Χτίζοντας τη γέφυρα της Κόνιτσας, ήμουν κι εγώ εκεί! — ΜΕΡΟΣ Α

 

Μπά­μπης Στέρτσος

Πρό­λο­γος – Πριν σηκω­θεί η καμάρα 

Πριν μπει η πρώ­τη πέτρα στο ποτά­μι, η Κόνι­τσα είχε ήδη πλη­ρώ­σει βαρύ τίμη­μα. Τα χρό­νια εκεί­να, στα μέσα του δέκα­του ένα­του αιώ­να, η μικρή ηπει­ρώ­τι­κη πολί­χνη δοκι­μά­στη­κε σκλη­ρά. Μια μεγά­λη πυρ­κα­γιά είχε απο­τε­φρώ­σει την αγο­ρά της, την καρ­διά του τόπου, εκεί όπου χτυ­πού­σε το εμπό­ριο, η συνά­ντη­ση και η καθη­με­ρι­νή ζωή. Ξύλα, απο­θή­κες, μαγα­ζιά και κόποι δεκα­ε­τιών έγι­ναν στά­χτη μέσα σε λίγες ώρες. Κι όταν ακό­μη ο καπνός δεν είχε σβή­σει από τη μνή­μη των ανθρώ­πων, ήρθαν οι πλημ­μύ­ρες του Αώου να ολο­κλη­ρώ­σουν τη δοκιμασία.

Ο ποτα­μός, που τον χει­μώ­να φού­σκω­νε άγρια κατε­βαί­νο­ντας από τις πηγές της Πίν­δου, έβγαι­νε από την κοί­τη του και σκέ­πα­ζε την πεδιά­δα. Οι πρό­χει­ρες δια­βά­σεις χάνο­νταν, τα ξύλι­να περά­σμα­τα παρα­σύ­ρο­νταν κι η Κόνι­τσα έμε­νε απο­κομ­μέ­νη από τα γύρω χωριά και από τα Γιάν­νε­να, το διοι­κη­τι­κό και εμπο­ρι­κό κέντρο της περιο­χής. Καρα­βά­νια δεν περ­νού­σαν, ζώα δεν τολ­μού­σαν να δια­βούν, κι έτσι το υπάρ­χον εμπό­ριο νέκρω­νε. Για έναν τόπο που ζού­σε από τις στρά­τες και τις μετα­κι­νή­σεις, η απο­μό­νω­ση ήταν σχε­δόν καταδίκη.

Η Ήπει­ρος τότε βρι­σκό­ταν ακό­μη υπό οθω­μα­νι­κή διοί­κη­ση. Φόροι, άδειες, σφρα­γί­δες και μεσο­λα­βή­σεις βάραι­ναν κάθε μεγά­λο έργο. Κι όμως, παρά τις δυσκο­λί­ες, οι τοπι­κές κοι­νω­νί­ες είχαν μάθει να στη­ρί­ζο­νται στις δικές τους δυνά­μεις και στους ανθρώ­πους τους. Σχο­λεία συντη­ρού­νταν με εισφο­ρές πολι­τών και ευερ­γε­τών· δρό­μοι και κτί­σμα­τα στή­νο­νταν με κοι­νό μόχθο. Έτσι γεν­νή­θη­κε και η σκέ­ψη της πέτρι­νης γέφυ­ρας: όχι ως πολυ­τέ­λεια, αλλά ως από­λυ­τη ανά­γκη για να ξανα­δε­θεί ο τόπος με τον εαυ­τό του.

Τότε ήταν που πέρα­σε από την Κόνι­τσα ο  Λού­λης, «διερ­χό­με­νος δια τα εν τη επαρ­χία Κονί­τσης κεί­με­να θειού­χα θερ­μά λου­τρά, του ‘Ισβο­ρου, σημε­ρι­νού Αμά­ρα­ντου». Εκεί είδε από κοντά «τας δυστυ­χί­ας υφ’ ων εμα­στί­ζε­το η πόλις και κατα­νό­η­σε την από­λυ­τη ανά­γκη της ανε­γέρ­σε­ως λιθί­νης γέφυ­ρας επί του αλά­στο­ρος ποτα­μού» . Μέχρι τότε, το γιο­φύ­ρι του Αώου ήταν ξύλι­νο, πρό­χει­ρο και έρμαιο των μανια­σμέ­νων ρεμά­των του ποταμού.

Το πέρα­σμα του Αώου χώρι­ζε και ένω­νε δύο γει­το­νι­κούς πλη­θυ­σμούς, τους Ζαγο­ρί­σιους και τους Κονι­τσιώ­τες, που κατά και­ρούς αντάλ­λασ­σαν μετα­ξύ  πει­ρα­κτι­κούς χαρα­κτη­ρι­σμούς. Οι Κονι­τσιώ­τες έλε­γαν τους Ζαγο­ρί­σιους “καντη­λο­κλέ­φτες”, κι οι Ζαγο­ρί­σιοι τους Κονι­τσιώ­τες “τρα­χα­νά­δες”. Παρά­ξε­νες προ­κα­τα­λή­ψεις και στε­ρε­ό­τυ­πα, μέσα από τα οποία ανα­ζη­τού­σαν δια­φο­ρε­τι­κή ταυ­τό­τη­τα, ενώ στο βάθος σε τίπο­τα ουσια­στι­κό δεν διέφεραν.

Ο Ηπει­ρώ­της Ιωάν­νης Ζώης Λού­λης, άνθρω­πος της δια­σπο­ράς, ήταν ήδη γνω­στός για τις αγα­θο­ερ­γί­ες του. Δεν ήρθε με συνο­δεί­ες ούτε με τυμπα­νο­κρου­σί­ες. Διέ­σχι­σε την πόλη, είδε την καμέ­νη αγο­ρά, άκου­σε για τα νερά που κάθε χει­μώ­να έπνι­γαν την επι­κοι­νω­νία και κατά­λα­βε πως εδώ δεν αρκού­σαν λόγια συμπό­νιας. Χρεια­ζό­ταν έργο μεγά­λο και ριψο­κίν­δυ­νο: μια λιθό­χτι­στη γέφυ­ρα πάνω στον ορμη­τι­κό, «αμεί­λι­κτο και αδυ­σώ­πη­το» Αώο, εκεί όπου το ποτά­μι στε­νεύ­ει και οι βρά­χοι μπο­ρούν να βαστά­ξουν καμάρα.

Η από­φα­ση δεν ήταν απλή. Το κόστος ξεπερ­νού­σε τις δυνά­μεις των κατοί­κων, ο φόβος της απο­τυ­χί­ας ήταν μεγά­λος και λίγοι μάστο­ρες τολ­μού­σαν να εγγυ­η­θούν τέτοιο έργο σε τόσο επι­κίν­δυ­νη θέση. Κι όμως, η ανά­γκη έσπρω­ξε την τόλ­μη. Με δωρε­ές, με τον οβο­λό των φτω­χών κατοί­κων και με τη γεν­ναία συν­δρο­μή του ευερ­γέ­τη, άνοι­ξε ο δρό­μος για το χτί­σι­μο. Ένα γεφύ­ρι που δεν θα ένω­νε μόνο όχθες, αλλά ζωές, αγο­ρές και μέλλον.

Όμως τα γεφύ­ρια δεν τα σηκώ­νουν τα χρή­μα­τα  από μόνα τους. Τα σηκώ­νουν οι άνθρω­ποι. Μάστο­ρες που ξέρουν να μετρούν την πέτρα και να ακούν το νερό, καλ­φά­δες που μαθαί­νουν με το βλέμ­μα και το χέρι, μπου­λού­κια που γυρί­ζουν την Ήπει­ρο κου­βα­λώ­ντας τέχνη αιώ­νων. Κάποια ονό­μα­τα  εξ αυτών γρά­φτη­καν με χρυ­σά γράμ­μα­τα· άλλα έμει­ναν στη σιω­πή. Ανά­με­σα σε εκεί­νους που κατέ­βη­καν τότε στον Αώο, στέ­κουν οι μορ­φές του μαστρο-Γιώρ­γη και του μαστρο-Κώστα,  κι ενός παι­διού ακό­μη, που δεν ήξε­ρε πως εκεί­νο το πέρα­σμα προς το ποτά­μι θα γινό­ταν το πέρα­σμα ολό­κλη­ρης της ζωής του.

