Χτίζοντας τη γέφυρα της Κόνιτσας, ήμουν κι εγώ εκεί! — ΜΕΡΟΣ Β

Μπά­μπης Στέρτσος

Στα ξένα

Κεφά­λαιο πρώ­το – Ο δρό­μος που δεν γυρίζει

Ξεκι­νή­σα­με πριν ακό­μη χαρά­ξει. Η νύχτα δεν είχε παρα­δώ­σει τον τόπο στην ημέ­ρα και η υγρα­σία είχε ποτί­σει τα πάντα: τα σαμά­ρια, τα ρού­χα μας, ακό­μη και τις σκέ­ψεις. Το μπου­λού­κι προ­χω­ρού­σε αργά, χωρίς κου­βέ­ντες. Όταν οι μάστο­ρες φεύ­γουν από έναν τόπο, δεν απο­χαι­ρε­τούν. Παίρ­νουν μαζί τους τη γνώ­ση και την εμπει­ρία τους απ΄ό,τι έφτια­ξαν και αφή­νουν πίσω το έργο τους και τη σιωπή.

Είχα­με απο­μα­κρυν­θεί. Γύρι­σα και κοί­τα­ξα προς την Κόνι­τσα. Το πρω­ι­νό πού­σι σκέ­πα­ζε τον κάμπο. Το γεφύ­ρι δεν φαι­νό­ταν πια, μα ήξε­ρα πού στε­κό­ταν, σαν να το ’χα χαραγ­μέ­νο μέσα μου. Εκεί είχα αφή­σει την ενη­λι­κί­ω­σή μου, όχι με λόγια αλλά με κόπο. Ένιω­θα την καμά­ρα σαν βάρος στο στή­θος, όχι από λύπη, αλλά από ευθύ­νη. Για­τί όποιος την διέ­σχι­ζε , είχε το δικαί­ω­μα να απαι­τεί να στέ­κει στα­θε­ρή και να τον στη­ρί­ζει με ασφάλεια.

Ο δρό­μος άνοι­γε προς το Ζαγό­ρι. Παλαιά λιθό­στρω­τα καλ­ντε­ρί­μια  φαγω­μέ­να από τον χρό­νο και τα πέτα­λα, πλα­γιές από­το­μες που δεν συγ­χω­ρού­σαν λάθος. Ο Ζιώ­γας βάδι­ζε μπρο­στά. Η βέρ­γα του χτυ­πού­σε πότε πότε στο χώμα, μετρώ­ντας απο­στά­σεις που δεν φαί­νο­νταν στο μάτι. Κάθε χτύ­πος έμοια­ζε με υπεν­θύ­μι­ση: από εδώ και πέρα, κανείς δεν μας ήξερε.

Κεφά­λαιο δεύ­τε­ρο – Ξένος τόπος, ξένο βλέμμα

Το πρώ­το χωριό μας υπο­δέ­χτη­κε με βλέμ­μα­τα κλει­στά. Οι άνθρω­ποι είχαν μάθει να μετρούν τους ξένους πριν τους εμπι­στευ­τούν. Το ποτά­μι εδώ δεν ήταν μεγά­λο, μα είχε γρή­γο­ρη ροή και στε­νά περά­σμα­τα. Οι χωρια­νοί μιλού­σαν χαμη­λό­φω­να, κοι­τού­σαν τα εργα­λεία μας, ζύγι­ζαν τις κινή­σεις μας.

Ο Ζιώ­γας στά­θη­κε ώρα πολ­λή στην όχθη, χωρίς να βια­στεί. Οι άλλοι μάστο­ρες περί­με­ναν. Ήξε­ραν πως, αν μιλή­σει πριν ακού­σει τον τόπο, το έργο θα τον εκδικηθεί.

«Ο τόπος δεν θέλει λόγια», είπε τελι­κά. «Θέλει να τον σεβαστείς.»

Και τότε κατά­λα­βα πως στα ξένα δεν απο­δει­κνύ­εις την τέχνη σου με όσα έκα­νες πριν, αλλά με  το πως  θα την επι­βε­βαιώ­σεις  ξανά σε κάθε νέο έργο.

Κεφά­λαιο τρί­το – Χωρίς δίχτυ

Εδώ δεν ήμουν πια το παι­δί της Κόνι­τσας. Το κατά­λα­βα από την πρώ­τη μέρα. Κανείς δεν ήξε­ρε από πού ερχό­μουν, ούτε τι είχα αφή­σει πίσω μου. Δεν υπήρ­χαν γνω­στά πρό­σω­πα, ούτε βλέμ­μα­τα που να με λογα­ριά­ζουν δια­φο­ρε­τι­κά. Ήμουν ένας από τους πολ­λούς, κι αυτό ήταν η πρώ­τη αλη­θι­νή δοκι­μα­σία. Χωρίς όνο­μα, χωρίς πλά­τη, χωρίς δίχτυ.

Ο κάλ­φας δεν μου χάρι­ζε τίπο­τα. Ούτε λόγο παρα­πά­νω, ούτε βλέμ­μα παρη­γο­ριάς. Αν έκα­να λάθος, το διόρ­θω­να μόνος μου. Αν αργού­σα, έμε­να πίσω και το ήξε­ρα. Δεν υπήρ­χε κακία σ’ αυτό· υπήρ­χε κανό­νας. Εδώ ο καθέ­νας κρι­νό­ταν από ό,τι μπο­ρού­σε να κρα­τή­σει στα χέρια του.

Ο Λευ­τέ­ρης με έβα­λε μια μέρα να δια­λέ­ξω πέτρες από το σωρό. Στε­κό­ταν δίπλα μου, με τα χέρια σταυ­ρω­μέ­να, και με παρα­τη­ρού­σε χωρίς να μιλά.

«Όχι ό,τι λάμπει», μου είπε τελι­κά. «Ό,τι βαστά.»

Έσκυ­ψα και έπια­να τις πέτρες μία μία. Τις γύρι­ζα, τις ζύγι­ζα, τις χτυ­πού­σα ελα­φρά για να ακού­σω τον ήχο τους. Άλλες έβγα­ζαν κού­φιο χτύ­πο και τις άφη­να στην άκρη. Άλλες είχαν βάρος και καθα­ρό ήχο, κι αυτές τις κρα­τού­σα. Τα δάχτυ­λά μου πόνε­σαν, τα νύχια γέμι­σαν χώμα, μα δεν σταμάτησα.

