Μπάμπης Στέρτσος
Πρόλογος – Πριν σηκωθεί η καμάρα
Πριν μπει η πρώτη πέτρα στο ποτάμι, η Κόνιτσα είχε ήδη πληρώσει βαρύ τίμημα. Τα χρόνια εκείνα, στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, η μικρή ηπειρώτικη πολίχνη δοκιμάστηκε σκληρά. Μια μεγάλη πυρκαγιά είχε αποτεφρώσει την αγορά της, την καρδιά του τόπου, εκεί όπου χτυπούσε το εμπόριο, η συνάντηση και η καθημερινή ζωή. Ξύλα, αποθήκες, μαγαζιά και κόποι δεκαετιών έγιναν στάχτη μέσα σε λίγες ώρες. Κι όταν ακόμη ο καπνός δεν είχε σβήσει από τη μνήμη των ανθρώπων, ήρθαν οι πλημμύρες του Αώου να ολοκληρώσουν τη δοκιμασία.
Ο ποταμός, που τον χειμώνα φούσκωνε άγρια κατεβαίνοντας από τις πηγές της Πίνδου, έβγαινε από την κοίτη του και σκέπαζε την πεδιάδα. Οι πρόχειρες διαβάσεις χάνονταν, τα ξύλινα περάσματα παρασύρονταν κι η Κόνιτσα έμενε αποκομμένη από τα γύρω χωριά και από τα Γιάννενα, το διοικητικό και εμπορικό κέντρο της περιοχής. Καραβάνια δεν περνούσαν, ζώα δεν τολμούσαν να διαβούν, κι έτσι το υπάρχον εμπόριο νέκρωνε. Για έναν τόπο που ζούσε από τις στράτες και τις μετακινήσεις, η απομόνωση ήταν σχεδόν καταδίκη.
Η Ήπειρος τότε βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική διοίκηση. Φόροι, άδειες, σφραγίδες και μεσολαβήσεις βάραιναν κάθε μεγάλο έργο. Κι όμως, παρά τις δυσκολίες, οι τοπικές κοινωνίες είχαν μάθει να στηρίζονται στις δικές τους δυνάμεις και στους ανθρώπους τους. Σχολεία συντηρούνταν με εισφορές πολιτών και ευεργετών· δρόμοι και κτίσματα στήνονταν με κοινό μόχθο. Έτσι γεννήθηκε και η σκέψη της πέτρινης γέφυρας: όχι ως πολυτέλεια, αλλά ως απόλυτη ανάγκη για να ξαναδεθεί ο τόπος με τον εαυτό του.
Τότε ήταν που πέρασε από την Κόνιτσα ο Λούλης, «διερχόμενος δια τα εν τη επαρχία Κονίτσης κείμενα θειούχα θερμά λουτρά, του ‘Ισβορου, σημερινού Αμάραντου». Εκεί είδε από κοντά «τας δυστυχίας υφ’ ων εμαστίζετο η πόλις και κατανόησε την απόλυτη ανάγκη της ανεγέρσεως λιθίνης γέφυρας επί του αλάστορος ποταμού» . Μέχρι τότε, το γιοφύρι του Αώου ήταν ξύλινο, πρόχειρο και έρμαιο των μανιασμένων ρεμάτων του ποταμού.
Το πέρασμα του Αώου χώριζε και ένωνε δύο γειτονικούς πληθυσμούς, τους Ζαγορίσιους και τους Κονιτσιώτες, που κατά καιρούς αντάλλασσαν μεταξύ πειρακτικούς χαρακτηρισμούς. Οι Κονιτσιώτες έλεγαν τους Ζαγορίσιους “καντηλοκλέφτες”, κι οι Ζαγορίσιοι τους Κονιτσιώτες “τραχανάδες”. Παράξενες προκαταλήψεις και στερεότυπα, μέσα από τα οποία αναζητούσαν διαφορετική ταυτότητα, ενώ στο βάθος σε τίποτα ουσιαστικό δεν διέφεραν.
Ο Ηπειρώτης Ιωάννης Ζώης Λούλης, άνθρωπος της διασποράς, ήταν ήδη γνωστός για τις αγαθοεργίες του. Δεν ήρθε με συνοδείες ούτε με τυμπανοκρουσίες. Διέσχισε την πόλη, είδε την καμένη αγορά, άκουσε για τα νερά που κάθε χειμώνα έπνιγαν την επικοινωνία και κατάλαβε πως εδώ δεν αρκούσαν λόγια συμπόνιας. Χρειαζόταν έργο μεγάλο και ριψοκίνδυνο: μια λιθόχτιστη γέφυρα πάνω στον ορμητικό, «αμείλικτο και αδυσώπητο» Αώο, εκεί όπου το ποτάμι στενεύει και οι βράχοι μπορούν να βαστάξουν καμάρα.
Η απόφαση δεν ήταν απλή. Το κόστος ξεπερνούσε τις δυνάμεις των κατοίκων, ο φόβος της αποτυχίας ήταν μεγάλος και λίγοι μάστορες τολμούσαν να εγγυηθούν τέτοιο έργο σε τόσο επικίνδυνη θέση. Κι όμως, η ανάγκη έσπρωξε την τόλμη. Με δωρεές, με τον οβολό των φτωχών κατοίκων και με τη γενναία συνδρομή του ευεργέτη, άνοιξε ο δρόμος για το χτίσιμο. Ένα γεφύρι που δεν θα ένωνε μόνο όχθες, αλλά ζωές, αγορές και μέλλον.
Όμως τα γεφύρια δεν τα σηκώνουν τα χρήματα από μόνα τους. Τα σηκώνουν οι άνθρωποι. Μάστορες που ξέρουν να μετρούν την πέτρα και να ακούν το νερό, καλφάδες που μαθαίνουν με το βλέμμα και το χέρι, μπουλούκια που γυρίζουν την Ήπειρο κουβαλώντας τέχνη αιώνων. Κάποια ονόματα εξ αυτών γράφτηκαν με χρυσά γράμματα· άλλα έμειναν στη σιωπή. Ανάμεσα σε εκείνους που κατέβηκαν τότε στον Αώο, στέκουν οι μορφές του μαστρο-Γιώργη και του μαστρο-Κώστα, κι ενός παιδιού ακόμη, που δεν ήξερε πως εκείνο το πέρασμα προς το ποτάμι θα γινόταν το πέρασμα ολόκληρης της ζωής του.
Κεφάλαιο Πρώτο – Ο δρόμος προς το ποτάμι
Τον Αώο τον άκουγα πριν τον δω. Η βοή του ανέβαινε από τη χαράδρα σαν βαριά ανάσα, πότε βαθιά και πότε κοφτή, ανάλογα με το πώς έσπαγε το νερό επάνω στις πέτρες. Εκείνο το πρωινό του Μάρτη του 1869 κατέβαινα προς το ποτάμι αργά, με βήμα που δεν ήταν ούτε βιαστικό ούτε σίγουρο. Ήταν το βήμα ανθρώπου που ξέρει πως αφήνει πίσω του κάτι γνώριμο και περνά, χωρίς να το ομολογεί, σε άλλον δρόμο.