Κεφά­λαιο Πρώ­το – Ο δρό­μος προς το ποτάμι

Τον Αώο τον άκου­γα πριν τον δω. Η βοή του ανέ­βαι­νε από τη χαρά­δρα σαν βαριά ανά­σα, πότε βαθιά και πότε κοφτή, ανά­λο­γα με το πώς έσπα­γε το νερό επά­νω στις πέτρες. Εκεί­νο το πρω­ι­νό του Μάρ­τη του 1869 κατέ­βαι­να προς το ποτά­μι αργά, με βήμα που δεν ήταν ούτε βια­στι­κό ούτε σίγου­ρο. Ήταν το βήμα ανθρώ­που που ξέρει πως αφή­νει πίσω του κάτι γνώ­ρι­μο και περ­νά, χωρίς να το ομο­λο­γεί, σε άλλον δρόμο.

Η Κόνι­τσα ξυπνού­σε πίσω μου. Καπνοί έβγαι­ναν από τις καμι­νά­δες, σκυ­λιά γάβγι­ζαν νωχε­λι­κά, κι από το κοντι­νό καλ­ντε­ρί­μι που έβγα­ζε στο κέντρο ακού­γο­νταν οι ήχοι της μέρας: τα πέτα­λα των ζώων, το αμό­νι του σιδε­ρά, τα κιο­πέ­γκια που σήκω­ναν τα εμπο­ρι­κά. Στη στρο­φή του  παζα­ριού  βρι­σκό­ταν το τσα­γκα­ρά­δι­κο του μπάρ­μπα Ντά­φλη. Ένα μικρό, λιτό μαγα­ζά­κι, με δυο-τρεις πάγκους και λίγες καρέ­κλες σκορ­πι­σμέ­νες γύρω τους. Σε μια γωνιά στε­κό­ταν ένας τσί­γκι­νος κου­βάς, όπου τα δέρ­μα­τα μού­σκευαν πριν δου­λευ­τούν.
Πάνω στα τρα­πε­ζά­κια απλω­νό­ταν ένας ολό­κλη­ρος κόσμος εργα­λεί­ων: πρό­κες και ξυλό­προ­κες, βελό­νια και σπά­γκοι, κεριά, φαλ­τσέ­τες, σου­βλιά, τανά­λιες, σφυ­ριά, μαζί με δεκά­δες δερ­μά­τι­να κομ­μά­τια, έτοι­μα να μπα­λώ­σουν μια φθο­ρά ή να κλεί­σουν μια τρύ­πα σε παλιό παπού­τσι. Δυο-τρία σιδε­ρέ­νια καλού­πια, στε­ρε­ω­μέ­να πάνω σε έναν ξύλι­νο «ντά­κο», χρη­σί­μευαν για το κάρ­φω­μα και το στα­θε­ρό δέσι­μο των προ­κών.  Στην αγο­ρά έβρι­σκες τα πάντα: Αργα­στή­ρια, σαρά­φι­κα, μαγέ­ρι­κα,  χάνια. πλα­νό­διους πρα­μα­τευ­τά­δες, γανω­μα­τή­δες, μικρά εργα­στή­ρια βιο­τε­χνών. Σαμα­ρά­δες και γύφτοι έπια­ναν πόστα ‚εδώ κι εκεί, ενώ παντού απλώ­νο­νταν  κόκ­κι­νες βελέν­τζες, φλο­κά­τες, υφά­σμα­τα και καπό­τες. Τυριά, άλο­γα, γαϊ­δού­ρια, κατσί­κες, κου­νέ­λια, κότες και κοκό­ρια. Φρού­τα και λαχα­νι­κά, σιρο­πια­στά γλυ­κά, ξηροί καρ­ποί και μπα­χά­ρια· όλα ανά­κα­τα, προς πώλη­ση ή ανταλλαγή.

Στο σπί­τι η μάνα μου είχε σταυ­ρώ­σει το ψωμί πριν το κόψει, όπως κάθε πρωί, κι ο πατέ­ρας μου είχε βγει από νωρίς για τα χωρά­φια. Δεν τους είχα πει πού πήγαι­να. Ήξε­ρα πως, αν μιλού­σα, θα με κρα­τού­σαν. Κι εγώ δεν ήθε­λα πια να κρατηθώ.

Με λένε Στέρ­γιο. Ήμουν δεκα­ε­φτά χρο­νών τότε, κι αυτή είναι η ιστο­ρία μου. Γεν­νή­θη­κα σε τόπο σκλη­ρό, όπου οι άνθρω­ποι μαθαί­νουν από νωρίς να αντέ­χουν. Από παι­δί δού­λευα τη γη, μα κάθε φορά που έβλε­πα πέτρα δου­λε­μέ­νη από ανθρώ­πι­νο χέρι, κάτι μέσα μου ξυπνού­σε. Η καμά­ρα πάνω από το νερό δεν ήταν για μένα μόνο πέρα­σμα· ήταν από­δει­ξη πως ο άνθρω­πος μπο­ρεί να στα­θεί απέ­να­ντι στη φύση χωρίς να τη χαλάσει.

Εκεί­νες τις μέρες όλη η πολι­τεία μιλού­σε για το ίδιο πράγ­μα. Στους καφε­νέ­δες, στην αγο­ρά, στις αυλές, ακό­μη και στα ψιθυ­ρι­στά λόγια μετά την εκκλη­σία: θα χτι­ζό­ταν γεφύ­ρι μεγά­λο, μονό­το­ξο, εκεί που ο Αώος στε­νεύ­ει πριν μπει στα βου­νά. Όχι πρό­χει­ρο πέρα­σμα, όχι ξύλα που τα παίρ­νει το νερό, αλλά γεφύ­ρι πέτρι­νο, να βαστά ανθρώ­πους, ζώα και καρα­βά­νια. Γεφύ­ρι για γενιές.

Οι γέροι έλε­γαν πως ο ποτα­μός δεν περ­νιέ­ται με μπρά­τσο· περ­νιέ­ται με νου, με καμά­ρα και με κλει­δό­πε­τρα. Κι εκεί­νη τη χρο­νιά, στο χεί­λος της χαρά­δρας, στο στό­μιο απ’ όπου μπαί­νει ο δρό­μος για τα στε­νά του Αώου, είχε βαλ­θεί να σηκω­θεί ένα γεφύ­ρι μεγά­λο, μονό­το­ξο, να δένει τις στρά­τες και τα περά­σμα­τα του τόπου.

Το πρωί έκα­νε  ένα κρύο που έκο­βε. Στην άκρη της πλα­τεί­ας, κοντά στον δρό­μο που κατέ­βαι­νε προς τον Αώο, στε­κό­ταν ο σαλε­πι­τζής με το μπρού­τζι­νο καζά­νι του. Ο αχνός ανέ­βαι­νε πυκνός, άσπρος, κι ανα­κα­τευό­ταν με την ανά­σα των ανθρώ­πων. Πλη­σί­α­σα και τύλι­ξα τα χέρια μου γύρω από το πήλι­νο ποτή­ρι. Το σαλέ­πι έκαι­γε, μα το άφη­σα να με ζεστά­νει. Γύρω μου στέ­κο­νταν μάστο­ρες, αγω­γιά­τες, δυο–τρεις γερο­ντό­τε­ροι που είχαν έρθει νωρίς για να μάθουν νέα. Δεν μιλού­σαν όλοι. Άκου­γαν. Κάποιος είπε πως έρχο­νται άνθρω­ποι από την Πυρ­σό­γιαν­νη. Άλλος πως το γεφύ­ρι θα γίνει μεγά­λο, μονό­το­ξο, εκεί που στε­νεύ­ει το ποτά­μι. Τα λόγια περ­νού­σαν από στό­μα σε στό­μα, όπως περ­νά το ζεστό ποτή­ρι από χέρι σε χέρι. Δεν μίλη­σα. Κοί­τα­ξα τον αχνό να χάνε­ται στον αέρα και σκέ­φτη­κα πως, αν είναι να χτι­στεί γεφύ­ρι, θα ’θελα να είμαι εκεί. Όχι για να μιλή­σω, μα για να δω. Για να μάθω πώς στέ­κε­ται η πέτρα πάνω στο νερό.