Εκεί­νη τη στιγ­μή κατά­λα­βα πως το μάθη­μα δεν περ­νού­σε πια από τα λόγια στο μυα­λό, όπως στο χωριό. Περ­νού­σε από τα χέρια στο σώμα. Κι ό,τι μάθαι­νες έτσι, δεν το ξεχνού­σες ποτέ.

Κεφά­λαιο τέταρ­το – Βρα­διές γύρω από τη φωτιά

Τα βρά­δια καθό­μα­σταν γύρω από τη φωτιά, όταν πια έπε­φτε το σκο­τά­δι και το κρύο έσφιγ­γε. Οι άνθρω­ποι του χωριού έφερ­ναν ψωμί και κρα­σί, άλλο­τε λίγο, άλλο­τε περισ­σό­τε­ρο, μα οι κου­βέ­ντες έμε­ναν μετρη­μέ­νες. Ο ξένος δεν γίνε­ται δικός σου εύκο­λα, κι εμείς ήμα­σταν ακό­μη ξένοι.

Η φωτιά έτρι­ζε και φώτι­ζε τα πρό­σω­πα από κάτω, κάνο­ντάς τα να μοιά­ζουν πιο σκλη­ρά απ’ όσο ήταν. Άκου­γα περισ­σό­τε­ρο απ’ ό,τι μιλού­σα. Ιστο­ρί­ες για γεφύ­ρια που έπε­σαν την πρώ­τη χρο­νιά, για μάστο­ρες που χάθη­καν στο νερό χωρίς να προ­λά­βουν να φωνά­ξουν, για τόπους που δεν δέχο­νται ανθρώ­πι­νο χέρι όσο κι αν το παλέψεις.

Άλλες ιστο­ρί­ες ήταν αλη­θι­νές, το ένιω­θες από τον τρό­πο που στα­μα­τού­σε η φωνή. Άλλες ήταν φτιαγ­μέ­νες από φόβο, από στό­μα­τα που είχαν ανά­γκη να εξη­γή­σουν το άγνω­στο. Μα όλες είχαν το ίδιο βάρος: μας θύμι­ζαν πως η πέτρα δεν συγ­χω­ρεί αλα­ζο­νεία και πως το νερό δεν σέβε­ται την πρόθεση.

Κάποια νύχτα άκου­σα έναν γέρο να λέει, σχε­δόν ψιθυ­ρι­στά, πως κάθε γεφύ­ρι ζητά το μερί­διό του. Κανείς δεν τον διόρ­θω­σε. Κανείς δεν συμ­φώ­νη­σε ανοι­χτά. Η φωτιά μόνο έσκα­σε ένα κλαδί.

Δεν μίλη­σα. Είχα μάθει πια πως ο φόβος, όταν τον αγνο­είς, μεγα­λώ­νει. Κι εκεί, γύρω από τη φωτιά, άρχι­σα να κατα­λα­βαί­νω πως η μαστο­ριά δεν είναι μόνο να χτί­ζεις πέτρα. Είναι να μαθαί­νεις να στέ­κε­σαι δίπλα στον φόβο χωρίς να κάνεις πίσω.

Κεφά­λαιο πέμ­πτο – Το νήμα

Μια μέρα ο Ζιώ­γας με φώνα­ξε κοντά του χωρίς να υψώ­σει τη φωνή. Στε­κό­ταν λίγο πιο πέρα από το τόξο, εκεί όπου η σκιά έκο­βε τον ήλιο στα δύο. Στο χέρι του κρα­τού­σε το νήμα, τυλιγ­μέ­νο προ­σε­κτι­κά, σαν κάτι εύθραυ­στο. Μου το έδω­σε χωρίς πολ­λά λόγια.

«Θα το κρα­τάς εσύ», είπε.

Τα χέρια μου πάγω­σαν. Το νήμα δεν είναι απλό σκοι­νί· είναι μάτι και κρί­ση μαζί. Αν φύγει έστω μια ανά­σα από τη γραμ­μή του, το λάθος περ­νά στην πέτρα και μένει εκεί για πάντα. Στά­θη­κα ακί­νη­τος, με την ανα­πνοή κομ­μέ­νη, νιώ­θο­ντας το βάρος του όχι στο χέρι, αλλά στο στήθος.

Οι πέτρες ανέ­βαι­ναν μία μία. Ο ήχος του σφυ­ριού, το τρί­ξι­μο του ξύλου, το βου­η­τό του ποτα­μού από κάτω· όλα έμοια­ζαν πιο δυνα­τά. Κι εγώ κρα­τού­σα τη γραμ­μή τους, προ­σπα­θώ­ντας να μην αφή­σω τον φόβο να μου τρέ­μει το χέρι. Δεν σήκω­σα το βλέμ­μα ούτε στιγ­μή. Ήξε­ρα πως, αν χαθώ, θα χαθεί μαζί μου όλο το έργο.

Ώρες μετά, όταν η δου­λειά τελεί­ω­σε, ο πρω­το­μά­στο­ρας δεν είπε τίπο­τα. Μα στο βλέμ­μα του, καθώς μάζευε τα εργα­λεία, είδα κάτι που δεν είχα ξανα­δεί: όχι έπαι­νο, όχι έλε­ος· εμπι­στο­σύ­νη. Και κατά­λα­βα πως το νήμα δεν κρα­τά μόνο πέτρες. Κρα­τά ανθρώπους.

Κεφά­λαιο έκτο – Το πρώ­το μερίδιο

Το γεφύ­ρι τελεί­ω­σε αθό­ρυ­βα, όπως τελειώ­νουν τα σωστά πράγ­μα­τα. Μικρό, χαμη­λό, μα στέ­ρεο. Δεν είχε μεγα­λείο, είχε όμως ισορ­ρο­πία. Οι χωρια­νοί μαζεύ­τη­καν από νωρίς. Πέρα­σαν πρώ­τοι διστα­κτι­κά, άλλοι με φόβο, άλλοι με περιέρ­γεια, πατώ­ντας την πέτρα σαν να δοκί­μα­ζαν αν αντέχει.

Ένας γέρος στά­θη­κε στη μέση, έκα­νε τον σταυ­ρό του και συνέ­χι­σε. Κάποιος άλλος άφη­σε ένα νόμι­σμα πάνω στην πέτρα, σαν τάμα. Δεν το πήρε κανείς. Έμει­νε εκεί, να γυα­λί­ζει λίγο στο φως.