Η Κόνιτσα ξυπνούσε πίσω μου. Καπνοί έβγαιναν από τις καμινάδες, σκυλιά γάβγιζαν νωχελικά, κι από το κοντινό καλντερίμι που έβγαζε στο κέντρο ακούγονταν οι ήχοι της μέρας: τα πέταλα των ζώων, το αμόνι του σιδερά, τα κιοπέγκια που σήκωναν τα εμπορικά. Στη στροφή του παζαριού βρισκόταν το τσαγκαράδικο του μπάρμπα Ντάφλη. Ένα μικρό, λιτό μαγαζάκι, με δυο-τρεις πάγκους και λίγες καρέκλες σκορπισμένες γύρω τους. Σε μια γωνιά στεκόταν ένας τσίγκινος κουβάς, όπου τα δέρματα μούσκευαν πριν δουλευτούν.
Πάνω στα τραπεζάκια απλωνόταν ένας ολόκληρος κόσμος εργαλείων: πρόκες και ξυλόπροκες, βελόνια και σπάγκοι, κεριά, φαλτσέτες, σουβλιά, τανάλιες, σφυριά, μαζί με δεκάδες δερμάτινα κομμάτια, έτοιμα να μπαλώσουν μια φθορά ή να κλείσουν μια τρύπα σε παλιό παπούτσι. Δυο-τρία σιδερένια καλούπια, στερεωμένα πάνω σε έναν ξύλινο «ντάκο», χρησίμευαν για το κάρφωμα και το σταθερό δέσιμο των προκών. Στην αγορά έβρισκες τα πάντα: Αργαστήρια, σαράφικα, μαγέρικα, χάνια. πλανόδιους πραματευτάδες, γανωματήδες, μικρά εργαστήρια βιοτεχνών. Σαμαράδες και γύφτοι έπιαναν πόστα ‚εδώ κι εκεί, ενώ παντού απλώνονταν κόκκινες βελέντζες, φλοκάτες, υφάσματα και καπότες. Τυριά, άλογα, γαϊδούρια, κατσίκες, κουνέλια, κότες και κοκόρια. Φρούτα και λαχανικά, σιροπιαστά γλυκά, ξηροί καρποί και μπαχάρια· όλα ανάκατα, προς πώληση ή ανταλλαγή.
Στο σπίτι η μάνα μου είχε σταυρώσει το ψωμί πριν το κόψει, όπως κάθε πρωί, κι ο πατέρας μου είχε βγει από νωρίς για τα χωράφια. Δεν τους είχα πει πού πήγαινα. Ήξερα πως, αν μιλούσα, θα με κρατούσαν. Κι εγώ δεν ήθελα πια να κρατηθώ.
Με λένε Στέργιο. Ήμουν δεκαεφτά χρονών τότε, κι αυτή είναι η ιστορία μου. Γεννήθηκα σε τόπο σκληρό, όπου οι άνθρωποι μαθαίνουν από νωρίς να αντέχουν. Από παιδί δούλευα τη γη, μα κάθε φορά που έβλεπα πέτρα δουλεμένη από ανθρώπινο χέρι, κάτι μέσα μου ξυπνούσε. Η καμάρα πάνω από το νερό δεν ήταν για μένα μόνο πέρασμα· ήταν απόδειξη πως ο άνθρωπος μπορεί να σταθεί απέναντι στη φύση χωρίς να τη χαλάσει.
Εκείνες τις μέρες όλη η πολιτεία μιλούσε για το ίδιο πράγμα. Στους καφενέδες, στην αγορά, στις αυλές, ακόμη και στα ψιθυριστά λόγια μετά την εκκλησία: θα χτιζόταν γεφύρι μεγάλο, μονότοξο, εκεί που ο Αώος στενεύει πριν μπει στα βουνά. Όχι πρόχειρο πέρασμα, όχι ξύλα που τα παίρνει το νερό, αλλά γεφύρι πέτρινο, να βαστά ανθρώπους, ζώα και καραβάνια. Γεφύρι για γενιές.
Οι γέροι έλεγαν πως ο ποταμός δεν περνιέται με μπράτσο· περνιέται με νου, με καμάρα και με κλειδόπετρα. Κι εκείνη τη χρονιά, στο χείλος της χαράδρας, στο στόμιο απ’ όπου μπαίνει ο δρόμος για τα στενά του Αώου, είχε βαλθεί να σηκωθεί ένα γεφύρι μεγάλο, μονότοξο, να δένει τις στράτες και τα περάσματα του τόπου.
Το πρωί έκανε ένα κρύο που έκοβε. Στην άκρη της πλατείας, κοντά στον δρόμο που κατέβαινε προς τον Αώο, στεκόταν ο σαλεπιτζής με το μπρούτζινο καζάνι του. Ο αχνός ανέβαινε πυκνός, άσπρος, κι ανακατευόταν με την ανάσα των ανθρώπων. Πλησίασα και τύλιξα τα χέρια μου γύρω από το πήλινο ποτήρι. Το σαλέπι έκαιγε, μα το άφησα να με ζεστάνει. Γύρω μου στέκονταν μάστορες, αγωγιάτες, δυο–τρεις γεροντότεροι που είχαν έρθει νωρίς για να μάθουν νέα. Δεν μιλούσαν όλοι. Άκουγαν. Κάποιος είπε πως έρχονται άνθρωποι από την Πυρσόγιαννη. Άλλος πως το γεφύρι θα γίνει μεγάλο, μονότοξο, εκεί που στενεύει το ποτάμι. Τα λόγια περνούσαν από στόμα σε στόμα, όπως περνά το ζεστό ποτήρι από χέρι σε χέρι. Δεν μίλησα. Κοίταξα τον αχνό να χάνεται στον αέρα και σκέφτηκα πως, αν είναι να χτιστεί γεφύρι, θα ’θελα να είμαι εκεί. Όχι για να μιλήσω, μα για να δω. Για να μάθω πώς στέκεται η πέτρα πάνω στο νερό.
Δεν ήμασταν ελεύθεροι τότε. Η Ήπειρος ήταν ακόμη υπό οθωμανική διοίκηση, φόροι, χαρτιά και σφραγίδες βάραιναν κάθε μεγάλο έργο. Κι όμως, ο κόσμος είχε μάθει να στήνει έργα με το δικό του μεράκι και το δικό του πουγκί. «Με δωρεές θα γίνει», έλεγαν, «να μην κόβει ο Αώος την Κόνιτσα στα δυο». Και μέσα στους χορηγούς ξεχώριζε το όνομα του Ιωάννη Ζώη Λούλη, μεγάλου ευεργέτη από τα Κατσανοχώρια, που, έτσι το ’λεγαν κι έτσι γράφτηκε, έδωσε περίπου τα μισά από τα γρόσια της δαπάνης, ποσό που ανέβαινε συνολικά γύρω στα 120.000 γρόσια. Δώσαν κι άλλοι: οι αδελφοί Λιάμπεη πέντε χιλιάδες, η Αγγελική Παπάζογλου δύο χιλιάδες, ο Μωχάμετ-μπέης Σίσκος δυόμισι χιλιάδες, οι αδελφοί Μπεκιάρη χίλια εξήντα, κι άλλοι ακόμη.