Δεν ήμα­σταν ελεύ­θε­ροι τότε. Η Ήπει­ρος ήταν ακό­μη υπό οθω­μα­νι­κή  διοί­κη­ση, φόροι, χαρ­τιά και σφρα­γί­δες βάραι­ναν κάθε μεγά­λο έργο. Κι όμως, ο κόσμος είχε μάθει να στή­νει έργα με το δικό του μερά­κι και το δικό του που­γκί. «Με δωρε­ές θα γίνει», έλε­γαν, «να μην κόβει ο Αώος την Κόνι­τσα στα δυο». Και μέσα στους χορη­γούς ξεχώ­ρι­ζε το όνο­μα του Ιωάν­νη Ζώη Λού­λη, μεγά­λου ευερ­γέ­τη από τα Κατσα­νο­χώ­ρια, που, έτσι το ’λεγαν κι έτσι γρά­φτη­κε, έδω­σε περί­που τα μισά από τα γρό­σια της δαπά­νης, ποσό που ανέ­βαι­νε συνο­λι­κά γύρω στα 120.000 γρό­σια. Δώσαν κι άλλοι: οι αδελ­φοί Λιά­μπεη πέντε χιλιά­δες, η Αγγε­λι­κή Παπά­ζο­γλου δύο χιλιά­δες, ο Μωχά­μετ-μπέ­ης Σίσκος δυό­μι­σι χιλιά­δες, οι αδελ­φοί Μπε­κιά­ρη χίλια εξή­ντα, κι άλλοι ακόμη.

Κι όταν άκου­σα πως έρχε­ται μπου­λού­κι από την Πυρ­σό­γιαν­νη, κατά­λα­βα πως αυτό το γεφύ­ρι θα μου άνοι­γε  έναν δρό­μο μεγα­λύ­τε­ρο κι από  αυτόν του ποταμιού

Κεφά­λαιο Δεύ­τε­ρο – Το μπου­λού­κι και ο πρωτομάστορας

Τους είδα να φτά­νουν ένα από­γευ­μα, λίγο πριν χαμη­λώ­σει ο ήλιος πίσω από τις πλα­γιές. Ο δρό­μος γέμι­σε ανθρώ­πους και ζώα, κι ο αέρας μύρι­σε ξύλο, σίδε­ρο και ιδρώ­τα ταξι­διού. Ήταν καμιά ογδο­ντα­ριά ψυχές, δεμέ­νες όχι με αίμα αλλά με τέχνη και ανάγκη.

Μπρο­στά βάδι­ζε ο πρω­το­μά­στο­ρας. Ο Ζιώ­γας Φρόν­τζος.  Τον συνό­δευε η φήμη του από έργα του στο Αργυ­ρό­κα­στρο, στη Πρε­με­τή, στο Λεσκο­βί­κι, στην Ερσέ­κα. Μπή­κε στην Κόνι­τσα ντυ­μέ­νος με σιλι­βά­ρι, πιτού­ρι και μια βαριά κάπα, μια παρου­σία που από μόνη της υπο­δή­λω­νε κύρος και μια αίσθη­ση  ευθύ­νης, την ώρα που οι κάτοι­κοι τον υπο­δέ­χο­νταν με την ελπί­δα της κατα­σκευ­ής του γεφυ­ριού.  Δεν φώνα­ζε, δεν έδι­νε δια­τα­γές. Κρα­τού­σε μια λεπτή βέρ­γα στο χέρι και κοί­τα­ζε τον τόπο σαν να τον διά­βα­ζε. Στε­κό­ταν πότε στο χώμα και πότε στον βρά­χο, ζύγι­ζε απο­στά­σεις, άκου­γε τον ποτα­μό. Η σιω­πή γύρω του ήταν σεβα­σμός. Η αξιο­σύ­νη του ήταν τέτοια που στην Πυρ­σό­γιαν­νη οι πρω­το­μά­στο­ρες έλε­γαν «Το ΄πε ο Ζιώ­γας Φρόν­τζος· το είπε ο Θεός»

Πίσω απ΄τον Φρό­τζο δεν ακο­λου­θού­σε απλώς ένα μπου­λού­κι: ογδό­ντα ψυχές, είπαν.  Ηταν  δέκα πρω­το­μά­στο­ρες, οι μπου­λου­κτσή­δες,  με τα μπου­λού­κια τους. Μαστό­ροι, καλ­φά­δες, μαστο­ρό­που­λα, ψυχο­γιοί,  πελε­κά­νοι και φατσα­δό­ροι, με χέρια χαραγ­μέ­να από την πέτρα. Κι ανά­με­σά τους δυο-τρεις μαρα­γκοί για τα καλού­πια και τα ξυλο­δέ­μα­τα. Στη συνέ­χεια προ­στέ­θη­καν κου­βα­λη­τά­δες, προ­μη­θευ­τές υλι­κών, μαγεί­ρισ­σες που φρό­ντι­ζαν το φαγη­τό, ζωέ­μπο­ροι για τα ζώα.

Το μπου­λού­κι δεν ήταν παρέα. Ήταν τάξη. Οι καλ­φά­δες κρα­τού­σαν λογα­ρια­σμό εργα­λεί­ων και ανθρώ­πων. Στο τέλος τα μαστο­ρό­που­λα, αγό­ρια σαν κι εμέ­να, φορ­τω­μέ­να με ό,τι περίσ­σευε. Κανείς δεν μιλού­σε άσκο­πα. Το μπου­λού­κι είχε δικό του ρυθ­μό, σαν ζωντα­νό σώμα. Τότε ένιω­σα για πρώ­τη φορά πως αυτός ο κόσμος δεν δεχό­ταν εύκο­λα ξένους. Έπρε­πε να απο­δεί­ξεις ότι αντέχεις.

Κεφά­λαιο Τρί­το – Η είσο­δος στη δοκιμασία

Πέρα­σαν μέρες ώσπου να πάρω την από­φα­ση. Δεν ήταν φόβος μόνο· ήταν κι εκεί­νο το σφί­ξι­μο που νιώ­θει κανείς όταν κατα­λα­βαί­νει πως, αν κάνει το επό­με­νο βήμα, δεν θα υπάρ­χει εύκο­λη επι­στρο­φή. Παρα­κο­λου­θού­σα το μπου­λού­κι από μακριά. Τους έβλε­πα να στή­νουν τα πρό­χει­ρα καλύ­βια κοντά στο ποτά­μι, να δένουν τα ζώα τους σε σει­ρές, να ξεφορ­τώ­νουν εργα­λεία που γυά­λι­ζαν θαμπά στο φως. Κάθε τους κίνη­ση είχε ρυθ­μό, σαν να ήξε­ραν από πριν τι θα κάνει ο άλλος.

Το λέγα­νε πως, άμα θες να μάθεις πέτρα, πρέ­πει πρώ­τα να μάθεις να σωπαί­νεις. Να κοι­τάς τον πρω­το­μά­στο­ρα στα χέρια, όχι στο στό­μα. Το ’χα πάρει από­φα­ση: θα ’μπαι­να στο μπου­λού­κι, ό,τι κι αν κόστιζε.

Την τέταρ­τη μέρα βρή­κα τον κάλ­φα τον Σταύ­ρο καθι­σμέ­νο πάνω σ’ ένα πελε­κη­μέ­νο λιθά­ρι. Σημεί­ω­νε με κάρ­βου­νο σημά­δια σε μια ξύλι­νη τάβλα, λογα­ρια­σμούς για υλι­κά και ανθρώ­πους. Στά­θη­κα μπρο­στά του και για λίγο δεν μίλη­σα. Εκεί­νος σήκω­σε το κεφάλι.

«Τι γυρεύ­εις εδώ, μικρέ;»

«Να μάθω την πέτρα», του είπα. Η φωνή μου βγή­κε πιο στα­θε­ρή απ’ όσο ένιωθα.

Με κοί­τα­ξε αργά, από τα παπού­τσια ως το πρό­σω­πο. Ήξε­ρα αυτό το βλέμ­μα. Το ’χα δει σε εμπό­ρους, σε ζώα στην αγο­ρά, σε ανθρώ­πους που απο­φα­σί­ζουν αν αξί­ζεις τον κόπο.

Ο πρω­το­μά­στο­ρας πλη­σί­α­σε χωρίς να τον καλέ­σει κανείς. Στε­κό­ταν λίγο πιο πίσω, μα ένιω­θα την παρου­σία του σαν βάρος στον αέρα.

«Η μάθη­ση εδώ δεν χαρί­ζε­ται», είπε. «Θα κου­βα­λάς. Θα σωπαί­νεις. Θα πονέ­σεις. Κι άμα αντέ­ξεις, μένεις.»

Έγνε­ψα. Δεν υπήρ­χε άλλη κου­βέ­ντα. Έτσι μπή­κα στο μπου­λού­κι, όχι με λόγια και υπο­σχέ­σεις, αλλά με τον ιδρώ­τα που ήξε­ρα πως θα ’ρθει.

