του Βασίλη Τακτικού
Η μεταστροφή των ΗΠΑ στο ουκρανικό ζήτημα είναι πλέον ιστορικό γεγονός που αλλάζει δραστικά την παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump θέλει ειρήνη και το δηλώνει με κάθε τρόπο αφού, το κόστος του πολέμου στην Ουκρανία σε τελική ανάλυση είναι μεγαλύτερο από το όφελος. Και το κυριότερο θα αποφύγει μια διαφαινόμενη ήττα.
Τα προηγούμενα χρόνια η υπερεπέκταση της Αμερικής σε όλο τον κόσμο φούσκωσε το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ σε τέτοιο βαθμό που χρειάζονται άμεσα περικοπές δαπανών 2 τρις ανά έτος για να ελεγχθεί.
Ο Tραμ και το επιτελείο του έχουν επιλέξει να κάνουν αυτές τις περικοπές στους εξοπλισμούς και στον περιορισμό στις δημόσιες δαπάνες με απολύσεις της κρατικής γραφειοκρατίας. Αυτό είναι εφικτό μέτρο λόγω εξέλιξης της τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης. Ο άλλος τρόπος είναι οι περικοπές των εξοπλιστικών δαπανών και ειδικότερα του ΝΑΤΟ.
Το αρνητικό είναι ότι θα υπάρξουν ταυτόχρονα περικοπές στο κοινωνικό κράτος και της ανθρωπιστικής βοήθειας στο εξωτερικό.
Πράγματι, το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ αυξάνεται περίπου κατά δύο δις το χρόνο και αντίστοιχο ποσό περίπου πληρώνει για εξυπηρέτηση του χρέους κάθε έτος σε τόκους. Αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα η κρίση χρέους θα είναι μεσοπρόθεσμα αναπόφευκτη και η Αμερική θα βρεθεί από την υπερεπέκταση στη θέση που βρέθηκε η Αγγλία μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Γι’ αυτό η συντριπτική πλευρά του Drump αλλάζει στάση και στρατηγική στην οικονομία και την εξωτερική της πολιτική. Πρόκειται για αντίθεση και σύγκρουση ενδοκαπιταλιστική.
Συγκρούονται από τη μια μεριά το χρηματιστικό τραπεζικό κεφάλαιο και το στρατιωτικό βιομηχανικό σύμπλεγμα που εκφράζουν οι “δημοκρατικοί” με το κεφάλαιο της γης, ορυχεία και εξορύξεις ενέργεια που εμπλέκεται άμεσα το κράτος και εκφράζουν οι συντηρητικοί. Η πολιτική της υπερεπέκτασης μπορούσε να εξυπηρετηθεί όσο υπήρχε η δυνατότητα να τυπώνεται χωρίς αντίκρισμα χρήμα σε δολάριο, αλλά αυτή η δυνατότητα έχει φτάσει πλέον σε οριακό σημείο και δεν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς τον κίνδυνο ενός κράχ..
Η επαναφορά των δασμών μετά από πολλά χρόνια στην οικονομία των ΗΠΑ είναι συνέπεια αυτής της προσέγγισης, αλλά και το αδύνατο σημείο στην παγκόσμια ηγεμονία της αγοράς.
Από την άλλη σκοπιά τα λάφυρα του πολέμου από την Ουκρανία ή οπουδήποτε αλλού ‑βλέπε σπάνιες γαίες, δεν μπορούν να καλύψουν τα έξοδα του πολέμου φθοράς. Έτσι μια συμφωνία κορυφής μια “νέα Γιάλτα” φαντάζει η καλύτερη λύση για να εξυπηρετηθούν αυτή τη φάση τα συμφέροντα που εκφράζουν οι συντηρητικοί των ΗΠΑ και Ντόναλντ Τραμπ περιορίζοντας την ηγεμονία στο δυτικό ημισφαίριο.