Κι όταν άκουσα πως έρχεται μπουλούκι από την Πυρσόγιαννη, κατάλαβα πως αυτό το γεφύρι θα μου άνοιγε έναν δρόμο μεγαλύτερο κι από αυτόν του ποταμιού
Κεφάλαιο Δεύτερο – Το μπουλούκι και ο πρωτομάστορας

Τους είδα να φτάνουν ένα απόγευμα, λίγο πριν χαμηλώσει ο ήλιος πίσω από τις πλαγιές. Ο δρόμος γέμισε ανθρώπους και ζώα, κι ο αέρας μύρισε ξύλο, σίδερο και ιδρώτα ταξιδιού. Ήταν καμιά ογδονταριά ψυχές, δεμένες όχι με αίμα αλλά με τέχνη και ανάγκη.
Μπροστά βάδιζε ο πρωτομάστορας. Ο Ζιώγας Φρόντζος. Τον συνόδευε η φήμη του από έργα του στο Αργυρόκαστρο, στη Πρεμετή, στο Λεσκοβίκι, στην Ερσέκα. Μπήκε στην Κόνιτσα ντυμένος με σιλιβάρι, πιτούρι και μια βαριά κάπα, μια παρουσία που από μόνη της υποδήλωνε κύρος και μια αίσθηση ευθύνης, την ώρα που οι κάτοικοι τον υποδέχονταν με την ελπίδα της κατασκευής του γεφυριού. Δεν φώναζε, δεν έδινε διαταγές. Κρατούσε μια λεπτή βέργα στο χέρι και κοίταζε τον τόπο σαν να τον διάβαζε. Στεκόταν πότε στο χώμα και πότε στον βράχο, ζύγιζε αποστάσεις, άκουγε τον ποταμό. Η σιωπή γύρω του ήταν σεβασμός. Η αξιοσύνη του ήταν τέτοια που στην Πυρσόγιαννη οι πρωτομάστορες έλεγαν «Το ΄πε ο Ζιώγας Φρόντζος· το είπε ο Θεός»
Πίσω απ΄τον Φρότζο δεν ακολουθούσε απλώς ένα μπουλούκι: ογδόντα ψυχές, είπαν. Ηταν δέκα πρωτομάστορες, οι μπουλουκτσήδες, με τα μπουλούκια τους. Μαστόροι, καλφάδες, μαστορόπουλα, ψυχογιοί, πελεκάνοι και φατσαδόροι, με χέρια χαραγμένα από την πέτρα. Κι ανάμεσά τους δυο-τρεις μαραγκοί για τα καλούπια και τα ξυλοδέματα. Στη συνέχεια προστέθηκαν κουβαλητάδες, προμηθευτές υλικών, μαγείρισσες που φρόντιζαν το φαγητό, ζωέμποροι για τα ζώα.
Το μπουλούκι δεν ήταν παρέα. Ήταν τάξη. Οι καλφάδες κρατούσαν λογαριασμό εργαλείων και ανθρώπων. Στο τέλος τα μαστορόπουλα, αγόρια σαν κι εμένα, φορτωμένα με ό,τι περίσσευε. Κανείς δεν μιλούσε άσκοπα. Το μπουλούκι είχε δικό του ρυθμό, σαν ζωντανό σώμα. Τότε ένιωσα για πρώτη φορά πως αυτός ο κόσμος δεν δεχόταν εύκολα ξένους. Έπρεπε να αποδείξεις ότι αντέχεις.
Κεφάλαιο Τρίτο – Η είσοδος στη δοκιμασία
Πέρασαν μέρες ώσπου να πάρω την απόφαση. Δεν ήταν φόβος μόνο· ήταν κι εκείνο το σφίξιμο που νιώθει κανείς όταν καταλαβαίνει πως, αν κάνει το επόμενο βήμα, δεν θα υπάρχει εύκολη επιστροφή. Παρακολουθούσα το μπουλούκι από μακριά. Τους έβλεπα να στήνουν τα πρόχειρα καλύβια κοντά στο ποτάμι, να δένουν τα ζώα τους σε σειρές, να ξεφορτώνουν εργαλεία που γυάλιζαν θαμπά στο φως. Κάθε τους κίνηση είχε ρυθμό, σαν να ήξεραν από πριν τι θα κάνει ο άλλος.
Το λέγανε πως, άμα θες να μάθεις πέτρα, πρέπει πρώτα να μάθεις να σωπαίνεις. Να κοιτάς τον πρωτομάστορα στα χέρια, όχι στο στόμα. Το ’χα πάρει απόφαση: θα ’μπαινα στο μπουλούκι, ό,τι κι αν κόστιζε.
Την τέταρτη μέρα βρήκα τον κάλφα τον Σταύρο καθισμένο πάνω σ’ ένα πελεκημένο λιθάρι. Σημείωνε με κάρβουνο σημάδια σε μια ξύλινη τάβλα, λογαριασμούς για υλικά και ανθρώπους. Στάθηκα μπροστά του και για λίγο δεν μίλησα. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι.
«Τι γυρεύεις εδώ, μικρέ;»
«Να μάθω την πέτρα», του είπα. Η φωνή μου βγήκε πιο σταθερή απ’ όσο ένιωθα.
Με κοίταξε αργά, από τα παπούτσια ως το πρόσωπο. Ήξερα αυτό το βλέμμα. Το ’χα δει σε εμπόρους, σε ζώα στην αγορά, σε ανθρώπους που αποφασίζουν αν αξίζεις τον κόπο.
Ο πρωτομάστορας πλησίασε χωρίς να τον καλέσει κανείς. Στεκόταν λίγο πιο πίσω, μα ένιωθα την παρουσία του σαν βάρος στον αέρα.
«Η μάθηση εδώ δεν χαρίζεται», είπε. «Θα κουβαλάς. Θα σωπαίνεις. Θα πονέσεις. Κι άμα αντέξεις, μένεις.»
Έγνεψα. Δεν υπήρχε άλλη κουβέντα. Έτσι μπήκα στο μπουλούκι, όχι με λόγια και υποσχέσεις, αλλά με τον ιδρώτα που ήξερα πως θα ’ρθει.
Κεφάλαιο Τέταρτο – Εκεί που η γη αποφασίζει
Η αυγή μας βρήκε όλους στη χαράδρα. Η ομίχλη ανέβαινε από τον Αώο και κολλούσε στα ρούχα, στα γένια, στις σκέψεις μας. Το ποτάμι έμοιαζε ήσυχο, μα κανείς από τους παλιούς δεν ξεγελιόταν. Ο Ζιώγας προχωρούσε μπροστά χωρίς βιασύνη, σαν άνθρωπος που ήξερε πως ο τόπος πρέπει πρώτα να τον δεχτεί για να του παραδοθεί. Τα μεγάλα γεφύρια δεν τα φτιάχνεις όπου σε βολεύει∙ τα φτιάχνεις όπου σε αφήνει η πέτρα και το νερό.
