Επτά νέα στοιχεία εγγράφονται στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας

του Νεκτά­ριου Βακάλη

Ωρί­μα­σε ο και­ρός να γίνει επί­ση­μη αίτη­ση και για τους κου­δου­νά­τους του Μεσο­τό­που που ήδη έχει συζη­τη­θεί από χρό­νια και έχουν γίνει και σχε­τι­κές εισηγήσεις…Όπως και άλλα μονα­δι­κά της Λέσβου και άλλων περιο­χών βέβαια…

Επτά εθι­μι­κές πρα­κτι­κές και κοι­νω­νι­κές τελε­τουρ­γί­ες εγγρά­φο­νται στο Εθνι­κό Ευρε­τή­ριο Άυλης Πολι­τι­στι­κής Κλη­ρο­νο­μιάς της Ελλά­δας. Συγκε­κρι­μέ­να, εγγρά­φο­νται το Αμπα­λί, παρα­δο­σια­κό παι­χνί­δι της Λευ­κά­δας, η Λευ­κα­δί­τι­κη λαδό­πι­τα, οι Τηγα­νί­τες τ’ Αγιού στην Κέρ­κυ­ρα, οι χορευ­τι­κές παρα­δό­σεις της Νισύ­ρου, τα Καλή­με­ρα Ευρυ­τα­νί­ας, η τέχνη της παρα­δο­σια­κής παρα­σκευ­ής του τυριού Μανού­ρι Βλά­στης και τα Σάγια Νέας Καρβάλης.

Αμπα­λί

Το «Αμπα­λί» είναι παρα­δο­σια­κό ομα­δι­κό παι­χνί­δι που παί­ζε­ται με ξύλι­νες μπά­λες σε ειδι­κά δια­μορ­φω­μέ­νο γήπε­δο ανοι­χτού χώρου. Το «Αμπα­λί» φαί­νε­ται να προ­έρ­χε­ται από το παι­χνί­δι Bocce το οποίο ανα­πτύ­χθη­κε στην Αρχαία Ρώμη. Δια­μορ­φώ­θη­κε στη σύγ­χρο­νή του μορ­φή στην Ιτα­λία και στη Γαλ­λία και εξα­πλώ­θη­κε στην υπό­λοι­πη Ευρώ­πη. Στους Λευ­κα­δί­τες πέρα­σε κατά την Ιτα­λι­κή κατο­χή (μέσα 14ου αιώ­να μέχρι και τέλη του 18ου) και εξα­κο­λού­θη­σε να παί­ζε­ται μέχρι το τέλος της δεκα­ε­τί­ας του 1970. Σήμε­ρα ο Σύλ­λο­γος Λευ­κα­δί­ων Ηλιού­πο­λης και γύρω Δήμων «Η ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ» διορ­γα­νώ­νει τουρ­νουά στα οποία καλού­νται και παλαιό­τε­ροι γνώ­στες του παι­χνι­διού με στό­χο να μετα­λα­μπα­δεύ­σουν τις γνώ­σεις και το ζήλο τους στους νεό­τε­ρους. Ύστε­ρα από πρό­τα­ση του βου­λευ­τή Λευ­κά­δος κ. Αθα­νά­σιου Καβ­βα­δά, το Δ.Σ. του Συλ­λό­γου Λευ­κα­δί­ων Ηλιού­πο­λης και γύρω Δήμων «Η ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ» απο­φά­σι­σε ομό­φω­να να προ­βεί στη δια­δι­κα­σία εγγρα­φής του στοι­χεί­ου «Αμπα­λί» στο Εθνι­κό Ευρε­τή­ριο Άυλης Πολι­τι­στι­κής Κληρονομιάς.

