γράφει ο Μπάμπης Στέρτσος
Ένα χρέος προς την Ιστορία
Όταν στις 28 Οκτωβρίου 1940, στις τρεις τα ξημερώματα, ο Ιταλός πρέσβης Εμμανουέλε Γκράτσι επέδωσε το τελεσίγραφο του Μουσολίνι στον Ιωάννη Μεταξά, λίγοι θα μπορούσαν να φανταστούν την εποποιία που θα ακολουθούσε. Το ιστορικό «ΟΧΙ» δεν ήταν απλώς μια διπλωματική απάντηση, αλλά η έκφραση της ψυχής ενός ολόκληρου λαού που αρνήθηκε να υποκύψει στον φασισμό. Δυόμισι ώρες αργότερα, στις 05:30 το πρωί, τα ιταλικά πυροβόλα άρχισαν να βροντούν στην ελληνοαλβανική μεθόριο, σηματοδοτώντας την έναρξη ενός πολέμου που θα έγραφε χρυσές σελίδες στη νεότερη ελληνική ιστορία.
Ο Μουσολίνι πίστευε ακράδαντα ότι η μικρή Ελλάδα θα υποχωρούσε χωρίς αντίσταση. Είχε προετοιμάσει εννέα μεραρχίες, συνολικής δύναμης εκατό χιλιάδων ανδρών, εναντίον μόλις είκοσι χιλιάδων Ελλήνων στρατιωτών που φύλασσαν τα σύνορα. Η αριθμητική και υλική υπεροχή των Ιταλών ήταν συντριπτική. Όμως δεν είχε υπολογίσει το πνεύμα των Ελλήνων. Η ιαχή «Αέρα» που αντήχησε στα βουνά της Πίνδου και της Βορείου Ηπείρου έγινε ο εφιάλτης των εισβολέων. Για πρώτη φορά στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μια χώρα όχι μόνο αντιστάθηκε στις δυνάμεις του Άξονα, αλλά τις ανέτρεψε και τις καταδίωξε πίσω στο έδαφός τους.
Το τίμημα αυτής της νίκης ήταν όμως βαρύ. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, 13.936 Έλληνες αξιωματικοί και οπλίτες έπεσαν στα πεδία των μαχών του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Από αυτούς, περίπου 7.976 έως 8.500 στρατιώτες παρέμειναν για πάντα στην Αλβανία, θαμμένοι σε πρόχειρους τάφους ή άταφοι, διασκορπισμένοι στα άγρια βουνά και τα φαράγγια της Βορείου Ηπείρου. Ογδόντα πέντε χρόνια μετά, η πλειονότητα αυτών των ηρώων εξακολουθεί να μην έχει βρει την ειρήνη που τους αξίζει. Αυτό το άρθρο εξετάζει την τραγική ιστορία αυτών των ξεχασμένων νεκρών, τις διπλωματικές προσπάθειες για την ανεύρεσή τους, τα εμπόδια που συνεχίζουν να υφίστανται και το ανεκπλήρωτο εθνικό χρέος που βαραίνει τη συνείδηση του ελληνικού λαού.
Το έπος του 1940: Μια σύντομη αναδρομή
Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της τραγωδίας των ξεχασμένων νεκρών, πρέπει πρώτα να αναλογιστούμε τις συνθήκες υπό τις οποίες έπεσαν. Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος μπορεί να διαιρεθεί σε τέσσερις διακριτές περιόδους, καθεμία από τις οποίες άφησε το δικό της αποτύπωμα στο ζήτημα των νεκρών.
Η πρώτη περίοδος (28 Οκτωβρίου — 13 Νοεμβρίου 1940) χαρακτηρίστηκε από τον αμυντικό αγώνα της VIII Μεραρχίας Πεζικού και του Αποσπάσματος Πίνδου υπό τον Συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη. Στο 21ο Φυλάκιο της Πίνδου, ο στρατιώτης Βασίλειος Τσιαβαλιάρης από τα Τρίκαλα έγινε ο πρώτος νεκρός του πολέμου. Ακολούθησε ο Υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκου, πρώτος αξιωματικός που έπεσε στο πεδίο της μάχης. Μέχρι τις 13 Νοεμβρίου, οι απώλειες ανήλθαν σε 548 νεκρούς, οι οποίοι ενταφιάστηκαν σε οργανωμένα νεκροταφεία εντός του ελληνικού εδάφους.
Η δεύτερη περίοδος (14 Νοεμβρίου — 7 Δεκεμβρίου 1940) σηματοδότησε την ελληνική αντεπίθεση και την απελευθέρωση του εθνικού εδάφους. Οι Έλληνες κατέλαβαν την Κορυτσά στις 22 Νοεμβρίου, το Αργυρόκαστρο στις 6 Δεκεμβρίου, και προχώρησαν βαθιά μέσα στην Αλβανία. Ωστόσο, ο βαρύς χειμώνας επέπεσε με σφοδρότητα. Το δριμύ ψύχος, οι χιονοθύελλες και η λάσπη αποδείχθηκαν πιο σοβαρός εχθρός από τα ιταλικά πυρά. Οι απώλειες της περιόδου ανήλθαν σε 1.558 νεκρούς, οι περισσότεροι εκ των οποίων ενταφιάστηκαν ακόμη στο ελληνικό έδαφος, αν και άρχισαν να δημιουργούνται πρόχειρα στρατιωτικά νεκροταφεία κοντά στα πεδία των μαχών.
Η τρίτη περίοδος (8 Δεκεμβρίου 1940 — 8 Μαρτίου 1941) αποτέλεσε την πιο αιματηρή φάση του πολέμου. Η Χειμάρα απελευθερώθηκε στις 22 Δεκεμβρίου, η Κλεισούρα στις 10 Ιανουαρίου. Οι σφοδρές χιονοπτώσεις και η αδυναμία των μεταφορών αύξησαν υπέρμετρα τα κρούσματα παγοπληξίας. Οι απώλειες εκτινάχθηκαν σε 7.792 νεκρούς, κυρίως από κρυοπαγήματα. Εδώ αρχίζει το πραγματικό δράμα των ξεχασμένων νεκρών. Πολλοί θάφτηκαν σε πρόχειρα νεκροταφεία κοντά στα πεδία των μαχών, άλλοι σε μεμονωμένους ή ομαδικούς τάφους, και αρκετοί καλύφθηκαν από τα χιόνια εκεί που έπεσαν, παραμένοντας άταφοι για δεκαετίες.
