Η σιωπή των σκιών

Μπάμπης Στέρτσος

 Η εξαφάνιση

Ο Αλέ­ξαν­δρος Καρα­μά­νης, καθη­γη­τής φιλο­σο­φί­ας, κοί­τα­ξε την οθό­νη του κινη­τού του με μια αίσθη­ση κενού. Η κόρη του, η Μαρία, είχε εξα­φα­νι­στεί. Όχι με την κυριο­λε­κτι­κή έννοια, αλλά με έναν τρό­πο που για τη γενιά της ήταν εξί­σου ορι­στι­κός: είχε δια­γρά­ψει όλα τα προ­φίλ της στα social media. Το Instagram, το Facebook, το TikTok, όλα είχαν σιγή­σει. Ήταν σαν να είχε πάψει να υπάρ­χει στον κόσμο που η ίδια είχε επι­λέ­ξει να ζει.

Η πρώ­τη του αντί­δρα­ση ήταν ορθο­λο­γι­κή, σχε­δόν ακα­δη­μαϊ­κή. «Ίσως είναι μια δήλω­ση», σκέ­φτη­κε. «Μια πρά­ξη αντί­στα­σης στην ψηφια­κή τυραν­νία». Αλλά η ψυχρή λογι­κή δεν μπο­ρού­σε να καλύ­ψει την ανη­συ­χία που άρχι­σε να τον κυριεύ­ει. Η Μαρία δεν απα­ντού­σε στα τηλε­φω­νή­μα­τά του, ούτε στα μηνύ­μα­τά του. Οι φίλοι της δεν ήξε­ραν τίπο­τα. Η εξα­φά­νι­σή της ήταν από­λυ­τη, σιω­πη­λή, σαν μια άσκη­ση στη φιλο­σο­φία του κενού.

Ο Αλέ­ξαν­δρος ένιω­σε μια ειρω­νεία στην κατά­στα­ση. Αυτός, που δίδα­σκε για τη διά­κρι­ση του Αρι­στο­τέ­λη μετα­ξύ εμπει­ρι­κής και επι­στη­μο­νι­κής γνώ­σης, βρι­σκό­ταν τώρα αντι­μέ­τω­πος με μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που δεν μπο­ρού­σε να ερμη­νεύ­σει. Είχε συλ­λέ­ξει τις πλη­ρο­φο­ρί­ες – η κόρη του είχε εξα­φα­νι­στεί από τον ψηφια­κό κόσμο – αλλά δεν μπο­ρού­σε να τις μετα­τρέ­ψει σε κατα­νό­η­ση. Στε­κό­ταν στο φαί­νε­σθαι, ανί­κα­νος να προ­χω­ρή­σει στο είναι.

 Σκιές της επιφάνειας

Τις επό­με­νες μέρες, ο Αλέ­ξαν­δρος βυθί­στη­κε στον ψηφια­κό κόσμο της κόρης του, προ­σπα­θώ­ντας να βρει κάποιο ίχνος, κάποια εξή­γη­ση. Κοι­τού­σε τις φωτο­γρα­φί­ες της, τα σχό­λια, τα likes, όλα τα ψηφια­κά απο­τυ­πώ­μα­τα μιας ζωής που τώρα φαι­νό­ταν τόσο ξένη. Κάθε εικό­να ήταν μια σκιά της επι­φά­νειας, μια εφή­με­ρη εντύ­πω­ση που υπο­κα­θι­στού­σε την εμπει­ρία. Η Μαρία χαμο­γε­λού­σε σε μια παρα­λία, σε ένα μπαρ, σε μια συναυ­λία, αλλά ο Αλέ­ξαν­δρος δεν μπο­ρού­σε να δει την πραγ­μα­τι­κή της ευτυ­χία, μόνο την ανα­πα­ρά­στα­σή της.

