Η σιωπή των γκρίζων χρόνων
Μπάμπης Στέρτσος
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ
Κάτω από την Ιταλική σημαία
(1941–1943)
Υπάρχουν κατοχές που αρχίζουν με κανονιοβολισμούς και υπάρχουν κατοχές που εγκαθίστανται αθόρυβα. Με μια σημαία που αλλάζει. Με μια νέα διαταγή. Με ξένες στολές στην πλατεία. Με μια γλώσσα που κανείς δεν καταλαβαίνει. Έτσι άρχισε και η κατοχή στην Κόνιτσα.
Η άνοιξη του 1941 δεν έφερε την αναγέννηση που κάθε χρόνο υπόσχονταν τα βουνά της Ηπείρου. Τα χιόνια έλιωσαν. Ο Αώος φούσκωσε από τα νερά. Οι κερασιές άνθισαν. Η γη ετοιμαζόταν να ξαναδώσει ζωή. Οι άνθρωποι όμως είχαν χάσει τη δική τους. Μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα και τη συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού, η Ήπειρος εντάχθηκε στην ιταλική ζώνη κατοχής. Στην Κόνιτσα εγκαταστάθηκαν ιταλικά στρατιωτικά τμήματα. Στην πλατεία ακούγονταν πλέον προσταγές στα ιταλικά. Στα δημόσια κτίρια κυμάτιζε η τρίχρωμη σημαία του Βασιλείου της Ιταλίας. Η καθημερινότητα άλλαξε μέσα σε λίγες ημέρες.
Οι πρώτοι μήνες κύλησαν μέσα σε μια παράξενη αβεβαιότητα. Οι Ιταλοί αξιωματικοί προσπαθούσαν να δείχνουν ότι όλα βρίσκονταν υπό έλεγχο. Έδιναν διαταγές. Κατέγραφαν αποθήκες. Επιθεωρούσαν δρόμους και γέφυρες. Κατά διαστήματα επέτασσαν ζώα, τρόφιμα και οικοδομικά υλικά για τις ανάγκες του στρατού. Οι κάτοικοι εκτελούσαν τις εντολές με σκυμμένο το κεφάλι. Όχι από φόβο μόνο. Αλλά γιατί καταλάβαιναν πως η επιβίωση απαιτούσε υπομονή.
Τα καφενεία συνέχισαν να ανοίγουν. Όμως οι συζητήσεις είχαν αλλάξει. Οι άνδρες μιλούσαν χαμηλόφωνα. Κανείς δεν ήξερε ποιος μπορούσε να ακούει. Κανείς δεν ήταν βέβαιος ποιον μπορούσε να εμπιστευθεί. Οι ειδήσεις έφθαναν από στόμα σε στόμα. Από κάποιον βοσκό που είχε κατέβει από τον Γράμμο. Από έναν αγωγιάτη που είχε περάσει από τα Ιωάννινα. Από έναν δάσκαλο που είχε ακούσει κάτι στον δρόμο. Έτσι κυκλοφορούσε τότε η αλήθεια.
Εκείνη την εποχή ήμουν τριάντα εννέα χρονών. Μεγάλωσα λίγα χιλιόμετρα μακριά από την Κόνιτσα. Ο παππούς μου, ο Γεώργιος Γκίκας, μου είχε μιλήσει αμέτρητες φορές για τον Μιχαήλ Αναγνωστόπουλο. Δεν τον αποκαλούσε ποτέ «ευεργέτη». Έλεγε απλώς: «Ο Μιχαήλ.» Σαν να μιλούσε για κάποιον συγγενή. Από παιδί άκουγα ιστορίες για τη Βοστώνη. Για το Perkins, για την Έλεν Κέλερ, για τα βιβλία που ταξίδεψαν από την Αμερική στο Πάπιγκο, για τη μεγάλη σχολή που χτίστηκε στην Κόνιτσα. Όλα αυτά είχαν γίνει κομμάτι της ζωής μου πολύ πριν δω την Αναγνωστοπούλειο από κοντά.
Το κλείσιμό της το 1938 είχε πληγώσει ολόκληρη την περιοχή. Κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτό. Όμως όλοι το ένιωθαν. Ήταν σαν να είχε σβήσει ένας φάρος. Το κτίριο στεκόταν ακόμη στη θέση του. Περήφανο, αγέρωχο μα έρημο. Κάθε φορά που περνούσα από τον δρόμο, ένιωθα πως με καλούσε. Δεν ήξερα γιατί. Ίσως επειδή οι πέτρες του κουβαλούσαν ακόμη τη φωνή εκείνων που είχαν πιστέψει στη δύναμη της γνώσης.
Ένα απόγευμα του Ιουνίου πήρα τον ανηφορικό δρόμο. Δεν είχα κάποιον ιδιαίτερο λόγο. Ήθελα μόνο να δω τη σχολή. Να βεβαιωθώ πως στεκόταν ακόμη εκεί. Η βαριά σιδερένια καγκελόπορτα ήταν μισάνοιχτη. Την έσπρωξα απαλά. Έτριξε. Ο ήχος της έσπασε τη σιωπή. Ήταν σαν να ξυπνούσε ένα σπίτι που κοιμόταν χρόνια. Περπάτησα αργά στην αυλή. Τα αγριόχορτα είχαν αρχίσει να κατακτούν τα μονοπάτια. Οι τριανταφυλλιές άνθιζαν χωρίς κανείς να τις φροντίζει. Ο άνεμος περνούσε μέσα από τις λεύκες. Για μια στιγμή νόμισα πως άκουσα παιδικές φωνές. Ήταν μόνο ο αέρας ή ίσως οι αναμνήσεις του τόπου;
«Όμορφη δεν είναι;»
Η φωνή ήρθε πίσω μου. Γύρισα απότομα. Ήταν ένας άνδρας λίγο μεγαλύτερός μου. Ψηλός, ηλιοκαμένος με χέρια σκληρά από τη δουλειά.
«Θωμάς», μου είπε απλώνοντας το χέρι. «Εδώ φοίτησα. Από τα τελευταία παιδιά που πρόλαβαν τη σχολή πριν κλείσει.»
Χαμογέλασα.
«Στέργιος.»