Η τέταρτη περίοδος (9 Μαρτίου — 28 Απριλίου 1941) περιλαμβάνει την αποτυχημένη ιταλική εαρινή αντεπίθεση και τη γερμανική εισβολή που ανάγκασε τον ελληνικό στρατό να συμπτυχθεί. Οι απώλειες ανήλθαν σε 4.038 νεκρούς. Η βιαστική οπισθοχώρηση και η διάλυση των μονάδων μετά την παράνομη συνθηκολόγηση του Τσολάκογλου σήμαναν ότι πολλοί νεκροί εγκαταλείφθηκαν, ενώ τα αρχεία των μονάδων καταστράφηκαν ή χάθηκαν, καθιστώντας την ταυτοποίηση εξαιρετικά δύσκολη.
Η μοίρα των νεκρών: Ένα πρόβλημα πολλαπλών διαστάσεων
Η ταφή των νεκρών στον πόλεμο δεν είναι απλώς μια τεχνική διαδικασία, αλλά μια ιερή υποχρέωση που χρονολογείται από την αρχαιότητα. Ο Περικλής, στον Επιτάφιό του που καταγράφει ο Θουκυδίδης, υπογραμμίζει τη σημασία της απόδοσης τιμών στους πεσόντες «δια των έργων». Οι Έλληνες στρατιωτικοί κανονισμοί προέβλεπαν συγκεκριμένες διαδικασίες για την ταφή των νεκρών, ακόμη και σε συνθήκες πολέμου. Γιατί λοιπόν τόσοι πολλοί παρέμειναν άταφοι ή θαμμένοι σε άγνωστους τάφους;
Οι μαρτυρίες των πολεμιστών παρέχουν συγκλονιστικές απαντήσεις. Ο έφεδρος λοχαγός Γεώργιος Γρηγορίου, στο προσωπικό του ημερολόγιο, περιγράφει τη σκηνή μετά την κατάληψη του ύψους Γκαλίνα τον Δεκέμβριο του 1940: «Περιφέρομαι με κτηνώδη περιέργεια για να δω το αποτέλεσμα της μάχης πριν σκεπάσει τα πάντα το χιόνι… Στρατιώτες νεκροί, δικοί μας και Ιταλοί. Παγωμένοι, ανάκατα πεσμένοι… εκεί όπου ο καθένας αντάμωσε το Χάρο». Ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Νίκος Παπαβασιλείου καταγράφει τον Ιανουάριο του 1941: «Δυο πάγωσαν και πέθαναν στη σκοπιά. Άλλους βρίσκουμε παγωμένους στ’ αντίσκηνα». Σε μια αντεπίθεση στο Μάλι Σπάτ, ο λοχίας Σπυρόπουλος τραυματίζεται και παρακαλεί: «Αφήστε με, τρέξτε μπροστά, με παίρνετε αργότερα». Δεν τον πήραν ποτέ. Ο απολογισμός εκείνης της μέρας: «Νεκροί Αξιωματικοί 3, οπλίτες 14 και 8 τραυματίες εγκαταλείφθηκαν στα χιόνια».
Οι συνθήκες ήταν απάνθρωπες. Το χιόνι έφτανε σε βάθος δύο μέτρων. Οι θερμοκρασίες έπεφταν πολύ κάτω από το μηδέν. Η ταφή των νεκρών γινόταν βιαστικά, όταν γινόταν. Τοποθετούνταν ξύλινοι σταυροί με στοιχεία αναγνώρισης, αλλά αυτοί καταστρέφονταν γρήγορα από τα στοιχεία της φύσης. Πολλοί νεκροί καλύφθηκαν από χιόνι και πάγο, άλλοι διαμελίστηκαν από βομβαρδισμούς, κάποιοι καταπλακώθηκαν από χώματα και πέτρες. Όταν τα χιόνια έλιωσαν την άνοιξη του 1941, αποκαλύφθηκαν φρικτές εικόνες. Ο ανθυπολοχαγός Θανάσης Παρασκευαϊδης περιγράφει τον Μάρτιο του 1941: «Με τους Νοτιάδες… αποκαλύφθηκαν πτώματα Ιταλών… Στα άκρα του γκρεμού, δεμένοι με αλυσίδα πάνω στο πολυβόλο βρίσκονταν 2 Ιταλοί στρατιώτες… Πιο κάτω ένας γκρεμός γεμάτος πτώματα… άταφα από τις 8 Δεκεμβρίου».
Οι ιταλικές έρευνες: Μια αποκάλυψη
Μετά τη σύμπτυξη του ελληνικού στρατού τον Απρίλιο του 1941, οι Ιταλοί, ως κυρίαρχοι της Αλβανίας, ανέλαβαν συστηματικές έρευνες για την ανεύρεση των νεκρών τους. Συγκρότησαν ειδική μονάδα 500 στρατιωτικών του Μηχανικού, συνεπικουρούμενη από 20 ιερείς και 1.000 Αλβανούς. Οι έρευνες διήρκεσαν από τον Μάιο του 1941 μέχρι τον Νοέμβριο του 1942. Κατασκεύασαν νεκροταφεία και συγκέντρωσαν τα οστά των Ιταλών νεκρών, αλλά και των Ελλήνων που εύρισκαν κατά τη διάρκεια των ερευνών τους.
Τα έγγραφα που παρέδωσαν πρόσφατα οι Ιταλικές αρχές στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας αποκαλύπτουν εκπληκτικά στοιχεία. Σύμφωνα με την αναφορά του στρατιωτικού ιερέα Don Taroisie Pigionatti, επικεφαλής των ερευνών στην περιοχή Κλεισούρας-Πρεμετής (την «Ιερή Ζώνη» όπως την αποκαλούσαν οι Ιταλοί), ανευρέθηκαν 3.032 σοροί Ελλήνων πεσόντων. Από αυτές, μόλις 817 ήταν αναγνωρισμένες, ενώ 2.215 παρέμειναν άγνωστες. Οι σοροί βρέθηκαν σε 110 ελληνικά στρατιωτικά σημεία ταφής, 404 ιταλικά σημεία ταφής (όπου είχαν ταφεί μαζί Έλληνες και Ιταλοί), και 763 μεμονωμένους τάφους. Συνολικά εντοπίστηκαν 1.277 νεκροταφεία ( σημεία ταφής) και μεμονωμένοι τάφοι.