Θυμή­θη­κε τον Χάι­ντε­γκερ και τη λήθη του Είναι. Η κόρη του, όπως και τόσοι άλλοι της γενιάς της, ζού­σε σε έναν κόσμο όπου η ύπαρ­ξη είχε συρ­ρι­κνω­θεί σε παρου­σία εικό­νων. Το ψηφια­κό της προ­φίλ ήταν ένας εικο­νι­κός εαυ­τός, προ­σε­κτι­κά κατα­σκευα­σμέ­νος, ενώ ο πραγ­μα­τι­κός της εαυ­τός παρέ­με­νε άγνω­στος, ακό­μα και στον ίδιο της τον πατέ­ρα. Ποια ήταν η Μαρία πίσω από τα φίλ­τρα και τα hashtags; Ποια ήταν η Μαρία που δεν χαμο­γε­λού­σε για την κάμερα;

Η ανα­ζή­τη­σή του τον οδή­γη­σε σε μια συνει­δη­το­ποί­η­ση: δεν έψα­χνε την κόρη του, αλλά μια ιδέα για την κόρη του. Μια ιδέα που είχε κατα­σκευά­σει ο ίδιος από τις σκιές που εκεί­νη άφη­νε πίσω της. Και τώρα που οι σκιές είχαν χαθεί, δεν ήξε­ρε πού να ψάξει.

Η λήθη του Είναι

Η εξα­φά­νι­ση της Μαρί­ας ξύπνη­σε στον Αλέ­ξαν­δρο ανα­μνή­σεις από το παρελ­θόν. Θυμή­θη­κε τα παι­δι­κά της χρό­νια, τότε που η ζωή ήταν πιο απλή, πιο αλη­θι­νή. Τότε που η ευτυ­χία ήταν ένα παγω­τό στο πάρ­κο, όχι μια φωτο­γρα­φία στο Instagram. Τότε που η αγά­πη ήταν μια αγκα­λιά, όχι ένα like.

Συνει­δη­το­ποί­η­σε ότι και ο ίδιος είχε πέσει στην παγί­δα της λήθης του Είναι. Είχε αφιε­ρώ­σει τη ζωή του στη μελέ­τη της φιλο­σο­φί­ας, αλλά είχε ξεχά­σει να ζει. Οι λέξεις των μεγά­λων φιλο­σό­φων είχαν γίνει το κατα­φύ­γιό του, ένας τρό­πος να απο­φεύ­γει την πολυ­πλο­κό­τη­τα της πραγ­μα­τι­κής ζωής. Δίδα­σκε για την αυθε­ντι­κή ύπαρ­ξη, αλλά η δική του ύπαρ­ξη ήταν μια σκιά, μια αντα­νά­κλα­ση των βιβλί­ων που διάβαζε.

Η σχέ­ση του με τη Μαρία είχε γίνει και αυτή μια θεω­ρη­τι­κή άσκη­ση. Της μιλού­σε για τον Πλά­τω­να και τον Καντ, αλλά δεν ήξε­ρε τι την απα­σχο­λού­σε πραγ­μα­τι­κά. Της έστελ­νε χρή­μα­τα για τα έξο­δά της, αλλά δεν ήξε­ρε αν ήταν ευτυ­χι­σμέ­νη. Η αγά­πη του είχε γίνει μια αφη­ρη­μέ­νη έννοια, απο­κομ­μέ­νη από την εμπειρία.

 Η απώλεια της αύρας

Ο Αλέ­ξαν­δρος απο­φά­σι­σε να επι­σκε­φτεί το παλιό τους σπί­τι, το σπί­τι όπου μεγά­λω­σε η Μαρία. Ήταν ένα σπί­τι γεμά­το ανα­μνή­σεις, γεμά­το από την «αύρα» μιας άλλης επο­χής. Στο δωμά­τιο της Μαρί­ας, βρή­κε ένα κου­τί με παλιές φωτο­γρα­φί­ες. Φωτο­γρα­φί­ες τυπω­μέ­νες σε χαρ­τί, φωτο­γρα­φί­ες που μπο­ρού­σες να τις αγγί­ξεις, να τις μυρί­σεις. Κάθε φωτο­γρα­φία ήταν μονα­δι­κή, ανεπανάληπτη.

