Μπάμπης Στέρτσος
Στα ξένα
Κεφάλαιο πρώτο – Ο δρόμος που δεν γυρίζει
Ξεκινήσαμε πριν ακόμη χαράξει. Η νύχτα δεν είχε παραδώσει τον τόπο στην ημέρα και η υγρασία είχε ποτίσει τα πάντα: τα σαμάρια, τα ρούχα μας, ακόμη και τις σκέψεις. Το μπουλούκι προχωρούσε αργά, χωρίς κουβέντες. Όταν οι μάστορες φεύγουν από έναν τόπο, δεν αποχαιρετούν. Παίρνουν μαζί τους τη γνώση και την εμπειρία τους απ΄ό,τι έφτιαξαν και αφήνουν πίσω το έργο τους και τη σιωπή.
Είχαμε απομακρυνθεί. Γύρισα και κοίταξα προς την Κόνιτσα. Το πρωινό πούσι σκέπαζε τον κάμπο. Το γεφύρι δεν φαινόταν πια, μα ήξερα πού στεκόταν, σαν να το ’χα χαραγμένο μέσα μου. Εκεί είχα αφήσει την ενηλικίωσή μου, όχι με λόγια αλλά με κόπο. Ένιωθα την καμάρα σαν βάρος στο στήθος, όχι από λύπη, αλλά από ευθύνη. Γιατί όποιος την διέσχιζε , είχε το δικαίωμα να απαιτεί να στέκει σταθερή και να τον στηρίζει με ασφάλεια.
Ο δρόμος άνοιγε προς το Ζαγόρι. Παλαιά λιθόστρωτα καλντερίμια φαγωμένα από τον χρόνο και τα πέταλα, πλαγιές απότομες που δεν συγχωρούσαν λάθος. Ο Ζιώγας βάδιζε μπροστά. Η βέργα του χτυπούσε πότε πότε στο χώμα, μετρώντας αποστάσεις που δεν φαίνονταν στο μάτι. Κάθε χτύπος έμοιαζε με υπενθύμιση: από εδώ και πέρα, κανείς δεν μας ήξερε.

Κεφάλαιο δεύτερο – Ξένος τόπος, ξένο βλέμμα
Το πρώτο χωριό μας υποδέχτηκε με βλέμματα κλειστά. Οι άνθρωποι είχαν μάθει να μετρούν τους ξένους πριν τους εμπιστευτούν. Το ποτάμι εδώ δεν ήταν μεγάλο, μα είχε γρήγορη ροή και στενά περάσματα. Οι χωριανοί μιλούσαν χαμηλόφωνα, κοιτούσαν τα εργαλεία μας, ζύγιζαν τις κινήσεις μας.
Ο Ζιώγας στάθηκε ώρα πολλή στην όχθη, χωρίς να βιαστεί. Οι άλλοι μάστορες περίμεναν. Ήξεραν πως, αν μιλήσει πριν ακούσει τον τόπο, το έργο θα τον εκδικηθεί.
«Ο τόπος δεν θέλει λόγια», είπε τελικά. «Θέλει να τον σεβαστείς.»
Και τότε κατάλαβα πως στα ξένα δεν αποδεικνύεις την τέχνη σου με όσα έκανες πριν, αλλά με το πως θα την επιβεβαιώσεις ξανά σε κάθε νέο έργο.
Κεφάλαιο τρίτο – Χωρίς δίχτυ
Εδώ δεν ήμουν πια το παιδί της Κόνιτσας. Το κατάλαβα από την πρώτη μέρα. Κανείς δεν ήξερε από πού ερχόμουν, ούτε τι είχα αφήσει πίσω μου. Δεν υπήρχαν γνωστά πρόσωπα, ούτε βλέμματα που να με λογαριάζουν διαφορετικά. Ήμουν ένας από τους πολλούς, κι αυτό ήταν η πρώτη αληθινή δοκιμασία. Χωρίς όνομα, χωρίς πλάτη, χωρίς δίχτυ.
Ο κάλφας δεν μου χάριζε τίποτα. Ούτε λόγο παραπάνω, ούτε βλέμμα παρηγοριάς. Αν έκανα λάθος, το διόρθωνα μόνος μου. Αν αργούσα, έμενα πίσω και το ήξερα. Δεν υπήρχε κακία σ’ αυτό· υπήρχε κανόνας. Εδώ ο καθένας κρινόταν από ό,τι μπορούσε να κρατήσει στα χέρια του.
Ο Λευτέρης με έβαλε μια μέρα να διαλέξω πέτρες από το σωρό. Στεκόταν δίπλα μου, με τα χέρια σταυρωμένα, και με παρατηρούσε χωρίς να μιλά.
«Όχι ό,τι λάμπει», μου είπε τελικά. «Ό,τι βαστά.»
Έσκυψα και έπιανα τις πέτρες μία μία. Τις γύριζα, τις ζύγιζα, τις χτυπούσα ελαφρά για να ακούσω τον ήχο τους. Άλλες έβγαζαν κούφιο χτύπο και τις άφηνα στην άκρη. Άλλες είχαν βάρος και καθαρό ήχο, κι αυτές τις κρατούσα. Τα δάχτυλά μου πόνεσαν, τα νύχια γέμισαν χώμα, μα δεν σταμάτησα.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως το μάθημα δεν περνούσε πια από τα λόγια στο μυαλό, όπως στο χωριό. Περνούσε από τα χέρια στο σώμα. Κι ό,τι μάθαινες έτσι, δεν το ξεχνούσες ποτέ.