Οι Ιταλοί συγκέντρωσαν τα οστά σε κεντρικά νεκροταφεία. Στην αναφορά αναφέρεται ότι στο Μπάρι της Ιταλίας βρίσκονταν 22 οστεοκιβώτια με οστά Ελλήνων αξιωματικών που μεταφέρθηκαν από την Αυλώνα. Από το 1960 έως το 1965, οι Ιταλοί παρέλαβαν και μετέφεραν τα οστά των νεκρών τους στην Ιταλία. Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι μετέφεραν και οστά Ελλήνων πεσόντων, προσπαθώντας να συμπληρώσουν τον αριθμό των δικών τους νεκρών, γεγονός που οι Ιταλικές αρχές αρνούνται.
Ο προσδιορισμός των νεκρών βασίστηκε στις μεταλλικές ταυτότητες που φορούσαν μόνο οι Ιταλοί στρατιώτες και οι Έλληνες αξιωματικοί. Τα οστά των Ελλήνων στρατιωτών που δεν αναγνωρίστηκαν τοποθετήθηκαν σε ξύλινα κιβώτια ή θάφτηκαν πρόχειρα με την επιγραφή “greco soldato sconosciuto”, δηλαδή “άγνωστος Έλληνας πολεμιστής”. Αυτή η επιγραφή θα γινόταν το σύμβολο της λησμονιάς που περίμενε χιλιάδες ήρωες.
Το άθεο καθεστώς και η καταστροφή της μνήμης
Η πραγματική τραγωδία όμως ήρθε με την εγκαθίδρυση του κομμουνιστικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα στην Αλβανία. Από το 1944 μέχρι το 1990, η Ελλάδα βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Αλβανία, καθιστώντας αδύνατη οποιαδήποτε προσπάθεια για την περισυλλογή των νεκρών. Το άθεο καθεστώς του Χότζα, στην προσπάθειά του να εξαλείψει κάθε τι ελληνικό, προχώρησε σε συστηματική καταστροφή των ελληνικών νεκροταφείων και των μεμονωμένων τάφων.
Οι δυσκολίες που δημιούργησε αυτή η πολιτική είναι πολλαπλές. Πρώτον, η ανάπτυξη οικισμών και η επέκταση των πόλεων κάλυψαν περιοχές όπου είχαν ταφεί νεκροί. Δεύτερον, νεκροταφεία που βρίσκονταν σε χωράφια καλλιεργήθηκαν, και επειδή οι νεκροί είχαν ταφεί σε μικρό βάθος, τα οστά τους βγήκαν στην επιφάνεια και κομματιάστηκαν από τα τρακτέρ κατά την άρωση. Τρίτον, οι Βορειοηπειρώτες που προσπαθούσαν να περιποιηθούν τα ελληνικά νεκροταφεία αντιμετώπιζαν σοβαρούς περιορισμούς και διώξεις από τις αλβανικές αρχές.
Η πάροδος του χρόνου έκανε το πρόβλημα ακόμη πιο δύσκολο. Οι ξύλινοι σταυροί αποσυντέθηκαν, τα στοιχεία αναγνώρισης χάθηκαν, οι μάρτυρες πέθαναν. Από τους 7.976 Έλληνες στρατιώτες που έμειναν στην Αλβανία, μόνο για 5.500 έχουν βρεθεί στοιχεία. Οι υπόλοιποι 2.500 περίπου παραμένουν εντελώς άγνωστοι, χωρίς κανένα ίχνος της ύπαρξής τους.
Οι διπλωματικές προσπάθειες: Μια μακρά και επίπονη πορεία
Η πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος το 1990 άνοιξε νέες προοπτικές. Ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Κάρολος Παπούλιας είχε θέσει το ζήτημα ήδη από το 1986, κατά την επίσκεψή του στην Αλβανία. Το 1997 και 1998 προωθήθηκαν Πρωτόκολλα και Μνημόνια Συνεργασίας, αλλά το Υπουργείο Εξωτερικών της Αλβανίας αρνήθηκε την υπογραφή τους. Η αλβανική θέση ήταν σαφής: δεν αντιτίθεντο στην εύρεση των νεκρών, αλλά απαιτούσαν τη μεταφορά των οστών και την κατασκευή στρατιωτικών νεκροταφείων στην Ελλάδα, όχι στην Αλβανία.
Αντίθετα, το Υπουργείο Άμυνας της Αλβανίας εξέφρασε θετική στάση. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1997, μετά από συνάντηση των Υπουργών Άμυνας των δύο χωρών, επιτεύχθηκε προφορική συμφωνία για την έναρξη διακριτικών ερευνών. Αποφασίστηκε να χρηματοδοτηθεί η Αρχιεπισκοπή Αλβανίας, υπό τον Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο, η οποία ανέλαβε την κατασκευή του πρώτου νεκροταφείου στους Βουλιαράτες. Το 1999, η Αρχιεπισκοπή ανέλαβε την κατασκευή δύο ακόμη νεκροταφείων, στην Κλεισούρα και στην Κορυτσά, αν και η κατασκευή προχωρούσε με βραδείς ρυθμούς.
Οι πρώτες έρευνες απέδωσαν αποτελέσματα. Βρέθηκαν τα οστά 60 αναγνωρισμένων νεκρών που τοποθετήθηκαν στο Στρατιωτικό Νεκροταφείο Βουλιαρατών, και άλλων 98 μη αναγνωρισμένων που φυλάσσονται στο οστεοφυλάκιο. Στην περιοχή της Κλεισούρας βρέθηκαν τα οστά 283 μη αναγνωρισμένων νεκρών, που φυλάσσονταν στο γυναικωνίτη της εκκλησίας. Στην περιοχή του Δελβίνου εντοπίστηκαν τα οστά 28 μη αναγνωρισμένων πολεμιστών. Επιπλέον, εντοπίστηκαν χώροι στα Στενά της Κλεισούρας και στις παρυφές της Πρεμετής όπου βρίσκονταν θαμμένοι 600 και 1.400 νεκροί αντίστοιχα, με ασφαλείς πληροφορίες για θέσεις ταφής άλλων 300. Συνολικά, μέχρι το 2004 είχαν βρεθεί ή εντοπιστεί 2.769 σοροί.
Η Συμφωνία του 2008 και οι νέες ελπίδες
Το 2005 εντάθηκαν οι προσπάθειες μέσω της διπλωματικής οδού. Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας πήρε σημαντικές πρωτοβουλίες και κινητοποίησε σε όλα τα επίπεδα τους μηχανισμούς επίλυσης του προβλήματος. Αρχές του 2006, οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε μία κατ’ αρχήν συμφωνία που προέβλεπε την κατασκευή τριών στρατιωτικών νεκροταφείων (Βουλιαράτες, Κλεισούρα, Κορυτσά) και διευκολύνσεις για τις έρευνες. Η συμφωνία επρόκειτο να υπογραφεί στα Τίρανα στις 9 Μαΐου 2006. Ωστόσο, παραμονές της υπογραφής, η αλβανική κυβέρνηση υπαναχώρησε, με αποτέλεσμα ο Έλληνας Υπουργός να ακυρώσει το ταξίδι του.