Λευ­κα­δί­τι­κη λαδόπιτα

Η λευ­κα­δί­τι­κη λαδό­πι­τα είναι παρα­δο­σια­κό γλυ­κό και απο­τε­λεί σήμα κατα­τε­θέν της λευ­κα­δί­τι­κης γαστρο­νο­μί­ας. Για την παρα­σκευή της χρη­σι­μο­ποιού­νται απλά υλι­κά που υπήρ­χαν ανέ­κα­θεν σε κάθε λευ­κα­δί­τι­κο σπί­τι και τα βασι­κά συνί­στα­νται στα εξής: Ελαιό­λα­δο, αλεύ­ρι, ζάχα­ρη (ή μέλι), πετι­μέ­ζι στα­φυ­λιού. Η λαδό­πι­τα απο­τε­λεί το κατε­ξο­χήν προ­σφε­ρό­με­νο γλύ­κι­σμα σε κάθε είδους κοι­νω­νι­κή εκδή­λω­ση των Λευ­κα­δι­τών. Την συνα­ντά­με σαν κέρα­σμα σε όλες τις χαρού­με­νες περι­στά­σεις όπως ορκω­μο­σί­ες, αρρα­βώ­νες, γάμους, βαπτί­σεις, αγο­ρές αυτο­κι­νή­των, χτί­σι­μο σπι­τιού, ενώ δεν λεί­πει και από τις δύσκο­λες στιγ­μές όπως είναι οι κηδεί­ες και τα μνη­μό­συ­να. Την Πρω­το­χρο­νιά, προ­σθέ­το­ντας ένα φλου­ρί, απο­τε­λεί την βασι­λό­πι­τα των νοι­κο­κυ­ριών. Η τοπι­κή κοι­νω­νία επέ­δει­ξε μεγά­λο ενδια­φέ­ρον ώστε να δρο­μο­λο­γη­θεί η σύντα­ξη της συγκε­κρι­μέ­νης έκθε­σης και να συμπε­ρι­λη­φθεί η λαδό­πι­τα στα στοι­χεία της Άυλης Πολι­τι­στι­κής Κληρονομιάς. ”

Οι τηγα­νί­τες τ’ Αγιού στην Κέρκυρα

Κατά τη διάρ­κεια του τρι­ή­με­ρου εορ­τα­σμού του Αγί­ου Σπυ­ρί­δω­να στην Κέρ­κυ­ρα, παρα­σκευά­ζο­νται κατ’ οίκον, πωλού­νται από κατα­στή­μα­τα και πλα­νό­διους πωλη­τές ή προ­σφέ­ρο­νται από διά­φο­ρους Φορείς, Σωμα­τεία ή Συλ­λό­γους , οι “τηγα­νί­τες τ’ Αγιού”. Πρό­κει­ται για ένα προ­ϊ­όν ζύμης που τηγα­νί­ζε­ται σε λάδι και σερ­βί­ρε­ται με κρυ­σταλ­λι­κή ή άχνη ζάχα­ρη και κανέ­λα. Αρχι­κά συν­δέ­θη­κε με την ολο­νύ­χτια λει­τουρ­γία την παρα­μο­νή στην εκκλη­σία του Αγ. Σπυ­ρί­δω­να (βεγιό­νι), καθώς οι πιστοί κατα­νά­λω­ναν τηγα­νί­τες που θα τους βοη­θού­σαν να αντα­πε­ξέλ­θουν στην κού­ρα­ση. Στα­δια­κά αυτό μετα­τρά­πη­κε σε έθι­μο που απο­τε­λεί ανα­πό­σπα­στη τελε­τουρ­γία στην συνεί­δη­ση των απα­ντα­χού Κερ­κυ­ραί­ων σε σχέ­ση με την εορ­τή του προ­στά­τη Αγί­ου. Την πρω­το­βου­λία για την εγγρα­φή του στοι­χεί­ου είχε η κερ­κυ­ραϊ­κή κοινότητα.