Στεκόταν πότε στο χώμα και πότε στον βράχο, ακουμπούσε τη βέργα του, έσκυβε, άκουγε. Δεν κοιτούσε μόνο με τα μάτια· κοιτούσε με το σώμα ολόκληρο. Οι μαστόροι τον παρακολουθούσαν σιωπηλοί. Κανείς δεν μιλούσε πριν μιλήσει εκείνος.
«Εδώ στενεύει», είπε τελικά. «Κι εδώ κρατάει. Αν δεν μας γελάσει η γης.»
Ξεκίνησαν τα σκαψίματα. Σκάψαμε πρώτα τα «θεμέλια» στα δυο αντικρινά. Όχι βαθιά όπως σκάβει κανείς για σπίτι ή για μάντρα—άλλο πράμα. Να βρεις βράχο «ζωντανό», να μη σε γελάσει χώμα σαθρό, γιατί ο Αώος, άμα φουσκώσει, παίρνει μαζί του και τα ψέματα. Κάθε χτύπημα της αξίνας ήταν δοκιμή. Το χώμα έφευγε, οι μικρές πέτρες παραμέριζαν, ώσπου φάνηκε ο βράχος. Σταθήκαμε όλοι πάνω του, σαν να ’ταν ζωντανός. Ο Ζιώγας γονάτισε, τον χτύπησε με τη βέργα.
«Ζωντανός», είπε. Και μόνο τότε άρχισε πραγματικά το έργο.
Εκείνη τη μέρα κατάλαβα πως το γεφύρι δεν το χτίζει πρώτα ο άνθρωπος. Το επιτρέπει πρώτα η γη.
Στην αρχή στήσαμε τα μαντριά και τα πρόχειρα καλύβια. Το μπουλούκι κοιμόταν κοντά στο έργο, να μη χάνεται ώρα σε δρόμους. Κι οι γυναίκες της πολιτείας, με το δικό τους μερίδιο στον κόπο, έστελναν καζάνια και ψωμιά, άλλες φορές με το αζημίωτο, άλλες φορές σαν τάμα—«να σταθεί το γεφύρι, να περάσει ο κόσμος». Στις κουβέντες τους ακουγόταν και το όνομα του Λούλη, που ’χε βάλει, έλεγαν, πενήντα χιλιάδες γρόσια μόνος του. Και κάθε βράδυ, γύρω απ’ τη φωτιά, οι παλιοί μιλούσαν για τη δουλειά σαν να μιλούσαν για μάχη.
«Είναι μεγάλο το τόξο», έλεγε ο μάστορας ο Λευτέρης. «Μονότοξο, και να το κρατήσεις σωστό… θέλει νου.»
«Θα σταθεί», αποκρινόταν ο Σταύρος. «Ο Ζιώγας το ’χει ξανακάνει.»
Κάποιος ανέφερε και τη φήμη, ότι ο ίδιος πρωτομάστορας είχε πιάσει έργο και στο γεφύρι της Πλάκας λίγα χρόνια πριν . Κι η φήμη, σε μπουλούκι, είναι ψωμί: φέρνει δουλειές, φέρνει προσκλήσεις, φέρνει σεβασμό.
Κεφάλαιο Πέμπτο – Οι μέρες του ιδρώτα

Οι μέρες που ακολούθησαν δεν ξεχώριζαν εύκολα η μία από την άλλη. Ξυπνούσαμε πριν φανεί ο ήλιος και πέφταμε να κοιμηθούμε όταν το σκοτάδι σκέπαζε τα βουνά. Ο χρόνος μετριόταν με το βάρος που κουβαλούσαμε και με τον πόνο στο σώμα.
Εγώ ήμουν πάντα ανάμεσα στους πρώτους που κατέβαιναν στη χαράδρα και στους τελευταίους που ανέβαιναν πίσω. Κουβαλούσα πέτρες, ασβέστη, νερό. Το δέρμα στα χέρια μου σκλήρυνε και ρόζιασε. Κι όμως, μέσα σε αυτόν τον αδιάκοπο κόπο, άρχισα να βλέπω αλλιώς.
Έβλεπα πώς διάλεγαν την πέτρα, πώς την άφηναν στην άκρη αν δεν «μιλούσε» σωστά. Έβλεπα τον κάλφα να κρατά τον ρυθμό, να φωνάζει πότε πρέπει να σταματήσουν όλοι μαζί. Έβλεπα τον πρωτομάστορα να πλησιάζει, να διορθώνει με μια κίνηση αυτό που άλλοι δεν είχαν προσέξει. Κάθε βράδυ, γύρω από τη φωτιά, οι κουβέντες ήταν λιγοστές. Η κούραση δεν άφηνε χώρο για πολλά λόγια. Κι όμως, ένιωθα πως ήμουν πια κομμάτι τους.
Την άνοιξη μπήκαμε στο «δέσιμο». Πρώτα μαζεύαμε πέτρα. Όχι όποια να ’ναι: η πέτρα θέλει γνώση, να μη σκάει στο πελέκημα, να μην «ανοίγει» με τον παγετό. Άλλες πέτρες για το γέμισμα, άλλες για το ντύσιμο της καμάρας, άλλες για τα στηθαία στο καλντερίμι από πάνω. Ο ασβέστης ερχόταν σε σακιά, το χώμα κοσκινισμένο, κι η άμμος—ποταμίσια, να «δένει» σωστά. Ο πρωτομάστορας δοκίμαζε το κονίαμα με το νύχι: αν «γυαλίσει», αν «κρατήσει», αν δεν τρίβεται εύκολα.
Τότε κατάλαβα πως η μαστοριά δεν είναι μόνο χέρι. Είναι μνήμη υλικών.
Τον Ιούνιο, όταν ο ήλιος άρχισε να ψήνει τα βράχια, μπήκαμε στα σοβαρά: πελέκημα, ανέβασμα, στρώσιμο. Ο πρωτομάστορας στεκόταν κάτω από το τόξο και φώναζε χωρίς να φωνάζει:
«Στέργιο! Φέρε τον λοστό. Όχι εκείνον—τον χοντρό. Θα σηκώσουμε καμαρόπετρα.»
Έτρεξα. Η καρδιά μου χτυπούσε όπως όταν κυνηγάς ζαρκάδι.
«Κοίτα καλά», είπε, και για πρώτη φορά με κοίταξε στα μάτια. «Η πέτρα δεν μπαίνει με τη βία. Μπαίνει με το σωστό κάθισμα. Βρες της την έδρα. Σαν να βάζεις παιδί στην αγκαλιά.»
Ο μάστορας ο Λευτέρης έδειξε πώς «πίνουν» οι πέτρες η μία την άλλη. Πώς η καμαρόπετρα πρέπει να πατάει, να σφηνώνει, να μη γλιστράει. Πώς αφήνεις μικρό «ψαλίδι» (ένα κενό) για το κονίαμα, να γεμίσει και να κλειδώσει. Και τότε άκουσα κάτι παράξενο: οι παλιοί μιλούσαν μεταξύ τους με λέξεις που δεν έβγαζαν νόημα. Σαν άλλη γλώσσα.