Τελικά, στις 21 Νοεμβρίου 2008, μονογραφήθηκε στα Τίρανα μια νέα ελληνοαλβανική συμφωνία για τη δημιουργία δύο στρατιωτικών κοιμητηρίων στη Βόρεια Ήπειρο. Τον Απρίλιο του 2009, κατά την επίσκεψη του πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή στα Τίρανα, υπογράφηκε μια ευρύτερη συμφωνία που περιλάμβανε και την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών. Η Ελλάδα κύρωσε τη συμφωνία, αλλά η Αλβανία καθυστερούσε. Τον Ιανουάριο του 2010, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Αλβανίας ακύρωσε τη συμφωνία για τα θαλάσσια σύνορα ως αντισυνταγματική, προκαλώντας σοβαρή κρίση στις διμερείς σχέσεις.
Παρά την οπισθοδρόμηση, η συμφωνία για τα στρατιωτικά κοιμητήρια επικυρώθηκε από τα κοινοβούλια και των δύο χωρών. Συγκροτήθηκε Μικτή Ελληνοαλβανική Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων (Μ.Ε.Ε.) για την υλοποίησή της. Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή άργησε χαρακτηριστικά. Μόλις τον Ιανουάριο του 2018, σχεδόν μια δεκαετία μετά την υπογραφή, ξεκίνησαν επίσημα οι εργασίες εκταφών.
Προσωπικές ιστορίες: Το δράμα των οικογενειών που αναζητούν τους αγαπημένους τους
Πίσω από τα στατιστικά στοιχεία και τις διπλωματικές διαπραγματεύσεις κρύβονται χιλιάδες προσωπικές τραγωδίες. Οικογένειες που για οκτώ δεκαετίες αναζητούν τους αγαπημένους τους, παιδιά που μεγάλωσαν χωρίς να γνωρίσουν τον πατέρα τους, εγγόνια που ποτέ δεν είχαν την ευκαιρία να προσκυνήσουν τον τάφο του παππού τους. Η ιστορία του Φίλιππου Παρτσόγλου από την Κομοτηνή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του ατέλειωτου πόνου.
Ο Φίλιππος Παρτσόγλου γεννήθηκε στην Κομοτηνή το 1910, γιος του Ευαγγέλου. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος τον Οκτώβριο του 1940, κατατάχθηκε στο 29ο Σύνταγμα Πεζικού και βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Τον Δεκέμβριο του 1940, στις πιο σκληρές μέρες του χειμώνα, ο Φίλιππος έπεσε υπέρ Πατρίδος στα βουνά της Αλβανίας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, πέθανε στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Κορυτσάς, πιθανότατα από τραύματα ή από τα φοβερά κρυοπαγήματα που μάστιζαν τους στρατιώτες. Τάφηκε εκεί, κάπου στην περιοχή της Κορυτσάς, αλλά η ακριβής θέση του τάφου του χάθηκε στο πέρασμα των δεκαετιών.
Η οικογένεια του Φίλιππου Παρτσόγλου, όπως χιλιάδες άλλες οικογένειες από όλη την Ελλάδα, έζησε με το βάρος της αβεβαιότητας. Δεν είχαν τάφο να επισκεφτούν, δεν είχαν μέρος να ανάψουν ένα κεράκι, δεν είχαν χώρο να κλάψουν τον αγαπημένο τους. Για δεκαετίες, το μόνο που είχαν ήταν η μνήμη και η ελπίδα ότι κάποια μέρα θα μπορέσουν να δώσουν στον Φίλιππο την τιμή που του άξιζε. Η ιστορία του είναι μία από τις 13.936 παρόμοιες ιστορίες, καθεμία με το δικό της πρόσωπο, το δικό της όνομα, τη δική της οικογένεια που περίμενε.
Το 2006, τα παιδιά των πεσόντων, πολλά από τα οποία είχαν ήδη υπερβεί τα εβδομήντα χρόνια, αποφάσισαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Οργάνωσαν επιτροπή και έστειλαν αίτημα στον τότε Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια για την ανεύρεση, περισυλλογή και ενταφιασμό των οστών των πεσόντων γονιών τους. Το αίτημά τους ήταν απλό και συγκινητικό: να μπορέσουν, πριν πεθάνουν κι αυτοί, να επισκεφτούν τον τάφο του πατέρα τους, να κάνουν μια δέηση, να ανάψουν ένα κεράκι στη μνήμη του, να αφήσουν ένα λουλούδι για να αναπαυθεί η ψυχή του. Ήταν μια εκκρεμότητα που διήρκεσε περισσότερο από εξήντα χρόνια, μια πληγή που δεν έκλεινε ποτέ.
Η απάντηση στο αίτημα αυτό ήρθε με τη μορφή της συμφωνίας του 2008 και την έναρξη των συστηματικών ερευνών το 2018. Όταν ανακοινώθηκε ότι θα ξεκινούσαν οι εκταφές και οι ταυτοποιήσεις με χρήση DNA, περίπου 1.200 άνθρωποι από όλη την Ελλάδα έσπευσαν να δώσουν δείγματα DNA. Ήταν παιδιά, εγγόνια, ανίψια, συγγενείς των πεσόντων. Πολλοί από αυτούς δεν είχαν γνωρίσει ποτέ τον άνθρωπο που αναζητούσαν, αλλά η μνήμη του είχε μεταδοθεί από γενιά σε γενιά, ως ένα ιερό χρέος που έπρεπε να εκπληρωθεί.
Η διαδικασία ταυτοποίησης είναι επίπονη και συχνά οδυνηρή. Όταν τον Ιανουάριο του 2018 ξεκίνησαν οι εργασίες εκταφής στην Κλεισούρα, οι επιστήμονες βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα τεράστιο πρόβλημα. Στον ομαδικό τάφο του χωριού Ντραγκότι, στα στενά της Κλεισούρας, βρίσκονταν θαμμένοι περίπου 400 μαχητές που πολέμησαν σώμα με σώμα με τους Ιταλούς. Οι Αλβανοί χωρικοί, σε μια σπάνια χειρονομία σεβασμού, δεν καλλιέργησαν ποτέ αυτό το χωράφι και το αποκαλούν “άκαρπη γη”. Εκεί, οι ειδικοί άρχισαν την επίπονη εργασία της εκταφής, του καθαρισμού των οστών, της ανασύστασης των σκελετών και της λήψης δειγμάτων DNA.