Κεφά­λαιο Τέταρ­το – Εκεί που η γη αποφασίζει

Η αυγή μας βρή­κε όλους στη χαρά­δρα. Η ομί­χλη ανέ­βαι­νε από τον Αώο και κολ­λού­σε στα ρού­χα, στα γένια, στις σκέ­ψεις μας. Το ποτά­μι έμοια­ζε ήσυ­χο, μα κανείς από τους παλιούς δεν ξεγε­λιό­ταν. Ο Ζιώ­γας προ­χω­ρού­σε μπρο­στά χωρίς βια­σύ­νη, σαν άνθρω­πος που ήξε­ρε πως ο τόπος πρέ­πει πρώ­τα να τον δεχτεί για να του παρα­δο­θεί. Τα μεγά­λα γεφύ­ρια δεν τα φτιά­χνεις όπου σε βολεύ­ει∙ τα φτιά­χνεις όπου σε αφή­νει η πέτρα και το νερό.

Στε­κό­ταν πότε στο χώμα και πότε στον βρά­χο, ακου­μπού­σε τη βέρ­γα του, έσκυ­βε, άκου­γε. Δεν κοι­τού­σε μόνο με τα μάτια· κοι­τού­σε με το σώμα ολό­κλη­ρο. Οι μαστό­ροι τον παρα­κο­λου­θού­σαν σιω­πη­λοί. Κανείς δεν μιλού­σε πριν μιλή­σει εκείνος.

«Εδώ στε­νεύ­ει», είπε τελι­κά. «Κι εδώ κρα­τά­ει. Αν δεν μας γελά­σει η γης.»

Ξεκί­νη­σαν τα σκα­ψί­μα­τα. Σκά­ψα­με πρώ­τα τα «θεμέ­λια» στα δυο αντι­κρι­νά. Όχι βαθιά όπως σκά­βει κανείς για σπί­τι ή για μάντρα—άλλο πρά­μα. Να βρεις βρά­χο «ζωντα­νό», να μη σε γελά­σει χώμα σαθρό, για­τί ο Αώος, άμα φου­σκώ­σει, παίρ­νει μαζί του και τα ψέμα­τα. Κάθε χτύ­πη­μα της αξί­νας ήταν δοκι­μή. Το χώμα έφευ­γε, οι μικρές πέτρες παρα­μέ­ρι­ζαν, ώσπου φάνη­κε ο βρά­χος. Στα­θή­κα­με όλοι πάνω του, σαν να ’ταν ζωντα­νός. Ο Ζιώ­γας γονά­τι­σε, τον χτύ­πη­σε με τη βέργα.

«Ζωντα­νός», είπε. Και μόνο τότε άρχι­σε πραγ­μα­τι­κά το έργο.

Εκεί­νη τη μέρα κατά­λα­βα πως το γεφύ­ρι δεν το χτί­ζει πρώ­τα ο άνθρω­πος. Το επι­τρέ­πει πρώ­τα η γη.

Στην αρχή στή­σα­με τα μαντριά και τα πρό­χει­ρα καλύ­βια. Το μπου­λού­κι κοι­μό­ταν κοντά στο έργο, να μη χάνε­ται ώρα σε δρό­μους. Κι οι γυναί­κες της πολι­τεί­ας, με το δικό τους μερί­διο στον κόπο, έστελ­ναν καζά­νια και ψωμιά, άλλες φορές με το αζη­μί­ω­το, άλλες φορές σαν τάμα—«να στα­θεί το γεφύ­ρι, να περά­σει ο κόσμος». Στις κου­βέ­ντες τους ακου­γό­ταν και το όνο­μα του Λού­λη, που ’χε βάλει, έλε­γαν, πενή­ντα χιλιά­δες γρό­σια μόνος του. Και κάθε βρά­δυ, γύρω απ’ τη φωτιά, οι παλιοί μιλού­σαν για τη δου­λειά σαν να μιλού­σαν για μάχη.

«Είναι μεγά­λο το τόξο», έλε­γε ο μάστο­ρας ο Λευ­τέ­ρης. «Μονό­το­ξο, και να το κρα­τή­σεις σωστό… θέλει νου.»

«Θα στα­θεί», απο­κρι­νό­ταν ο Σταύ­ρος. «Ο Ζιώ­γας το ’χει ξανακάνει.»

Κάποιος ανέ­φε­ρε και τη φήμη, ότι ο ίδιος πρω­το­μά­στο­ρας είχε πιά­σει έργο και στο γεφύ­ρι της Πλά­κας λίγα χρό­νια πριν . Κι η φήμη, σε μπου­λού­κι, είναι ψωμί: φέρ­νει δου­λειές, φέρ­νει προ­σκλή­σεις, φέρ­νει σεβασμό.

Κεφά­λαιο Πέμ­πτο – Οι μέρες του ιδρώτα

Οι μέρες που ακο­λού­θη­σαν δεν ξεχώ­ρι­ζαν εύκο­λα η μία από την άλλη. Ξυπνού­σα­με πριν φανεί ο ήλιος και πέφτα­με να κοι­μη­θού­με όταν το σκο­τά­δι σκέ­πα­ζε τα βου­νά. Ο χρό­νος μετριό­ταν με το βάρος που κου­βα­λού­σα­με και με τον πόνο στο σώμα.

Εγώ ήμουν πάντα ανά­με­σα στους πρώ­τους που κατέ­βαι­ναν στη χαρά­δρα και στους τελευ­ταί­ους που ανέ­βαι­ναν πίσω. Κου­βα­λού­σα πέτρες, ασβέ­στη, νερό. Το δέρ­μα στα χέρια μου σκλή­ρυ­νε και ρόζια­σε.  Κι όμως, μέσα σε αυτόν τον αδιά­κο­πο κόπο, άρχι­σα να βλέ­πω αλλιώς.

Έβλε­πα πώς διά­λε­γαν την πέτρα, πώς την άφη­ναν στην άκρη αν δεν «μιλού­σε» σωστά. Έβλε­πα τον κάλ­φα να κρα­τά τον ρυθ­μό, να φωνά­ζει πότε πρέ­πει να στα­μα­τή­σουν όλοι μαζί. Έβλε­πα τον πρω­το­μά­στο­ρα να πλη­σιά­ζει, να διορ­θώ­νει με μια κίνη­ση αυτό που άλλοι δεν είχαν προ­σέ­ξει. Κάθε βρά­δυ, γύρω από τη φωτιά, οι κου­βέ­ντες ήταν λιγο­στές. Η κού­ρα­ση δεν άφη­νε χώρο για πολ­λά λόγια. Κι όμως, ένιω­θα πως ήμουν πια κομ­μά­τι τους.

Την άνοι­ξη μπή­κα­με στο «δέσι­μο». Πρώ­τα μαζεύ­α­με πέτρα. Όχι όποια να ’ναι: η πέτρα θέλει γνώ­ση, να μη σκά­ει στο πελέ­κη­μα, να μην «ανοί­γει» με τον παγε­τό. Άλλες πέτρες για το γέμι­σμα, άλλες για το ντύ­σι­μο της καμά­ρας, άλλες για τα στη­θαία στο καλ­ντε­ρί­μι από πάνω. Ο ασβέ­στης ερχό­ταν σε σακιά, το χώμα κοσκι­νι­σμέ­νο, κι η άμμος—ποταμίσια, να «δένει» σωστά. Ο πρω­το­μά­στο­ρας δοκί­μα­ζε το κονί­α­μα με το νύχι: αν «γυα­λί­σει», αν «κρα­τή­σει», αν δεν τρί­βε­ται εύκολα.

Τότε κατά­λα­βα πως η μαστο­ριά δεν είναι μόνο χέρι. Είναι μνή­μη υλικών.

Τον Ιού­νιο, όταν ο ήλιος άρχι­σε να ψήνει τα βρά­χια, μπή­κα­με στα σοβα­ρά: πελέ­κη­μα, ανέ­βα­σμα, στρώ­σι­μο. Ο πρω­το­μά­στο­ρας στε­κό­ταν κάτω από το τόξο και φώνα­ζε χωρίς να φωνάζει:

«Στέρ­γιο! Φέρε τον λοστό. Όχι εκείνον—τον χοντρό. Θα σηκώ­σου­με καμαρόπετρα.»

Έτρε­ξα. Η καρ­διά μου χτυ­πού­σε όπως όταν κυνη­γάς ζαρκάδι.

«Κοί­τα καλά», είπε, και για πρώ­τη φορά με κοί­τα­ξε στα μάτια. «Η πέτρα δεν μπαί­νει με τη βία. Μπαί­νει με το σωστό κάθι­σμα. Βρες της την έδρα. Σαν να βάζεις παι­δί στην αγκαλιά.»