«Έρχομαι καμιά φορά», συνέχισε.
«Δεν μπορώ να τη βλέπω να ρημάζει.»
Στάθηκα δίπλα του. Κοιτάξαμε μαζί το πέτρινο κτίριο. Κανείς μας δεν μιλούσε. Δεν χρειαζόταν. Μερικές σιωπές λένε περισσότερα από χίλιες λέξεις.
Εκείνο το απόγευμα δεν γνωρίζαμε ακόμη ότι αυτή η συνάντηση θα άλλαζε τη ζωή μας. Ούτε ότι οι πέτρες που κοιτούσαμε θα μας ζητούσαν σύντομα κάτι πολύ περισσότερο από την αγάπη μας. Θα μας ζητούσαν θάρρος και θυσία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ
Η Σχολή που περίμενε
(1941–1942)
“Τα κτίρια δεν εγκαταλείπονται όταν αδειάζουν. Εγκαταλείπονται όταν πάψει να υπάρχει κάποιος που να τα θυμάται.”
Η κατοχή είχε αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων, όχι όμως και τον ρυθμό της φύσης. Κάθε άνοιξη η Τύμφη ντυνόταν πάλι στα πράσινα. Τα χιόνια υποχωρούσαν αργά από τις κορυφές. Ο Αώος κατέβαινε ορμητικός, παρασύροντας κορμούς και πέτρες από τα βουνά. Τα αμπέλια πετούσαν τα πρώτα τους μάτια. Η γη συνέχιζε να κάνει το χρέος της. Οι άνθρωποι όμως είχαν πάψει να πιστεύουν πως το αύριο θα έμοιαζε με το χθες.
Οι Ιταλοί στρατιώτες είχαν γίνει πια κομμάτι της καθημερινότητας. Τους έβλεπες να περιπολούν στην πλατεία της Κόνιτσας. Να στέκονται στις γέφυρες. Να ζητούν χαρτιά από τους διαβάτες. Να αγοράζουν ψωμί από τον φούρνο ή λίγο κρασί από τα καπηλειά. Άλλοι ήταν σκληροί και αλαζόνες. Άλλοι έμοιαζαν περισσότερο με κουρασμένα παιδιά που βρέθηκαν πολύ μακριά από τα σπίτια τους. Οι περισσότεροι χωρικοί απέφευγαν να τους κοιτούν στα μάτια. Δεν υπήρχε μίσος σε κάθε βλέμμα. Υπήρχε όμως μια απόσταση που δεν μπορούσε να γεφυρωθεί. Γιατί ο ένας φορούσε τη στολή του κατακτητή και ο άλλος κουβαλούσε τη σιωπή του κατακτημένου.
Η ζωή συνεχιζόταν δύσκολα. Το ψωμί λιγόστευε. Το λάδι φυλασσόταν σαν χρυσάφι. Οι οικογένειες μάθαιναν να ζουν με λιγότερα. Στα σπίτια δεν πετιόταν τίποτε. Ένα κομμάτι ψωμί μπορούσε να γίνει το δείπνο μιας ολόκληρης οικογένειας. Κανείς όμως δεν παραπονιόταν δυνατά. Οι άνθρωποι της Ηπείρου είχαν μάθει να αντέχουν.
Κι εγώ συνέχιζα να ανεβαίνω προς τη σχολή. Σχεδόν κάθε Κυριακή. Μερικές φορές και μέσα στην εβδομάδα, όταν τελείωνα νωρίς τις δουλειές στα χωράφια. Δεν μου το είχε ζητήσει κανείς. Δεν είχα διοριστεί φύλακας. Ούτε υπήρχε κάποια υποχρέωση. Ήταν κάτι που ένιωθα πως όφειλα να κάνω σαν να με καλούσε το ίδιο το κτίριο.
Την πρώτη φορά που είχα περάσει την καγκελόπορτα, η αυλή είχε γεμίσει αγριόχορτα. Οι πλάκες του μονοπατιού μόλις που διακρίνονταν. Τα τριαντάφυλλα είχαν αγριέψει. Κάποια κλαδιά είχαν σπάσει από τα χιόνια. Έσκυψα χωρίς δεύτερη σκέψη. Άρχισα να καθαρίζω. Έκοψα τα βάτα. Μάζεψα τις πέτρες που είχαν κυλήσει από την πλαγιά. Άνοιξα τα λούκια που είχαν φράξει. Δεν ήξερα γιατί το έκανα. Μόνο πως δεν άντεχα να βλέπω τη σχολή να παραδίδεται στην εγκατάλειψη.
Λίγες ημέρες αργότερα εμφανίστηκε ο Θωμάς. Στάθηκε στην είσοδο και με παρακολουθούσε χωρίς να μιλά. Όταν τελείωσα, χαμογέλασε.
«Δεν θα τα καταφέρεις μόνος.»
Τον κοίταξα απορημένος. «Να καταφέρω τι;»
«Να νικήσεις τον χρόνο.»
Έσκυψε, πήρε μια τσάπα και άρχισε κι εκείνος να καθαρίζει τα χόρτα. Από εκείνη τη μέρα δεν ξανανέβηκα ποτέ μόνος.
Ο Θωμάς γνώριζε τη σχολή καλύτερα από οποιονδήποτε. Είχε υπάρξει μαθητής της. Περπατούσε στους διαδρόμους σαν να επέστρεφε στο πατρικό του σπίτι. «Εδώ ήταν το εργαστήριο.» «Εκεί κοιμόμασταν.» «Αυτό το αμπέλι το είχαμε φυτέψει μόνοι μας.» Κάθε γωνιά έκρυβε και μια ανάμνηση. Κάθε πέτρα είχε μια ιστορία. Κι εγώ τον άκουγα σαν μαθητής.
Ένα απόγευμα μπήκαμε στη μεγάλη βιβλιοθήκη. Η σκόνη είχε καλύψει τα πάντα. Το φως έμπαινε από τις γρίλιες και σχημάτιζε λωρίδες μέσα στον αέρα. Τα βιβλία στέκονταν ακίνητα στα ράφια. Σαν να περίμεναν κάποιον να τα ανοίξει ξανά. Ο Θωμάς πέρασε το χέρι του απαλά πάνω από μια δερματόδετη ράχη.