Μέχρι το τέλος του 2018, είχαν ανασυσταθεί οι σκελετοί 646 ανώνυμων στρατιωτών και είχε ληφθεί DNA από όλους. Τα δείγματα συγκρίθηκαν με τα δείγματα των 1.200 οικογενειών που είχαν δώσει DNA. Η αγωνία ήταν αφόρητη. Κάθε θετικό αποτέλεσμα σήμαινε ότι μια οικογένεια, μετά από οκτώ δεκαετίες, θα μάθαινε επιτέλους πού βρίσκεται ο αγαπημένος της. Αλλά σήμαινε επίσης ότι ο πόνος θα ξαναζωντάνευε, ότι το τραύμα θα άνοιγε ξανά, ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα του θανάτου που είχε συμβεί τόσο καιρό πριν.
Τον Οκτώβριο του 2018, στο νεκροταφείο του χωριού Ντραγκότι, όπου μέχρι τότε υπήρχαν μόνο κενοτάφια, ενταφιάστηκαν οι πρώτοι 573 ήρωες. Η τελετή ήταν συγκλονιστική. Εκατοντάδες άνθρωποι, πολλοί από αυτούς ηλικιωμένοι, είχαν ταξιδέψει από όλη την Ελλάδα για να παραστούν. Μερικοί κρατούσαν φωτογραφίες παλιές, ξεθωριασμένες, των αγαπημένων τους. Άλλοι κρατούσαν λουλούδια. Όλοι κρατούσαν δάκρυα. Τον Νοέμβριο του 2019, άλλοι 193 Έλληνες στρατιώτες ενταφιάστηκαν στην Κλεισούρα, 79 χρόνια μετά τη θυσία τους. Στις 29 Οκτωβρίου 2021, τελέστηκε ο ενταφιασμός άλλων 32 Ελλήνων πεσόντων, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Αργυροκάστρου Δημητρίου.
Οι οικογένειες που κατάφεραν να ταυτοποιήσουν τους αγαπημένους τους μέσω DNA βίωσαν μια ανάμεικτη συγκίνηση. Από τη μία, η ανακούφιση ότι επιτέλους ξέρουν πού βρίσκεται ο πατέρας, ο παππούς, ο θείος τους. Από την άλλη, ο πόνος που ξαναζωντάνεψε, η συνειδητοποίηση του τι έχασαν, η σκέψη ότι αυτός ο άνθρωπος πέθανε μόνος, μακριά από το σπίτι του, σε ένα παγωμένο βουνό, και παρέμεινε ξεχασμένος για οκτώ δεκαετίες. Πολλές οικογένειες περιγράφουν την εμπειρία ως μια μορφή κλεισίματος, ένα τελευταίο αντίο που δεν είχαν την ευκαιρία να πουν το 1940.
Ωστόσο, η πλειονότητα των οικογενειών εξακολουθεί να ζει στην αβεβαιότητα. Από τους 646 σκελετούς που ανασυστάθηκαν στον πρώτο ομαδικό τάφο, μόνο ένα μικρό ποσοστό ταυτοποιήθηκε με βεβαιότητα. Οι υπόλοιποι παραμένουν άγνωστοι, ενταφιασμένοι σε ανώνυμους τάφους με την επιγραφή “Άγνωστος Έλληνας Πολεμιστής”. Για τις οικογένειες αυτών των ανώνυμων ηρώων, η αγωνία συνεχίζεται. Κάθε νέα εκταφή φέρνει νέα ελπίδα, αλλά και νέα απογοήτευση όταν τα αποτελέσματα του DNA είναι αρνητικά.

Μερικές οικογένειες έχουν κάνει το προσκύνημα στη Βόρεια Ήπειρο, επισκεπτόμενες τα στρατιωτικά νεκροταφεία στους Βουλιαράτες και στην Κλεισούρα. Περπατούν ανάμεσα στους τάφους, διαβάζουν τις επιγραφές, αναζητούν ένα όνομα που να τους είναι οικείο. Όταν δεν το βρίσκουν, στέκονται μπροστά στους ανώνυμους τάφους και προσεύχονται, με την ελπίδα ότι ίσως ένας από αυτούς να είναι ο δικός τους άνθρωπος. Ανάβουν κεριά για όλους, γιατί όλοι αυτοί οι άγνωστοι ήρωες είναι, με έναν τρόπο, δικοί τους. Είναι οι σύντροφοι του πατέρα τους, οι συμπολεμιστές του παππού τους, οι άνθρωποι που πολέμησαν μαζί και πέθαναν μαζί.
Η αναζήτηση των οστών δεν είναι μόνο μια επιστημονική διαδικασία, αλλά και μια συναισθηματική οδύσσεια. Στην ευρύτερη περιοχή της Κλεισούρας, του Αργυρόκαστρου, της Χειμάρρας, της Κορυτσάς και της Πρεμετής, εντοπίστηκαν συνολικά 2.725 τάφοι Ελλήνων. Ωστόσο, είχαν πολύ λίγα στοιχεία. Οι αυτόπτες μάρτυρες από τη Βόρεια Ήπειρο ήταν πλέον μεγάλοι σε ηλικία και πολλοί είχαν πεθάνει. Όσα οστά βρέθηκαν και δεν είχαν κανένα στοιχείο αναγνώρισης, μπήκαν σε κιβώτια με την επιγραφή “Άγνωστος”.

Στο χωριό Βουλιαράτι, ένα από τα 24 χωριά της περιοχής Δρόπολης Αργυροκάστρου, βρέθηκαν 59 επώνυμοι και ανώνυμοι τάφοι και τα οστά 175 ανδρών σε οστεοκιβώτια. Ήταν το ένα και μοναδικό νεκροταφείο που είχε φτιαχτεί στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Βασιλείου για τους Έλληνες στρατιώτες που υπέκυψαν στα τραύματά τους και απεβίωσαν στο Πεδινό Χειρουργείο. Στον γυναικωνίτη της εκκλησίας Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Κλεισούρα, σε οστεοφυλάκια, βρίσκονται τα οστά 283 πολεμιστών. Μέσα στις οστεοθήκες υπάρχουν και μερικά αντικείμενα από τον πόλεμο που εντοπίστηκαν: εθνόσημα, επωμίδες και κουμπιά από τις στολές των στρατιωτών. Αυτά τα μικρά αντικείμενα είναι συχνά το μόνο υλικό ίχνος της ύπαρξης αυτών των ανθρώπων.