Ο μάστο­ρας ο Λευ­τέ­ρης έδει­ξε πώς «πίνουν» οι πέτρες η μία την άλλη. Πώς η καμα­ρό­πε­τρα πρέ­πει να πατά­ει, να σφη­νώ­νει, να μη γλι­στρά­ει. Πώς αφή­νεις μικρό «ψαλί­δι» (ένα κενό) για το κονί­α­μα, να γεμί­σει και να κλει­δώ­σει. Και τότε άκου­σα κάτι παρά­ξε­νο: οι παλιοί μιλού­σαν μετα­ξύ τους με λέξεις που δεν έβγα­ζαν νόη­μα. Σαν άλλη γλώσσα.

«Μη χαζεύ­εις», μου ψιθύ­ρι­σε ο Σταύ­ρος. «Κου­δα­ρί­τι­κα. Μαστόρ­κα. Για να μη μας πιά­νουν οι ξένοι τη μιλιά, για να μένει η τέχνη δική μας.»

Ένιω­σα σαν να μου άνοι­γαν πόρ­τα σε κλει­στό δωμά­τιο. Δεν ήταν μόνο το γεφύ­ρι που χτι­ζό­ταν. Ήταν κι η συντεχνία—αυτή η σιω­πη­ρή τάξη που ταξί­δευε πέτρα με πέτρα.

Ηρθε η μέρα των ξυλοδεμάτων—το πιο δύσκο­λο για μένα να το συλ­λά­βω. Οι μαρα­γκοί στή­ναν το μεγά­λο «καλού­πι» της καμά­ρας μέσα στο κενό, με δοκά­ρια, σφή­νες, και ξύλα που έμοια­ζαν με πλευ­ρά καρα­βιού. Εκεί θα «κάτσουν» οι καμα­ρό­πε­τρες, ώσπου να μπει η κλειδόπετρα—η τελευ­ταία, η κορυ­φή του τόξου, που χωρίς αυτήν η καμά­ρα είναι μόνο φόβος.

Κεφά­λαιο Έκτο – Η καμά­ρα σηκώνεται

Όταν στή­θη­καν τα ξυλο­δέ­μα­τα μέσα στο κενό, το ποτά­μι έμοια­ζε να κρα­τά την ανά­σα του. Τα δοκά­ρια έδε­ναν μετα­ξύ τους με σφή­νες και σχοι­νιά, σχη­μα­τί­ζο­ντας το καλού­πι της καμά­ρας. Ήταν παρά­ξε­νο να βλέ­πεις κάτι τόσο εύθραυ­στο να προ­ο­ρί­ζε­ται να βαστά­ξει τέτοιο βάρος. Οι καμα­ρό­πε­τρες άρχι­σαν να ανε­βαί­νουν μία μία. Κάθε πέτρα δοκι­μα­ζό­ταν στα χέρια των μαστό­ρων, γυρι­ζό­ταν, ζυγι­ζό­ταν. Καμιά δεν έμπαι­νε με τη βία.

«Άμα δεν κάτσει μόνη της, μην την πιέ­ζεις», είπε ο Λευ­τέ­ρης. «Η πέτρα θυμάται.»

Κι εγώ στε­κό­μουν λίγο πιο πίσω, κου­βα­λώ­ντας, παρα­τη­ρώ­ντας, μαθαί­νο­ντας χωρίς να μου το διδά­σκει κανείς.

Κεφά­λαιο Έβδο­μο – Η νύχτα που δοκι­μά­στη­κε το μπουλούκι

Κάπου εκεί, στη μεγά­λη κού­ρα­ση του καλο­και­ριού, έγι­νε το κακό—ή, όπως το είπαν οι παλιοί, «η δοκι­μή του γεφυριού».

Μια νύχτα ξέσπα­σε ξαφ­νι­κή καται­γί­δα στα βου­νά. Ο Αώος, που το πρωί ήταν γραμ­μή αση­μί, έγι­νε φου­σκω­μέ­νο φίδι. Η καται­γί­δα ήρθε από­το­μα, σαν να κατέ­βη­κε από τα βου­νά χωρίς προει­δο­ποί­η­ση. Ο αέρας δυνά­μω­σε, ο ουρα­νός σκο­τεί­νια­σε, κι ο Αώος φού­σκω­σε μέσα σε λίγες ώρες. Το νερό αφρι­σμέ­νο κου­βα­λώ­ντας μαζί του κορ­μούς και πέτρες  χτυ­πού­σε με μανία  τρί­ζο­ντας τα ξυλο­δέ­μα­τα. Ξύπνη­σα από φωνές.

«Σηκω­θεί­τε! Το ποτάμι!»

Τρέ­ξα­με. Ο πρω­το­μά­στο­ρας στε­κό­ταν στην όχθη ακί­νη­τος, σαν να ’χε καρφωθεί.

«Θα κρα­τή­σει;» ρώτη­σε κάποιος.

Ο Ζιώ­γας δεν απά­ντη­σε. Έκα­νε μόνο τον σταυ­ρό του. Κανείς δεν κοι­μή­θη­κε. Στε­κό­μα­σταν όλοι στην όχθη, άλλοι σιω­πη­λοί, άλλοι σταυ­ρώ­νο­ντας τα χέρια. Δεν φοβό­μα­σταν μόνο για το έργο. Φοβό­μα­σταν για τη φήμη μας, για το όνο­μα του πρω­το­μά­στο­ρα, για το αν θα ξανα­βρού­με δου­λειά αν το γεφύ­ρι μας προ­δώ­σει. Εκεί­νη τη νύχτα ένιω­σα για πρώ­τη φορά τι σημαί­νει να ανή­κεις σε μπου­λού­κι: ο φόβος του ενός ήταν φόβος όλων.

Την αυγή είδα­με ζημιές. Μερι­κό «σπά­σι­μο», έλε­γαν. Μια πλευ­ρά είχε καθί­σει αλλιώς, μια ραφή είχε ανοί­ξει. Δεν ήταν ολο­κλη­ρω­μέ­νο ακό­μα το τόξο, κι όμως η φύση βρή­κε το αδύ­να­το σημείο. Εκεί κατά­λα­βα τι σημαί­νει η πλη­ρο­φο­ρία που άκου­γα αργό­τε­ρα να τη λένε οι γραμ­μα­τι­σμέ­νοι: πως το γεφύ­ρι χτί­στη­κε το 1869, μα έπα­θε μερι­κή κατάρ­ρευ­ση και χρειά­στη­κε επισκευές/επανακατασκευή το 1870–1871.  Δεν ήταν ντρο­πή. Ήταν το τίμη­μα του μεγάλου.

Ο πρω­το­μά­στο­ρας μάζε­ψε το μπου­λού­κι. Μίλη­σε απλά, όπως μιλά­νε οι άνθρω­ποι που δεν έχουν να κρύ­ψουν τίποτα:

«Το γεφύ­ρι δεν μας χρω­στά­ει. Εμείς του χρω­στά­με. Θα το ξανα­δέ­σου­με. Θα το κάνου­με να στα­θεί σαν βρά­χος. Και θα σταθεί.»

Τότε είδα κάτι που δεν το γρά­φουν εύκο­λα στα χαρ­τιά: πώς λει­τουρ­γεί η οργά­νω­ση του μπου­λου­κιού όταν έρθει η κρί­ση. Δεν άρχι­σε ο καθέ­νας να κάνει ό,τι θέλει. Μοι­ρά­στη­καν δου­λειές όπως μοι­ρά­ζεις ψωμί σε λιμό. Οι πελε­κά­νοι πιά­σαν ξανά τις καμα­ρό­πε­τρες να ται­ριά­ξουν σωστά. Οι μαρα­γκοί έλεγ­ξαν το ξυλόδεμα—σφήνες, δοκά­ρια, όλα στη θέση τους. Τα μαστο­ρό­που­λα (κι εγώ μαζί τους) γίνα­με μυρ­μή­γκια: κου­βα­λού­σα­με ασβέ­στη, νερό, χαλί­κι, δένα­με σχοι­νιά, στή­να­με πρό­χει­ρες σκα­λω­σιές. Κι ο κάλ­φας, ανά­με­σα, μάθαι­νε και δίδα­σκε: «έτσι σφη­νώ­νεις», «έτσι κρα­τάς το νήμα», «έτσι ακούς το χτύ­πη­μα της πέτρας».

Μου έκα­νε εντύ­πω­ση πως, ακό­μη και σε τέτοια ώρα, μετρού­σαν τη φήμη. Κάποιος είπε:

«Άμα δεν στα­θεί, θα μας το χρε­ώ­σουν. Το όνο­μα του μπου­λου­κιού πάει μαζί μας.»