Κοί­τα­ξε μια φωτο­γρα­φία της Μαρί­ας σε ηλι­κία πέντε ετών, να κρα­τά­ει ένα λου­λού­δι. Το χαμό­γε­λό της ήταν αυθόρ­μη­το, αλη­θι­νό. Δεν υπήρ­χε πόζα, δεν υπήρ­χε σκη­νο­θε­σία. Ήταν μια στιγ­μή που είχε παγώ­σει στον χρό­νο, μια στιγ­μή που δια­τη­ρού­σε την αύρα της. Θυμή­θη­κε τον Βάλ­τερ Μπέν­για­μιν και την απώ­λεια της «αύρας» του έργου τέχνης στην επο­χή της μηχα­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γι­μό­τη­τας. Σήμε­ρα, όχι μόνο τα έργα τέχνης, αλλά και οι ίδιες οι ζωές μας είχαν χάσει την αύρα τους. Η υπερ-έκθε­ση φωτο­γρα­φιών και στιγ­μών μάς απο­μα­κρύ­νει από τη μονα­δι­κό­τη­τα του βιώ­μα­τος. Ζού­με για την ανα­πα­ρά­στα­ση, όχι για την εμπειρία.

Ο Αλέ­ξαν­δρος συνει­δη­το­ποί­η­σε ότι η ψηφια­κή ζωή της κόρης του ήταν μια ατε­λεί­ω­τη σει­ρά από αντί­γρα­φα χωρίς πρω­τό­τυ­πο. Κάθε φωτο­γρα­φία, κάθε status update, ήταν μια προ­σπά­θεια να ανα­πα­ρα­στή­σει μια ζωή που δεν ζού­σε πραγ­μα­τι­κά. Η εξα­φά­νι­σή της ήταν ίσως μια προ­σπά­θεια να ξανα­βρεί το πρω­τό­τυ­πο, να ξανα­βρεί την αύρα της.

 Η ζωή δεν ζει

Η ανα­ζή­τη­σή του τον οδή­γη­σε στην πρώ­ην σύζυ­γό του, την Ελέ­νη. Η συνά­ντη­σή τους ήταν αμή­χα­νη, γεμά­τη από τις σιω­πές και τα ανεί­πω­τα παρά­πο­να μιας σχέ­σης που είχε τελειώ­σει άδο­ξα. Η Ελέ­νη ήταν μια γυναί­κα πρα­κτι­κή, προ­σγειω­μέ­νη. Δεν κατα­λά­βαι­νε τις φιλο­σο­φι­κές ανη­συ­χί­ες του Αλέ­ξαν­δρου. Για εκεί­νη, η εξα­φά­νι­ση της Μαρί­ας ήταν ένα πρό­βλη­μα που έπρε­πε να λυθεί, όχι ένα υπαρ­ξια­κό αίνιγμα.

«Πάντα ήσουν στον κόσμο σου, Αλέ­ξαν­δρε», του είπε. «Διά­βα­ζες τα βιβλία σου και ξεχνού­σες ότι υπάρ­χει ένας πραγ­μα­τι­κός κόσμος εκεί έξω. Ένας κόσμος που πονά­ει, που αγα­πά­ει, που φοβά­ται». Τα λόγια της ήταν σαν μαχαι­ριά. Ο Αλέ­ξαν­δros συνει­δη­το­ποί­η­σε ότι η απο­ξέ­νω­σή του δεν ήταν μόνο από την κόρη του, αλλά και από τη γυναί­κα που κάπο­τε αγαπούσε.

Θυμή­θη­κε τη φρά­ση του Αντόρ­νο: «Η ζωή δεν ζει». Η δική του ζωή ήταν μια τέλεια απει­κό­νι­ση αυτής της φρά­σης. Ανέ­πνεε, κινού­νταν, εργα­ζό­ταν, αλλά δεν βίω­νε αυθε­ντι­κά. Η ύπαρ­ξή του είχε μετα­τρα­πεί σε λει­τουρ­γία, και η καθη­με­ρι­νό­τη­τά του σε ανα­κύ­κλω­ση θεω­ριών και ιδε­ών. Η φρά­ση δεν εξέ­φρα­ζε μοι­ρο­λα­τρία, αλλά αφύ­πνι­ση. Τον καλού­σε να ανα­ζη­τή­σει ξανά την εμπει­ρία που είχε χαθεί πίσω από τον μηχα­νι­σμό της δια­νοη­τι­κής του αυτάρκειας.