Το βρά­δυ, κοντά στη φωτιά, ο Ζιώ­γας με φώνα­ξε. Έβγα­λε από το που­γκί του το μερί­διό μου και μου το έδω­σε στο χέρι.

«Η δου­λειά πλη­ρώ­νε­ται», είπε. «Και η ευθύνη.»

Κοί­τα­ξα το κέρ­μα στην παλά­μη μου. Δεν ήταν το ποσό. Ήταν το βάρος του. Για­τί ήξε­ρα πια πως, από εδώ και πέρα, ό,τι θα χτι­ζό­ταν, καλό ή κακό, θα με ακο­λου­θού­σε. Το πρώ­το μου μερί­διο δεν ήταν χρή­μα· ήταν δέσιμο.

Κεφά­λαιο έβδο­μο – Ο δρό­μος ανοίγει

Φύγα­με πριν χαρά­ξει, όπως πάντα. Η ομί­χλη σκέ­πα­ζε τον τόπο και το ποτά­μι ακου­γό­ταν χωρίς να φαί­νε­ται. Τα ζώα φορ­τώ­θη­καν σιω­πη­λά, τα εργα­λεία δέθη­καν, κι ο δρό­μος άνοι­ξε μπρο­στά μας σαν υπό­σχε­ση και σαν απει­λή μαζί.

Άλλο ποτά­μι μας περί­με­νε, άλλος τόπος, άλλος φόβος. Κι εγώ περ­πα­τού­σα πια αλλιώς. Δεν ήμουν απλώς στο μπου­λού­κι για να κου­βα­λώ και να μαθαί­νω από μακριά. Το μπου­λού­κι είχε γίνει ο δρό­μος μου.

Και καθώς απο­μα­κρυ­νό­μα­σταν, κατά­λα­βα πως δεν γυρ­νού­σα πια πίσω στον ίδιο άνθρω­πο που είχα αφή­σει. Ο δρό­μος είχε ανοί­ξει. Και μαζί του άνοι­γα κι εγώ.

Κεφά­λαιο όγδοο – Το έργο που μεγά­λω­σε τη σκιά

Ο επό­με­νος τόπος μάς βρή­κε βαθιά στα βου­νά. Το ποτά­μι δεν ήταν πλα­τύ, μα κατέ­βαι­νε από­το­μα, με νερό κρύο και θυμω­μέ­νο, σαν να ’χε μάθει να μη συγ­χω­ρεί. Οι χωρια­νοί μίλη­σαν για γεφύ­ρι μεγά­λο, πιο μεγά­λο απ’ ό,τι είχα­με πιά­σει ως τότε στο Ζαγό­ρι. Ο Ζιώ­γας δεν είπε ναι αμέ­σως. Περ­πά­τη­σε την κοί­τη από άκρη σε άκρη, μέτρη­σε τα πρα­νή, άκου­σε το νερό. Όταν μίλη­σε, ήταν αργά το βράδυ.

«Θα το πιά­σου­με», είπε. «Μα θέλει υπο­μο­νή και καθα­ρό μυαλό.»

Εκεί­νη τη νύχτα ένιω­σα τη σκιά του έργου να μεγα­λώ­νει. Δεν ήταν φόβος μόνο· ήταν ευθύ­νη που απλω­νό­ταν πάνω μας σαν βαρύ πανί.

Κεφά­λαιο ένα­το – Το αντί­πα­λο μπουλούκι

Δεν άργη­σαν να φανούν. Ένα άλλο μπου­λού­κι, από χαμη­λό­τε­ρα μέρη, είχε φτά­σει στο χωριό πριν από εμάς. Οι άνθρω­ποί του κοι­τού­σαν τα εργα­λεία μας με βλέμ­μα που δεν έκρυ­βε τη σύγκρι­ση. Οι χωρια­νοί δίστα­ζαν. Η φήμη είναι νόμι­σμα που αλλά­ζει χέρια εύκολα.

Οι δυο πρω­το­μά­στο­ρες συνα­ντή­θη­καν στην όχθη. Δεν αντάλ­λα­ξαν πολ­λά. Λίγες κου­βέ­ντες, μετρη­μέ­νες. Η τέχνη δεν φωνά­ζει. Μα όλοι κατα­λά­βα­με πως το έργο αυτό δεν ήταν μόνο πέτρα· ήταν κρίση.

Κεφά­λαιο δέκα­το – Η βιασύνη

Οι μέρες άρχι­σαν να κυλούν βαριά, σαν να τις έσπρω­χνε κάτι από πίσω. Οι χωρια­νοί κατέ­βαι­ναν συχνό­τε­ρα στο ποτά­μι, στέ­κο­νταν στην όχθη, μετρού­σαν με το μάτι την πρό­ο­δο, αντάλ­λασ­σαν βλέμ­μα­τα. Δεν ρωτού­σαν πάντα, μα η ανυ­πο­μο­νη­σία τους ήταν φανε­ρή. Ήθε­λαν πέρα­σμα πριν έρθουν τα μεγά­λα νερά, πριν κλεί­σουν οι δρό­μοι, πριν χαθεί η ευκαιρία.

Το αντί­πα­λο μπου­λού­κι φαι­νό­ταν έτοι­μο να πάρει την δου­λειά. Οι άνθρω­ποί του περ­νού­σαν συχνά από κοντά μας, όχι προ­κλη­τι­κά, αλλά αρκε­τά ώστε να θυμί­ζουν πως ο χρό­νος δεν δου­λεύ­ει για όλους το ίδιο. Η σύγκρι­ση πλα­νιό­ταν στον αέρα. Κάποιοι από τους δικούς μας άρχι­σαν να μιλούν χαμη­λό­φω­να για συντό­μευ­ση, για μικρές παρα­χω­ρή­σεις που «δεν θα φαίνονταν».

Ο Ζιώ­γας το κατά­λα­βε πριν καν το πουν καθαρά.

Στά­θη­κε μπρο­στά τους, χωρίς φωνή, χωρίς θυμό.

«Η πέτρα δεν βιά­ζε­ται», είπε. «Κι όποιος τη βιά­ζει, τον θυμάται.»

Τα λόγια του έκο­ψαν τη συζή­τη­ση, μα όχι την πίε­ση. Εκεί­νη έμει­νε. Την ένιω­θα κι εγώ, βαθιά στο στή­θος, κάθε φορά που κρα­τού­σα το νήμα και έβλε­πα τα μάτια των άλλων να καρ­φώ­νο­νται πάνω στην καμά­ρα, όχι με σεβα­σμό πια, αλλά με απαίτηση.