«Ξέρεις τι είναι το πιο παράξενο;»
«Τι;»
«Τα βιβλία δεν παραπονιούνται ποτέ.»
«Περιμένουν.»
Η φράση του έμεινε μέσα μου για χρόνια.
Τις Κυριακές αρχίσαμε να φροντίζουμε ό,τι μπορούσε ακόμη να σωθεί. Λαδώναμε τους μεντεσέδες. Κλείναμε παντζούρια που χτυπούσαν στον αέρα, μαζεύαμε τα σπασμένα τζάμια, σκεπάζαμε με λινάτσες όσα έπιπλα είχαν απομείνει. Δεν ξέραμε αν η σχολή θα άνοιγε ποτέ ξανά. Όμως αρνιόμασταν να την αφήσουμε να πεθάνει.
Ένα απόγευμα ξέσπασε δυνατή καταιγίδα. Η βροχή χτυπούσε τη στέγη με δύναμη. Ξαφνικά ακούστηκε ένας υπόκωφος θόρυβος. Ένα κεραμίδι είχε υποχωρήσει. Το νερό άρχισε να στάζει στο επάνω πάτωμα.
«Πρέπει να δούμε από πού μπαίνει», είπε ο Θωμάς.
Ανεβήκαμε μια στενή ξύλινη σκάλα που δεν είχα προσέξει ποτέ. Οδηγούσε στη σοφίτα.
Ήταν ένας χαμηλοτάβανος χώρος· σκοτεινός, γεμάτος παλιά δοκάρια. Σκόνη, αράχνες, ξύλινα κιβώτια, σπασμένα θρανία και μια μικρή στρογγυλή θυρίδα που έβλεπε προς την κοιλάδα του Αώου. Δεν μείναμε πολλή ώρα. Ανεβάσαμε λίγα κεραμίδια, σταματήσαμε τη διαρροή και κατεβήκαμε ξανά. Δεν μπορούσα τότε να φανταστώ ότι εκείνος ο λησμονημένος χώρος θα γινόταν αργότερα το ασφαλέστερο καταφύγιο της ιστορίας της σχολής.
Καθώς φεύγαμε, στάθηκα για λίγο στην είσοδο. Ακούμπησα το χέρι μου στην κρύα πέτρα.
«Κάνε λίγο ακόμη υπομονή», ψιθύρισα. «Θα έρθουν καλύτερες μέρες.»
Ο Θωμάς με κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Ίσως να πίστευε ότι μιλούσα μόνος μου. Ίσως πάλι να καταλάβαινε πως μερικές φορές οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να δίνουν κουράγιο όχι μόνο ο ένας στον άλλον, αλλά και στα ίδια τα μέρη που αγαπούν.
Δεν γνωρίζαμε ακόμη ότι οι δυσκολότερες ημέρες δεν είχαν έρθει. Στα βουνά της Ηπείρου η Αντίσταση δυνάμωνε. Οι Ιταλοί έδειχναν ολοένα πιο ανήσυχοι και στην Ευρώπη ο πόλεμος άρχιζε να αλλάζει πορεία. Μακριά από την Κόνιτσα λαμβάνονταν αποφάσεις που πολύ σύντομα θα έφταναν μέχρι την πέτρινη σχολή και τότε τίποτε δεν θα ήταν πια το ίδιο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΒΔΟΜΟ
Το καλοκαίρι της αβεβαιότητας
(Άνοιξη – Καλοκαίρι 1943)
«Πριν από κάθε μεγάλη καταιγίδα υπάρχει μια παράξενη ησυχία. Είναι η στιγμή που η ιστορία κρατά την ανάσα της.»
Η άνοιξη του 1943 βρήκε την Κόνιτσα κουρασμένη. Δύο χρόνια κατοχής είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους σε κάθε σπίτι, στα πρόσωπα των ανθρώπων, στα άδεια ράφια και κατώγια. Στις κουβέντες που γίνονταν ψιθυριστά. Η πείνα δεν είχε πάρει τις διαστάσεις που γνώρισαν άλλες περιοχές της Ελλάδας, όμως οι στερήσεις ήταν καθημερινές. Το ψωμί λιγόστευε. Το αλεύρι μετριόταν με προσοχή. Το λάδι φυλασσόταν σαν οικογενειακό κειμήλιο. Κανείς δεν ήξερε τι θα έφερνε η επόμενη μέρα
Οι Ιταλοί κλεφτοκοτάδες, μπαίναν στα σπίτια και έπαιρναν τις λιγοστές προμήθειες των χωρικών. Δεν ήταν οι σκληροτράχηλοι και πειθαρχημένοι γερμανοί που ήρθαν αργότερα. Τους άρεσαν το κρασί , οι κιθάρες τους και να περνάνε καλά. Παρόλα αυτά εξακολουθούσαν να διοικούν την περιοχή. Οι περιπολίες τους είχαν γίνει μέρος της καθημερινότητας. Στην αρχή περνούσαν με αυτοπεποίθηση από τους δρόμους. Τώρα όμως κάτι είχε αλλάξει. Οι στολές τους έμοιαζαν πιο φθαρμένες, τα πρόσωπά τους πιο κουρασμένα, οι κουβέντες τους πιο νευρικές. Οι ειδήσεις από το μέτωπο της Βόρειας Αφρικής δεν ήταν καλές για την Ιταλία. Το ίδιο συνέβαινε και στη Σικελία. Ο πόλεμος γύριζε σιγά σιγά εναντίον του Άξονα. Οι στρατιώτες το καταλάβαιναν πριν ακόμη το παραδεχθούν οι διοικητές τους.
Στα καφενεία της Κόνιτσας οι άνθρωποι άκουγαν κρυφά ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Ένα παλιό ραδιόφωνο, κρυμμένο πίσω από σακιά με καλαμπόκι, είχε γίνει το πολυτιμότερο αντικείμενο του χωριού. Τα βράδια, με τα παντζούρια κλειστά, λίγοι έμπιστοι συγκεντρώνονταν γύρω του. Η φωνή έφτανε πνιγμένη από τα παράσιτα. Άλλοτε από το Λονδίνο. Άλλοτε από το Κάιρο. Κάθε είδηση ταξίδευε την επόμενη μέρα από στόμα σε στόμα.
