- Διαφήμιση -

Φοιτητικές Ιστορίες: Διονύσης Τσακνής

Συνθέτης – στιχουργός

Την είδη­ση πως πέρα­σα στο πανε­πι­στή­μιο, την άκου­σα στο υπό­γειο όπου έκα­να πρό­βα με το μαθη­τι­κό μου συγκρό­τη­μα. Είχα επι­στρέ­ψει στην Καρ­δί­τσα μετά απ΄ την καλο­και­ρι­νή μου περι­πλά­νη­ση σε Αθή­να και Θεσ­σα­λο­νί­κη και απλώς περίμενα.

Εμείς οι «αρχαί­οι» δίνα­με εξε­τά­σεις το Σεπτέμ­βριο. Ολό­κλη­ρο το καλο­καί­ρι ήμου­να στην Αθή­να για φρο­ντι­στή­ριο και η γνω­ρι­μία μου με το Θάνο, τον Πέτρο και τους Γιωρ­γά­δες προ­χώ­ρη­σε στη σύστα­ση των «Κατα­λυ­τών».

Επη­ρε­α­σμέ­νοι απ’ το μάθη­μα της Χημεί­ας βλέ­πεις, απο­φα­σί­σα­με να δώσου­με ένα «χημι­κό» όνο­μα στο γκρου­πά­κι μας. Στις αρχές του Σεπτέμ­βρη ανέ­βη­κα στη Σαλο­νί­κη για τις εξε­τά­σεις. Οι ορμώ­με­νοι βορεί­ως του Δομο­κού έδι­ναν εξε­τά­σεις στη συμπρω­τεύ­ου­σα, οι νότιοι στην Αθήνα.

«Διο­νύ­ση πέρα­σες στην Α.Β.Σ.Π.». Χάρη­κα, ήταν βλέ­πεις το ορι­στι­κό μου δια­βα­τή­ριο για Αθή­να. «Μάγκες σας έρχο­μαι. Οι «Κατα­λύ­τες» έχουν πλέ­ον μόνι­μο μπα­σί­στα και τραγουδιστή».

Ξεμπέρ­δε­ψα γρή­γο­ρα με τα τυπι­κά, εγγρα­φή, για­τρούς και τα τοιαύ­τα και να λοι­πόν εγώ, κάτο­χος της υπ. Αριθμ. 720121 φοι­τη­τι­κής ταυ­τό­τη­τας. Φοι­τη­τής με τη βού­λα που λένε. Ο Πει­ραιάς μου έπε­φτε βέβαια κάπως μακριά απ’ τους Αμπε­λό­κη­πους όπου έμε­να, αλλά εκεί θα κολ­λού­σα­με τώρα; Σε λίγες μέρες βγή­καν και τα απο­τε­λέ­σμα­τα των επι­λα­χό­ντων. Ο Θάνος κι ο Γιώρ­γος έγι­ναν κι αυτοί συμ­φοι­τη­τές μου. Οι ελευ­θε­ρί­ες που απο­λαμ­βά­να­με τώρα ήταν μεγα­λύ­τε­ρες, δοθέ­ντος ότι ο στό­χος του Πανε­πι­στη­μί­ου είχε εκπλη­ρω­θεί. Έτσι βρέ­θη­καν ευκο­λό­τε­ρα τα χρή­μα­τα για την προ­κα­τα­βο­λή της αγο­ράς των οργά­νων καθώς και για το νοί­κι του «προ­βά­δι­κου» στο Ν. Ηράκλειο.

Σε δύο μήνες ήμα­σταν έτοι­μοι και ο έτε­ρος Γιώρ­γος της παρέ­ας που εκτε­λού­σε χρέη μάνα­τζερ, μας βρή­κε δου­λειά στο «Φλοί­σκο», γωνία Φ. Νέγρη και Ι. Δρο­σο­πού­λου. Παί­ζα­με support στους μεταλ­λαγ­μέ­νους (χωρίς τον Που­λι­κά­κο) M.G.C., ενώ σε κάποια μου­σι­κά πρω­ι­νά βρε­θή­κα­με ν’ ανοί­γου­με τις συναυ­λί­ες πριν απ’ τους, θρυ­λι­κούς πλέ­ον, SOCRATES.

Παράλ­λη­λα με τη μου­σι­κή μου δρα­στη­ριό­τη­τα, δεν θα μπο­ρού­σα να μεί­νω έξω απ΄ το γενι­κό αντι­χου­ντι­κό κλί­μα της επο­χής. Παι­δί αρι­στε­ρών βλέ­πεις δεν δυσκο­λεύ­τη­κα να βρω το δρό­μο μου για τις παρά­νο­μες οργα­νώ­σεις. Οργα­νώ­θη­κα στην Αντι­δι­κτα­το­ρι­κή Ε.Φ.Ε.Ε. και φρό­ντι­ζα να είμαι συνε­πής παντού. Ανα­γκά­στη­κα να κόψω και κάποιες κακές συνή­θειες (τζό­γος, πόκα και τα ρέστα) αλλά μάλ­λον σε καλό μου βγήκε.