Κεφά­λαιο ενδέ­κα­το – Η νύχτα του λάθους

Το λάθος δεν έγι­νε με θόρυ­βο. Δεν έσπα­σε πέτρα, δεν έτρι­ξε ξύλο. Έγι­νε σιω­πη­λά, σχε­δόν ευγε­νι­κά. Μια καμα­ρό­πε­τρα κάθι­σε λίγο πιο ρηχά απ’ όσο έπρε­πε. Όχι τόσο ώστε να φανεί σε όποιον δεν ήξε­ρε να βλέ­πει. Εγώ το είδα. Το ένιω­σα στο χέρι μου, στο τέντω­μα του νήμα­τος. Έφυ­γε μια ανά­σα. Μια στιγ­μή που θα μπο­ρού­σα να μιλή­σω, να σηκώ­σω το βλέμ­μα, να πω μια λέξη. Δεν το έκα­να. Σκέ­φτη­κα τον χρό­νο, τα βλέμ­μα­τα, την πίε­ση. Σκέ­φτη­κα πως ίσως κρατήσει.

Τη νύχτα ο ποτα­μός άλλα­ξε φωνή. Δεν φού­σκω­σε. Δεν αγρί­ε­ψε. Μα ο ήχος του ήταν άλλος, βαθύ­τε­ρος, σαν προει­δο­ποί­η­ση. Κι εγώ ήξερα.

Κεφά­λαιο δωδέ­κα­το – Το τίμημα

Το πρωί η ζημιά φάνη­κε καθα­ρά. Όχι κατάρ­ρευ­ση· μετα­τό­πι­ση. Μια ανε­παί­σθη­τη αλλα­γή που όμως έφτα­νε για να παγώ­σει τον αέρα. Οι μαστό­ροι στά­θη­καν γύρω από την καμά­ρα χωρίς να μιλούν.

Ο Ζιώ­γας πλη­σί­α­σε. Κοί­τα­ξε για ώρα, ακί­νη­τος. Δεν ρώτη­σε ποιος. Δεν χρεια­ζό­ταν. Το βλέμ­μα του πήγε κατευ­θεί­αν εκεί που έπρε­πε. Προ­σπα­θή­σα­με να διορ­θώ­σου­με. Με προ­σο­χή, με κόπο, με τον φόβο να βαραί­νει τα χέρια. Κι τότε έγι­νε το κακό. Ένας μάστο­ρας γλί­στρη­σε. Δεν φώνα­ξε. Δεν πρό­λα­βε. Το νερό τον πήρε όπως παίρ­νει ό,τι του ανή­κει. Τον είδα να χάνε­ται χωρίς κραυ­γή. Το ποτά­μι δεν χρειά­ζε­ται μάρτυρες.

Η σιω­πή που έπε­σε μετά δεν ήταν ανθρώ­πι­νη. Ήταν από εκεί­νες που δεν φεύ­γουν ποτέ από μέσα σου.

 Κεφά­λαιο δέκα­το τρί­το – Η αλήθεια

Το βρά­δυ δεν άντε­ξα άλλο. Στά­θη­κα μπρο­στά στον Ζιώ­γα και μίλη­σα. Είπα για το νήμα. Για τη στιγ­μή που το ένιω­σα να φεύ­γει. Για την ανά­σα που δεν κράτησα.

Με άκου­σε χωρίς να με δια­κό­ψει. Δεν σήκω­σε το κεφά­λι, δεν άλλα­ξε στά­ση. Όταν τελεί­ω­σα, πέρα­σε λίγη ώρα πριν μιλήσει.

«Η τέχνη πλη­ρώ­νε­ται», είπε. «Κι η αλή­θεια επίσης.»

Περί­με­να την από­φα­ση. Δεν με έδιω­ξε. Δεν με δικαιο­λό­γη­σε. Μα η νύχτα εκεί­νη με μεγά­λω­σε πιο γρή­γο­ρα απ’ ό,τι όλα τα προη­γού­με­να χρό­νια μαζί.

Κεφά­λαιο δέκα­το τέταρ­το – Το ξαναδέσιμο

Ξανα­πιά­σα­με το έργο από την αρχή, στο πλη­γω­μέ­νο σημείο, σαν να ακου­μπού­σα­με τραύ­μα που δεν είχε ακό­μη κλεί­σει. Δεν υπήρ­χε θυμός πια, ούτε βια­σύ­νη. Μόνο προ­σο­χή. Οι φωνές κόπη­καν από μόνες τους, λες και δεν ταί­ρια­ζαν πια στον τόπο. Το μόνο που ακου­γό­ταν ήταν το χτύ­πη­μα του σφυ­ριού και το τρί­ξι­μο της πέτρας καθώς καθά­ρι­ζε την πέτρα.

Τα χέρια δού­λευαν μηχα­νι­κά, μα το μυα­λό ήταν ξύπνιο, άγρυ­πνο. Κάθε κίνη­ση μετρη­μέ­νη, κάθε λιθά­ρι ζυγι­σμέ­νο διπλά. Δεν υπήρ­χε χώρος για επί­δει­ξη. Τώρα δου­λεύ­α­με για να στα­θεί το έργο, όχι για να σωθεί η τιμή μας. Κι όμως, μέσα σε εκεί­νη τη σιω­πή, κατα­λά­βαι­να πως η τιμή ήταν ακρι­βώς αυτό που χτί­ζα­με ξανά.

Το αντί­πα­λο μπου­λού­κι έφυ­γε. Όχι με φωνές, ούτε με κατά­ρες. Μάζε­ψαν τα εργα­λεία τους αθό­ρυ­βα, φόρ­τω­σαν τα ζώα και χάθη­καν στον δρό­μο, σαν να μην ήθε­λαν μάρ­τυ­ρες. Κανείς δεν τους χαι­ρέ­τη­σε. Η φήμη δεν αγο­ρά­ζε­ται· χτί­ζε­ται. Πέτρα την πέτρα. Και πλη­ρώ­νε­ται ακρι­βά, πρώ­τα με κόπο και ύστε­ρα με υπομονή.