Μαζί αλλά μόνοι

Ο Αλέ­ξαν­δρος άρχι­σε να ψάχνει τη Μαρία στην πόλη. Πήγε στα μέρη που σύχνα­ζε, μίλη­σε με τους φίλους της, προ­σπά­θη­σε να ανα­συν­θέ­σει τη ζωή της. Κάθε συνά­ντη­ση ήταν μια απο­γο­ή­τευ­ση. Οι φίλοι της ήξε­ραν μόνο την ψηφια­κή της περ­σό­να. Τη Μαρία των social media, τη Μαρία των πάρ­τι, τη Μαρία των ταξι­διών. Κανείς δεν ήξε­ρε την πραγ­μα­τι­κή Μαρία.

Συνει­δη­το­ποί­η­σε την τρα­γι­κή ειρω­νεία της σύγ­χρο­νης κοι­νω­νί­ας: είμα­στε πιο συν­δε­δε­μέ­νοι από ποτέ, αλλά και πιο μόνοι από ποτέ. Η Sherry Turkle είχε δίκιο: «μαζί, αλλά μόνοι». Στα κοι­νω­νι­κά δίκτυα ανταλ­λάσ­σου­με αδιά­κο­πα λέξεις, emojis, εικό­νες, χωρίς ποτέ να συνα­ντιό­μα­στε πραγ­μα­τι­κά. Ο διά­λο­γος αντι­κα­θί­στα­ται από παράλ­λη­λους μονο­λό­γους, που χάνο­νται μέσα στον θόρυβο.

Ο Αλέ­ξαν­δρος ένιω­σε μια βαθιά μονα­ξιά. Μια μονα­ξιά που δεν ήταν η απου­σία των άλλων, αλλά η αδυ­να­μία να φτά­σει στους άλλους. Η κόρη του ήταν κάπου εκεί έξω, μόνη, και αυτός ήταν εδώ, μόνος, και ανά­με­σά τους υπήρ­χε ένα αόρα­το τεί­χος, φτιαγ­μέ­νο από οθό­νες και ψευδαισθήσεις.

 Το παιχνίδι με τις σκιές

Μια μέρα, ο Αλέ­ξαν­δρος έλα­βε ένα ανώ­νυ­μο email. Περιεί­χε μόνο μια διεύ­θυν­ση και μια φρά­ση: «Αν ψάχνεις την αλή­θεια, κοί­τα­ξε πίσω από τις σκιές». Η διεύ­θυν­ση τον οδή­γη­σε σε μια παλιά απο­θή­κη στην άκρη της πόλης. Μέσα, βρή­κε ένα αυτο­σχέ­διο στού­ντιο φωτο­γρα­φί­ας. Και εκεί, ανά­με­σα σε φωτο­γρα­φι­κές μηχα­νές και προ­βο­λείς, βρή­κε το ημε­ρο­λό­γιο της Μαρίας.

Δια­βά­ζο­ντάς το, ο Αλέ­ξαν­δρος ανα­κά­λυ­ψε ένα μυστι­κό που η κόρη του έκρυ­βε από όλους. Η Μαρία δεν ήταν απλώς μια influencer που κυνη­γού­σε τα likes. Ήταν μια καλ­λι­τέ­χνης. Χρη­σι­μο­ποιού­σε τα social media ως ένα παι­χνί­δι με τις σκιές, μια performance art για την κενό­τη­τα της σύγ­χρο­νης ζωής. Οι φωτο­γρα­φί­ες της δεν ήταν απλώς selfies, αλλά προ­σε­κτι­κά σκη­νο­θε­τη­μέ­νες εικό­νες που σατί­ρι­ζαν την ψεύ­τι­κη ευτυ­χία του ψηφια­κού κόσμου.

Θυμή­θη­κε τον Μισέλ Τουρ­νιέ, που έβλε­πε στις σκιές το σημείο συνά­ντη­σης του πραγ­μα­τι­κού με το φαντα­σια­κό. Η Μαρία έπαι­ζε με τις σκιές, όχι για να κρύ­ψει την κενό­τη­τα, αλλά για να την απο­κα­λύ­ψει. Η εξα­φά­νι­σή της ήταν το τελευ­ταίο, το πιο ακραίο της έργο. Μια προ­σπά­θεια να δεί­ξει ότι πίσω από τις σκιές της ψηφια­κής ύπαρ­ξης, δεν υπάρ­χει τίποτα.