Οι οικογένειες επισημαίνουν επίσης την ανάγκη ανέγερσης ενός μεγάλου μνημείου στη Βόρεια Ήπειρο για τους 13.936 πεσόντες, όπως συμβαίνει σε όλους τους ήρωες. Θέλουν ένα μέρος όπου όλοι οι Έλληνες θα μπορούν να πάνε να τιμήσουν τη μνήμη των ηρώων του 1940, ανεξάρτητα από το αν έχουν προσωπική σχέση με κάποιον από αυτούς. Θέλουν ένα σύμβολο που θα υπενθυμίζει στις επόμενες γενιές το τίμημα της ελευθερίας, την αξία της θυσίας, και το χρέος που έχουμε απέναντι σε εκείνους που έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα.
Η αγωνία και η συγκίνηση που βιώνουν αυτές οι οικογένειες είναι ανυπολόγιστες. Κάθε νέα ανακοίνωση για εκταφές φέρνει ελπίδα, κάθε νέο αποτέλεσμα DNA φέρνει τρόμο και προσδοκία. Πολλοί από αυτούς που έδωσαν DNA είναι ήδη ηλικιωμένοι, και ο χρόνος τρέχει. Θέλουν να ζήσουν αρκετά για να δουν τον τάφο του πατέρα τους, να πουν το τελευταίο αντίο, να κλείσουν αυτό το κεφάλαιο που παρέμεινε ανοιχτό για τόσες δεκαετίες. Η προσπάθεια ταυτοποίησης συνεχίζεται, αλλά είναι μια κούρσα με το χρόνο, τόσο για τις οικογένειες όσο και για τους επιστήμονες που εργάζονται ακούραστα για να δώσουν ονόματα στους ανώνυμους ήρωες.
Τα στρατιωτικά κοιμητήρια: Η υλοποίηση του οράματος
Σήμερα λειτουργούν δύο οργανωμένα ελληνικά στρατιωτικά κοιμητήρια στην Αλβανία. Το Στρατιωτικό Κοιμητήριο Βουλιαρατών βρίσκεται στο χωριό Βουλιαράτες της Δρόπολης, στο Αργυρόκαστρο. Ο τόπος έχει ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς εκεί λειτουργούσε πεδινό νοσοκομείο κατά τον πόλεμο. Κάθε χρόνο, στις 28 Οκτωβρίου, τελείται εκεί η κεντρική επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων, παρουσία εκπροσώπων της ελληνικής πολιτείας. Το Στρατιωτικό Κοιμητήριο Κλεισούρας βρίσκεται στα Στενά της Κλεισούρας, στην Πρεμετή, ένα από τα πιο αιματηρά πεδία μαχών του πολέμου.
Η διαδικασία των εκταφών και ταυτοποιήσεων είναι επίπονη και επιστημονικά απαιτητική. Η Μικτή Επιτροπή, με τη συνδρομή ειδικών επιστημόνων από το Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος», το 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο και την Ελληνική Αστυνομία, εντοπίζει τους χώρους πρόχειρης ταφής και πραγματοποιεί τις εκταφές. Η ταυτοποίηση γίνεται με προηγμένες τεχνικές, συμπεριλαμβανομένης της ανάλυσης DNA.
Τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, αν και αργά. Τον Οκτώβριο του 2018, ενταφιάστηκαν στο Στρατιωτικό Κοιμητήριο της Κλεισούρας τα οστά 573 ελλήνων πεσόντων. Τον Νοέμβριο του 2019, τα οστά άλλων 193 Ελλήνων στρατιωτών ενταφιάστηκαν στην Κλεισούρα, 79 χρόνια μετά τη θυσία τους. Στις 29 Οκτωβρίου 2021, τελέστηκε ο ενταφιασμός 32 Ελλήνων Πεσόντων, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Αργυροκάστρου Δημητρίου. Μέχρι τα τέλη του 2021, είχαν ενταφιαστεί στα δύο κοιμητήρια τα οστά 1.003 Ελλήνων πεσόντων, ένας αριθμός που αυξάνεται σταδιακά καθώς οι έρευνες συνεχίζονται.
Τα εμπόδια και η διφορούμενη αλβανική τακτική
Παρά την πρόοδο, ο δρόμος παραμένει δύσβατος. Η υλοποίηση της συμφωνίας έχει επανειλημμένα σκοντάψει σε γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και πολιτικές σκοπιμότητες. Για χρόνια, τα Τίρανα προέβαλαν διάφορα προσκόμματα, καθυστερώντας την έναρξη των εργασιών. Ακόμη και μετά την έναρξη των εκταφών, δεν έλειψαν οι προκλήσεις, όπως η διασπορά ψευδών ειδήσεων από αλβανικά ΜΜΕ περί «παράνομης μεταφοράς οστών».
Αυτή η τακτική εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική που χαρακτηρίζεται από διπροσωπία έναντι της Ελλάδας και καταπάτηση των δικαιωμάτων της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας. Τον Αύγουστο του 2010, ο Αριστοτέλης Γκούμας δολοφονήθηκε απάνθρωπα στη Χειμάρα επειδή μιλούσε ελληνικά. Ο δήμαρχος Χειμάρας, Βασίλης Μπολάνος, Πρόεδρος της Πολιτικής Οργάνωσης της Ελληνικής Μειονότητας «ΟΜΟΝΟΙΑ», καταδικάστηκε ποινικά με καθαίρεση από τα δημαρχιακά καθήκοντα και ποινή φυλάκισης επειδή θέλησε οι πινακίδες σήμανσης οδών στην περιοχή του δήμου να αναγράφονται και στην ελληνική γλώσσα.
Αυτές οι ενέργειες συνιστούν παραβίαση των διεθνών συνθηκών, όπως η Σύμβαση-Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η Αλβανία, ενώ επιζητά τη στήριξη της Ελλάδας για την ευρωπαϊκή της πορεία και την ένταξή της στο ΝΑΤΟ (που επιτεύχθηκε το 2009 με ελληνική υποστήριξη), ταυτόχρονα υπονομεύει τα ελληνικά συμφέροντα και δεν δείχνει τον απαιτούμενο σεβασμό σε ένα κατεξοχήν ανθρωπιστικό ζήτημα.
Δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι τα Τίρανα εμπαίζουν στην κυριολεξία την Αθήνα, προσποιούμενα από τη μία την φίλη γείτονα όποτε χρειάζονται τη στήριξή της, κι από την άλλη δεν χάνουν ευκαιρία να βάλλουν ευθέως έναντι των ελληνικών συμφερόντων όποτε περνάει από το χέρι τους. Είναι ίσως καιρός η ελληνική κυβέρνηση να επαναπροσδιορίσει τη στάση της απέναντι στην διφορούμενη αυτή αλβανική τακτική.
Η ποίηση της μνήμης: Οι φωνές που δεν σβήνουν
Η τραγωδία των ξεχασμένων νεκρών έχει εμπνεύσει μερικά από τα πιο συγκλονιστικά ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο Οδυσσέας Ελύτης, στο «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», αποτυπώνει με συγκλονιστικό τρόπο την εικόνα του νεκρού στρατιώτη:
«Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
Μ’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
Μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Μοιάζει μπαξές που του ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά»
Ο Άγγελος Σικελιανός, στο «Γράμμα από το Μέτωπο», περιγράφει τη σιγή που ακολουθεί τη μάχη:
«Αλλ’ απ’ όλα είναι τρανότερη η σιγή π’ ακολουθάει
κατόπι από τη μάχη, σα βαθιά μας
το μεσότοιχο της ζωής και του θανάτου
γκρεμίζεται, κι ολόγυμνη η ψυχή μας
θωρώντας ζωντανούς και πεθαμένους
να τους τυλίγει γύρα ένα σουδάρι
μονάχα, το σουδάρι του χιονιού»
Και ο Γεώργιος Σουρής, στο Ανθολόγιό του, συνοψίζει την τραγωδία:
«Μέσα σε βόλια κι’ οβίδων κρότους
Πέσαν τα νιάτα μεσ’ στον ανθό τους
Πάνε λεβέντες, πάνε κορμιά
Κι’ άγνωστα τα ‘θαψαν στην ερημιά
Κανείς δε ξέρει που τα’ χουν θάψει
Κανείς δεν πήγε για να τα κλάψει
Ανώνυμοι ήρωες, άγνωστοι τάφοι
Κανένα όνομα σ’ αυτούς δεν γράφει.»
Το ανεκπλήρωτο χρέος
Ογδόντα πέντε χρόνια μετά το Έπος του 1940, η Ελλάδα εξακολουθεί να οφείλει στους ήρωές της την τελευταία τιμή. Από τους 13.936 νεκρούς και αγνοούμενους του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, περίπου 7.976 έως 8.500 παρέμειναν στην Αλβανία. Μέχρι το 2021, μόνο 1.003 έχουν ενταφιαστεί σε οργανωμένα στρατιωτικά κοιμητήρια. Αυτό σημαίνει ότι περίπου 7.000 ακόμη περιμένουν να βρουν την ειρήνη που τους αξίζει.
Η ταφή των νεκρών δεν είναι απλώς μια τυπική υποχρέωση. Είναι μια πράξη που αποκαθιστά την ιστορική τάξη, τιμά τις αξίες της ελευθερίας και της αυτοθυσίας, και αποτελεί προϋπόθεση για την ουσιαστική βελτίωση των ελληνοαλβανικών σχέσεων πάνω σε θεμέλια ειλικρινούς σεβασμού και αμοιβαιότητας. Όπως τονίζει η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, «η ανάπτυξη περικαλλών Στρατιωτικών νεκροταφείων και μνημείων εγγύς των χώρων ταφής οπουδήποτε και αν αυτοί βρίσκονται, αποτελεί εθνικό χρέος και σ’ αυτό πρέπει να εμείνουμε».
Οι επερχόμενες γενιές έχουν ιερό χρέος να τιμούν την υπέρτατη αυτή θυσία. Η ανεύρεση και ο ενταφιασμός των οστών αποτελεί μέρος του χρέους. Αποτελεί υποχρέωση που θα απαλύνει τον πόνο τους, θα λυτρώσει τις ψυχές τους, θα τους ελευθερώσει από τα δεσμά της λησμοσύνης και θα γαληνεύσει τη μαρτυρική τους μοναξιά. Το οφείλει η Ελλάδα, το απαιτεί η ιστορική μας παράδοση, το χρειάζονται οι ψυχές τους, το ζητούν οι δικοί τους, το απαιτούν οι συμπολεμιστές τους, το οφείλουμε στις νεότερες γενιές.
Η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει να πιέζει με κάθε διπλωματικό μέσο για την πλήρη και ταχεία εφαρμογή της συμφωνίας. Οφείλει να θέσει το ζήτημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς η Αλβανία επιδιώκει την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οφείλει να διασφαλίσει ότι η αλβανική πλευρά θα τηρήσει τις υποχρεώσεις της, χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις και υπερβολές. Μέχρι και ο τελευταίος Έλληνας στρατιώτης να βρει τη γαλήνη που του αξίζει, σε έναν επώνυμο τάφο, κάτω από τον γαλανόλευκο ουρανό της ιστορίας.
Και τότε μόνον θα αναπαυθούν οι ψυχές τους. Μα θα ελευθερωθούμε κι εμείς. Θα πάψουμε να ρωτάμε «Γιατί;». Θα πάψουμε να νιώθουμε το βάρος του ανεκπλήρωτου χρέους. Και θα μπορέσουμε να κοιτάξουμε τις επόμενες γενιές στα μάτια, γνωρίζοντας ότι τιμήσαμε όπως έπρεπε εκείνους που θυσιάστηκαν για την ελευθερία μας.
Βιβλιογραφία και πηγές
Επίσημα Έγγραφα και Αρχεία
Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ). (2018). Οι νεκροί του ελληνοϊταλικού πολέμου. Αρχείο Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας/ΔΙΔΙΠ.
Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. Αγώνες και Νεκροί του Ελληνικού Στρατού 1940–1945. Ιστορικές Εκδόσεις ΔΙΣ.
Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ). (2021, 4 Νοεμβρίου). Ενταφιασμός 32 Ελλήνων Πεσόντων του Ελληνοϊταλικού Πολέμου 1940 στο Στρατιωτικό Κοιμητήριο Κλεισούρας. Ανακτήθηκε από https://geetha.mil.gr/entafiasmos-32-ellinon-pesonton-toy-ellinoitalikoy-polemoy-1940-sto-stratiotiko-koimitirio-kleisoyras/
Ιταλικά Στρατιωτικά Αρχεία. (1941–1942). Αναφορές των επικεφαλής των Ιταλικών ερευνών στην Αλβανία για την ανεύρεση τάφων και οστών. Αρχείο Don Taroisie Pigionatti.