Όταν η καμά­ρα στά­θη­κε ξανά, δεν ακού­στη­κε ανα­κού­φι­ση. Ο Ζιώ­γας στά­θη­κε κάτω της για ώρα, με το βλέμ­μα σηκω­μέ­νο, όπως στέ­κε­ται κανείς μπρο­στά σε κάτι που τον ξεπέ­ρα­σε. Δεν έκα­νε τον σταυ­ρό του αυτή τη φορά. Μόνο ακού­μπη­σε την πέτρα με την παλά­μη του.

Η καμά­ρα δεν ήταν πια αθώα. Είχε περά­σει από λάθος και διόρ­θω­ση, από φόβο και σιω­πή. Μα γι’ αυτό ακρι­βώς ήταν αλη­θι­νή. Κι εγώ κατά­λα­βα τότε πως ό,τι κρα­τά στον κόσμο αυτόν, δεν κρα­τά για­τί δεν έσφα­λε ποτέ· κρα­τά για­τί κάποιος στά­θη­κε και το ξανάδεσε.

Κεφά­λαιο δέκα­το πέμ­πτο – Σιω­πη­λή αναγνώριση

Ο Ζιώ­γας μού έδω­σε ξανά το νήμα χωρίς να το προ­σέ­ξουν οι άλλοι. Δεν το έκα­νε μπρο­στά στο μπου­λού­κι, ούτε το συνό­δε­ψε με λόγια που θα μπο­ρού­σαν να παρε­ξη­γη­θούν ή να ζηλέ­ψουν. Το πέρα­σε απλώς στο χέρι μου, σαν να ’ταν το πιο φυσι­κό πράγ­μα στον κόσμο. Για μια στιγ­μή δίστα­σα. Το νήμα είχε γίνει για μένα βάρος και φόβος μαζί. Ήξε­ρα πια τι μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει μια μόνο ανά­σα απρο­σε­ξί­ας. Κι όμως, όταν το κρά­τη­σα, το ένιω­σα αλλιώς. Όχι σαν εργα­λείο, αλλά σαν ευθύ­νη που μου παρα­δι­νό­ταν ξανά, αυτή τη φορά με γνώση.

Τα χέρια μου ήταν στα­θε­ρά. Όχι επει­δή δεν φοβό­μουν, αλλά επει­δή είχα μάθει να μην αφή­νω τον φόβο να οδη­γεί. Ο Ζιώ­γας με κοί­τα­ξε για λίγο. Το βλέμ­μα του δεν είχε πια έλεγ­χο· είχε αποδοχή.

«Έμα­θες», είπε μόνο.

Δεν χρειά­στη­κε τίπο­τα άλλο. Κατά­λα­βα πως δεν υπήρ­χε μεγα­λύ­τε­ρη ανα­γνώ­ρι­ση από αυτή τη σιω­πη­λή επι­στρο­φή της εμπι­στο­σύ­νης.

Κεφά­λαιο δέκα­το έκτο – Ο δρό­μος συνεχίζεται

Φύγα­με πάλι πριν χαρά­ξει. Όπως πάντα. Η ανα­χώ­ρη­ση είχε γίνει συνή­θεια, μα ποτέ εύκο­λη. Το μπου­λού­κι ήταν μικρό­τε­ρο. Ένα όνο­μα έλει­πε, κι ας μην το είπε κανείς δυνα­τά. Η απου­σία ήταν εκεί, ανά­με­σά μας, σαν κενό που δεν γέμιζε.

Τα ζώα προ­χω­ρού­σαν αργά, οι σκιές μας χάνο­νταν στο πρώ­το φως. Κανείς δεν γύρι­σε πίσω να κοι­τά­ξει. Ο δρό­μος δεν το επιτρέπει.

Κι εγώ ήξε­ρα πια κάτι που δεν ήξε­ρα όταν ξεκί­νη­σα: πως η μαστο­ριά δεν είναι να μη σφά­λεις ποτέ.
Είναι να σηκώ­νεις το βάρος όταν σφάλ­λεις και να συνε­χί­ζεις χωρίς να κρύβεσαι.

Κεφά­λαιο δέκα­το έβδο­μο – Χρό­νια του δρόμου

Τα χρό­νια που ακο­λού­θη­σαν δεν τα μέτρη­σα με ημε­ρο­λό­για. Δεν ήξε­ρα πια ποια μέρα ήταν ή ποιος μήνας. Τα μέτρη­σα με ποτά­μια. Άλλα μικρά, άλλα μεγά­λα, άλλα ύπου­λα, που άλλα­ζαν πρό­σω­πο μέσα σε μια νύχτα. Κάθε τόπος άφη­νε πάνω μας σημά­δι, κι εμείς αφή­να­με πίσω μας καμά­ρες που έπρε­πε να αντέ­ξουν όταν θα ’χαμε φύγει. Το μπου­λού­κι άλλα­ζε όπως αλλά­ζουν οι άνθρω­ποι στον δρό­μο. Κάποιοι έφευ­γαν για­τί κου­ρά­ζο­νταν, άλλοι για­τί φοβή­θη­καν, άλλοι για­τί βρή­καν αλλού ρίζα. Κι άλλοι έρχο­νταν, νέοι, άπει­ροι, με μάτια γεμά­τα ερωτήσεις.

Ο Ζιώ­γας περ­πα­τού­σε πια πιο αργά. Τα βήμα­τά του ήταν μετρη­μέ­να, μα το μάτι του έμε­νε κοφτε­ρό. Σε μένα άρχι­σε να δίνει δου­λειές που δεν δίνο­νταν πια σε μαστο­ρό­που­λο: να μετρή­σω απο­στά­σεις, να υπο­λο­γί­σω φορ­τία, να πω ένα «όχι» όταν όλοι περί­με­ναν ένα «ναι».

Κι εγώ μάθαι­να πως το πιο δύσκο­λο στην τέχνη δεν είναι να ξέρεις τι να κάνεις. Είναι να αντέ­χεις την ευθύ­νη του «αν».

Κεφά­λαιο δέκα­το όγδοο – Η πρώ­τη κρίση

Σε έναν τόπο χαμη­λό, με ποτά­μι φαρ­δύ και ύπου­λο, ο Ζιώ­γας με άφη­σε να κρα­τή­σω τον λόγο για πρώ­τη φορά. Οι χωρια­νοί είχαν μαζευ­τεί πολ­λοί. Μιλού­σαν όλοι μαζί, ζητού­σαν γρή­γο­ρο πέρα­σμα πριν έρθουν τα νερά, πριν χαθεί η σοδειά, πριν κοπεί ο δρό­μος. Ένιω­σα τα βλέμ­μα­τά τους να πέφτουν πάνω μου. Περί­με­ναν απάντηση.