Και θυμή­θη­κα αυτό που είχα δια­βά­σει ή ακού­σει αργό­τε­ρα να το λένε καθα­ρά: ότι η φήμη του μπουλουκιού,ιδίως του πρω­το­μά­στο­ρα, καθό­ρι­ζε τη δου­λειά του, τις προ­σκλή­σεις, το ψωμί των χρόνων

Κεφά­λαιο Όγδοο – Η κλειδόπετρα

 Οι μέρες πέρα­σαν βαριές ώσπου να έρθει η ώρα της κλει­δό­πε­τρας. Κάθε πέτρα που ανέ­βαι­νε ήταν σαν υπό­σχε­ση. Κάθε ραφή που έκλει­νε ήταν σαν πλη­γή που για­τρευό­ταν. Κι όταν ήρθε η ώρα της κλειδόπετρας—εκείνης της πέτρας που κάθε­ται στην κορ­φή της καμά­ρας και «κλει­δώ­νει» όλο το τόξο—όλοι σώπα­σαν. Ο αέρας ήταν ψυχρός, σαν να ήξε­ρε κι αυτός τι επρό­κει­το να γίνει

Ο πρω­το­μά­στο­ρας διά­λε­ξε την πέτρα από πριν. Την είχαν πελε­κή­σει με φρο­ντί­δα, με ελα­φριά καμπύ­λη, να μπει όπως πρέ­πει. Τη σήκω­σαν αργά με σχοι­νιά και με ξύλι­νες τρο­χα­λί­ες κι όλοι κρα­τού­σαν την ανά­σα τους. Δυο μαστό­ροι την οδή­γη­σαν. Ο Ζιώ­γας στε­κό­ταν από κάτω, με τη βέρ­γα του.

«Σιγά… σιγά…» είπε.

Η πέτρα μπή­κε στη θέση της με ήχο βαθύ, δυνα­τό, καθα­ρό.  Σαν να κού­μπω­νε κλει­δί. Το τόξο έτρι­ξε ελα­φρά και μετά σώπασε.

Ο Ζιώ­γας πλη­σί­α­σε, ακού­μπη­σε την παλά­μη του πάνω στην καμάρα.

«Τώρα», είπε, «είναι γεφύ­ρι.» Και κανείς δεν μίλησε.

Και τότε, για πρώ­τη φορά, ένιω­σα πως το έργο δεν ήταν μόνο τεχνι­κό. Ήταν κοινωνικό—μια συμ­φω­νία τόπου. Η πόλη έδω­σε χρή­μα­τα, οι ευερ­γέ­τες έβα­λαν τα μεγά­λα ποσά, το μπου­λού­κι έδω­σε την τέχνη, κι ο ποτα­μός έδω­σε την απόδειξη.

Κάτω από την καμάρα

Στά­θη­κα στο ψηλό­τε­ρο σημείο και κοί­τα­ξα τον Αώο από κάτω. Το νερό κυλού­σε όπως πάντα, μα δεν χώρι­ζε πια τον τόπο.

Κι εγώ ήξε­ρα πια πως, κάτω από αυτή την καμά­ρα, είχα αφή­σει πίσω μου το παι­δί και είχα γίνει άνθρω­πος της πέτρας.

Κεφά­λαιο Ένα­το – Όταν το ποτά­μι πήρε πίσω τον λόγο του

Δεν πέρα­σαν πολ­λές μέρες από την τοπο­θέ­τη­ση της κλει­δό­πε­τρας ώσπου να μας θυμί­σει ο Αώος ποιος μιλά τελευ­ταί­ος. Ο και­ρός άλλα­ξε από­το­μα. Σύν­νε­φα βαριά κατέ­βη­καν από την Πίν­δο και στά­θη­καν πάνω από τη χαρά­δρα, χαμη­λά, σαν να ’θελαν να την πνί­ξουν. Ο αέρας έκο­βε την ανά­σα, κι ένα βρά­δυ ακού­σα­με το νερό να ανε­βαί­νει πριν ακό­μη το δού­με. Ο Αώος άλλα­ξε φωνή· δεν βού­ι­ζε όπως συνή­θως, μα κυλού­σε βαθιά και πνιχτά.

Η βρο­χή έπε­φτε με λύσ­σα. Το ποτά­μι φού­σκω­νε ώρα με την ώρα, κι οι κορ­μοί που κατέ­βα­ζε χτυ­πού­σαν την καμά­ρα σαν να τη δοκί­μα­ζαν. Στε­κό­μα­σταν όλοι στην όχθη, βρεγ­μέ­νοι ως το κόκα­λο, κοι­τά­ζο­ντας αν το έργο θα κρα­τή­σει. Ο Ζιώ­γας δεν μίλα­γε. Μόνο κοι­τού­σε, με τα χέρια δεμέ­να πίσω, σαν να περί­με­νε απόφαση.

Κάποια στιγ­μή ακού­στη­κε ένας ήχος που δεν ξεχνιέ­ται. Όχι δυνα­τός, βαθύς. Σαν να ανα­στέ­να­ξε η πέτρα. Ένα κομ­μά­τι από το γέμι­σμα, ψηλά, υπο­χώ­ρη­σε. Δεν έπε­σε το γεφύ­ρι, μα πλη­γώ­θη­κε. Κανείς δεν φώνα­ξε. Ήταν χει­ρό­τε­ρο από φωνή. Ο πρω­το­μά­στο­ρας γύρι­σε και μας κοί­τα­ξε έναν έναν.

«Θα το ξανα­πιά­σου­με», είπε χαμη­λά. «Και θα το κάνου­με να μην ξανα­μι­λή­σει έτσι.»

Εκεί­νη τη νύχτα κατά­λα­βα πως η τέχνη δεν είναι νίκη. Είναι μια διαρ­κής διαπραγμάτευση.

Κεφά­λαιο Δέκα­το – Το ράγισμα

Το πρωί μετρή­σα­με τη ζημιά. Κατε­βή­κα­με στην κοί­τη σιω­πη­λοί, με μάτια καρ­φω­μέ­να στην καμά­ρα. Δεν ήταν κατα­στρο­φή· το γεφύ­ρι στε­κό­ταν ακό­μη. Μα το ράγι­σμα ήταν εκεί, μικρό μα ορα­τό, σαν πλη­γή που δεν αιμορ­ρα­γεί, αλλά προει­δο­ποιεί. Ήταν αρκε­τό για να σπεί­ρει την αμφιβολία.

Οι παλαιοί μαστό­ροι μιλού­σαν σιγα­νά, λες και φοβού­νταν μήπως τους ακού­σει η πέτρα. Κάποιος είπε πως το κονί­α­μα δεν είχε «δέσει» όπως έπρε­πε, πως ίσως η υγρα­σία το πρό­λα­βε. Άλλος πως το ποτά­μι είχε αλλά­ξει ρεύ­μα μετά τις βρο­χές και χτυ­πού­σε αλλιώς το βάθρο. Κανείς δεν κατο­νό­μα­ζε ευθύ­νη. Όλοι μιλού­σαν για πράγ­μα­τα, όχι για ανθρώπους.

Κι όμως, η σκιά έπε­σε πάνω στο μπου­λού­κι. Δεν φαι­νό­ταν, μα τη νιώ­θα­με. Η φήμη, αυτό το άυλο πράγ­μα που μας έτρε­φε και μας άνοι­γε δρό­μους, κιν­δύ­νευε περισ­σό­τε­ρο κι από την πέτρα. Ένα γεφύ­ρι που ραγί­ζει κου­βε­ντιά­ζε­ται· ένα μπου­λού­κι που αμφι­σβη­τεί­ται χάνεται.

Ο Ζιώ­γας μάζε­ψε τους μαστό­ρους γύρω από τη φωτιά. Στε­κό­ταν όρθιος, με το πρό­σω­πο φωτι­σμέ­νο από τις φλό­γες, κι έμοια­ζε πιο βαρύς απ’ ό,τι συνήθως.

«Ό,τι έγι­νε, έγι­νε με τα χέρια μας», είπε. «Και με τα χέρια μας θα διορ­θω­θεί. Όποιος δεν αντέ­χει, φεύ­γει τώρα.»

Τα λόγια του έπε­σαν βαριά. Κανείς δεν έφυ­γε. Κανείς δεν μίλη­σε. Μα τα βλέμ­μα­τα βάρυ­ναν, κι εκεί­νη τη στιγ­μή κατά­λα­βα πως το ράγι­σμα δεν ήταν μόνο στην πέτρα.