«Μη χαζεύεις», μου ψιθύρισε ο Σταύρος. «Κουδαρίτικα. Μαστόρκα. Για να μη μας πιάνουν οι ξένοι τη μιλιά, για να μένει η τέχνη δική μας.»
Ένιωσα σαν να μου άνοιγαν πόρτα σε κλειστό δωμάτιο. Δεν ήταν μόνο το γεφύρι που χτιζόταν. Ήταν κι η συντεχνία—αυτή η σιωπηρή τάξη που ταξίδευε πέτρα με πέτρα.
Ηρθε η μέρα των ξυλοδεμάτων—το πιο δύσκολο για μένα να το συλλάβω. Οι μαραγκοί στήναν το μεγάλο «καλούπι» της καμάρας μέσα στο κενό, με δοκάρια, σφήνες, και ξύλα που έμοιαζαν με πλευρά καραβιού. Εκεί θα «κάτσουν» οι καμαρόπετρες, ώσπου να μπει η κλειδόπετρα—η τελευταία, η κορυφή του τόξου, που χωρίς αυτήν η καμάρα είναι μόνο φόβος.
Κεφάλαιο Έκτο – Η καμάρα σηκώνεται
Όταν στήθηκαν τα ξυλοδέματα μέσα στο κενό, το ποτάμι έμοιαζε να κρατά την ανάσα του. Τα δοκάρια έδεναν μεταξύ τους με σφήνες και σχοινιά, σχηματίζοντας το καλούπι της καμάρας. Ήταν παράξενο να βλέπεις κάτι τόσο εύθραυστο να προορίζεται να βαστάξει τέτοιο βάρος. Οι καμαρόπετρες άρχισαν να ανεβαίνουν μία μία. Κάθε πέτρα δοκιμαζόταν στα χέρια των μαστόρων, γυριζόταν, ζυγιζόταν. Καμιά δεν έμπαινε με τη βία.
«Άμα δεν κάτσει μόνη της, μην την πιέζεις», είπε ο Λευτέρης. «Η πέτρα θυμάται.»
Κι εγώ στεκόμουν λίγο πιο πίσω, κουβαλώντας, παρατηρώντας, μαθαίνοντας χωρίς να μου το διδάσκει κανείς.
Κεφάλαιο Έβδομο – Η νύχτα που δοκιμάστηκε το μπουλούκι
Κάπου εκεί, στη μεγάλη κούραση του καλοκαιριού, έγινε το κακό—ή, όπως το είπαν οι παλιοί, «η δοκιμή του γεφυριού».
Μια νύχτα ξέσπασε ξαφνική καταιγίδα στα βουνά. Ο Αώος, που το πρωί ήταν γραμμή ασημί, έγινε φουσκωμένο φίδι. Η καταιγίδα ήρθε απότομα, σαν να κατέβηκε από τα βουνά χωρίς προειδοποίηση. Ο αέρας δυνάμωσε, ο ουρανός σκοτείνιασε, κι ο Αώος φούσκωσε μέσα σε λίγες ώρες. Το νερό αφρισμένο κουβαλώντας μαζί του κορμούς και πέτρες χτυπούσε με μανία τρίζοντας τα ξυλοδέματα. Ξύπνησα από φωνές.
«Σηκωθείτε! Το ποτάμι!»
Τρέξαμε. Ο πρωτομάστορας στεκόταν στην όχθη ακίνητος, σαν να ’χε καρφωθεί.
«Θα κρατήσει;» ρώτησε κάποιος.
Ο Ζιώγας δεν απάντησε. Έκανε μόνο τον σταυρό του. Κανείς δεν κοιμήθηκε. Στεκόμασταν όλοι στην όχθη, άλλοι σιωπηλοί, άλλοι σταυρώνοντας τα χέρια. Δεν φοβόμασταν μόνο για το έργο. Φοβόμασταν για τη φήμη μας, για το όνομα του πρωτομάστορα, για το αν θα ξαναβρούμε δουλειά αν το γεφύρι μας προδώσει. Εκείνη τη νύχτα ένιωσα για πρώτη φορά τι σημαίνει να ανήκεις σε μπουλούκι: ο φόβος του ενός ήταν φόβος όλων.
Την αυγή είδαμε ζημιές. Μερικό «σπάσιμο», έλεγαν. Μια πλευρά είχε καθίσει αλλιώς, μια ραφή είχε ανοίξει. Δεν ήταν ολοκληρωμένο ακόμα το τόξο, κι όμως η φύση βρήκε το αδύνατο σημείο. Εκεί κατάλαβα τι σημαίνει η πληροφορία που άκουγα αργότερα να τη λένε οι γραμματισμένοι: πως το γεφύρι χτίστηκε το 1869, μα έπαθε μερική κατάρρευση και χρειάστηκε επισκευές/επανακατασκευή το 1870–1871. Δεν ήταν ντροπή. Ήταν το τίμημα του μεγάλου.
Ο πρωτομάστορας μάζεψε το μπουλούκι. Μίλησε απλά, όπως μιλάνε οι άνθρωποι που δεν έχουν να κρύψουν τίποτα:
«Το γεφύρι δεν μας χρωστάει. Εμείς του χρωστάμε. Θα το ξαναδέσουμε. Θα το κάνουμε να σταθεί σαν βράχος. Και θα σταθεί.»
Τότε είδα κάτι που δεν το γράφουν εύκολα στα χαρτιά: πώς λειτουργεί η οργάνωση του μπουλουκιού όταν έρθει η κρίση. Δεν άρχισε ο καθένας να κάνει ό,τι θέλει. Μοιράστηκαν δουλειές όπως μοιράζεις ψωμί σε λιμό. Οι πελεκάνοι πιάσαν ξανά τις καμαρόπετρες να ταιριάξουν σωστά. Οι μαραγκοί έλεγξαν το ξυλόδεμα—σφήνες, δοκάρια, όλα στη θέση τους. Τα μαστορόπουλα (κι εγώ μαζί τους) γίναμε μυρμήγκια: κουβαλούσαμε ασβέστη, νερό, χαλίκι, δέναμε σχοινιά, στήναμε πρόχειρες σκαλωσιές. Κι ο κάλφας, ανάμεσα, μάθαινε και δίδασκε: «έτσι σφηνώνεις», «έτσι κρατάς το νήμα», «έτσι ακούς το χτύπημα της πέτρας».
Μου έκανε εντύπωση πως, ακόμη και σε τέτοια ώρα, μετρούσαν τη φήμη. Κάποιος είπε:
«Άμα δεν σταθεί, θα μας το χρεώσουν. Το όνομα του μπουλουκιού πάει μαζί μας.»