Χορευ­τι­κές παρα­δό­σεις Νισύρου
Το πανη­γύ­ρι της Πανα­γιάς, τον Δεκα­πε­νταύ­γου­στο, είναι η σημα­ντι­κό­τε­ρη ημέ­ρα για τον όπου γης Νισύ­ριο και γι’ αυτό επι­διώ­κει να βρί­σκε­ται στο νησί την ημέ­ρα αυτή για να συμ­με­τά­σχει στην πάν­δη­μη χαρά.. Ο «Χορός της Κούπ­πας» σε συνάρ­τη­ση με τον χαρα­κτή­ρα των νισυ­ρια­κών πανη­γυ­ριών στα οποία χορεύ­ε­ται, προ­ά­γει την κοι­νω­νι­κή αλλη­λεγ­γύη και τη συνο­χή της κοι­νό­τη­τας των Νισυ­ρί­ων, όπου και αν δια­βιούν. Ο Χορός Καμά­ρες, επί­σης, απο­τε­λεί συστα­τι­κό στοι­χείο της παρά­δο­σης και θεω­ρεί­ται ανα­πό­σπα­στο τμή­μα των μου­σι­κο­χο­ρευ­τι­κών εκδη­λώ­σε­ων του νησιού. Το γεγο­νός ότι τα βήμα­τά του είναι δια­φο­ρε­τι­κά από τους κυκλι­κούς χορούς, που είναι οι συνη­θι­σμέ­νοι χοροί, του­λά­χι­στον για τα νησιά του Αιγαί­ου, αυτό προ­κα­λεί ιδιαί­τε­ρο ενδια­φέ­ρον για τις νέες γενιές. Την πρω­το­βου­λία για την εγγρα­φή των Χορευ­τι­κών Παρα­δό­σε­ων Νισύ­ρου Κού­πα και Καμά­ρες στο Εθνι­κό Ευρε­τή­ριο Άυλης Πολι­τι­στι­κής Κλη­ρο­νο­μιάς της Ελλά­δας είχαν η Εται­ρεία Νισυ­ρια­κών Μελε­τών σε συνερ­γα­σία με την τοπι­κή κοι­νό­τη­τα Νισύρου.
Καλή­με­ρα Ευρυτανίας
Τα Καλή­με­ρα τρα­γου­διού­νται στην τοπι­κή κοι­νό­τη­τα του Μεγά­λου Χωριού Ευρυ­τα­νί­ας την παρα­μο­νή των Φώτων (5 Ιανουα­ρί­ου) από ομά­δες ανδρών, τις οποί­ες συνο­δεύ­ουν ντα­ού­λια και κλα­ρί­νο. Πρό­κει­ται για ευχές «Καλής Ημέ­ρας», που απευ­θύ­νο­νται ξεχω­ρι­στά στον νοι­κο­κύ­ρη, τη νοι­κο­κυ­ρά, τα παι­διά τους, τη χήρα, τον ξενι­τε­μέ­νο και τον παπ­πά και λέγο­νται τρα­γου­δι­στά σε κάθε σπί­τι του χωριού από τους Καλη­με­ρά­δες. Οι οικο­δε­σπό­τες κερ­νά­νε την ομά­δα μεζέ­δες και ποτά και τους δίνουν χρή­μα­τα, τα οποία συγκε­ντρώ­νο­νται σε ένα κοι­νό ταμείο. Ανή­με­ρα των Φώτων οργα­νώ­νε­ται μεγά­λο γλέ­ντι που πλη­ρώ­νε­ται απο­κλει­στι­κά από το ταμείο των Καλη­με­ρά­δων και στο οποίο συμ­με­τέ­χει ενερ­γά όλο το χωριό και οι επι­σκέ­πτες του. Την πρω­το­βου­λία για την εγγρα­φή του στοι­χεί­ου Καλή­με­ρα στο Εθνι­κό Ευρε­τή­ριο Άυλης Πολι­τι­στι­κής Κλη­ρο­νο­μιάς της Ελλά­δας είχε η κοι­νό­τη­τα του Μεγά­λου Χωριού Ευρυτανίας.
Η τέχνη της παρα­δο­σια­κής παρα­σκευ­ής του τυριού Μανού­ρι Βλάστης