«Οι Σύμμαχοι προχωρούν…»
«Οι Ιταλοί υποχωρούν…»
«Κάτι αλλάζει…»
Κανείς όμως δεν ήξερε πότε αυτή η αλλαγή θα έφτανε μέχρι την Ήπειρο.
Ο Θωμάς κι εγώ συνεχίζαμε να ανεβαίνουμε στη σχολή. Δεν το είχαμε συμφωνήσει. Έγινε συνήθεια. Σχεδόν τελετουργία. Κάθε Κυριακή. Κάθε φορά που βρίσκαμε λίγες ώρες ελεύθερες. Η Αναγνωστοπούλειος είχε πάψει να είναι ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο. Είχε γίνει ευθύνη.
Εκείνο το καλοκαίρι καθίσαμε πολλές φορές στα πέτρινα σκαλιά της κεντρικής εισόδου. Από εκεί η θέα άνοιγε προς τον κάμπο και τον Αώο όταν το πρωϊνό πούσι υποχωρούσε. Οι σκιές των σύννεφων κυλούσαν αργά πάνω στα χωράφια. Ο Θωμάς έμενε συχνά σιωπηλός. Ύστερα είπε κάτι που δεν ξέχασα ποτέ.
«Ξέρεις τι φοβάμαι περισσότερο;»
«Τι;»
«Όχι ότι θα πέσει το κτίριο.»
Γύρισε και κοίταξε τη σχολή.
«Φοβάμαι μήπως κάποτε δεν υπάρχει κανείς να θυμάται γιατί χτίστηκε.»
Τα λόγια του έμειναν μέσα μου. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως οι πέτρες δεν χρειάζονται μόνο μάστορες. Χρειάζονται και ανθρώπους που θα θυμούνται.
Μια μέρα βρήκαμε την εξώπορτα μισάνοιχτη. Σταθήκαμε ακίνητοι. Κάποιος είχε μπει. Οι καρέκλες ήταν ανακατεμένες. Ένα τζάμι είχε σπάσει. Μερικά χάλκινα σκεύη είχαν εξαφανιστεί. Δεν ήταν οι Ιταλοί. Ήταν πλιατσικολόγοι. Άνθρωποι που έβλεπαν το εγκαταλελειμμένο κτίριο σαν εύκολη λεία. Ο Θωμάς έσκυψε και σήκωσε ένα σπασμένο κάδρο.
«Αν δεν προσέξουμε», είπε, «δεν θα μείνει τίποτε.»
Εκείνη τη μέρα βάλαμε για πρώτη φορά λουκέτο στην κεντρική πόρτα. Δεν είχαμε εξουσιοδότηση. Είχαμε όμως συνείδηση.
Λίγες εβδομάδες αργότερα εμφανίστηκε ένας ηλικιωμένος άνδρας. Περπατούσε αργά, κρατώντας μπαστούνι. Στάθηκε για ώρα μπροστά στο κτίριο.
«Εδώ φοίτησε ο γιος μου», είπε. «Σήμερα καλλιεργεί τη γη καλύτερα απ’ ό,τι εγώ.» Χάιδεψε τον πέτρινο τοίχο. «Αυτό το σχολείο δεν έμαθε μόνο γεωργία. Έμαθε στους ανθρώπους να αγαπούν τον τόπο τους.» Έφυγε χωρίς να πει τίποτε άλλο. Τον κοιτούσαμε ώσπου χάθηκε στον δρόμο.
Το καλοκαίρι προχωρούσε. Η ζέστη βάραινε στον κάμπο. Τα τζιτζίκια γέμιζαν τον αέρα. Κι όμως, πίσω από αυτή την καλοκαιρινή γαλήνη υπήρχε μια αδιόρατη ανησυχία. Οι Ιταλοί στρατιώτες άρχισαν να μιλούν όλο και πιο συχνά για τις οικογένειές τους. Κάποιοι ζητούσαν από τους χωρικούς να τους ανταλλάξουν τρόφιμα με προσωπικά αντικείμενα. Άλλοι κοιτούσαν διαρκώς προς τον δρόμο που ερχόταν από τα Ιωάννινα. Σαν να περίμεναν κάποια είδηση. Και η είδηση πράγματι ερχόταν. Όχι ακόμη στην Κόνιτσα. Αλλά πλησίαζε.
Το βράδυ της 8ης Σεπτεμβρίου 1943 η Ευρώπη άλλαξε ξανά. Στην Ιταλία, η κυβέρνηση του στρατάρχη Πιέτρο Μπαντόλιο ανακοίνωσε την ανακωχή με τους Συμμάχους. Η είδηση έφτασε στην Ήπειρο σαν αστραπή. Κανείς δεν ήξερε ακόμη τι θα ακολουθούσε. Ούτε οι Ιταλοί. Ούτε οι Έλληνες. Ούτε οι αντάρτες που παρακολουθούσαν τις εξελίξεις από τα βουνά. Όμως όλοι καταλάβαιναν ένα πράγμα. Η κατοχή έμπαινε σε μια νέα, πολύ πιο επικίνδυνη φάση.
Εκείνο το βράδυ, καθώς έκλεινα πίσω μου την πόρτα της Αναγνωστοπουλείου, γύρισα για μια στιγμή και κοίταξα το πέτρινο κτίριο. Για πρώτη φορά ένιωσα ότι δεν κινδύνευε πια από την εγκατάλειψη. Κινδύνευε από την ίδια την Ιστορία Και η Ιστορία, όταν αποφασίζει να περάσει από έναν τόπο, δεν ρωτά ποτέ αν οι άνθρωποι είναι έτοιμοι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ
Η σκιά του αετού
(Σεπτέμβριος 1943)
«Υπάρχουν αυτοκρατορίες που καταρρέουν μέσα σε μια μέρα. Μα ο φόβος που αφήνουν πίσω τους μπορεί να κρατήσει χρόνια.»