Και θυμήθηκα αυτό που είχα διαβάσει ή ακούσει αργότερα να το λένε καθαρά: ότι η φήμη του μπουλουκιού,ιδίως του πρωτομάστορα, καθόριζε τη δουλειά του, τις προσκλήσεις, το ψωμί των χρόνων
Κεφάλαιο Όγδοο – Η κλειδόπετρα
Οι μέρες πέρασαν βαριές ώσπου να έρθει η ώρα της κλειδόπετρας. Κάθε πέτρα που ανέβαινε ήταν σαν υπόσχεση. Κάθε ραφή που έκλεινε ήταν σαν πληγή που γιατρευόταν. Κι όταν ήρθε η ώρα της κλειδόπετρας—εκείνης της πέτρας που κάθεται στην κορφή της καμάρας και «κλειδώνει» όλο το τόξο—όλοι σώπασαν. Ο αέρας ήταν ψυχρός, σαν να ήξερε κι αυτός τι επρόκειτο να γίνει
Ο πρωτομάστορας διάλεξε την πέτρα από πριν. Την είχαν πελεκήσει με φροντίδα, με ελαφριά καμπύλη, να μπει όπως πρέπει. Τη σήκωσαν αργά με σχοινιά και με ξύλινες τροχαλίες κι όλοι κρατούσαν την ανάσα τους. Δυο μαστόροι την οδήγησαν. Ο Ζιώγας στεκόταν από κάτω, με τη βέργα του.
«Σιγά… σιγά…» είπε.
Η πέτρα μπήκε στη θέση της με ήχο βαθύ, δυνατό, καθαρό. Σαν να κούμπωνε κλειδί. Το τόξο έτριξε ελαφρά και μετά σώπασε.
Ο Ζιώγας πλησίασε, ακούμπησε την παλάμη του πάνω στην καμάρα.
«Τώρα», είπε, «είναι γεφύρι.» Και κανείς δεν μίλησε.
Και τότε, για πρώτη φορά, ένιωσα πως το έργο δεν ήταν μόνο τεχνικό. Ήταν κοινωνικό—μια συμφωνία τόπου. Η πόλη έδωσε χρήματα, οι ευεργέτες έβαλαν τα μεγάλα ποσά, το μπουλούκι έδωσε την τέχνη, κι ο ποταμός έδωσε την απόδειξη.
Κάτω από την καμάρα
Στάθηκα στο ψηλότερο σημείο και κοίταξα τον Αώο από κάτω. Το νερό κυλούσε όπως πάντα, μα δεν χώριζε πια τον τόπο.
Κι εγώ ήξερα πια πως, κάτω από αυτή την καμάρα, είχα αφήσει πίσω μου το παιδί και είχα γίνει άνθρωπος της πέτρας.
Κεφάλαιο Ένατο – Όταν το ποτάμι πήρε πίσω τον λόγο του
Δεν πέρασαν πολλές μέρες από την τοποθέτηση της κλειδόπετρας ώσπου να μας θυμίσει ο Αώος ποιος μιλά τελευταίος. Ο καιρός άλλαξε απότομα. Σύννεφα βαριά κατέβηκαν από την Πίνδο και στάθηκαν πάνω από τη χαράδρα, χαμηλά, σαν να ’θελαν να την πνίξουν. Ο αέρας έκοβε την ανάσα, κι ένα βράδυ ακούσαμε το νερό να ανεβαίνει πριν ακόμη το δούμε. Ο Αώος άλλαξε φωνή· δεν βούιζε όπως συνήθως, μα κυλούσε βαθιά και πνιχτά.
Η βροχή έπεφτε με λύσσα. Το ποτάμι φούσκωνε ώρα με την ώρα, κι οι κορμοί που κατέβαζε χτυπούσαν την καμάρα σαν να τη δοκίμαζαν. Στεκόμασταν όλοι στην όχθη, βρεγμένοι ως το κόκαλο, κοιτάζοντας αν το έργο θα κρατήσει. Ο Ζιώγας δεν μίλαγε. Μόνο κοιτούσε, με τα χέρια δεμένα πίσω, σαν να περίμενε απόφαση.
Κάποια στιγμή ακούστηκε ένας ήχος που δεν ξεχνιέται. Όχι δυνατός, βαθύς. Σαν να αναστέναξε η πέτρα. Ένα κομμάτι από το γέμισμα, ψηλά, υποχώρησε. Δεν έπεσε το γεφύρι, μα πληγώθηκε. Κανείς δεν φώναξε. Ήταν χειρότερο από φωνή. Ο πρωτομάστορας γύρισε και μας κοίταξε έναν έναν.
«Θα το ξαναπιάσουμε», είπε χαμηλά. «Και θα το κάνουμε να μην ξαναμιλήσει έτσι.»
Εκείνη τη νύχτα κατάλαβα πως η τέχνη δεν είναι νίκη. Είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση.
Κεφάλαιο Δέκατο – Το ράγισμα
Το πρωί μετρήσαμε τη ζημιά. Κατεβήκαμε στην κοίτη σιωπηλοί, με μάτια καρφωμένα στην καμάρα. Δεν ήταν καταστροφή· το γεφύρι στεκόταν ακόμη. Μα το ράγισμα ήταν εκεί, μικρό μα ορατό, σαν πληγή που δεν αιμορραγεί, αλλά προειδοποιεί. Ήταν αρκετό για να σπείρει την αμφιβολία.
Οι παλαιοί μαστόροι μιλούσαν σιγανά, λες και φοβούνταν μήπως τους ακούσει η πέτρα. Κάποιος είπε πως το κονίαμα δεν είχε «δέσει» όπως έπρεπε, πως ίσως η υγρασία το πρόλαβε. Άλλος πως το ποτάμι είχε αλλάξει ρεύμα μετά τις βροχές και χτυπούσε αλλιώς το βάθρο. Κανείς δεν κατονόμαζε ευθύνη. Όλοι μιλούσαν για πράγματα, όχι για ανθρώπους.
Κι όμως, η σκιά έπεσε πάνω στο μπουλούκι. Δεν φαινόταν, μα τη νιώθαμε. Η φήμη, αυτό το άυλο πράγμα που μας έτρεφε και μας άνοιγε δρόμους, κινδύνευε περισσότερο κι από την πέτρα. Ένα γεφύρι που ραγίζει κουβεντιάζεται· ένα μπουλούκι που αμφισβητείται χάνεται.
Ο Ζιώγας μάζεψε τους μαστόρους γύρω από τη φωτιά. Στεκόταν όρθιος, με το πρόσωπο φωτισμένο από τις φλόγες, κι έμοιαζε πιο βαρύς απ’ ό,τι συνήθως.
«Ό,τι έγινε, έγινε με τα χέρια μας», είπε. «Και με τα χέρια μας θα διορθωθεί. Όποιος δεν αντέχει, φεύγει τώρα.»
Τα λόγια του έπεσαν βαριά. Κανείς δεν έφυγε. Κανείς δεν μίλησε. Μα τα βλέμματα βάρυναν, κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως το ράγισμα δεν ήταν μόνο στην πέτρα.
Κεφάλαιο Ενδέκατο – Το στοιχειό
Τότε άρχισαν οι ψίθυροι. Στην αρχή χαμηλά, σχεδόν ντροπαλά, σαν να φοβόντουσαν όσοι τα έλεγαν μήπως τα πιστέψουν. Ύστερα πιο καθαρά. Κάποιοι έλεγαν πως το γεφύρι «ζητάει». Πως κάθε μεγάλο έργο θέλει το τίμημά του. Άλλοι πως τη νύχτα ακούγονται βήματα στην καμάρα, πως κάτι περνά και μετρά τις πέτρες.