Κεφάλαιο τέταρτο – Βραδιές γύρω από τη φωτιά
Τα βράδια καθόμασταν γύρω από τη φωτιά, όταν πια έπεφτε το σκοτάδι και το κρύο έσφιγγε. Οι άνθρωποι του χωριού έφερναν ψωμί και κρασί, άλλοτε λίγο, άλλοτε περισσότερο, μα οι κουβέντες έμεναν μετρημένες. Ο ξένος δεν γίνεται δικός σου εύκολα, κι εμείς ήμασταν ακόμη ξένοι.
Η φωτιά έτριζε και φώτιζε τα πρόσωπα από κάτω, κάνοντάς τα να μοιάζουν πιο σκληρά απ’ όσο ήταν. Άκουγα περισσότερο απ’ ό,τι μιλούσα. Ιστορίες για γεφύρια που έπεσαν την πρώτη χρονιά, για μάστορες που χάθηκαν στο νερό χωρίς να προλάβουν να φωνάξουν, για τόπους που δεν δέχονται ανθρώπινο χέρι όσο κι αν το παλέψεις.
Άλλες ιστορίες ήταν αληθινές, το ένιωθες από τον τρόπο που σταματούσε η φωνή. Άλλες ήταν φτιαγμένες από φόβο, από στόματα που είχαν ανάγκη να εξηγήσουν το άγνωστο. Μα όλες είχαν το ίδιο βάρος: μας θύμιζαν πως η πέτρα δεν συγχωρεί αλαζονεία και πως το νερό δεν σέβεται την πρόθεση.
Κάποια νύχτα άκουσα έναν γέρο να λέει, σχεδόν ψιθυριστά, πως κάθε γεφύρι ζητά το μερίδιό του. Κανείς δεν τον διόρθωσε. Κανείς δεν συμφώνησε ανοιχτά. Η φωτιά μόνο έσκασε ένα κλαδί.
Δεν μίλησα. Είχα μάθει πια πως ο φόβος, όταν τον αγνοείς, μεγαλώνει. Κι εκεί, γύρω από τη φωτιά, άρχισα να καταλαβαίνω πως η μαστοριά δεν είναι μόνο να χτίζεις πέτρα. Είναι να μαθαίνεις να στέκεσαι δίπλα στον φόβο χωρίς να κάνεις πίσω.
Κεφάλαιο πέμπτο – Το νήμα
Μια μέρα ο Ζιώγας με φώναξε κοντά του χωρίς να υψώσει τη φωνή. Στεκόταν λίγο πιο πέρα από το τόξο, εκεί όπου η σκιά έκοβε τον ήλιο στα δύο. Στο χέρι του κρατούσε το νήμα, τυλιγμένο προσεκτικά, σαν κάτι εύθραυστο. Μου το έδωσε χωρίς πολλά λόγια.
«Θα το κρατάς εσύ», είπε.
Τα χέρια μου πάγωσαν. Το νήμα δεν είναι απλό σκοινί· είναι μάτι και κρίση μαζί. Αν φύγει έστω μια ανάσα από τη γραμμή του, το λάθος περνά στην πέτρα και μένει εκεί για πάντα. Στάθηκα ακίνητος, με την αναπνοή κομμένη, νιώθοντας το βάρος του όχι στο χέρι, αλλά στο στήθος.
Οι πέτρες ανέβαιναν μία μία. Ο ήχος του σφυριού, το τρίξιμο του ξύλου, το βουητό του ποταμού από κάτω· όλα έμοιαζαν πιο δυνατά. Κι εγώ κρατούσα τη γραμμή τους, προσπαθώντας να μην αφήσω τον φόβο να μου τρέμει το χέρι. Δεν σήκωσα το βλέμμα ούτε στιγμή. Ήξερα πως, αν χαθώ, θα χαθεί μαζί μου όλο το έργο.
Ώρες μετά, όταν η δουλειά τελείωσε, ο πρωτομάστορας δεν είπε τίποτα. Μα στο βλέμμα του, καθώς μάζευε τα εργαλεία, είδα κάτι που δεν είχα ξαναδεί: όχι έπαινο, όχι έλεος· εμπιστοσύνη. Και κατάλαβα πως το νήμα δεν κρατά μόνο πέτρες. Κρατά ανθρώπους.
Κεφάλαιο έκτο – Το πρώτο μερίδιο
Το γεφύρι τελείωσε αθόρυβα, όπως τελειώνουν τα σωστά πράγματα. Μικρό, χαμηλό, μα στέρεο. Δεν είχε μεγαλείο, είχε όμως ισορροπία. Οι χωριανοί μαζεύτηκαν από νωρίς. Πέρασαν πρώτοι διστακτικά, άλλοι με φόβο, άλλοι με περιέργεια, πατώντας την πέτρα σαν να δοκίμαζαν αν αντέχει.
Ένας γέρος στάθηκε στη μέση, έκανε τον σταυρό του και συνέχισε. Κάποιος άλλος άφησε ένα νόμισμα πάνω στην πέτρα, σαν τάμα. Δεν το πήρε κανείς. Έμεινε εκεί, να γυαλίζει λίγο στο φως.
Το βράδυ, κοντά στη φωτιά, ο Ζιώγας με φώναξε. Έβγαλε από το πουγκί του το μερίδιό μου και μου το έδωσε στο χέρι.