Αντίθετα, οι ηγεσίες της Ευρώπης έχουν ένα σύμπλεγμα συμφερόντων που συνδέεται με την προηγούμενη ηγεσία των ΗΠΑ. Και συνεχίζουν να εξυπηρετούν διαπλεκόμενα συμφέροντα με οικονομικές και πολιτικές ελίτ που κυριάρχησαν τα 40 τελευταία χρόνια με την εμμονή διεκδίκησης ζωτικού χώρου από το άλλοτε ανατολικό μπλόκ και την αποδυνάμωση της Ρωσίας.
ΟΙ νεοφιλελεύθεροι ένθεν και ένθεν του ατλαντικού είναι δέσμιοι της αντιρωσικής ρητορικής για την επανεκλογή τους με αυτό το αφήγημα . Νιώθουν άμεσα την απειλή της φιλορωσικής δεξιάς στη χώρα τους, εγκλωβισμένοι στις προκαταλήψεις τους. Εγκλωβισμένοι στη ρεμούλα διαχείρισης της εξωτερικής βοήθειας προς την Ουκρανία ενώ η συνέχεια φαίνεται κάπου τους βολεύει τη γραφειοκρατία των Βρυξελών.
Στο εσωτερικό πεδίο υπολογίζουν την αντιπαράθεση με ακροδεξιά με όρους πριν από τον παγκόσμιο πόλεμο που ήταν πράγματι πολεμοχαρής. Ωστόσο το ιστορικό παράδοξο τώρα στο ιστορικό εκκρεμές είναι ότι, οι πολεμοχαρείς είναι από την άλλη πλευρά ενός φθίνοντος υποδείγματος του νεοφιλελευθερισμού. Στο πλαίσιο της γεωπολιτικής σύγκρουσης τα φιλορωσικά δεξιά κόμματα λένε το αυτονόητο ότι, δεν έχουμε αντικειμενικούς λόγους να είμαστε κατά της Ρωσίας και είναι προς το συμφέρον μας να παίρνουμε φθηνή ενέργεια και πρώτες ύλες. Η Ρωσία δεν πρόκειται να ηττηθεί στρατιωτικά. Αυτό το πνεύμα εκφράζει και ο Ντόναλντ Τραμπ έτοιμος για μεγάλες οικονομικές συμφωνίες στην ενέργεια και πρώτες ύλες.
Πράγματι, σε άλλα ταξικά και οικονομικά ζητήματα μπορεί να διαφωνήσει ένας δημοκράτης και σοσιαλδημοκράτης με τον Τραμπ και τη νέα δεξιά . Για παράδειγμα στις επιλογές για την διαχείριση του τεράστιου δημόσιου χρέους το κόστος πληρώνουν οι φτωχοί και όχι υπερπλούσιοι που εκφράζει η πολιτική Τράμπ. Στη γεωπολιτική όμως οι κινήσεις του είναι σε πιο ορθολογική βάση.
Πρόκειται για μεγάλη αντίθεση υποδείγματος κυριαρχίας που από τη μια πλευρά είναι η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση που προωθούν και υπερασπίζουνε οι διευθυντικές ελίτ των δημοκρατικών στην Αμερική και στην Ευρώπη και εκφράζουν οι σοσιαλδημοκράτες και λαϊκό κόμμα και το πρωτείο το έχει αγορά, οι τράπεζες και το χρηματιστήριο. Και από την άλλη για το νέο συντηρητισμό του Τράμπ και της νέας δεξιάς στην Ευρώπη είναι το πρωτείο της πολιτικής το έχει το εθνικό κράτος.
Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις αντιθέσεις το ελεγχόμενο και παγκοσμιοποιημένο μιντιακό σύστημα μας λέει ότι ο Τραμπ είναι ένας λαϊκιστής σχεδόν φασίστας, όπως φασίστες είναι όλοι ακροδεξιοί στην Ευρώπη.