Κεφά­λαιο Ενδέ­κα­το – Το στοιχειό

Τότε άρχι­σαν οι ψίθυ­ροι. Στην αρχή χαμη­λά, σχε­δόν ντρο­πα­λά, σαν να φοβό­ντου­σαν όσοι τα έλε­γαν μήπως τα πιστέ­ψουν. Ύστε­ρα πιο καθα­ρά. Κάποιοι έλε­γαν πως το γεφύ­ρι «ζητά­ει». Πως κάθε μεγά­λο έργο θέλει το τίμη­μά του. Άλλοι πως τη νύχτα ακού­γο­νται βήμα­τα στην καμά­ρα, πως κάτι περ­νά και μετρά τις πέτρες.

Εγώ δεν πίστευα σε στοι­χειά. Δεν είχα μάθει έτσι. Μα πίστευα στον φόβο των ανθρώ­πων, κι αυτός ο φόβος ήταν αλη­θι­νός. Όταν ο άνθρω­πος δεν βρί­σκει εξή­γη­ση, την πλά­θει μόνος του.

Ένα βρά­δυ, γυρί­ζο­ντας από το ποτά­μι, είδα μια σκιά να στέ­κε­ται εκεί που είχε υπο­χω­ρή­σει το γέμι­σμα. Στα­μά­τη­σα από­το­μα. Η καρ­διά μου χτύ­πη­σε δυνα­τά. Για μια στιγ­μή πίστε­ψα πως δεν ήμουν μόνος. Όταν πλη­σί­α­σα, δεν ήταν τίπο­τα· ένα παι­χνί­δι του σκο­τα­διού και της υγρα­σί­ας. Μα ο φόβος είχε ήδη φωλιά­σει μέσα μου, κι ήξε­ρα πως δεν φεύ­γει εύκολα.

Ο Ζιώ­γας έμα­θε για τους ψιθύ­ρους. Δεν θύμω­σε. Μόνο κουράστηκε.

«Το γεφύ­ρι δεν θέλει αίμα», είπε. «Θέλει σωστή πέτρα.»

Το είπε ήσυ­χα, μα τα λόγια του δεν έδιω­ξαν τη σκιά. Εκεί­νη τη νύχτα κανείς δεν κοι­μή­θη­κε ήσυ­χος. Άλλοι άκου­γαν το ποτά­μι, άλλοι το τρί­ξι­μο του ξύλου, κι άλλοι τη σκέ­ψη τους. Το γεφύ­ρι στε­κό­ταν ακό­μη· μα ο φόβος, αυτός είχε περά­σει ήδη από κάτω.

Κεφά­λαιο Δωδέ­κα­το – Η επιλογή

Τις μέρες που ακο­λού­θη­σαν δού­λε­ψα περισ­σό­τε­ρο απ’ όσο είχα δου­λέ­ψει ποτέ. Πριν ακό­μα φανεί ο ήλιος πίσω από τα βου­νά, ήμουν ήδη στην κοί­τη. Κου­βα­λού­σα πέτρες, έδε­να ξύλα, καθά­ρι­ζα τον χώρο, χωρίς να μου το ζητούν. Δεν ήταν ζήλος για το μερο­κά­μα­το· ήταν κάτι πιο βαθύ, πιο άγριο. Σαν να ένιω­θα πως, αν χαλά­ρω­να έστω για λίγο, θα μου έφευ­γε από τα χέρια κάτι που μόλις είχα αγγίξει.

Οι μαστό­ροι το έβλε­παν, μα δεν μιλού­σαν. Άφη­ναν τον ιδρώ­τα μου να μιλή­σει μόνος του. Κι εγώ κατα­λά­βαι­να πια πως στο μπου­λού­κι τίπο­τα δεν χαρί­ζε­ται· όλα κερ­δί­ζο­νται σιω­πη­λά. Το βρά­δυ έπε­φτα εξα­ντλη­μέ­νος, μα δεν κοι­μό­μουν αμέ­σως. Άκου­γα τον ποτα­μό και σκε­φτό­μουν αν άξι­ζα να στα­θώ εδώ ή αν απλώς με ανεχόντουσαν.

Ο πρω­το­μά­στο­ρας με παρα­τη­ρού­σε από μακριά. Δεν με ρώτη­σε τίπο­τα, δεν με δοκί­μα­σε με λόγια. Μια μέρα, καθώς έδε­να τα σχοι­νιά, στά­θη­κε δίπλα μου.

«Θα μεί­νεις», είπε απλά.

Ούτε εξή­γη­ση, ούτε υπό­σχε­ση. Κι όμως, εκεί­νη τη στιγ­μή κατά­λα­βα πως η επι­λο­γή είχε ήδη γίνει. Όχι μόνο από μένα. Το μπου­λού­κι με είχε δεχτεί πριν καν το καταλάβω.

Κεφά­λαιο Δέκα­το Τρί­το – Το δέσιμο

Ξανα­πιά­σα­με το πλη­γω­μέ­νο σημείο σαν να ακου­μπού­σα­με ζωντα­νό σώμα. Καμιά βια­σύ­νη, καμιά φωνή. Λιθά­ρι το λιθά­ρι, χέρι με χέρι. Η πέτρα καθό­ταν στη θέση της μόνο όταν την ήθε­λε ο τόπος. Κι αν δεν την ήθε­λε, την παίρ­να­με πίσω χωρίς αντίρρηση.

Ο Αώος έμοια­ζε πιο ήσυ­χος αυτές τις μέρες. Σαν να μας δοκί­μα­ζε κι αυτός, όχι με ορμή, αλλά με υπο­μο­νή. Τα νερά του κυλού­σαν βαριά, χωρίς να φωνά­ζουν. Κι εμείς δου­λεύ­α­με σκυ­φτοί, ξέρο­ντας πως κάθε λάθος θα φανεί αργά ή γρήγορα.

Όταν μπή­κε η τελευ­ταία πέτρα, δεν ακού­στη­κε χαρά. Μόνο ανά­σες. Ο Ζιώ­γας στά­θη­κε για ώρα κάτω από την καμά­ρα, με το βλέμ­μα σηκω­μέ­νο. Δεν μίλη­σε. Έκα­νε τον σταυ­ρό του αργά, σαν να σφρά­γι­ζε κάτι που δεν έπρε­πε να ειπωθεί.

«Τώρα», είπε τελι­κά, «ας περά­σει ο κόσμος.»

Κι εκεί κατά­λα­βα πως το γεφύ­ρι δεν ανή­κει πια σε μας.

 Κεφά­λαιο Δέκα­το Τέταρ­το – Πέρασμα

Το πρώ­το καρα­βά­νι πέρα­σε νωρίς ένα πρω­ι­νό, πριν ακό­μα ζεστά­νει ο ήλιος την πέτρα. Τα ζώα πατού­σαν προ­σε­κτι­κά, σαν να δοκί­μα­ζαν το πέρα­σμα. Οι άνθρω­ποι κρα­τού­σαν την ανά­σα τους και κοί­τα­ζαν κάτω, στο νερό που κυλού­σε βαθιά.

Η καμά­ρα δεν μίλη­σε. Δεν έτρι­ξε, δεν ανα­στέ­να­ξε. Έμει­νε εκεί, όπως της έπρεπε.

Στά­θη­κα στην άκρη και κοί­τα­ζα. Δεν ένιω­θα περη­φά­νια· ένιω­θα κάτι πιο βαρύ και πιο ήσυ­χο. Ήξε­ρα πως δεν ήμουν πια παι­δί. Κάτι είχε δεθεί μέσα μου, όπως είχε δεθεί και η πέτρα πάνω από το ποτάμι.

Κι όπου κι αν με πήγαι­νε από δω και πέρα το μπου­λού­κι, ήξε­ρα πως θα κου­βα­λού­σα πάντα μέσα μου τού­το το γεφύ­ρι. Όχι σαν ανά­μνη­ση, μα σαν μέτρο για το πώς πρέ­πει να στέ­κε­ται κανείς απέ­να­ντι στον κόσμο.

 

Κεφά­λαιο Δέκα­το Πέμ­πτο – Ο λογα­ρια­σμός της πέτρας

Η μέρα που πέρα­σε το πρώ­το καρα­βά­νι δεν έφε­ρε πανη­γύ­ρι. Έφε­ρε σιω­πή. Οι μαστό­ροι κοι­τά­ζα­με την καμά­ρα σαν άνθρω­πος που μόλις σηκώ­θη­κε από βαριά αρρώ­στια: στέ­κει όρθιος, μα δεν ξέρεις ακό­μη αν έχει σωθεί. Το βρά­δυ ο Ζιώ­γας μας μάζε­ψε γύρω από τη φωτιά. Δεν μίλη­σε για την τέχνη. Μίλη­σε για τον λογαριασμό.

