λέξη που κατα­κτού­σε ένα παι­δί ήταν μια νίκη απέ­να­ντι στη σιω­πή. Ο Μιχα­ήλ βυθί­στη­κε σε αυτόν τον κόσμο ολο­κλη­ρω­τι­κά. Τα πρω­ι­νά δίδα­σκε, τα απο­γεύ­μα­τα μελε­τού­σε. Τα βρά­δια διά­βα­ζε παι­δα­γω­γι­κά εγχει­ρί­δια, επι­στη­μο­νι­κές ανα­φο­ρές, πρα­κτι­κές διδα­σκα­λί­ας από την Ευρώ­πη και κάθε μέρα θαύ­μα­ζε όλο και περισ­σό­τε­ρο τον Samuel Howe.

Ο Howe δεν ήταν εύκο­λος άνθρω­πος. Είχε ισχυ­ρή προ­σω­πι­κό­τη­τα. Απαι­τού­σε πολ­λά. Δεν ανε­χό­ταν τη μετριό­τη­τα. Μπο­ρού­σε να γίνει αυστη­ρός. Ακό­μη και σκλη­ρός. Όμως πίσω από αυτή την αυστη­ρό­τη­τα υπήρ­χε μια βαθιά πίστη στον άνθρωπο.

«Ποτέ να μη λυπά­σαι έναν μαθη­τή επει­δή είναι τυφλός», έλε­γε συχνά. «Να λυπά­σαι μόνο εκεί­νον που δεν του δόθη­κε η ευκαι­ρία να μάθει.»

Ο Μιχα­ήλ κρά­τη­σε αυτή τη φρά­ση μέσα του για ολό­κλη­ρη τη ζωή του. Χρό­νια αργό­τε­ρα θα την επα­να­λάμ­βα­νε με άλλες λέξεις όταν θα μιλού­σε για τα παι­διά της Ηπεί­ρου. Για­τί είχε αρχί­σει να κατα­λα­βαί­νει κάτι. Η φτώ­χεια της υπαί­θρου και η τύφλω­ση είχαν κάτι κοι­νό. Και οι δύο μπο­ρού­σαν να φυλα­κί­σουν έναν άνθρω­πο. Η γνώ­ση ήταν το κλει­δί που άνοι­γε το κελί.

Στα­δια­κά ο Howe άρχι­σε να του εμπι­στεύ­ε­ται όλο και περισ­σό­τε­ρες ευθύ­νες. Συνε­δριά­σεις, οικο­νο­μι­κά ζητή­μα­τα, εκπαι­δευ­τι­κά προ­γράμ­μα­τα, δημό­σιες σχέ­σεις. αλλη­λο­γρα­φία. Ο Μιχα­ήλ έδει­χνε να μπο­ρεί να αντα­πο­κρι­θεί σε όλα. Οι εργα­ζό­με­νοι της Perkins άρχι­σαν να τον βλέ­πουν όχι ως ξένο. Αλλά ως έναν από τους δικούς τους. Έναν άνθρω­πο που αγα­πού­σε πραγ­μα­τι­κά το έργο του ιδρύ­μα­τος. Έναν άνθρω­πο που εργα­ζό­ταν περισ­σό­τε­ρο από όλους. Έναν άνθρω­πο που άκου­γε. Και αυτή ήταν ίσως η μεγα­λύ­τε­ρη αρε­τή του. Άκου­γε. Προ­σπα­θού­σε να κατα­λά­βει τι ήθε­λαν να του πουν οι μαθη­τές. Άκου­γε τους δασκά­λους. Άκου­γε τους γονείς. Άκου­γε ακό­μη και εκεί­νους που δεν μπο­ρού­σαν να μιλήσουν.

Τον Ιανουά­ριο του 1876 η Perkins βυθί­στη­κε στο πέν­θος. Ο Samuel Gridley Howe πέθα­νε. Η είδη­ση έπε­σε σαν κεραυ­νός. Οι μαθη­τές έκλαι­γαν. Οι δάσκα­λοι περι­φέ­ρο­νταν στους δια­δρό­μους σαν να είχαν χάσει τον προ­σα­να­το­λι­σμό τους. Για πολ­λούς ανθρώ­πους ο Howe ήταν η ψυχή του ιδρύ­μα­τος και τώρα η ψυχή είχε φύγει. Ο Μιχα­ήλ στά­θη­κε για ώρα μόνος στο γρα­φείο του παλιού του δασκά­λου. Το παρά­θυ­ρο ήταν μισά­νοι­χτο. Έξω χιό­νι­ζε. Το γρα­φείο παρέ­με­νε όπως το είχε αφή­σει ο Howe. Βιβλία, σημειώ­σεις, επι­στο­λές, μια πένα, ένα ζευ­γά­ρι γυα­λιά. Μικρά καθη­με­ρι­νά αντι­κεί­με­να που ξαφ­νι­κά είχαν μετα­τρα­πεί σε κει­μή­λια. Εκεί­νη τη στιγ­μή ένιω­σε κάτι που δεν είχε νιώ­σει ποτέ πριν. Βάρος. Ένα τερά­στιο βάρος. Για­τί κατά­λα­βε πως το μέλ­λον της Perkins βρι­σκό­ταν πλέ­ον μπρο­στά του.