«Η δουλειά πληρώνεται», είπε. «Και η ευθύνη.»

Κοίταξα το κέρμα στην παλάμη μου. Δεν ήταν το ποσό. Ήταν το βάρος του. Γιατί ήξερα πια πως, από εδώ και πέρα, ό,τι θα χτιζόταν, καλό ή κακό, θα με ακολουθούσε. Το πρώτο μου μερίδιο δεν ήταν χρήμα· ήταν δέσιμο.
Κεφάλαιο έβδομο – Ο δρόμος ανοίγει
Φύγαμε πριν χαράξει, όπως πάντα. Η ομίχλη σκέπαζε τον τόπο και το ποτάμι ακουγόταν χωρίς να φαίνεται. Τα ζώα φορτώθηκαν σιωπηλά, τα εργαλεία δέθηκαν, κι ο δρόμος άνοιξε μπροστά μας σαν υπόσχεση και σαν απειλή μαζί.
Άλλο ποτάμι μας περίμενε, άλλος τόπος, άλλος φόβος. Κι εγώ περπατούσα πια αλλιώς. Δεν ήμουν απλώς στο μπουλούκι για να κουβαλώ και να μαθαίνω από μακριά. Το μπουλούκι είχε γίνει ο δρόμος μου.
Και καθώς απομακρυνόμασταν, κατάλαβα πως δεν γυρνούσα πια πίσω στον ίδιο άνθρωπο που είχα αφήσει. Ο δρόμος είχε ανοίξει. Και μαζί του άνοιγα κι εγώ.
Κεφάλαιο όγδοο – Το έργο που μεγάλωσε τη σκιά
Ο επόμενος τόπος μάς βρήκε βαθιά στα βουνά. Το ποτάμι δεν ήταν πλατύ, μα κατέβαινε απότομα, με νερό κρύο και θυμωμένο, σαν να ’χε μάθει να μη συγχωρεί. Οι χωριανοί μίλησαν για γεφύρι μεγάλο, πιο μεγάλο απ’ ό,τι είχαμε πιάσει ως τότε στο Ζαγόρι. Ο Ζιώγας δεν είπε ναι αμέσως. Περπάτησε την κοίτη από άκρη σε άκρη, μέτρησε τα πρανή, άκουσε το νερό. Όταν μίλησε, ήταν αργά το βράδυ.
«Θα το πιάσουμε», είπε. «Μα θέλει υπομονή και καθαρό μυαλό.»
Εκείνη τη νύχτα ένιωσα τη σκιά του έργου να μεγαλώνει. Δεν ήταν φόβος μόνο· ήταν ευθύνη που απλωνόταν πάνω μας σαν βαρύ πανί.
Κεφάλαιο ένατο – Το αντίπαλο μπουλούκι
Δεν άργησαν να φανούν. Ένα άλλο μπουλούκι, από χαμηλότερα μέρη, είχε φτάσει στο χωριό πριν από εμάς. Οι άνθρωποί του κοιτούσαν τα εργαλεία μας με βλέμμα που δεν έκρυβε τη σύγκριση. Οι χωριανοί δίσταζαν. Η φήμη είναι νόμισμα που αλλάζει χέρια εύκολα.
Οι δυο πρωτομάστορες συναντήθηκαν στην όχθη. Δεν αντάλλαξαν πολλά. Λίγες κουβέντες, μετρημένες. Η τέχνη δεν φωνάζει. Μα όλοι καταλάβαμε πως το έργο αυτό δεν ήταν μόνο πέτρα· ήταν κρίση.
Κεφάλαιο δέκατο – Η βιασύνη
Οι μέρες άρχισαν να κυλούν βαριά, σαν να τις έσπρωχνε κάτι από πίσω. Οι χωριανοί κατέβαιναν συχνότερα στο ποτάμι, στέκονταν στην όχθη, μετρούσαν με το μάτι την πρόοδο, αντάλλασσαν βλέμματα. Δεν ρωτούσαν πάντα, μα η ανυπομονησία τους ήταν φανερή. Ήθελαν πέρασμα πριν έρθουν τα μεγάλα νερά, πριν κλείσουν οι δρόμοι, πριν χαθεί η ευκαιρία.
Το αντίπαλο μπουλούκι φαινόταν έτοιμο να πάρει την δουλειά. Οι άνθρωποί του περνούσαν συχνά από κοντά μας, όχι προκλητικά, αλλά αρκετά ώστε να θυμίζουν πως ο χρόνος δεν δουλεύει για όλους το ίδιο. Η σύγκριση πλανιόταν στον αέρα. Κάποιοι από τους δικούς μας άρχισαν να μιλούν χαμηλόφωνα για συντόμευση, για μικρές παραχωρήσεις που «δεν θα φαίνονταν».
Ο Ζιώγας το κατάλαβε πριν καν το πουν καθαρά.
Στάθηκε μπροστά τους, χωρίς φωνή, χωρίς θυμό.
«Η πέτρα δεν βιάζεται», είπε. «Κι όποιος τη βιάζει, τον θυμάται.»
Τα λόγια του έκοψαν τη συζήτηση, μα όχι την πίεση. Εκείνη έμεινε. Την ένιωθα κι εγώ, βαθιά στο στήθος, κάθε φορά που κρατούσα το νήμα και έβλεπα τα μάτια των άλλων να καρφώνονται πάνω στην καμάρα, όχι με σεβασμό πια, αλλά με απαίτηση.