Το πρωί της 9ης Σεπτεμβρίου 1943 η Κόνιτσα ξύπνησε διαφορετική. Κανείς δεν είχε ακούσει κανονιοβολισμούς. Κανείς δεν είχε δει μάχες. Κι όμως, όλα είχαν αλλάξει. Η είδηση είχε φτάσει από τα Γιάννενα σαν ψίθυρος που γρήγορα έγινε βεβαιότητα. Η Ιταλία είχε συνθηκολογήσει. Ο Μουσολίνι δεν κυβερνούσε πια. Ο στρατάρχης Μπαντόλιο είχε υπογράψει ανακωχή με τους Συμμάχους. Οι στρατιώτες που μέχρι χθες ήταν κατακτητές δεν ήξεραν πλέον ποιον υπηρετούσαν.
Στην πλατεία της Κόνιτσας οι Ιταλοί αξιωματικοί έμπαιναν και έβγαιναν ανήσυχοι από το διοικητήριο. Οι διαταγές έφταναν αντικρουόμενες. Άλλοι έλεγαν να αντισταθούν. Άλλοι να παραδώσουν τον οπλισμό. Άλλοι να προσπαθήσουν να διαφύγουν προς τα Ιωάννινα. Η αβεβαιότητα ήταν χειρότερη από τη βεβαιότητα του πολέμου.
Οι Κονιτσιώτες παρακολουθούσαν σιωπηλοί. Δεν πανηγύριζαν. Είχαν μάθει ότι στην κατοχή τίποτε δεν τελειώνει τόσο εύκολα. Κάτι άλλο ερχόταν. Το αισθάνονταν όλοι. Κανείς όμως δεν μπορούσε ακόμη να του δώσει όνομα.
Τις ίδιες ημέρες τα βουνά γέμισαν κίνηση. Μικρές ομάδες ανταρτών κατέβαιναν από τα λημέρια τους. Άλλες πλησίαζαν ιταλικά φυλάκια για να διαπραγματευτούν την παράδοση όπλων. Άλλες συγκρούονταν με μονάδες που αρνούνταν να παραδοθούν. Η Ήπειρος ζούσε ώρες που άλλαζαν την ιστορία της.
Ο Θωμάς με βρήκε νωρίς το πρωί.
«Δεν θα αργήσουν.»
«Ποιοι;»
Δεν χρειάστηκε να απαντήσει. Το βλέμμα του έλεγε όσα δεν τολμούσαν ακόμη να πουν οι λέξεις. Οι Γερμανοί.
Ανεβήκαμε μαζί προς τη σχολή. Όχι για να δουλέψουμε. Αλλά γιατί νιώθαμε πως έπρεπε να βρεθούμε εκεί. Η Αναγνωστοπούλειος έμοιαζε να περιμένει κι αυτή. Ο αέρας φυσούσε ανάμεσα στα κυπαρίσσια. Τα παράθυρα έτριζαν. Σαν να προειδοποιούσαν.
Περπατήσαμε αργά στους διαδρόμους. Όλα βρίσκονταν στη θέση τους. Τα βιβλία, τα θρανία, οι χάρτες, τα εργαστήρια, η μεγάλη αίθουσα, το πορτρέτο του Μιχαήλ. Τίποτε δεν είχε αλλάξει. Κι όμως όλα έμοιαζαν διαφορετικά.
«Αν έρθουν εδώ;» ρώτησα.
Ο Θωμάς δεν απάντησε αμέσως. Πλησίασε τη βιβλιοθήκη. Άγγιξε τις ράχες των βιβλίων.
«Τότε δεν θα κινδυνεύσουν μόνο οι πέτρες.» Σταμάτησε. «Θα κινδυνεύσει όλη η μνήμη αυτού του τόπου.»
Εκείνη η φράση έμεινε να αιωρείται μέσα στη βιβλιοθήκη. Για πρώτη φορά δεν κοιτούσα τα βιβλία σαν αντικείμενα. Τα έβλεπα σαν ζωντανές μαρτυρίες, σαν ανθρώπους που δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.
Τρεις ημέρες αργότερα ακούστηκε ο πρώτος υπόκωφος θόρυβος από τον δρόμο των Ιωαννίνων. Δεν ήταν καμπάνες. Δεν ήταν άμαξες. Ήταν μηχανές, βαριές, μεταλλικές, συντονισμένες μεταξύ τους σε διάταξη μάχης. Ολόκληρη η κοιλάδα έμοιαζε να δονείται. Βγήκαμε έξω. Σταθήκαμε ψηλά, στο πλάτωμα της σχολής. Από εκεί βλέπαμε τον δρόμο να κατηφορίζει προς την πόλη και τότε τους είδαμε.
Στην αρχή ξεχώρισαν μόνο οι στήλες της σκόνης. Ύστερα φάνηκαν τα πρώτα οχήματα. Μετά οι μοτοσικλέτεςμ τα φορτηγά,τα τεθωρακισμένα και τέλος οι στρατιώτες. Με τις γκριζοπράσινες στολές τους, με τα ατσάλινα κράνη με τον μαύρο αετό χαραγμένο στα οχήματα. Η Βέρμαχτ είχε φτάσει στην Κόνιτσα
Κανείς δεν μίλησε. Οι Ιταλοί είχαν φύγει. Η νέα κατοχή άρχιζε. Και όσοι είχαν γνωρίσει και τους δύο κατακτητές κατάλαβαν αμέσως ότι οι μέρες που έρχονταν θα ήταν πολύ πιο δύσκολες. Οι Γερμανοί δεν ήρθαν για να διοικήσουν. Ήρθαν για να ελέγξουν, να καταστείλουν. Να εκδικηθούν κάθε πράξη αντίστασης.
Το ίδιο βράδυ δεν κατάφερα να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν τη σχολή, τη βιβλιοθήκη, τα χειρόγραφα, τα παλιά τετράδια, τις επιστολές, τα κατάστιχα, τις καταγραφές των πρώτων χρόνων. Αν οι Γερμανοί αποφάσιζαν να εγκατασταθούν εκεί, όλα μπορούσαν να χαθούν μέσα σε λίγες ώρες.