Όμως ο Τραμπ αποδεικνύει στη πράξη ότι δεν είναι ούτε πολεμοχαρής, ούτε φασίστας που ασκεί βία στη λήψη και εφαρμογή πολιτικών αποφάσεων, Ούτε εκφράζει εθνικό μίσος έναντι άλλων εθνών. Είναι απλά συντηρητικός και πολέμιος της παράνομης μετανάστευσης όπως εξάλλου όλη η συντηρητική Ευρώπη. Παράλληλα, είναι υπερ του δραστικού περιορισμού του δημόσιου χρέους με αντίστοιχο περιορισμό του κοινωνικού κράτους. Και το αρνητικό επιπλέον σαυτό είναι ότι μεσοπρόθεσμα η πολιτική του θα διογκώσει περισσότερο τις ανισότητες.
Το βέβαιο είναι επίσης ότι από τα φαινόμενα, δεν θα ακολουθήσει την πολιτική του Ρήγκαν και Θάτσερ με τον μονεταρισμό και την υπερχρέωση με δάνεια τους καταναλωτές χρεώνοντας και την επόμενης γενιά.
Ο συντηρητισμός μπορεί να βελτιώσει τα ελλείματα του δημοσίου χρέους βραχυπρόθεσμα αλλά μακροπρόθεσμα αυτή η πολιτική θα υπονομευτεί από τον περιορισμό της ζήτησης και τη νέα διόγκωση των ανισοτήτων.
Από αυτό το σημείο αρχίζει μια ουσιαστική κριτική
Η εκ παραλλήλου διόγκωση του παγκόσμιου χρέους και η διόγκωση των ανισοτήτων, που αρνείται να αντιμετωπίσει συνολικά η δύση, είναι το κύριο πρόβλημα που θα βρούμε μπροστά μας στο μέλλον.
Η γεωπολιτικές αναλύσεις δεν μπορούν να μας φωτίσουν επαρκώς αυτό το πρόβλημα.
Ο εχθρός είναι στο τομέα της οικονομίας είναι εσωτερικός και έχει να κάνει κυρίως με τη σύγκρουση κεφαλαίου και εργασίας. Η εξουσίες επιτρέπουν στο κεφάλαιο να κερδίζει συνεχώς τη μερίδα του λέοντος στην κατανομή των πόρων. Η παγκόσμια φορολογία του κεφαλαίου είναι μόλις το 4%. Αντιθέτως η φορολογία της Εργασίας μαζί με τις ασφαλιστικές εισφορές φτάνει το 40%. Η μείωση συγκριτικά αμοιβών της εργασίας μειώνει την κατανάλωση και μέσω αυτής προσδόκιμο της οικονομικής ανάπτυξης. Έτσι το παγκόσμιο χρέος συνεχώς αυξάνεται με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα από την ανάπτυξη και στο τέλος της διαδρομής δεν θα αποφευχθεί μια νέα παγκόσμια κρίση χρέους. Η ερμηνεία που δίδεται για τη μεταστροφή των ΗΠΑ στη γεωπολιτική σύγκρουση με τη Ρωσία Ότι ο κύριος ανταγωνιστής είναι η Κίνα και προς τα εκεί πρέπει να προσανατολιστεί ο δυτικός κόσμος είναι η μισή η αλήθεια. Η άλλη μισή είναι η ανάγκη για αλλαγή υποδείγματος του νεοφιλελεύθερου προτύπου μέσα στην Αμερική και μέσα στην Eυρώπη για να ανταποκριθεί προκλήσεις των καιρών.

Ο Βασίλης Τακτικός είναι πολιτικός αναλυτής και συγγραφέας βιβλίων κοινωνικής οικονομίας. Είναι συντονιστής του Πανελλήνιου παρατηρητηρίου και δικτύου αλληλέγγυας οικονομίας και βασικός εισηγητής στα συνέδρια του χώρου. Τελευταία αρθρογραφεί στις ιστοσελίδες: i‑loveathens.gr, hellas2day.gr και timesnews.gr
Βρείτε μας και στις σελίδες μας στο Facebook:





Comments are closed.