«Όχι ακό­μα», είπα.

Η φωνή μου δεν έτρε­με. Κι αυτό με ξάφ­νια­σε περισ­σό­τε­ρο απ’ όλους. Κάποιοι αγα­νά­κτη­σαν. Άλλοι χαμο­γέ­λα­σαν ειρω­νι­κά, σαν να έλε­γαν πως ένας νέος δεν ξέρει από τέτοια. Ο Ζιώ­γας δεν μίλη­σε. Έμει­νε λίγο πιο πίσω, σιω­πη­λός. Το βρά­δυ, γύρω από τη φωτιά, έγει­ρε προς το μέρος μου.

«Σήμε­ρα έγι­νες κάλ­φας», είπε.

Δεν ένιω­σα χαρά. Ένιω­σα βάρος. Και κατά­λα­βα πως έτσι έρχε­ται πάντα η ευθύνη.

 Κεφά­λαιο δέκα­το ένα­το – Όταν ο πρω­το­μά­στο­ρας σωπαίνει

Ένα χει­μω­νιά­τι­κο πρω­ι­νό ο Ζιώ­γας δεν σηκώ­θη­κε. Το κατα­λά­βα­με πριν ακό­μα το πει κανείς. Η φωτιά είχε ανά­ψει, μα εκεί­νος έμει­νε καθι­σμέ­νος κοντά της, με την πλά­τη σκυ­φτή και τα μάτια χαμη­λω­μέ­να. Το κρύο είχε μπει στα κόκα­λά του χρό­νια πριν, χωρίς να το κατα­λά­βει· τότε που στε­κό­ταν με τις ώρες μέσα στο νερό, τότε που δεν άφη­νε τον εαυ­τό του να λογα­ριά­σει πόσο αντέχει.

Κρα­τού­σε τα χέρια του ανοι­χτά μπρο­στά στη φλό­γα και τα κοι­τού­σε σαν να τα έβλε­πε πρώ­τη φορά. Ήταν χέρια δου­λε­μέ­να, σκλη­ρά, γεμά­τα γραμ­μές και σημά­δια, μα εκεί­νο το πρω­ι­νό έμοια­ζαν βαριά, κου­ρα­σμέ­να από όσα είχαν σηκώσει.

«Η πέτρα βαραί­νει», είπε μόνο.

Δεν υπήρ­χε παρά­πο­νο στη φωνή του. Ούτε πίκρα. Μόνο παρα­δο­χή. Σαν να έλε­γε κάτι που ήξε­ρε και­ρό, μα δεν το είχε τολ­μή­σει να ξεστο­μί­σει. Κανείς δεν απά­ντη­σε. Η φωτιά έτρι­ξε, ο αέρας σφύ­ρι­ξε έξω από το κατά­λυ­μα, κι εμείς μεί­να­με ακί­νη­τοι, περιμένοντας.

Εκεί­νη τη μέρα δεν έδω­σε οδη­γί­ες. Δεν διόρ­θω­σε κινή­σεις. Δεν σήκω­σε το βλέμ­μα όταν οι πέτρες ανέ­βαι­ναν. Κι όμως, ήταν παρών πιο πολύ από ποτέ. Η σιω­πή του μας βάραι­νε περισ­σό­τε­ρο από κάθε προ­στα­γή. Τότε κατά­λα­βα πως η τέχνη δεν περ­νά από χέρια σε χέρια με λόγια και συμ­βου­λές. Δεν μετα­δί­δε­ται με εντο­λές ούτε με διδα­σκα­λί­ες. Περ­νά όταν ο άλλος σωπαί­νει και περι­μέ­νει να μιλή­σεις εσύ· όταν κάνει ένα βήμα πίσω για να δεις αν μπο­ρείς να στα­θείς μπροστά.

Κι εκεί, μέσα σε εκεί­νη τη σιω­πή, ένιω­σα για πρώ­τη φορά πως το βάρος που ερχό­ταν δεν ήταν της πέτρας. Ήταν της ευθύνης.

 Κεφά­λαιο εικο­στό – Το όνομα

Σε ένα μικρό γεφύ­ρι, που κανείς δεν θα θυμό­ταν αν έπε­φτε, ο Ζιώ­γας δεν κατέ­βη­κε στην κοί­τη. Στά­θη­κε ψηλά και κοί­τα­ζε, όπως κοι­τά­ζει κανείς όταν θέλει να δει αν ο άλλος μπο­ρεί να στα­θεί μόνος.

«Πες τους εσύ», μου είπε.

Οι μαστό­ροι γύρι­σαν προς το μέρος μου. Για πρώ­τη φορά δεν είδα παι­δί στα μάτια τους. Είδα προσμονή.

«Θα γίνει έτσι», είπα.

Και έγι­νε.

Κεφά­λαιο εικο­στό πρώ­το – Η απώλεια

Ο Ζιώ­γας έμει­νε πίσω σ’ ένα χωριό της Πίν­δου, ένα από εκεί­να που δεν κρα­τούν τους ανθρώ­πους, μόνο τους ξεκου­ρά­ζουν για λίγο. Όχι από θάνα­το· από κόπω­ση. Το σώμα του δεν τον ακο­λου­θού­σε πια, κι εκεί­νος το ήξε­ρε καλύ­τε­ρα από όλους. Δεν πάλε­ψε μαζί του. Το δέχτη­κε όπως δεχό­ταν πάντα ό,τι δεν αλλά­ζει. Το πρωί της ανα­χώ­ρη­σης με φώνα­ξε κοντά του. Δεν υπήρ­χαν άλλοι γύρω. Μου έδω­σε τη βέρ­γα του χωρίς τελε­τές, χωρίς λόγια που βαραί­νουν περισ­σό­τε­ρο απ’ όσο αντέχουν.

«Να ακούς τον τόπο», είπε. «Και να θυμά­σαι ποιος πλή­ρω­σε για να μάθεις.»

Δεν αγκα­λια­στή­κα­με. Δεν είπα­με περισ­σό­τε­ρα. Ο δρό­μος δεν το επι­τρέ­πει. Όταν γύρι­σα να τον κοι­τά­ξω ξανά, στε­κό­ταν ακί­νη­τος, σαν κομ­μά­τι του τόπου που απο­φά­σι­σε να μεί­νει πίσω.

Δεν τον ξαναείδα.