Εγώ δεν πίστευα σε στοιχειά. Δεν είχα μάθει έτσι. Μα πίστευα στον φόβο των ανθρώπων, κι αυτός ο φόβος ήταν αληθινός. Όταν ο άνθρωπος δεν βρίσκει εξήγηση, την πλάθει μόνος του.
Ένα βράδυ, γυρίζοντας από το ποτάμι, είδα μια σκιά να στέκεται εκεί που είχε υποχωρήσει το γέμισμα. Σταμάτησα απότομα. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Για μια στιγμή πίστεψα πως δεν ήμουν μόνος. Όταν πλησίασα, δεν ήταν τίποτα· ένα παιχνίδι του σκοταδιού και της υγρασίας. Μα ο φόβος είχε ήδη φωλιάσει μέσα μου, κι ήξερα πως δεν φεύγει εύκολα.
Ο Ζιώγας έμαθε για τους ψιθύρους. Δεν θύμωσε. Μόνο κουράστηκε.
«Το γεφύρι δεν θέλει αίμα», είπε. «Θέλει σωστή πέτρα.»
Το είπε ήσυχα, μα τα λόγια του δεν έδιωξαν τη σκιά. Εκείνη τη νύχτα κανείς δεν κοιμήθηκε ήσυχος. Άλλοι άκουγαν το ποτάμι, άλλοι το τρίξιμο του ξύλου, κι άλλοι τη σκέψη τους. Το γεφύρι στεκόταν ακόμη· μα ο φόβος, αυτός είχε περάσει ήδη από κάτω.
Κεφάλαιο Δωδέκατο – Η επιλογή
Τις μέρες που ακολούθησαν δούλεψα περισσότερο απ’ όσο είχα δουλέψει ποτέ. Πριν ακόμα φανεί ο ήλιος πίσω από τα βουνά, ήμουν ήδη στην κοίτη. Κουβαλούσα πέτρες, έδενα ξύλα, καθάριζα τον χώρο, χωρίς να μου το ζητούν. Δεν ήταν ζήλος για το μεροκάματο· ήταν κάτι πιο βαθύ, πιο άγριο. Σαν να ένιωθα πως, αν χαλάρωνα έστω για λίγο, θα μου έφευγε από τα χέρια κάτι που μόλις είχα αγγίξει.
Οι μαστόροι το έβλεπαν, μα δεν μιλούσαν. Άφηναν τον ιδρώτα μου να μιλήσει μόνος του. Κι εγώ καταλάβαινα πια πως στο μπουλούκι τίποτα δεν χαρίζεται· όλα κερδίζονται σιωπηλά. Το βράδυ έπεφτα εξαντλημένος, μα δεν κοιμόμουν αμέσως. Άκουγα τον ποταμό και σκεφτόμουν αν άξιζα να σταθώ εδώ ή αν απλώς με ανεχόντουσαν.
Ο πρωτομάστορας με παρατηρούσε από μακριά. Δεν με ρώτησε τίποτα, δεν με δοκίμασε με λόγια. Μια μέρα, καθώς έδενα τα σχοινιά, στάθηκε δίπλα μου.
«Θα μείνεις», είπε απλά.
Ούτε εξήγηση, ούτε υπόσχεση. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως η επιλογή είχε ήδη γίνει. Όχι μόνο από μένα. Το μπουλούκι με είχε δεχτεί πριν καν το καταλάβω.
Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο – Το δέσιμο
Ξαναπιάσαμε το πληγωμένο σημείο σαν να ακουμπούσαμε ζωντανό σώμα. Καμιά βιασύνη, καμιά φωνή. Λιθάρι το λιθάρι, χέρι με χέρι. Η πέτρα καθόταν στη θέση της μόνο όταν την ήθελε ο τόπος. Κι αν δεν την ήθελε, την παίρναμε πίσω χωρίς αντίρρηση.
Ο Αώος έμοιαζε πιο ήσυχος αυτές τις μέρες. Σαν να μας δοκίμαζε κι αυτός, όχι με ορμή, αλλά με υπομονή. Τα νερά του κυλούσαν βαριά, χωρίς να φωνάζουν. Κι εμείς δουλεύαμε σκυφτοί, ξέροντας πως κάθε λάθος θα φανεί αργά ή γρήγορα.
Όταν μπήκε η τελευταία πέτρα, δεν ακούστηκε χαρά. Μόνο ανάσες. Ο Ζιώγας στάθηκε για ώρα κάτω από την καμάρα, με το βλέμμα σηκωμένο. Δεν μίλησε. Έκανε τον σταυρό του αργά, σαν να σφράγιζε κάτι που δεν έπρεπε να ειπωθεί.
«Τώρα», είπε τελικά, «ας περάσει ο κόσμος.»
Κι εκεί κατάλαβα πως το γεφύρι δεν ανήκει πια σε μας.
Κεφάλαιο Δέκατο Τέταρτο – Πέρασμα

Το πρώτο καραβάνι πέρασε νωρίς ένα πρωινό, πριν ακόμα ζεστάνει ο ήλιος την πέτρα. Τα ζώα πατούσαν προσεκτικά, σαν να δοκίμαζαν το πέρασμα. Οι άνθρωποι κρατούσαν την ανάσα τους και κοίταζαν κάτω, στο νερό που κυλούσε βαθιά.
Η καμάρα δεν μίλησε. Δεν έτριξε, δεν αναστέναξε. Έμεινε εκεί, όπως της έπρεπε.
Στάθηκα στην άκρη και κοίταζα. Δεν ένιωθα περηφάνια· ένιωθα κάτι πιο βαρύ και πιο ήσυχο. Ήξερα πως δεν ήμουν πια παιδί. Κάτι είχε δεθεί μέσα μου, όπως είχε δεθεί και η πέτρα πάνω από το ποτάμι.
Κι όπου κι αν με πήγαινε από δω και πέρα το μπουλούκι, ήξερα πως θα κουβαλούσα πάντα μέσα μου τούτο το γεφύρι. Όχι σαν ανάμνηση, μα σαν μέτρο για το πώς πρέπει να στέκεται κανείς απέναντι στον κόσμο.
Κεφάλαιο Δέκατο Πέμπτο – Ο λογαριασμός της πέτρας
Η μέρα που πέρασε το πρώτο καραβάνι δεν έφερε πανηγύρι. Έφερε σιωπή. Οι μαστόροι κοιτάζαμε την καμάρα σαν άνθρωπος που μόλις σηκώθηκε από βαριά αρρώστια: στέκει όρθιος, μα δεν ξέρεις ακόμη αν έχει σωθεί. Το βράδυ ο Ζιώγας μας μάζεψε γύρω από τη φωτιά. Δεν μίλησε για την τέχνη. Μίλησε για τον λογαριασμό.