Κεφάλαιο ενδέκατο – Η νύχτα του λάθους
Το λάθος δεν έγινε με θόρυβο. Δεν έσπασε πέτρα, δεν έτριξε ξύλο. Έγινε σιωπηλά, σχεδόν ευγενικά. Μια καμαρόπετρα κάθισε λίγο πιο ρηχά απ’ όσο έπρεπε. Όχι τόσο ώστε να φανεί σε όποιον δεν ήξερε να βλέπει. Εγώ το είδα. Το ένιωσα στο χέρι μου, στο τέντωμα του νήματος. Έφυγε μια ανάσα. Μια στιγμή που θα μπορούσα να μιλήσω, να σηκώσω το βλέμμα, να πω μια λέξη. Δεν το έκανα. Σκέφτηκα τον χρόνο, τα βλέμματα, την πίεση. Σκέφτηκα πως ίσως κρατήσει.
Τη νύχτα ο ποταμός άλλαξε φωνή. Δεν φούσκωσε. Δεν αγρίεψε. Μα ο ήχος του ήταν άλλος, βαθύτερος, σαν προειδοποίηση. Κι εγώ ήξερα.
Κεφάλαιο δωδέκατο – Το τίμημα
Το πρωί η ζημιά φάνηκε καθαρά. Όχι κατάρρευση· μετατόπιση. Μια ανεπαίσθητη αλλαγή που όμως έφτανε για να παγώσει τον αέρα. Οι μαστόροι στάθηκαν γύρω από την καμάρα χωρίς να μιλούν.
Ο Ζιώγας πλησίασε. Κοίταξε για ώρα, ακίνητος. Δεν ρώτησε ποιος. Δεν χρειαζόταν. Το βλέμμα του πήγε κατευθείαν εκεί που έπρεπε. Προσπαθήσαμε να διορθώσουμε. Με προσοχή, με κόπο, με τον φόβο να βαραίνει τα χέρια. Κι τότε έγινε το κακό. Ένας μάστορας γλίστρησε. Δεν φώναξε. Δεν πρόλαβε. Το νερό τον πήρε όπως παίρνει ό,τι του ανήκει. Τον είδα να χάνεται χωρίς κραυγή. Το ποτάμι δεν χρειάζεται μάρτυρες.
Η σιωπή που έπεσε μετά δεν ήταν ανθρώπινη. Ήταν από εκείνες που δεν φεύγουν ποτέ από μέσα σου.
Κεφάλαιο δέκατο τρίτο – Η αλήθεια
Το βράδυ δεν άντεξα άλλο. Στάθηκα μπροστά στον Ζιώγα και μίλησα. Είπα για το νήμα. Για τη στιγμή που το ένιωσα να φεύγει. Για την ανάσα που δεν κράτησα.
Με άκουσε χωρίς να με διακόψει. Δεν σήκωσε το κεφάλι, δεν άλλαξε στάση. Όταν τελείωσα, πέρασε λίγη ώρα πριν μιλήσει.
«Η τέχνη πληρώνεται», είπε. «Κι η αλήθεια επίσης.»
Περίμενα την απόφαση. Δεν με έδιωξε. Δεν με δικαιολόγησε. Μα η νύχτα εκείνη με μεγάλωσε πιο γρήγορα απ’ ό,τι όλα τα προηγούμενα χρόνια μαζί.
Κεφάλαιο δέκατο τέταρτο – Το ξαναδέσιμο
Ξαναπιάσαμε το έργο από την αρχή, στο πληγωμένο σημείο, σαν να ακουμπούσαμε τραύμα που δεν είχε ακόμη κλείσει. Δεν υπήρχε θυμός πια, ούτε βιασύνη. Μόνο προσοχή. Οι φωνές κόπηκαν από μόνες τους, λες και δεν ταίριαζαν πια στον τόπο. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το χτύπημα του σφυριού και το τρίξιμο της πέτρας καθώς καθάριζε την πέτρα.
Τα χέρια δούλευαν μηχανικά, μα το μυαλό ήταν ξύπνιο, άγρυπνο. Κάθε κίνηση μετρημένη, κάθε λιθάρι ζυγισμένο διπλά. Δεν υπήρχε χώρος για επίδειξη. Τώρα δουλεύαμε για να σταθεί το έργο, όχι για να σωθεί η τιμή μας. Κι όμως, μέσα σε εκείνη τη σιωπή, καταλάβαινα πως η τιμή ήταν ακριβώς αυτό που χτίζαμε ξανά.
Το αντίπαλο μπουλούκι έφυγε. Όχι με φωνές, ούτε με κατάρες. Μάζεψαν τα εργαλεία τους αθόρυβα, φόρτωσαν τα ζώα και χάθηκαν στον δρόμο, σαν να μην ήθελαν μάρτυρες. Κανείς δεν τους χαιρέτησε. Η φήμη δεν αγοράζεται· χτίζεται. Πέτρα την πέτρα. Και πληρώνεται ακριβά, πρώτα με κόπο και ύστερα με υπομονή.
Όταν η καμάρα στάθηκε ξανά, δεν ακούστηκε ανακούφιση. Ο Ζιώγας στάθηκε κάτω της για ώρα, με το βλέμμα σηκωμένο, όπως στέκεται κανείς μπροστά σε κάτι που τον ξεπέρασε. Δεν έκανε τον σταυρό του αυτή τη φορά. Μόνο ακούμπησε την πέτρα με την παλάμη του.