 Η αγάπη ως εμπειρία

Στο τέλος του ημε­ρο­λο­γί­ου, υπήρ­χε ένα γράμ­μα για τον Αλέ­ξαν­δρο. Η Μαρία του εξη­γού­σε ότι δεν είχε φύγει για να τον τιμω­ρή­σει, αλλά για να βρει τον εαυ­τό της. Για να ξεφύ­γει από τον κόσμο των σκιών και να ανα­κα­λύ­ψει την αγά­πη ως εμπει­ρία, όχι ως λέξη.

«Μπα­μπά», έγρα­φε, «με έμα­θες να σκέ­φτο­μαι, αλλά ξέχα­σες να με μάθεις να νιώ­θω. Με έμα­θες για την αγά­πη, αλλά δεν μου έδει­ξες πώς να αγα­πώ. Έψα­χνα την αγά­πη στα likes και στα comments, για­τί δεν ήξε­ρα πού αλλού να την ψάξω. Τώρα φεύ­γω για να τη βρω στον πραγ­μα­τι­κό κόσμο. Μην ανη­συ­χείς, θα γυρί­σω. Αλλά θα γυρί­σω όταν θα έχω μάθει να ζω, όχι απλώς να υπάρχω».

Ο Αλέ­ξαν­δρος έκλα­ψε. Όχι από λύπη, αλλά από μια αίσθη­ση κάθαρ­σης. Η κόρη του δεν είχε χαθεί. Είχε βρει τον δρό­μο της. Και στην πορεία, του είχε δεί­ξει και τον δικό του. Η αγά­πη δεν ήταν μια φιλο­σο­φι­κή έννοια, αλλά μια πρά­ξη. Μια πρά­ξη που απαι­τού­σε παρου­σία, αφο­σί­ω­ση, θυσία. Όλα αυτά που ο ίδιος είχε ξεχάσει.

 Η επιστροφή στο βάθος

Ο Αλέ­ξαν­δρος δεν ξανα­έ­ψα­ξε τη Μαρία. Ήξε­ρε ότι θα γυρί­σει όταν θα είναι έτοι­μη. Αντ’ αυτού, άρχι­σε να ψάχνει τον εαυ­τό του. Παραι­τή­θη­κε από το πανε­πι­στή­μιο και άρχι­σε να ταξι­δεύ­ει. Όχι για να δει τα αξιο­θέ­α­τα, αλλά για να δει τον κόσμο. Για να ξανα­μά­θει να κοι­τά­ζει, να ακού­ει, να γεύ­ε­ται το παρόν.

Ακο­λού­θη­σε τη συμ­βου­λή του Κού­ντε­ρα και αφέ­θη­κε στην «τέχνη της βρα­δύ­τη­τας». Έμα­θε να σωπαί­νει για να ακού­σει, όπως δίδα­σκε η ελλη­νι­κή παρά­δο­ση. Έμα­θε ότι η ζωή δεν είναι ένα πρό­βλη­μα που πρέ­πει να λυθεί, αλλά μια εμπει­ρία που πρέ­πει να βιωθεί.

Μια μέρα, σε ένα μικρό καφε­νείο σε ένα νησί του Αιγαί­ου, είδε μια νεα­ρή γυναί­κα να ζωγρα­φί­ζει. Την πλη­σί­α­σε και της είπε: «Συγ­γνώ­μη που ενο­χλώ, αλλά αυτό που κάνε­τε είναι πανέ­μορ­φο». Η γυναί­κα σήκω­σε το βλέμ­μα της και χαμο­γέ­λα­σε. Ήταν η Μαρία.

«Μπα­μπά», του είπε. «Σε περίμενα».

Οι σκιές της επι­φά­νειας δεν είχαν εξα­φα­νι­στεί. Αλλά ο Αλέ­ξαν­δρος και η Μαρία είχαν μάθει να κοι­τά­ζουν πέρα από αυτές. Είχαν μάθει να δίνουν βάθος στις λέξεις και στην αγά­πη. Είχαν ξανα­δώ­σει ζωή στη ζωή

 

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Λογο­τε­χνία σήμερα

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like
Leave A Reply

Your email address will not be published.