Τα γρό­σια άργη­σαν. Οι προ­ε­στοί της πολι­τεί­ας έστελ­ναν λόγια, όχι  όμως παρά. Κάποιος είχε πάει στα Γιάν­νε­να για έγκρι­ση, άλλος περί­με­νε χαρ­τί από την διοί­κη­ση. Για το μπου­λού­κι, η καθυ­στέ­ρη­ση δεν ήταν απλώς ενό­χλη­ση· ήταν κίν­δυ­νος. Χωρίς πλη­ρω­μή, δεν υπήρ­χε επό­με­νο έργο, δεν υπήρ­χε δρόμος.

«Η πέτρα πλη­ρώ­νε­ται», είπε ο Ζιώ­γας. «Κι όποιος το ξεχνά, το πλη­ρώ­νει διπλά.»

Κεφά­λαιο Δέκα­το Έκτο – Η εξου­σία κατε­βαί­νει στο ποτάμι

Μια μέρα κατέ­βη­καν στη χαρά­δρα δυο άντρες καλο­βαλ­μέ­νοι. Τα ρού­χα τους ήταν καθα­ρά, δίχως σημά­δια δου­λειάς, και τα παπού­τσια τους δεν είχαν πατή­σει ποτέ λάσπη. Τους συνό­δευαν άλλοι δυο, πιο πίσω, κι όλοι μαζί κατέ­βαι­ναν προ­σε­κτι­κά, σαν να φοβού­νταν μήπως λερω­θούν από τον τόπο. Το βλέμ­μα τους δεν στά­θη­κε στην καμά­ρα, ούτε στις πέτρες. Πήγαι­νε κατευ­θεί­αν στους ανθρώπους.

Μίλη­σαν πρώ­τα στους προ­ε­στούς, ύστε­ρα στον πρω­το­μά­στο­ρα. Στέ­κο­νταν όρθιοι, κρα­τώ­ντας χαρ­τιά διπλω­μέ­να, κι έδει­χναν με το χέρι, σαν να μετρού­σαν τον χώρο με λέξεις. Δεν άκου­σα τι είπαν. Μα είδα τον Ζιώ­γα να σφίγ­γει τα χεί­λη και να κατε­βά­ζει το βλέμ­μα για μια στιγ­μή. Η εξου­σία δεν κατα­λά­βαι­νε από καμά­ρες, από ισορ­ρο­πία και βάρος. Κατα­λά­βαι­νε από σφρα­γί­δες και υπογραφές.

Όταν έφυ­γαν, ο τόπος έμοια­ζε πιο βαρύς.

«Θέλουν χρό­νο», μας είπε αργό­τε­ρα. «Χαρ­τιά, άδειες, αναμονή.»

Κοί­τα­ξε γύρω του τους μαστόρους.

«Μα ο χρό­νος δεν τρέ­φει ανθρώπους.»

Κεφά­λαιο Δέκα­το Έβδο­μο – Ρωγ­μή στο μπουλούκι

Η καθυ­στέ­ρη­ση έφε­ρε γκρί­νια, κι η γκρί­νια ρωγ­μές. Στην αρχή ήταν ψίθυ­ροι, λόγια ειπω­μέ­να χαμη­λά, πίσω από πλά­τες. Ένας μάστο­ρας είπε πως έπρε­πε να φύγου­με πριν χαλά­σει η φήμη μας. Άλλος πως ο Ζιώ­γας πήρε ρίσκο μεγά­λο, πως το γεφύ­ρι θα μας κυνη­γή­σει κι αλλού. Τα λόγια δεν ήταν δυνα­τά, μα πλή­γω­ναν περισ­σό­τε­ρο από φωνές. Για­τί έμπαι­ναν σιγά, όπως μπαί­νει το νερό σε ρωγ­μή. Ένα βρά­δυ, κοντά στη φωτιά, ο καβγάς άνα­ψε. Κάποιος πέτα­ξε ένα ξύλο πιο δυνα­τά απ’ όσο χρειαζόταν.

«Κι αν πέσει το γεφύ­ρι;» είπε. «Κι αν πέσει η φήμη μας; Τι θα απογίνουμε;»

Ο Ζιώ­γας σηκώ­θη­κε όρθιος. Δεν φώναξε.

«Η φήμη δεν πέφτει από ανα­μο­νή», είπε ήσυ­χα. «Πέφτει από λάθος.»

Κανείς δεν μίλη­σε άλλο. Η φωτιά έτρι­ζε. Κι όλοι κατα­λά­βα­με πως, αν έσπα­γε το μπου­λού­κι, δεν θα το ’κανε η εξου­σία, αλλά εμείς.

Κεφά­λαιο Δέκα­το Όγδοο – Η μύηση

Ένα πρωί ο πρω­το­μά­στο­ρας με φώνα­ξε κοντά του. Δεν με κοί­τα­ζε αυστη­ρά· με κοί­τα­ζε σαν να ζύγι­ζε κάτι που είχε και­ρό στο νου του. Μου έδω­σε μια πέτρα μικρή, καμα­ρό­πε­τρα, όχι από εκεί­νες που μπαί­νουν στο έργο.

«Θα την πελε­κή­σεις», είπε. «Όχι για το γεφύ­ρι. Για σένα.»

Κάθι­σα παρά­με­ρα και δού­λε­ψα ώρες. Το χέρι μου πόνε­σε, ο καρ­πός έτρε­με. Κάθε χτύ­πη­μα έπρε­πε να ’ναι μετρη­μέ­νο. Η πέτρα δεν συγ­χω­ρεί τον θυμό ούτε τη βια­σύ­νη. Όταν τελεί­ω­σα, την πήρε στα χέρια του, την γύρι­σε, την κοί­τα­ξε στο φως.

«Τώρα είσαι μαστο­ρό­που­λο», είπε. «Όχι ψυχογιός.»

Δεν χαμο­γέ­λα­σε. Μα εγώ ένιω­σα το βάρος να αλλά­ζει. Ήταν ίδιο και δια­φο­ρε­τι­κό μαζί.

Κεφά­λαιο Δέκα­το Ένα­το – Η αναχώρηση

Τα γρό­σια ήρθαν τελι­κά, λίγα και κομ­μέ­να. Όχι όπως τα περί­με­ναν οι μαστό­ροι, μα αρκε­τά για να μη φύγου­με άπρα­γοι. Ο Ζιώ­γας δεν είπε λέξη. Τα μοί­ρα­σε δίκαια, όπως έκα­νε πάντα, χωρίς παράπονο.

Το μπου­λού­κι ετοι­μά­στη­κε για τον δρό­μο. Τα ζώα φορ­τώ­θη­καν, τα εργα­λεία δέθη­καν, τα σχοι­νιά μαζεύ­τη­καν. Κοί­τα­ξα πίσω μου το γεφύ­ρι. Δεν ήταν πια έργο. Ήταν τόπος. Ήταν σημείο που θα έλε­γαν οι άνθρω­ποι «από δω».

Η μάνα μου στε­κό­ταν μακριά. Δεν πλη­σί­α­σε. Δεν μιλή­σα­με. Μόνο κοί­τα­ξε τα χέρια μου, κι εγώ κατά­λα­βα πως έβλε­πε άλλα απ’ όσα είχα φέρει φεύγοντας.

Κεφά­λαιο Εικο­στό – Ο δρό­μος ανοίγει

Φύγα­με πριν χαρά­ξει. Η ομί­χλη σκέ­πα­ζε το ποτά­μι, και το γεφύ­ρι έμει­νε πίσω σαν σκιά. Μαζί του άφη­σα ένα κομ­μά­τι παι­δι­κής ηλι­κί­ας που δεν θα γύριζε.

Μπρο­στά απλώ­νο­νταν άλλοι τόποι, άλλα ποτά­μια, άλλες καμά­ρες που περί­με­ναν να δοκι­μά­σουν χέρια και ψυχές. Κι άλλοι φόβοι, πιο βαθιοί.

Κι εγώ ήξε­ρα πια πως, όπου κι αν πάω, θα κου­βα­λώ μέσα μου τον ήχο της πέτρας όταν κου­μπώ­νει σωστά. Αυτόν τον ήχο που δεν ακού­γε­ται, μα κρατά.

Τέλος Πρώ­του Μέρους

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Κόνι­τσα σήμε­ρα Konitsa today

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like

Comments are closed.