Η καμάρα δεν ήταν πια αθώα. Είχε περάσει από λάθος και διόρθωση, από φόβο και σιωπή. Μα γι’ αυτό ακριβώς ήταν αληθινή. Κι εγώ κατάλαβα τότε πως ό,τι κρατά στον κόσμο αυτόν, δεν κρατά γιατί δεν έσφαλε ποτέ· κρατά γιατί κάποιος στάθηκε και το ξανάδεσε.
Κεφάλαιο δέκατο πέμπτο – Σιωπηλή αναγνώριση
Ο Ζιώγας μού έδωσε ξανά το νήμα χωρίς να το προσέξουν οι άλλοι. Δεν το έκανε μπροστά στο μπουλούκι, ούτε το συνόδεψε με λόγια που θα μπορούσαν να παρεξηγηθούν ή να ζηλέψουν. Το πέρασε απλώς στο χέρι μου, σαν να ’ταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Για μια στιγμή δίστασα. Το νήμα είχε γίνει για μένα βάρος και φόβος μαζί. Ήξερα πια τι μπορεί να προκαλέσει μια μόνο ανάσα απροσεξίας. Κι όμως, όταν το κράτησα, το ένιωσα αλλιώς. Όχι σαν εργαλείο, αλλά σαν ευθύνη που μου παραδινόταν ξανά, αυτή τη φορά με γνώση.
Τα χέρια μου ήταν σταθερά. Όχι επειδή δεν φοβόμουν, αλλά επειδή είχα μάθει να μην αφήνω τον φόβο να οδηγεί. Ο Ζιώγας με κοίταξε για λίγο. Το βλέμμα του δεν είχε πια έλεγχο· είχε αποδοχή.
«Έμαθες», είπε μόνο.
Δεν χρειάστηκε τίποτα άλλο. Κατάλαβα πως δεν υπήρχε μεγαλύτερη αναγνώριση από αυτή τη σιωπηλή επιστροφή της εμπιστοσύνης.
Κεφάλαιο δέκατο έκτο – Ο δρόμος συνεχίζεται
Φύγαμε πάλι πριν χαράξει. Όπως πάντα. Η αναχώρηση είχε γίνει συνήθεια, μα ποτέ εύκολη. Το μπουλούκι ήταν μικρότερο. Ένα όνομα έλειπε, κι ας μην το είπε κανείς δυνατά. Η απουσία ήταν εκεί, ανάμεσά μας, σαν κενό που δεν γέμιζε.
Τα ζώα προχωρούσαν αργά, οι σκιές μας χάνονταν στο πρώτο φως. Κανείς δεν γύρισε πίσω να κοιτάξει. Ο δρόμος δεν το επιτρέπει.
Κι εγώ ήξερα πια κάτι που δεν ήξερα όταν ξεκίνησα: πως η μαστοριά δεν είναι να μη σφάλεις ποτέ.
Είναι να σηκώνεις το βάρος όταν σφάλλεις και να συνεχίζεις χωρίς να κρύβεσαι.
Κεφάλαιο δέκατο έβδομο – Χρόνια του δρόμου
Τα χρόνια που ακολούθησαν δεν τα μέτρησα με ημερολόγια. Δεν ήξερα πια ποια μέρα ήταν ή ποιος μήνας. Τα μέτρησα με ποτάμια. Άλλα μικρά, άλλα μεγάλα, άλλα ύπουλα, που άλλαζαν πρόσωπο μέσα σε μια νύχτα. Κάθε τόπος άφηνε πάνω μας σημάδι, κι εμείς αφήναμε πίσω μας καμάρες που έπρεπε να αντέξουν όταν θα ’χαμε φύγει. Το μπουλούκι άλλαζε όπως αλλάζουν οι άνθρωποι στον δρόμο. Κάποιοι έφευγαν γιατί κουράζονταν, άλλοι γιατί φοβήθηκαν, άλλοι γιατί βρήκαν αλλού ρίζα. Κι άλλοι έρχονταν, νέοι, άπειροι, με μάτια γεμάτα ερωτήσεις.
Ο Ζιώγας περπατούσε πια πιο αργά. Τα βήματά του ήταν μετρημένα, μα το μάτι του έμενε κοφτερό. Σε μένα άρχισε να δίνει δουλειές που δεν δίνονταν πια σε μαστορόπουλο: να μετρήσω αποστάσεις, να υπολογίσω φορτία, να πω ένα «όχι» όταν όλοι περίμεναν ένα «ναι».
Κι εγώ μάθαινα πως το πιο δύσκολο στην τέχνη δεν είναι να ξέρεις τι να κάνεις. Είναι να αντέχεις την ευθύνη του «αν».
Κεφάλαιο δέκατο όγδοο – Η πρώτη κρίση
Σε έναν τόπο χαμηλό, με ποτάμι φαρδύ και ύπουλο, ο Ζιώγας με άφησε να κρατήσω τον λόγο για πρώτη φορά. Οι χωριανοί είχαν μαζευτεί πολλοί. Μιλούσαν όλοι μαζί, ζητούσαν γρήγορο πέρασμα πριν έρθουν τα νερά, πριν χαθεί η σοδειά, πριν κοπεί ο δρόμος. Ένιωσα τα βλέμματά τους να πέφτουν πάνω μου. Περίμεναν απάντηση.