Κεφά­λαιο εικο­στό δεύ­τε­ρο – Πρωτομάστορας

Δεν ζήτη­σα τον τίτλο. Δεν τον περί­με­να καν. Ήρθε μόνος του, όπως έρχε­ται η σκιά το από­γευ­μα, όταν ο ήλιος χαμη­λώ­νει και δεν μπο­ρείς πια να την αγνο­ή­σεις. Οι μαστό­ροι με κοί­τα­ζαν αλλιώς. Όχι με δυσπι­στία, αλλά με προσμονή.

Τα λάθη δεν συγ­χω­ρού­νταν πια. Όχι επει­δή είχαν λιγό­τε­ρη κατα­νό­η­ση, αλλά επει­δή ο λόγος μου είχε πια βάρος. Ό,τι έλε­γα, έμε­νε. Ό,τι απο­φά­σι­ζα, το κου­βα­λού­σαν όλοι.

Την πρώ­τη νύχτα δεν κοι­μή­θη­κα. Σκε­φτό­μουν όλες τις καμά­ρες που δεν έπρε­πε να πέσουν, όλα τα ποτά­μια που θα δοκί­μα­ζαν την κρί­ση μου. Και κατά­λα­βα πως η μεγα­λύ­τε­ρη μονα­ξιά δεν είναι να μένεις μόνος, αλλά να είσαι υπεύθυνος.

Κεφά­λαιο εικο­στό τρί­το – Ο δρό­μος της επιστροφής

Έπει­τα από χρό­νια, ο δρό­μος με έφε­ρε πάλι προς την Κόνι­τσα. Δεν ήταν από­φα­ση της στιγ­μής· ήταν κάτι που ωρί­μα­ζε και­ρό μέσα μου. Δεν βιά­στη­κα. Άφη­σα τον χρό­νο να με φέρει όπως φέρ­νει το νερό τα πράγ­μα­τα στη σωστή τους θέση, χωρίς σπρώ­ξι­μο, χωρίς φωνές. Ήθε­λα να φτά­σω όπως πρέ­πει· όχι σαν ξένος που γυρί­ζει από μακριά για να θυμη­θεί, αλλά σαν άνθρω­πος που επι­στρέ­φει με λογαριασμό.

Πέρα­σα από τόπους γνώ­ρι­μους και αγνώ­ρι­στους μαζί. Στρά­τες που είχα δια­βεί νέος έμοια­ζαν τώρα στε­νό­τε­ρες, όχι για­τί άλλα­ξαν, αλλά για­τί εγώ είχα αλλά­ξει. Οι άνθρω­ποι λιγό­τε­ροι, τα λόγια πιο μετρη­μέ­να. Κι όμως, κάτω από όλα αυτά, ο τόπος κρα­τού­σε τον ίδιο ρυθμό.

Όταν αντί­κρι­σα την καμά­ρα του Αώου να στέ­κει ακό­μη, στα ίδια βρά­χια, με το ίδιο τόξο να κόβει τον ουρα­νό, ένιω­σα κάτι να λυγί­ζει μέσα μου. Δεν ήταν περη­φά­νια. Δεν ήταν δικαί­ω­ση. Ήταν ησυ­χία. Ήταν ευγνω­μο­σύ­νη.   Ήταν η γνώ­ση πως κάτι που άξι­ζε, άντεξε.

Κι αυτό, ύστε­ρα από τόσα χρό­νια, ήταν αρκετό.

Ήταν ευγνω­μο­σύ­νη.

 Κεφά­λαιο εικο­στό τέταρ­το – Κάτω από την ίδια καμάρα

Πέρα­σα μόνος. Δεν ήθε­λα συντρο­φιά, ούτε λόγια. Κάποια περά­σμα­τα πρέ­πει να τα κάνεις έτσι, για να ακού­σεις όσα δεν λέγο­νται. Στά­θη­κα στο μέσο του γεφυ­ριού και άκου­σα το νερό να κυλά από κάτω, όπως τότε, όπως πάντα. Το ίδιο βου­η­τό, η ίδια υπο­μο­νή. Το γεφύ­ρι δεν μίλη­σε. Δεν έτρι­ξε. Δεν παρα­πο­νέ­θη­κε. Στε­κό­ταν εκεί, σιω­πη­λό, κάνο­ντας τη δου­λειά του. Κι αυτό ήταν η μεγα­λύ­τε­ρη δικαίωση.

Άφη­σα το χέρι μου στην πέτρα, όπως είχε κάνει κάπο­τε ο Ζιώ­γας. Η επι­φά­νειά της ήταν κρύα, μα γνώ­ρι­μη, σαν χέρι παλιού φίλου που δεν χρειά­ζε­ται να σου πει τίπο­τα. Έκλει­σα για λίγο τα μάτια και στά­θη­κα ακίνητος.

«Κρά­τη­σες», είπα χαμηλά.

Και μέσα σε εκεί­νη τη σιω­πή, ένιω­σα πως δεν μιλού­σα μόνο στο γεφύρι

Κεφά­λαιο εικο­στό πέμ­πτο – Η μνή­μη που μένει

Δεν ξέρω αν τα γεφύ­ρια θυμού­νται τους ανθρώ­πους. Ξέρω όμως πως οι άνθρω­ποι θυμού­νται τα γεφύ­ρια. Όχι για την πέτρα τους, ούτε για το ύψος ή το τόξο τους, αλλά για το πέρα­σμα που τους έδω­σαν όταν το νερό ήταν βαθύ και ο δρό­μος κομμένος.

Τα θυμού­νται για­τί κάπο­τε τα χρειά­στη­καν. Για­τί κάπο­τε στά­θη­καν μπρο­στά στο ποτά­μι και δεν υπήρ­χε άλλος τρό­πος να περά­σουν. Κι αν κάποιος περά­σει από δω χρό­νια μετά, αν στα­θεί για λίγο στη μέση της καμά­ρας και ανα­ρω­τη­θεί ποιος το ’φτια­ξε, δεν χρειά­ζε­ται να μάθει το όνο­μά μου. Ούτε να το ψάξει.

Φτά­νει να ξέρει πως κάποιοι στά­θη­καν απέ­να­ντι στο νερό, το κοί­τα­ξαν κατά­μα­τα και δεν έκα­ναν πίσω. Πως μέτρη­σαν, έσφα­λαν, διόρ­θω­σαν και ξανα­μέ­τρη­σαν. Για­τί έτσι χτί­ζο­νται τα περά­σμα­τα. Και έτσι κρατιούνται.