Πριν ακόμη ξημερώσει, πήρα τον δρόμο προς την Αναγνωστοπούλειο. Ο Θωμάς με περίμενε ήδη στην πύλη. Δεν χρειάστηκε να ανταλλάξουμε πολλές κουβέντες. «Ήρθε η ώρα;» με ρώτησε. Κοίταξα το πέτρινο κτίριο. Ύστερα τη μικρή ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στη σοφίτα. Για πρώτη φορά δεν την είδα σαν έναν ξεχασμένο χώρο. Την είδα σαν καταφύγιο. Σαν το τελευταίο ασφαλές μέρος όπου μπορούσε να σωθεί η ψυχή της Αναγνωστοπουλείου. Έγνεψα καταφατικά.
«Ναι, Θωμά», είπα. «Από σήμερα δεν φυλάμε μόνο ένα σχολείο. Φυλάμε τη μνήμη ενός ανθρώπου και το όνειρό του.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΝΑΤΟ
Η Σοφίτα της Μνήμης
“Μερικές φορές οι πιο μεγάλες μάχες δίνονται χωρίς πυροβολισμούς.”
Οι πρώτες ημέρες της γερμανικής κατοχής κύλησαν αργά. Η Κόνιτσα έμοιαζε να κρατά την αναπνοή της. Οι κάτοικοι απέφευγαν τις πολλές κουβέντες. Τα παράθυρα σφράγιζαν νωρίς. Η πλατεία άδειαζε πριν ακόμη πέσει το σκοτάδι. Μόνο οι βαριές μηχανές των γερμανικών φορτηγών ακούγονταν κάθε τόσο να διασχίζουν τους δρόμους της πόλης. Στην Επάνω Κόνιτσα, τα μεγάλα αρχοντικά είχαν ήδη επιταχθεί για να στεγάσουν το γερμανικό φρουραρχείο και τους αξιωματικούς. Στο πέτρινο γεφύρι του Αώου υπήρχε πλέον μόνιμο φυλάκιο. Οι στρατιώτες έλεγχαν κάθε πέρασμα προς την Τύμφη και τα χωριά της Πίνδου. Η κατοχή είχε αποκτήσει άλλο πρόσωπο. Πιο ψυχρό, πιο μεθοδικό, πιο επικίνδυνο.
Ο Θωμάς κι εγώ συνεχίζαμε να ανεβαίνουμε στην Αναγνωστοπούλειο. Όχι τόσο συχνά όσο παλιότερα. Ούτε από τον ίδιο δρόμο. Άλλοτε συναντιόμασταν στην άκρη του κάμπου. Άλλοτε πίσω από τα παλιά αμπέλια. Κανείς δεν μας είχε απαγορεύσει να πηγαίνουμε στη σχολή. Κανείς όμως δεν ήθελε να κινήσει την περιέργεια των Γερμανών. Το μεγάλο πέτρινο συγκρότημα μπορούσε από τη μια μέρα στην άλλη να επιταχθεί. Το γνωρίζαμε.
Εκείνο το απόγευμα βρήκαμε έναν ηλικιωμένο άνδρα να στέκεται μπροστά στη βιβλιοθήκη. Δεν έδειχνε ξένος. Έμοιαζε σαν να είχε επιστρέψει στο σπίτι του. Ο Θωμάς τον χαιρέτησε πρώτος. «Καλησπέρα, μπάρμπα Δημήτρη.» Ο γέροντας χαμογέλασε. Ήταν ο Δημήτριος Ράγγας. Το όνομά του το είχα ακούσει από μικρό παιδί. Οι παλιοί μαθητές μιλούσαν γι’ αυτόν με σεβασμό. Είχε υπάρξει ο άνθρωπος της καθημερινότητας της σχολής. Άνοιγε τις αίθουσες. Φρόντιζε τα εργαστήρια. Μοίραζε στα παιδιά τα βιβλία, τα τετράδια και εκείνα τα χάρτινα χωνάκια με την κορινθιακή σταφίδα που έμεναν αξέχαστα σε όσους φοίτησαν εκεί. Ήξερε τη σχολή καλύτερα από οποιονδήποτε.
«Σας παρακολουθώ μέρες τώρα», είπε ήρεμα. «Βλέπω πως έρχεστε χωρίς να κάνετε θόρυβο.»
Ο Θωμάς χαμογέλασε.«Δεν θέλουμε να νομίσουν πως υπάρχει κάτι πολύτιμο εδώ.»
Ο Ράγγας κούνησε αργά το κεφάλι. «Υπάρχει.»
Πλησίασε ένα από τα μεγάλα ξύλινα ερμάρια της βιβλιοθήκης. Δεν στάθηκε στα ράφια με τα γεωπονικά βιβλία. Άνοιξε το χαμηλότερο ντουλάπι. Έβγαλε έναν μεγάλο δερματόδετο τόμο. Τον ακούμπησε πάνω στο τραπέζι.
«Ξέρετε τι είναι;»
Ο Θωμάς προσπάθησε να μαντέψει.
«Κάποιο βιβλίο λογιστικής;»
Ο γέροντας χαμογέλασε.
«Όχι.»
Άνοιξε προσεκτικά τις κιτρινισμένες σελίδες. Ήταν το πρώτο μαθητολόγιο της σχολής. Δίπλα στα ονόματα των μαθητών υπήρχαν οι τόποι καταγωγής τους. Οι βαθμοί τους. Παρατηρήσεις των καθηγητών. Μια ολόκληρη γενιά βρισκόταν μέσα σε εκείνες τις σελίδες.
Από άλλο ερμάριο έβγαλε έναν δεύτερο τόμο.
«Τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου.»
Μετά έναν φάκελο δεμένο με κορδέλα.
«Η αλληλογραφία με τη Βοστόνη.»
Έναν ακόμη.
«Οι κατάλογοι της βιβλιοθήκης.»
Κι έπειτα τα βιβλία υλικού των εργαστηρίων.Εκεί καταγράφονταν τα εργαλεία της οινοποιίας, της μελισσοκομίας, της γαλακτοκομίας. Όλα όσα είχαν σταλεί κάποτε από την Αμερική για να γίνει η Αναγνωστοπούλειος μια σχολή πρότυπο.
Έμεινα σιωπηλός. Μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευα πως η ιστορία της σχολής βρισκόταν στους πέτρινους τοίχους της. Έκανα λάθος. Η ιστορία της βρισκόταν μέσα σε αυτά τα χαρτιά. Στις υπογραφές, στις σφραγίδες,σ τις αποφάσεις, στις επιστολές που είχαν ταξιδέψει από τη Βοστόνη ως την Ήπειρο.