«Όχι ακόμα», είπα.
Η φωνή μου δεν έτρεμε. Κι αυτό με ξάφνιασε περισσότερο απ’ όλους. Κάποιοι αγανάκτησαν. Άλλοι χαμογέλασαν ειρωνικά, σαν να έλεγαν πως ένας νέος δεν ξέρει από τέτοια. Ο Ζιώγας δεν μίλησε. Έμεινε λίγο πιο πίσω, σιωπηλός. Το βράδυ, γύρω από τη φωτιά, έγειρε προς το μέρος μου.
«Σήμερα έγινες κάλφας», είπε.
Δεν ένιωσα χαρά. Ένιωσα βάρος. Και κατάλαβα πως έτσι έρχεται πάντα η ευθύνη.
Κεφάλαιο δέκατο ένατο – Όταν ο πρωτομάστορας σωπαίνει
Ένα χειμωνιάτικο πρωινό ο Ζιώγας δεν σηκώθηκε. Το καταλάβαμε πριν ακόμα το πει κανείς. Η φωτιά είχε ανάψει, μα εκείνος έμεινε καθισμένος κοντά της, με την πλάτη σκυφτή και τα μάτια χαμηλωμένα. Το κρύο είχε μπει στα κόκαλά του χρόνια πριν, χωρίς να το καταλάβει· τότε που στεκόταν με τις ώρες μέσα στο νερό, τότε που δεν άφηνε τον εαυτό του να λογαριάσει πόσο αντέχει.
Κρατούσε τα χέρια του ανοιχτά μπροστά στη φλόγα και τα κοιτούσε σαν να τα έβλεπε πρώτη φορά. Ήταν χέρια δουλεμένα, σκληρά, γεμάτα γραμμές και σημάδια, μα εκείνο το πρωινό έμοιαζαν βαριά, κουρασμένα από όσα είχαν σηκώσει.
«Η πέτρα βαραίνει», είπε μόνο.
Δεν υπήρχε παράπονο στη φωνή του. Ούτε πίκρα. Μόνο παραδοχή. Σαν να έλεγε κάτι που ήξερε καιρό, μα δεν το είχε τολμήσει να ξεστομίσει. Κανείς δεν απάντησε. Η φωτιά έτριξε, ο αέρας σφύριξε έξω από το κατάλυμα, κι εμείς μείναμε ακίνητοι, περιμένοντας.
Εκείνη τη μέρα δεν έδωσε οδηγίες. Δεν διόρθωσε κινήσεις. Δεν σήκωσε το βλέμμα όταν οι πέτρες ανέβαιναν. Κι όμως, ήταν παρών πιο πολύ από ποτέ. Η σιωπή του μας βάραινε περισσότερο από κάθε προσταγή. Τότε κατάλαβα πως η τέχνη δεν περνά από χέρια σε χέρια με λόγια και συμβουλές. Δεν μεταδίδεται με εντολές ούτε με διδασκαλίες. Περνά όταν ο άλλος σωπαίνει και περιμένει να μιλήσεις εσύ· όταν κάνει ένα βήμα πίσω για να δεις αν μπορείς να σταθείς μπροστά.
Κι εκεί, μέσα σε εκείνη τη σιωπή, ένιωσα για πρώτη φορά πως το βάρος που ερχόταν δεν ήταν της πέτρας. Ήταν της ευθύνης.
Κεφάλαιο εικοστό – Το όνομα
Σε ένα μικρό γεφύρι, που κανείς δεν θα θυμόταν αν έπεφτε, ο Ζιώγας δεν κατέβηκε στην κοίτη. Στάθηκε ψηλά και κοίταζε, όπως κοιτάζει κανείς όταν θέλει να δει αν ο άλλος μπορεί να σταθεί μόνος.
«Πες τους εσύ», μου είπε.
Οι μαστόροι γύρισαν προς το μέρος μου. Για πρώτη φορά δεν είδα παιδί στα μάτια τους. Είδα προσμονή.
«Θα γίνει έτσι», είπα.
Και έγινε.
Κεφάλαιο εικοστό πρώτο – Η απώλεια
Ο Ζιώγας έμεινε πίσω σ’ ένα χωριό της Πίνδου, ένα από εκείνα που δεν κρατούν τους ανθρώπους, μόνο τους ξεκουράζουν για λίγο. Όχι από θάνατο· από κόπωση. Το σώμα του δεν τον ακολουθούσε πια, κι εκείνος το ήξερε καλύτερα από όλους. Δεν πάλεψε μαζί του. Το δέχτηκε όπως δεχόταν πάντα ό,τι δεν αλλάζει. Το πρωί της αναχώρησης με φώναξε κοντά του. Δεν υπήρχαν άλλοι γύρω. Μου έδωσε τη βέργα του χωρίς τελετές, χωρίς λόγια που βαραίνουν περισσότερο απ’ όσο αντέχουν.
«Να ακούς τον τόπο», είπε. «Και να θυμάσαι ποιος πλήρωσε για να μάθεις.»
Δεν αγκαλιαστήκαμε. Δεν είπαμε περισσότερα. Ο δρόμος δεν το επιτρέπει. Όταν γύρισα να τον κοιτάξω ξανά, στεκόταν ακίνητος, σαν κομμάτι του τόπου που αποφάσισε να μείνει πίσω.