Λίγες εβδο­μά­δες αργό­τε­ρα το διοι­κη­τι­κό συμ­βού­λιο πήρε την από­φα­σή του. Ο Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος θα γινό­ταν ο νέος διευ­θυ­ντής. Ήταν μόλις τριά­ντα οκτώ ετών. Ένας Έλλη­νας μετα­νά­στης. Ένας άνθρω­πος γεν­νη­μέ­νος σε ένα μικρό χωριό της Ηπεί­ρου. Κι όμως τώρα ανα­λάμ­βα­νε ένα από τα σημα­ντι­κό­τε­ρα εκπαι­δευ­τι­κά ιδρύ­μα­τα της Αμε­ρι­κής. Όταν ανα­κοι­νώ­θη­κε η από­φα­ση, αρκε­τοί δημο­σιο­γρά­φοι της Βοστώ­νης εξέ­φρα­σαν την έκπλη­ξή τους. Κάποιοι αμφέ­βα­λαν. Κάποιοι ανα­ρω­τή­θη­καν αν ένας ξένος μπο­ρού­σε να στα­θεί στο ύψος του Howe. Ο Μιχα­ήλ δεν απά­ντη­σε ποτέ δημό­σια. Δεν συνή­θι­ζε να απα­ντά με λόγια. Απα­ντού­σε με έργα.

Τα επό­με­να χρό­νια η Perkins γνώ­ρι­σε νέα άνθη­ση. Δημιουρ­γή­θη­καν νέα προ­γράμ­μα­τα. Επε­κτά­θη­καν οι υπη­ρε­σί­ες, ανα­πτύ­χθη­καν νέες μέθο­δοι διδα­σκα­λί­ας. Ο Μιχα­ήλ ταξί­δευε,  έδι­νε δια­λέ­ξεις, έγρα­φε άρθρα,  συγκέ­ντρω­νε πόρους. Προ­σπα­θού­σε να πεί­σει την κοι­νω­νία ότι οι τυφλοί δεν χρειά­ζο­νταν φιλαν­θρω­πία. Χρειά­ζο­νταν ευκαι­ρί­ες και κάπου ανά­με­σα σε όλα αυτά άρχι­σε να ωρι­μά­ζει ένα ακό­μη μεγα­λύ­τε­ρο όρα­μα. Ένα νηπια­γω­γείο. Ένα μέρος όπου τα τυφλά παι­διά θα μπο­ρού­σαν να ξεκι­νούν την εκπαί­δευ­σή τους από πολύ μικρή ηλι­κία. Η ιδέα θεω­ρή­θη­κε τολ­μη­ρή. Σχε­δόν ουτο­πι­κή. Όμως ο Μιχα­ήλ πίστευε ότι η μάθη­ση πρέ­πει να αρχί­ζει νωρίς. Όσο πιο νωρίς τόσο καλύ­τε­ρα. Ήταν μια ιδέα που αργό­τε­ρα θα επη­ρέ­α­ζε γενιές εκπαιδευτικών.

Κάποια μέρα, καθώς περ­πα­τού­σε στους δια­δρό­μους της Perkins, είδε ένα κορί­τσι να δια­βά­ζει με τα δάχτυ­λά του. Στα­μά­τη­σε και την παρα­κο­λού­θη­σε. Το πρό­σω­πό της ήταν συγκε­ντρω­μέ­νο. Κάθε λέξη που ανα­κά­λυ­πτε έμοια­ζε με κατά­κτη­ση. Εκεί­νη τη στιγ­μή τον πλη­σί­α­σε μια νεα­ρή από­φοι­τος του σχο­λεί­ου. Το βλέμ­μα της ήταν ζωη­ρό, απο­φα­σι­στι­κό· σχε­δόν πει­σμα­τά­ρι­κο. Ονο­μα­ζό­ταν Anne Mansfield Sullivan. Ο Μιχα­ήλ δεν μπο­ρού­σε να το ξέρει ακό­μη. Ούτε εκεί­νη μπο­ρού­σε να το ξέρει. Αλλά η μοί­ρα είχε ήδη αρχί­σει να υφαί­νει το νήμα της. Σε λίγα χρό­νια αυτή η νεα­ρή γυναί­κα θα ταξί­δευε στην Αλα­μπά­μα. Θα κρα­τού­σε το χέρι ενός παι­διού. Θα σχη­μά­τι­ζε μέσα στην παλά­μη του μια λέξη. Και θα άλλα­ζε την ιστορία.

Το ίδιο βρά­δυ ο Μιχα­ήλ έμει­νε μόνος στο γρα­φείο του. Έξω χιό­νι­ζε. Η Βοστώ­νη ήταν βυθι­σμέ­νη στη σιω­πή. Άνοι­ξε ένα τετρά­διο σημειώ­σε­ων. Και στην πρώ­τη σελί­δα έγρα­ψε μια φράση:

«Η μεγα­λύ­τε­ρη ανα­πη­ρία δεν είναι η τύφλω­ση. Είναι η απώ­λεια της ελπίδας.»

Έκλει­σε το τετρά­διο. Δεν γνώ­ρι­ζε ότι σύντο­μα η μοί­ρα θα του έφερ­νε μπρο­στά του το παι­δί που θα γινό­ταν το πιο διά­ση­μο παρά­δειγ­μα αυτής της αλή­θειας. Ένα κορί­τσι από την Αλα­μπά­μα. Ένα παι­δί που δεν έβλε­πε, δεν άκου­γε, δεν μιλού­σε και που ο κόσμος θεω­ρού­σε καταδικασμένο.

Το όνο­μά της ήταν Έλεν Κέλερ. Η ιστο­ρία της επρό­κει­το να αλλά­ξει όχι μόνο τη ζωή του Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λου αλλά και τον τρό­πο με τον οποίο η ανθρω­πό­τη­τα αντι­λαμ­βα­νό­ταν τις δυνα­τό­τη­τες του ανθρώ­πι­νου πνεύματος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ Β’ ΜΕΡΟΣ

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Κόνι­τσα σήμε­ρα Konitsa today

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like

Comments are closed.