Τα γρόσια άργησαν. Οι προεστοί της πολιτείας έστελναν λόγια, όχι όμως παρά. Κάποιος είχε πάει στα Γιάννενα για έγκριση, άλλος περίμενε χαρτί από την διοίκηση. Για το μπουλούκι, η καθυστέρηση δεν ήταν απλώς ενόχληση· ήταν κίνδυνος. Χωρίς πληρωμή, δεν υπήρχε επόμενο έργο, δεν υπήρχε δρόμος.
«Η πέτρα πληρώνεται», είπε ο Ζιώγας. «Κι όποιος το ξεχνά, το πληρώνει διπλά.»
Κεφάλαιο Δέκατο Έκτο – Η εξουσία κατεβαίνει στο ποτάμι
Μια μέρα κατέβηκαν στη χαράδρα δυο άντρες καλοβαλμένοι. Τα ρούχα τους ήταν καθαρά, δίχως σημάδια δουλειάς, και τα παπούτσια τους δεν είχαν πατήσει ποτέ λάσπη. Τους συνόδευαν άλλοι δυο, πιο πίσω, κι όλοι μαζί κατέβαιναν προσεκτικά, σαν να φοβούνταν μήπως λερωθούν από τον τόπο. Το βλέμμα τους δεν στάθηκε στην καμάρα, ούτε στις πέτρες. Πήγαινε κατευθείαν στους ανθρώπους.
Μίλησαν πρώτα στους προεστούς, ύστερα στον πρωτομάστορα. Στέκονταν όρθιοι, κρατώντας χαρτιά διπλωμένα, κι έδειχναν με το χέρι, σαν να μετρούσαν τον χώρο με λέξεις. Δεν άκουσα τι είπαν. Μα είδα τον Ζιώγα να σφίγγει τα χείλη και να κατεβάζει το βλέμμα για μια στιγμή. Η εξουσία δεν καταλάβαινε από καμάρες, από ισορροπία και βάρος. Καταλάβαινε από σφραγίδες και υπογραφές.
Όταν έφυγαν, ο τόπος έμοιαζε πιο βαρύς.
«Θέλουν χρόνο», μας είπε αργότερα. «Χαρτιά, άδειες, αναμονή.»
Κοίταξε γύρω του τους μαστόρους.
«Μα ο χρόνος δεν τρέφει ανθρώπους.»
Κεφάλαιο Δέκατο Έβδομο – Ρωγμή στο μπουλούκι
Η καθυστέρηση έφερε γκρίνια, κι η γκρίνια ρωγμές. Στην αρχή ήταν ψίθυροι, λόγια ειπωμένα χαμηλά, πίσω από πλάτες. Ένας μάστορας είπε πως έπρεπε να φύγουμε πριν χαλάσει η φήμη μας. Άλλος πως ο Ζιώγας πήρε ρίσκο μεγάλο, πως το γεφύρι θα μας κυνηγήσει κι αλλού. Τα λόγια δεν ήταν δυνατά, μα πλήγωναν περισσότερο από φωνές. Γιατί έμπαιναν σιγά, όπως μπαίνει το νερό σε ρωγμή. Ένα βράδυ, κοντά στη φωτιά, ο καβγάς άναψε. Κάποιος πέταξε ένα ξύλο πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν.
«Κι αν πέσει το γεφύρι;» είπε. «Κι αν πέσει η φήμη μας; Τι θα απογίνουμε;»
Ο Ζιώγας σηκώθηκε όρθιος. Δεν φώναξε.
«Η φήμη δεν πέφτει από αναμονή», είπε ήσυχα. «Πέφτει από λάθος.»
Κανείς δεν μίλησε άλλο. Η φωτιά έτριζε. Κι όλοι καταλάβαμε πως, αν έσπαγε το μπουλούκι, δεν θα το ’κανε η εξουσία, αλλά εμείς.
Κεφάλαιο Δέκατο Όγδοο – Η μύηση
Ένα πρωί ο πρωτομάστορας με φώναξε κοντά του. Δεν με κοίταζε αυστηρά· με κοίταζε σαν να ζύγιζε κάτι που είχε καιρό στο νου του. Μου έδωσε μια πέτρα μικρή, καμαρόπετρα, όχι από εκείνες που μπαίνουν στο έργο.
«Θα την πελεκήσεις», είπε. «Όχι για το γεφύρι. Για σένα.»
Κάθισα παράμερα και δούλεψα ώρες. Το χέρι μου πόνεσε, ο καρπός έτρεμε. Κάθε χτύπημα έπρεπε να ’ναι μετρημένο. Η πέτρα δεν συγχωρεί τον θυμό ούτε τη βιασύνη. Όταν τελείωσα, την πήρε στα χέρια του, την γύρισε, την κοίταξε στο φως.
«Τώρα είσαι μαστορόπουλο», είπε. «Όχι ψυχογιός.»
Δεν χαμογέλασε. Μα εγώ ένιωσα το βάρος να αλλάζει. Ήταν ίδιο και διαφορετικό μαζί.
Κεφάλαιο Δέκατο Ένατο – Η αναχώρηση
Τα γρόσια ήρθαν τελικά, λίγα και κομμένα. Όχι όπως τα περίμεναν οι μαστόροι, μα αρκετά για να μη φύγουμε άπραγοι. Ο Ζιώγας δεν είπε λέξη. Τα μοίρασε δίκαια, όπως έκανε πάντα, χωρίς παράπονο.
Το μπουλούκι ετοιμάστηκε για τον δρόμο. Τα ζώα φορτώθηκαν, τα εργαλεία δέθηκαν, τα σχοινιά μαζεύτηκαν. Κοίταξα πίσω μου το γεφύρι. Δεν ήταν πια έργο. Ήταν τόπος. Ήταν σημείο που θα έλεγαν οι άνθρωποι «από δω».
Η μάνα μου στεκόταν μακριά. Δεν πλησίασε. Δεν μιλήσαμε. Μόνο κοίταξε τα χέρια μου, κι εγώ κατάλαβα πως έβλεπε άλλα απ’ όσα είχα φέρει φεύγοντας.
Κεφάλαιο Εικοστό – Ο δρόμος ανοίγει
Φύγαμε πριν χαράξει. Η ομίχλη σκέπαζε το ποτάμι, και το γεφύρι έμεινε πίσω σαν σκιά. Μαζί του άφησα ένα κομμάτι παιδικής ηλικίας που δεν θα γύριζε.
Μπροστά απλώνονταν άλλοι τόποι, άλλα ποτάμια, άλλες καμάρες που περίμεναν να δοκιμάσουν χέρια και ψυχές. Κι άλλοι φόβοι, πιο βαθιοί.
Κι εγώ ήξερα πια πως, όπου κι αν πάω, θα κουβαλώ μέσα μου τον ήχο της πέτρας όταν κουμπώνει σωστά. Αυτόν τον ήχο που δεν ακούγεται, μα κρατά.
Τέλος Πρώτου Μέρους
Βρείτε μας και στη σελίδα μας στο Facebook: Η Κόνιτσα σήμερα Konitsa today






Comments are closed.