Δεν τον ξαναείδα.
Κεφάλαιο εικοστό δεύτερο – Πρωτομάστορας
Δεν ζήτησα τον τίτλο. Δεν τον περίμενα καν. Ήρθε μόνος του, όπως έρχεται η σκιά το απόγευμα, όταν ο ήλιος χαμηλώνει και δεν μπορείς πια να την αγνοήσεις. Οι μαστόροι με κοίταζαν αλλιώς. Όχι με δυσπιστία, αλλά με προσμονή.
Τα λάθη δεν συγχωρούνταν πια. Όχι επειδή είχαν λιγότερη κατανόηση, αλλά επειδή ο λόγος μου είχε πια βάρος. Ό,τι έλεγα, έμενε. Ό,τι αποφάσιζα, το κουβαλούσαν όλοι.
Την πρώτη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Σκεφτόμουν όλες τις καμάρες που δεν έπρεπε να πέσουν, όλα τα ποτάμια που θα δοκίμαζαν την κρίση μου. Και κατάλαβα πως η μεγαλύτερη μοναξιά δεν είναι να μένεις μόνος, αλλά να είσαι υπεύθυνος.
Κεφάλαιο εικοστό τρίτο – Ο δρόμος της επιστροφής
Έπειτα από χρόνια, ο δρόμος με έφερε πάλι προς την Κόνιτσα. Δεν ήταν απόφαση της στιγμής· ήταν κάτι που ωρίμαζε καιρό μέσα μου. Δεν βιάστηκα. Άφησα τον χρόνο να με φέρει όπως φέρνει το νερό τα πράγματα στη σωστή τους θέση, χωρίς σπρώξιμο, χωρίς φωνές. Ήθελα να φτάσω όπως πρέπει· όχι σαν ξένος που γυρίζει από μακριά για να θυμηθεί, αλλά σαν άνθρωπος που επιστρέφει με λογαριασμό.
Πέρασα από τόπους γνώριμους και αγνώριστους μαζί. Στράτες που είχα διαβεί νέος έμοιαζαν τώρα στενότερες, όχι γιατί άλλαξαν, αλλά γιατί εγώ είχα αλλάξει. Οι άνθρωποι λιγότεροι, τα λόγια πιο μετρημένα. Κι όμως, κάτω από όλα αυτά, ο τόπος κρατούσε τον ίδιο ρυθμό.
Όταν αντίκρισα την καμάρα του Αώου να στέκει ακόμη, στα ίδια βράχια, με το ίδιο τόξο να κόβει τον ουρανό, ένιωσα κάτι να λυγίζει μέσα μου. Δεν ήταν περηφάνια. Δεν ήταν δικαίωση. Ήταν ησυχία. Ήταν ευγνωμοσύνη. Ήταν η γνώση πως κάτι που άξιζε, άντεξε.
Κι αυτό, ύστερα από τόσα χρόνια, ήταν αρκετό.
Ήταν ευγνωμοσύνη.
Κεφάλαιο εικοστό τέταρτο – Κάτω από την ίδια καμάρα
Πέρασα μόνος. Δεν ήθελα συντροφιά, ούτε λόγια. Κάποια περάσματα πρέπει να τα κάνεις έτσι, για να ακούσεις όσα δεν λέγονται. Στάθηκα στο μέσο του γεφυριού και άκουσα το νερό να κυλά από κάτω, όπως τότε, όπως πάντα. Το ίδιο βουητό, η ίδια υπομονή. Το γεφύρι δεν μίλησε. Δεν έτριξε. Δεν παραπονέθηκε. Στεκόταν εκεί, σιωπηλό, κάνοντας τη δουλειά του. Κι αυτό ήταν η μεγαλύτερη δικαίωση.
Άφησα το χέρι μου στην πέτρα, όπως είχε κάνει κάποτε ο Ζιώγας. Η επιφάνειά της ήταν κρύα, μα γνώριμη, σαν χέρι παλιού φίλου που δεν χρειάζεται να σου πει τίποτα. Έκλεισα για λίγο τα μάτια και στάθηκα ακίνητος.
«Κράτησες», είπα χαμηλά.
Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή, ένιωσα πως δεν μιλούσα μόνο στο γεφύρι

Κεφάλαιο εικοστό πέμπτο – Η μνήμη που μένει
Δεν ξέρω αν τα γεφύρια θυμούνται τους ανθρώπους. Ξέρω όμως πως οι άνθρωποι θυμούνται τα γεφύρια. Όχι για την πέτρα τους, ούτε για το ύψος ή το τόξο τους, αλλά για το πέρασμα που τους έδωσαν όταν το νερό ήταν βαθύ και ο δρόμος κομμένος.
Τα θυμούνται γιατί κάποτε τα χρειάστηκαν. Γιατί κάποτε στάθηκαν μπροστά στο ποτάμι και δεν υπήρχε άλλος τρόπος να περάσουν. Κι αν κάποιος περάσει από δω χρόνια μετά, αν σταθεί για λίγο στη μέση της καμάρας και αναρωτηθεί ποιος το ’φτιαξε, δεν χρειάζεται να μάθει το όνομά μου. Ούτε να το ψάξει.
Φτάνει να ξέρει πως κάποιοι στάθηκαν απέναντι στο νερό, το κοίταξαν κατάματα και δεν έκαναν πίσω. Πως μέτρησαν, έσφαλαν, διόρθωσαν και ξαναμέτρησαν. Γιατί έτσι χτίζονται τα περάσματα. Και έτσι κρατιούνται.