Η βιο­τε­χνι­κή-χει­ρο­τε­χνι­κή τυρο­κό­μη­ση του Μανου­ριού στη Βλά­στη γίνε­ται από τους κτη­νο­τρό­φους που κατά τη διάρ­κεια του καλο­και­ριού δια­τη­ρούν τα κοπά­δια τους στον ορει­νό και ημιο­ρει­νό χώρο που ορί­ζε­ται από τα βου­νά Άσκιο και Μου­ρί­κι. Η παρα­δο­σια­κή παρα­σκευή του Μανου­ριού γίνε­ται απο­κλει­στι­κά επο­χι­κά, δηλα­δή μόνο κατά τους μήνες Ιού­λιο και Αύγου­στο, για­τί τότε το γάλα έχει την απα­ραί­τη­τη ποσό­τη­τα λίπους για να γίνει το τυρί. Το μανού­ρι στη Βλά­στη παρα­σκευά­ζε­ται από κατσι­κί­σιο γάλα και η τυρο­κό­μη­ση γίνε­ται καθη­με­ρι­νά, αμέ­σως μετά το άρμεγ­μα των ζώων, στη στά­νη. Για τους Βλα­τσιώ­τες το Μανού­ρι είναι «ο βασι­λιάς των τυριών», για αυτό και διορ­γα­νώ­νουν τη «Γιορ­τή του μανου­ριού» κάθε Αύγου­στο. Παράλ­λη­λα, εκτός από ένα εκλε­κτό τυρο­κο­μι­κό προ­ϊ­όν, το μανού­ρι απο­τε­λεί ένα σύμ­βο­λο, ένα στοι­χείο ανα­φο­ράς της συλ­λο­γι­κής ταυ­τό­τη­τας της κοι­νό­τη­τας. Για αυτούς που δεν ζουν πλέ­ον στη Βλά­στη, το μανού­ρι έχει έναν ακό­μη λόγο να είναι «νόστι­μο»: έχει τη γεύ­ση του σπι­τιού στο οποίο με λαχτά­ρα επι­στρέ­φουν κάθε καλοκαίρι.
Σάγια
Κάθε χρό­νο στις 5 Ιανουα­ρί­ου, παρα­μο­νή των Θεο­φα­νεί­ων στην Νέα Καρ­βά­λη Καβά­λας, έναν προ­σφυ­γι­κό οικι­σμό που ιδρύ­θη­κε το 1925 από Καπ­πα­δό­κες πρό­σφυ­γες από την Καρ­βά­λη (Γκέλ­βε­ρι), επι­τε­λεί­ται ένα δρώ­με­νο που είναι από παλιά γνω­στό ως «Σάγια». Σύμ­φω­να με τοπι­κές μαρ­τυ­ρί­ες και την ζώσα εν γένει καπ­πα­δο­κι­κή παρά­δο­ση, επι­τε­λού­νταν στην Καπ­πα­δο­κία την παρα­μο­νή των Φώτων με πάν­δη­μη συμ­με­το­χή. Οι νέοι του οικι­σμού μεταμ­φιέ­ζο­νται σε κερα­σφό­ρα όντα με μάσκες και κου­δού­νια (Σάγια), ξεχύ­νο­νται στους δρό­μους, περι­φέ­ρουν την Καμή­λα, καλα­ντί­ζουν και πει­ρά­ζουν τους περα­στι­κούς και τις νοι­κο­κυ­ρές. Κατα­λή­γουν στην πλα­τεία του χωριού όπου ανά­βουν μεγά­λη φωτιά, πηδούν από πάνω, χορεύ­ουν και γλε­ντούν. Η τελε­τή αυτή σύμ­φω­να με τη ζωντα­νή παρά­δο­ση σφρα­γί­ζει το τέλος του Δωδε­καη­μέ­ρου και με την καθα­για­στι­κή δύνα­μη της φωτιάς αλλά και τις προ­σευ­χές διώ­χνει τους καλι­κάν­τζα­ρους (Σάγια) πάλι στα έγκα­τα της γης, μέχρι τον επό­με­νο χει­μώ­να, όταν θα ξανα­βγούν στην επι­φά­νεια για να ταλαι­πω­ρή­σουν για δώδε­κα ημέ­ρες μέχρι τις 5 Ιανουα­ρί­ου ανθρώ­πους και ζωντα­νά. Την πρω­το­βου­λία για την εγγρα­φή του στοι­χεί­ου Σάγια στο Εθνι­κό Ευρε­τή­ριο Άυλης Πολι­τι­στι­κής Κλη­ρο­νο­μιάς της Ελλά­δας είχε το Κέντρο Καπ­πα­δο­κι­κών Μελετών.
Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook:
- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like
Leave A Reply

Your email address will not be published.