Ο Ράγγας έκλεισε αργά το τελευταίο ερμάριο.
«Τα βιβλία, αν χαθούν, ίσως κάποτε ξανατυπωθούν.»
Ακούμπησε το χέρι του πάνω στα κατάστιχα.
«Αυτά όμως δεν ξαναγράφονται ποτέ.»
Η φωνή του χαμήλωσε ακόμη περισσότερο.
«Αν χαθούν αυτά, δεν θα χαθεί μόνο η σχολή.» «Θα χαθεί η μνήμη της.»
Έξω ακούστηκε ο θόρυβος μιας γερμανικής μοτοσικλέτας. Περιμέναμε να απομακρυνθεί. Ύστερα ο Ράγγας μας έκανε νόημα να τον ακολουθήσουμε. Ανεβήκαμε στη σοφίτα. Την είχαμε ξαναδεί. Γνωρίζαμε ήδη τον χώρο. Εκείνος όμως κατευθύνθηκε στο πιο απομακρυσμένο σημείο της στέγης. Μετακίνησε δύο παλιά ξύλινα κιβώτια. Πίσω τους αποκαλύφθηκε μια στενή, στεγνή εσοχή ανάμεσα στους πέτρινους τοίχους και τα ξύλινα δοκάρια.
«Οι μάστορες την είχαν φτιάξει για να προστατεύουν σχέδια και πολύτιμα έγγραφα από την υγρασία», είπε. «Σχεδόν κανείς δεν τη θυμάται πια.»
Έσκυψα και πέρασα μέσα. Ο χώρος δεν ήταν μεγάλος. Ήταν όμως στεγνός. Ασφαλής και αόρατος από οποιονδήποτε δεν γνώριζε την ύπαρξή του.
Κατεβήκαμε ξανά στη βιβλιοθήκη. Κανείς δεν μιλούσε. Ο Θωμάς έσπασε πρώτος τη σιωπή.
«Δεν θα μπορέσουμε να σώσουμε τα πάντα.»
Ο Ράγγας τον κοίταξε ήρεμα.
«Ούτε χρειάζεται.»
Έδειξε το μαθητολόγιο. Μετά τις επιστολές. Ύστερα τα πρακτικά.
«Σώστε πρώτα όσα δεν μπορούν να ξαναγίνουν.»
Εκείνο το βράδυ δεν μεταφέραμε ούτε έναν τόμο. Δεν ήταν ακόμη η ώρα. Έπρεπε πρώτα να καταστρώσουμε σχέδιο. Να αποφασίσουμε τι θα σωθεί πρώτο. Να μετρήσουμε τον χρόνο που είχαμε απέναντι σ’ έναν εχθρό που πλησίαζε κάθε μέρα περισσότερο. Φεύγοντας, στάθηκα για λίγο στην αυλή. Το πέτρινο κτίριο υψωνόταν μέσα στο σκοτάδι σαν να περίμενε κι αυτό την απόφασή μας. Τότε κατάλαβα πως δεν είχαμε πια το δικαίωμα να διστάσουμε. Από εκείνη τη νύχτα, η σωτηρία της Αναγνωστοπουλείου δεν ήταν μόνο μια επιθυμία. Ήταν και καθήκον μας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ
Οι νύχτες της σωτηρίας
Φθινόπωρο 1943
«Οι πόλεμοι καταστρέφουν κτίρια. Η λήθη καταστρέφει την ιστορία.»
Εκείνο το βράδυ κανείς μας δεν κοιμήθηκε. Η εικόνα των μαθητολογίων, των κιτρινισμένων επιστολών και των παλιών καταστίχων δεν έφευγε από το μυαλό μου. Δεν ήταν πια απλά χαρτιά. Ήταν οι ζωές ανθρώπων. Ήταν η ιστορία μιας σχολής που είχε γεννηθεί από το όραμα ενός Ηπειρώτη, ο οποίος από τη Βοστώνη δεν ξέχασε ποτέ την πατρίδα του. Ο Δημήτριος Ράγγας είχε δίκιο. Αν χάνονταν αυτά, δεν θα χανόταν μόνο ένα αρχείο. Θα χανόταν η μνήμη.
Την επόμενη ημέρα η πόλη ξύπνησε με νέες φήμες. Γερμανικά φορτηγά είχαν εμφανιστεί στον δρόμο προς το Καλπάκι. Μια περίπολος είχε περάσει από τον κάμπο. Κάποιοι έλεγαν πως οι κατακτητές αναζητούσαν μεγάλα δημόσια κτίρια για να εγκαταστήσουν αποθήκες εφοδίων και χώρους στρατωνισμού. Η Αναγνωστοπούλειος ήταν ανάμεσα στα πρώτα που συζητούσαν οι κάτοικοι. Κανείς δεν γνώριζε αν η απόφαση είχε ήδη ληφθεί. Όλοι όμως καταλάβαιναν ότι ο χρόνος λιγόστευε.
Το ίδιο βράδυ συναντηθήκαμε ξανά. Ήμασταν μόνο τρεις. Ο Θωμάς. Ο Δημήτριος Ράγγας. Κι εγώ. Ούτε αντάρτες, ούτε συνωμότες. Τρεις άνθρωποι που προσπαθούσαν να προστατεύσουν ό,τι δεν μπορούσε να αντικατασταθεί.
«Θα πάρουμε μόνο τα μοναδικά τεκμήρια», είπε ο Ράγγας.«Τα υπόλοιπα θα μείνουν στη θέση τους.»