Όσο αυτά τα γεφύρια στέκουν, στέκει κι εκείνη η απόφαση: να μην υποχωρήσεις. Κι αυτό,
για έναν άνθρωπο της πέτρας, είναι αρκετό.
Το γεφύρι κράτησε. Κι εγώ μαζί του.
Το νερό πέρασε. Η πέτρα έμεινε.
Τέλος
Επίμετρο
Οι άνθρωποι της πέτρας
Οι άνθρωποι που δούλεψαν την πέτρα δεν άφησαν πίσω τους ημερολόγια. Δεν έγραψαν απομνημονεύματα, ούτε φρόντισαν να κρατήσουν το όνομά τους. Άφησαν έργα. Κι αυτά, όσο στέκουν, μιλούν για λογαριασμό τους.
Στην Ήπειρο και στα βουνά της Πίνδου, από τον 18ο έως και τα τέλη του 19ου αιώνα, αναπτύχθηκε μια μοναδική παράδοση λαϊκής τεχνικής: οι μάστορες της πέτρας, οργανωμένοι σε μπουλούκια, περιπλανώμενα συνεργεία με αυστηρή ιεραρχία και άγραφους κανόνες. Πρωτομάστορες, καλφάδες, μαστόροι και μαστορόπουλα σχημάτιζαν έναν κόσμο κλειστό, αυτάρκη και σκληρό, όπου η γνώση περνούσε από τα χέρια στο σώμα και από τη σιωπή στην πράξη.
Τα γεφύρια, τα καλντερίμια, τα σπίτια, τα μαντριά και τα ξωκλήσια δεν ήταν για εκείνους μνημεία. Ήταν δοκιμασίες. Κάθε πέτρα έπρεπε να καθίσει σωστά, όχι μόνο για να αντέξει το βάρος, αλλά για να αντέξει τον χρόνο και το νερό. Η φύση δεν συγχωρούσε λάθη, και η τέχνη τους γεννήθηκε μέσα από αυτή τη σκληρή απαίτηση και προσμονή.
Η μαστοριά δεν ήταν επάγγελμα· ήταν τρόπος ζωής. Ο μάστορας δεν ανήκε σε τόπο, ανήκε στον δρόμο. Έφευγε την άνοιξη και γύριζε τον χειμώνα, αν γύριζε. Πολλοί έμειναν για πάντα στα ξένα, όχι από θάνατο, αλλά γιατί η πέτρα τούς κράτησε. Άλλοι χάθηκαν στα ποτάμια, άλλοι στη λήθη. Μα τα έργα τους έμειναν.
Γύρω από αυτά τα έργα πλέχτηκαν φόβοι, θρύλοι και δοξασίες. Η αγωνία της θεμελίωσης, το άγνωστο που κρυβόταν κάτω από το νερό, η πίστη πως κάθε μεγάλο έργο ζητά αντίτιμο, γέννησαν μύθους για στοιχειώματα και θυσίες. Όχι γιατί οι άνθρωποι ήταν αφελείς, αλλά γιατί ήξεραν πως η δημιουργία έχει πάντα κόστος.
Το γεφύρι της Κόνιτσας, με το μεγάλο μονότοξο του Αώου, χτισμένο το 1870 από τον πρωτομάστορα Ζιώγα Φρόντζο από την Πυρσόγιαννη, δεν είναι απλώς ένα τεχνικό επίτευγμα. Είναι η συμπύκνωση αυτής της εμπειρίας: γνώση, ρίσκο, πίστη και σιωπή. Δεν γράφει επάνω του ποιος το έχτισε. Δεν το χρειάζεται.
Η αφήγηση βασίζεται σε ιστορικά και λαογραφικά δεδομένα, χωρίς να αναπαριστά συγκεκριμένα πρόσωπα. Οι χαρακτήρες είναι προϊόν μυθοπλασίας, φέρουν όμως τη μνήμη και την εμπειρία πραγματικών κοινωνικών ομάδων και τεχνιτών
Το παρόν μυθιστόρημα δεν φιλοδοξεί να αφηγηθεί τη ζωή ενός μόνο ανθρώπου. Ο Στέργιος είναι ένας από τους πολλούς. Ένας φανταστικός φορέας μιας πραγματικής μνήμης. Μέσα από τη δική του διαδρομή τιμώνται όλοι εκείνοι που στάθηκαν απέναντι στο ποτάμι, μέτρησαν τον τόπο με το μάτι και το σώμα, κι έδεσαν πέτρα με πέτρα χωρίς να ξέρουν αν το έργο τους θα τους ξεπεράσει.
Οι άνθρωποι της πέτρας δεν ζητούσαν αναγνώριση. Ζητούσαν μόνο ένα πράγμα: να κρατήσει.
Και όσο κρατά, είναι ακόμη εδώ.
Αφιερωμένο στον ηπειρώτη παππού μου Χαράλαμπο Στέρτσο που μαζί με άλλους ηπειρώτες μαστόρους εργάστηκαν στην κατασκευή του φράγματος της λίμνης του Μαραθώνα μεταξύ των ετών 1926 – 1929
Βρείτε μας και στη σελίδα μας στο Facebook: Η Κόνιτσα σήμερα Konitsa today







Comments are closed.