Απ’ τον πρώ­το κιό­λας και­ρό οι φίλοι στο συγκρό­τη­μα, συνή­θι­σαν σε κάποιες εξα­φα­νί­σεις μου. «Πάλι μπλε­ξί­μα­τα με την Ασφά­λεια έχει ο μαλά­κας» έλε­γαν μετα­ξύ τους αλλά προς τιμήν τους, ποτέ δεν μου το πέτα­ξαν κατάμουτρα.

Υπη­ρε­τού­σε στο σπου­δα­στι­κό τμή­μα της Ασφά­λειας Πει­ραιά, ένας αστυ­νο­μι­κός (Κοκ­κι­νά­κης) ο οποί­ος μάλ­λον με είχε χρε­ω­θεί. Ηλι­κιω­μέ­νος άνθρω­πος ήταν, δύο-τρία χρό­νια πριν αν συντα­ξιο­δο­τη­θεί, έμοια­ζε περί­που απρό­θυ­μος στα καθή­κο­ντα της παρα­κο­λού­θη­σης και των συλ­λή­ψε­ων με τα οποία τον είχαν φορ­τώ­σει. Άλλω­στε λόγω ηλι­κί­ας έμοια­ζε μύγα μέσ’ στο γάλα στις συγκε­ντρώ­σεις ή τις συζη­τή­σεις στα καφε­νεία απέ­να­ντι απ’ τη σχο­λή. Όταν τον έβλε­πα να έρχε­ται προς το μέρος μου, κατα­λά­βαι­να πως το αφε­ντι­κό του, ο αστυ­νό­μος Τσα­λί­κης, με ζήτα­γε για καμιά εκφο­βι­στι­κή «κου­βε­ντού­λα» στο τμή­μα. «Πάμε Διο­νυ­σά­κο». Ούτε ρωτού­σα που και για­τί. Τον ακο­λου­θού­σα σε από­στα­ση δυο μέτρων κι εκεί­νος έδει­χνε να το κατα­λα­βαί­νει πως του­λά­χι­στον δεν μπο­ρού­σα να βαδί­ζω μαζί του πλάι – πλάι.

Κάποιο βρά­δυ Σαβ­βά­του (φίσκα ο Φλοί­σκος), λίγο πριν ξεκι­νή­σου­με γύρι­σα το βλέμ­μα μου ασυ­ναί­σθη­τα προς την πόρ­τα και τον είδα. Θύμω­σα πολύ περισ­σό­τε­ρο απ’ ό,τι φοβή­θη­κα. Έτρε­ξα προς το μέρος του, τον τρά­βη­ξα προς την έξο­δο και του είπα: «Αφή­στε με ήσυ­χο ρε». – «Δεν με έστει­λαν Διο­νυ­σά­κο, μόνος μου ήρθα, να δω που δου­λεύ­εις και να πιω κάνα ποτό, αλλά πολύ νεο­λαία ρε παι­δί μου, μάλ­λον δεν με παίρ­νει, ε;» «Δεν σε παίρ­νει καληνύχτα».

Λίγους μήνες μετά, η Χού­ντα έπε­σε κι αυτός για ευνό­η­τους λόγους, μετα­τέ­θη­κε απ’ τον Πει­ραιά. Δεν τον ξανα­εί­δα. Θα ήθε­λα όμως να μάθω αν και πως ζει και να τον κερά­σω εκεί­νο το ποτό που ήθε­λε να πιει, δήθεν αυτο­βού­λως. Α!!! επί τη ευκαι­ρία ψάχνω και κάποιον ονό­μα­τι Θωμά, με βαθύ σημά­δι στο πρό­σω­πο, δύο – τρία χρό­νια μεγα­λύ­τε­ρό μου, για εντε­λώς άλλους λόγους. Βλέ­πεις, εκεί­νη η κλο­τσιά στα νερά την ώρα της ανά­κρι­σης, με ταλαι­πω­ρεί ακό­μα. Φοράω πάντα και­νούρ­γιες μπό­τες και προ­πά­ντων μυτερές.

 

από το αρχείο μας : ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

φοι­τη­τι­κή ΕΠΙ­κοι­νω­νία. τεύ­χος 33, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1997 – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1998

 

Βρεί­τε μας και στις σελί­δες μας στο Facebook:

φοι­τη­τι­κή ΕΠΙκοινωνία

Η Μου­σι­κή σήμε­ρα Music today

Η Καρ­δί­τσα σήμε­ρα Karditsa today

Περισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες για τον Διο­νύ­ση Τσα­κνή εδώ

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like
Leave A Reply

Your email address will not be published.