Όσο αυτά τα γεφύ­ρια στέ­κουν, στέ­κει κι εκεί­νη η από­φα­ση: να μην υπο­χω­ρή­σεις. Κι αυτό,
για έναν άνθρω­πο της πέτρας, είναι αρκετό.

Το γεφύ­ρι κρά­τη­σε. Κι εγώ μαζί του.

Το νερό πέρα­σε. Η πέτρα έμεινε.

Τέλος

 

Επί­με­τρο

Οι άνθρω­ποι της πέτρας

Οι άνθρω­ποι που δού­λε­ψαν την πέτρα δεν άφη­σαν πίσω τους ημε­ρο­λό­για. Δεν έγρα­ψαν απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, ούτε φρό­ντι­σαν να κρα­τή­σουν το όνο­μά τους. Άφη­σαν έργα. Κι αυτά, όσο στέ­κουν, μιλούν για λογα­ρια­σμό τους.

Στην Ήπει­ρο και στα βου­νά της Πίν­δου, από τον 18ο έως και τα τέλη του 19ου αιώ­να, ανα­πτύ­χθη­κε μια μονα­δι­κή παρά­δο­ση λαϊ­κής τεχνι­κής: οι μάστο­ρες της πέτρας, οργα­νω­μέ­νοι σε μπου­λού­κια, περι­πλα­νώ­με­να συνερ­γεία με αυστη­ρή ιεραρ­χία και άγρα­φους κανό­νες. Πρω­το­μά­στο­ρες, καλ­φά­δες, μαστό­ροι και μαστο­ρό­που­λα σχη­μά­τι­ζαν έναν κόσμο κλει­στό, αυτάρ­κη και σκλη­ρό, όπου η γνώ­ση περ­νού­σε από τα χέρια στο σώμα και από τη σιω­πή στην πράξη.

Τα γεφύ­ρια, τα καλ­ντε­ρί­μια, τα σπί­τια, τα μαντριά και τα ξωκλή­σια δεν ήταν για εκεί­νους μνη­μεία. Ήταν δοκι­μα­σί­ες. Κάθε πέτρα έπρε­πε να καθί­σει σωστά, όχι μόνο για να αντέ­ξει το βάρος, αλλά για να αντέ­ξει τον χρό­νο και το νερό. Η φύση δεν συγ­χω­ρού­σε λάθη, και η τέχνη τους γεν­νή­θη­κε μέσα από αυτή τη σκλη­ρή απαί­τη­ση και προσμονή.

Η μαστο­ριά δεν ήταν επάγ­γελ­μα· ήταν τρό­πος ζωής. Ο μάστο­ρας δεν ανή­κε σε τόπο, ανή­κε στον δρό­μο. Έφευ­γε την άνοι­ξη και γύρι­ζε τον χει­μώ­να, αν γύρι­ζε. Πολ­λοί έμει­ναν για πάντα στα ξένα, όχι από θάνα­το, αλλά για­τί η πέτρα τούς κρά­τη­σε. Άλλοι χάθη­καν στα ποτά­μια, άλλοι στη λήθη. Μα τα έργα τους έμειναν.

Γύρω από αυτά τα έργα πλέ­χτη­καν φόβοι, θρύ­λοι και δοξα­σί­ες. Η αγω­νία της θεμε­λί­ω­σης, το άγνω­στο που κρυ­βό­ταν κάτω από το νερό, η πίστη πως κάθε μεγά­λο έργο ζητά αντί­τι­μο, γέν­νη­σαν μύθους για στοι­χειώ­μα­τα και θυσί­ες. Όχι για­τί οι άνθρω­ποι ήταν αφε­λείς, αλλά για­τί ήξε­ραν πως η δημιουρ­γία έχει πάντα κόστος.

Το γεφύ­ρι της Κόνι­τσας, με το μεγά­λο μονό­το­ξο του Αώου, χτι­σμέ­νο το 1870 από τον πρω­το­μά­στο­ρα Ζιώ­γα Φρόν­τζο από την Πυρ­σό­γιαν­νη, δεν είναι απλώς ένα τεχνι­κό επί­τευγ­μα. Είναι η συμπύ­κνω­ση αυτής της εμπει­ρί­ας: γνώ­ση, ρίσκο, πίστη και σιω­πή. Δεν γρά­φει επά­νω του ποιος το έχτι­σε. Δεν το χρειάζεται.

Η  αφή­γη­ση βασί­ζε­ται σε ιστο­ρι­κά και λαο­γρα­φι­κά δεδο­μέ­να, χωρίς να ανα­πα­ρι­στά συγκε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα. Οι χαρα­κτή­ρες είναι προ­ϊ­όν μυθο­πλα­σί­ας, φέρουν όμως τη μνή­μη και την εμπει­ρία πραγ­μα­τι­κών κοι­νω­νι­κών ομά­δων και τεχνιτών

Το παρόν μυθι­στό­ρη­μα δεν φιλο­δο­ξεί να αφη­γη­θεί τη ζωή ενός μόνο ανθρώ­που. Ο Στέρ­γιος είναι ένας από τους πολ­λούς. Ένας φαντα­στι­κός φορέ­ας μιας πραγ­μα­τι­κής μνή­μης. Μέσα από τη δική του δια­δρο­μή τιμώ­νται όλοι εκεί­νοι που στά­θη­καν απέ­να­ντι στο ποτά­μι, μέτρη­σαν τον τόπο με το μάτι και το σώμα, κι έδε­σαν πέτρα με πέτρα χωρίς να ξέρουν αν το έργο τους θα τους ξεπεράσει.

Οι άνθρω­ποι της πέτρας δεν ζητού­σαν ανα­γνώ­ρι­ση. Ζητού­σαν μόνο ένα πράγ­μα: να κρατήσει.

Και όσο κρα­τά, είναι ακό­μη εδώ.

 

 

Αφιε­ρω­μέ­νο στον ηπει­ρώ­τη παπ­πού μου Χαρά­λα­μπο Στέρ­τσο που μαζί με άλλους ηπει­ρώ­τες μαστό­ρους εργά­στη­καν στην κατα­σκευή του φράγ­μα­τος της λίμνης του Μαρα­θώ­να  μετα­ξύ των ετών 1926 – 1929

 

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Κόνι­τσα σήμε­ρα Konitsa today

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like

Comments are closed.