Ειδησεογραφικές Πηγές
Huffington Post. (2017, 28 Οκτωβρίου). Αυτοί είναι οι ήρωες του Αλβανικού Μετώπου: Τα ονόματα των νεκρών Ελλήνων στρατιωτών του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Ανακτήθηκε από https://www.huffingtonpost.gr/culture/afti-ine-i-iroes-tou-alvanikou-metopou-ta-onomata-ton-nekron-ellinon-stratioton-tou-ellinoitalikou-polemou/
Flash.gr. (2025, 28 Οκτωβρίου). Οι αθάνατοι του Έπους του ’40: Οι Έλληνες στρατιώτες που έμειναν στη Βόρειο Ήπειρο. Ανακτήθηκε από https://www.flash.gr/oi-athanatoi-toy-epoys-toy-40-oi-ellines-stratiotes-poy-emeinan-sti-voreio-ipeiro-1029953
DropoliNews.gr. (2022, 4 Φεβρουαρίου). Οι “άταφοι” Έλληνες νεκροί του 1940 – Έρευνες και ταυτοποίηση. Ανακτήθηκε από https://dropolinews.gr/oi-atafoi-ellines-nekroi-tou-1940-erevnes-kai-taftopoiisi
Arxeion Politismou. (2010, 6 Ιανουαρίου). Η Αλβανία μηχανεύεται εμπόδια στην ταφή ατάφων Ελλήνων ηρώων. Ανακτήθηκε από https://arxeion-politismou.gr/2025/03/atafoi-ellines-iroes.html
Μηχανή του Χρόνου. (2018). Αγωνία και συγκίνηση για τους άγνωστους νεκρούς του ’40: Πάνω από 1200 οικογένειες έδωσαν DNA για ταυτοποίηση οστών. Ανακτήθηκε από https://www.mixanitouxronou.gr/agonia-kai-sygkinisi-gia-toys-atafoys-nekroys-toy-40-pano-apo-1200-oikogeneies-ap-oli-tin-ellada-edosan-dna-gia-na-taytopoiithoyn-oi-protoi-646-anonymoi-stratiotes-tis-kleisoyras/
ERTNews.gr. (2017, 28 Οκτωβρίου). Οι νεκροί περιμένουν: Άταφοι σε ομαδικούς τάφους 7.796 πεσόντες του Αλβανικού Έπους. Ανακτήθηκε από https://www.ertnews.gr/perifereiakoi-stathmoi/komotini/atafi-se-omadikous-tafous‑7–796-pesontes-tou-alvanikou-epous-sti-voria-ipiro/
Naftemporiki.gr. (2021, 4 Νοεμβρίου). Ταφή 32 Ελλήνων πεσόντων του ελληνοϊταλικού πολέμου στο στρατιωτικό κοιμητήριο Κλεισούρας. Ανακτήθηκε από https://www.naftemporiki.gr/society/1228043/tafi-32-ellinon-pesonton-tou-ellinoitalikou-polemou-sto-stratiotiko-koimitirio-kleisouras/
Skai.gr. (2018, 11 Οκτωβρίου). Σχεδόν 80 χρόνια μετά ενταφιάζονται 573 Έλληνες που έπεσαν στην Αλβανία. Ανακτήθηκε από https://www.skai.gr/news/greece/sxedon-80-xronia-meta-entafiazontai-573-ellines-pou-epesan-stin-alva
Lifo.gr. (2019, 19 Νοεμβρίου). Ενταφιάστηκαν στην Κλεισούρα Έλληνες πεσόντες, μετά από 79 χρόνια. Ανακτήθηκε από https://www.lifo.gr/now/world/entafiastikan-stin-kleisoyra-ellines-pesontes-meta-apo-79-hronia
Φωνή της Ροδόπης. (2022, 27 Οκτωβρίου). Τα ονόματα των 198 ηρώων από τη Ροδόπη που έπεσαν μαχόμενοι στο Έπος του 1940. Ανακτήθηκε από https://fonirodopis.gr/130035/ta-onomata-ton-198-iroon-apo-ti-rodopi-pou-epesan-mahomenoi-sto-epos-tou-1940/
Προσωπικά Ημερολόγια Πολεμιστών
Γρηγορίου, Γ. Το ημερολόγιο του Γεωργίου Γρηγορίου, Εφέδρου Λοχαγού Δκτού του 2ου Λόχου 2ου Τάγματος του 2ου Σ.Π (Βόλου). Βιβλιοθήκη ΔΙΣ.
Παπαβασιλείου, Ν. Το ημερολόγιο ενός Εφέδρου Ανθυπολοχαγού του 1ου Λόχου του 1ου Τάγματος του 40ου Συντάγματος Ευζώνων. Βιβλιοθήκη ΔΙΣ.
Καραντώνης, Ν. Το ημερολόγιο του Εφέδρου Ανθυπολοχαγού του 2ου Λόχου του 3ου Τάγματος του 6ου Συντάγματος Πεζικού. Βιβλιοθήκη ΔΙΣ.
Παρασκευαϊδης, Θ. Το ημερολόγιο ενός Εφέδρου Ανθυπολοχαγού του 3ου Τάγματος του 22ου Συντάγματος. Βιβλιοθήκη ΔΙΣ.
Λογοτεχνικά Έργα
Ελύτης, Ο. Άξιον Εστί — Ανάγνωσμα πρώτο: Η Πορεία προς το Μέτωπο.
Ελύτης, Ο. Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας.
Σικελιανός, Α. Λυρικός Βίος, Επινίκιοι β’, Ίκαρος Ε’ — Γράμμα από το Μέτωπο.
Σουρής, Γ. Ανθολόγιο.
Θουκυδίδης. Περικλέους Επιτάφιος (μετάφραση).
Ιστορικές Μελέτες
Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. Ο Ελληνικός Στρατός κατά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο: Η Ιταλική Εισβολή.
Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. Η Ελληνική Αντεπίθεσις 1940–41.
Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. Χειμεριναί Επιχειρήσεις – Ιταλική Επίθεσις Μάρτιος 1941.
Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. Το τέλος μιας εποποιίας, Απρίλιος 1941.
Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού Πολέμου 1940–1941.
Βρείτε μας και στη σελίδα μας στο Facebook: Η Ιστορία σήμερα