Δεν ήθελε να αδειάσει η βιβλιοθήκη. Ήθελε να φαίνεται πως όλα παρέμεναν όπως πριν. Έτσι μειωνόταν ο κίνδυνος να αντιληφθεί κάποιος ότι κάτι είχε μετακινηθεί. Αρχίσαμε από τα μαθητολόγια. Κάθε τόμος τυλιγόταν μέσα σε καθαρό λινό ύφασμα. Πάνω στο ύφασμα γράφαμε μόνο έναν αριθμό. Όχι τίτλο, οχι περιγραφή. Αν έπεφτε στα χέρια κάποιου, να μη φανερώνει το περιεχόμενό του. Ύστερα ήρθαν τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου. Οι αποφάσεις που είχαν ληφθεί από το 1925, όταν η σχολή άνοιξε τις πύλες της, μέχρι το 1938, όταν η οικονομική αδυναμία την οδήγησε στο κλείσιμο. Ακολουθούσαν οι φάκελοι με την αλληλογραφία. Ορισμένοι έφεραν ακόμη τις σφραγίδες της Βοστώνης. Άλλοι είχαν υπογραφές των επιτρόπων των «Σχολών Μιχαήλ Αναγνώστου», του ιδρύματος που διαχειριζόταν την κληρονομιά του μεγάλου ευεργέτη. Ο Ράγγας άγγιζε κάθε φάκελο σχεδόν με ευλάβεια.
«Αυτές οι επιστολές ταξίδεψαν χιλιάδες μίλια», είπε. «Δεν θα τις αφήσουμε να χαθούν εδώ.»
Δεν βιαζόμασταν. Η βιασύνη γεννά τα λάθη. Ο Θωμάς ανέβαινε πρώτος στη σοφίτα. Εγώ ακολουθούσα με τους φακέλους. Ο Ράγγας έμενε πάντα τελευταίος. Πριν φύγει από τη βιβλιοθήκη, κοίταζε προσεκτικά τα ράφια. Ίσιωνε τα βιβλία. Έκλεινε τα ντουλάπια. Σκούπιζε ακόμη και τη σκόνη που είχε πέσει στο πάτωμα.
«Δεν πρέπει να αφήσουμε ίχνη», μου είπε. «Η καλύτερη κρυψώνα είναι εκείνη που κανείς δεν υποψιάζεται.»
Η σοφίτα είχε τη μυρωδιά του παλιού ξύλου. Τα δοκάρια έτριζαν κάθε φορά που φυσούσε. Η μικρή εσοχή που μας είχε δείξει ο Ράγγας χωρούσε πολύ λιγότερα απ’ όσα φανταζόμασταν. Γρήγορα καταλάβαμε ότι έπρεπε να διαλέξουμε.Δεν υπήρχε χώρος για τα πάντα και αυτή ήταν ίσως η δυσκολότερη απόφαση. Ποια μνήμη αξίζει να σωθεί πρώτη;
Ο Ράγγας στάθηκε μπροστά στα ράφια.
«Τα γεωπονικά βιβλία υπάρχουν και αλλού», είπε. «Τα περισσότερα μπορούν να ξαναβρεθούν.»
Έπειτα σήκωσε έναν μικρό φάκελο.
«Αυτό όμως όχι.»Τον άνοιξε. Ήταν η αλληλογραφία των επιτρόπων της Βοστώνης με την Κόνιτσα, μέσα από την οποία αποτυπωνόταν η προσπάθεια να υλοποιηθεί η διαθήκη του Μιχαήλ Αναγνώστου και να αποκτήσει η Ήπειρος μια σχολή που θα υπηρετούσε την παραγωγή και την πρόοδο του τόπου.
«Αυτό είναι η ψυχή της ιστορίας», είπε.
Καθώς κατεβάζαμε τον τελευταίο φάκελο, ακούστηκε από μακριά ένας σύντομος ήχος σφυρίχτρας. Παγώσαμε. Αμέσως μετά ακούστηκαν βήματα. Πολλά βήματα. Δεν πλησίαζαν ακόμη τη σχολή. Περνούσαν όμως από τον δρόμο του κάμπου. Σβήσαμε το φανάρι. Μείναμε ακίνητοι. Από μια χαραμάδα είδα τις σκιές τεσσάρων Γερμανών στρατιωτών να κινούνται αργά μέσα στη νύχτα. Κρατούσαν όπλα. Μιλούσαν χαμηλόφωνα. Σταμάτησαν για λίγο. Κοίταξαν προς το πέτρινο κτίριο. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά, που φοβήθηκα μήπως ακουστεί. Ένας από αυτούς έδειξε προς τη σχολή. Είπε κάτι στα γερμανικά. Οι υπόλοιποι γέλασαν. Έπειτα συνέχισαν τον δρόμο τους. Μόνο όταν χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι ξαναπήραμε ανάσα.
Ο Ράγγας δεν μίλησε αμέσως. Έκλεισε προσεκτικά το παράθυρο. Κοίταξε έναν έναν και τους δυο μας.
«Από αύριο», είπε, «η σχολή μπορεί να μην είναι πια δική μας.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Απόψε, όμως, ήταν ακόμη αρκετή για να σώσει ένα κομμάτι της ψυχής της.»
Βγήκαμε λίγο πριν ξημερώσει. Η αχλύ είχε απλωθεί πάνω στον κάμπο. Πίσω μας η Αναγνωστοπούλειος στεκόταν βουβή, σαν να φύλαγε κι εκείνη το μυστικό μας. Δεν ξέραμε πόσες ακόμη νύχτες θα μας επέτρεπε ο πόλεμος. Ξέραμε όμως ότι η πρώτη μάχη είχε δοθεί. Και είχε κερδηθεί. Όχι με όπλα. Με μνήμη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ
Όταν η σιωπή φόρεσε στολή
(Χειμώνας 1943–1944)
«Οι στρατοί καταλαμβάνουν τα κτίρια. Ποτέ όμως τις ιδέες που γεννήθηκαν μέσα τους.»
Ο χειμώνας μπήκε βαρύς εκείνη τη χρονιά. Το χιόνι σκέπασε νωρίς την Τύμφη. Οι κορυφές της Γκαμήλας χάνονταν μέσα στα σύννεφα. Ο Αώος κυλούσε σκοτεινός και φουσκωμένος από τις βροχές. Η Κόνιτσα είχε πάψει πια να είναι μια ήσυχη παραμεθόρια πολίχνη. Είχε μετατραπεί σε στρατιωτικό πέρασμα. Σε τόπο ελέγχου, σε κόμβο επιχειρήσεων.Οι γερμανικές φάλαγγες διέσχιζαν καθημερινά τους δρόμους προς τα Ζαγοροχώρια, τη Μόλιστα, τη Σαμαρίνα και τα χωριά της Πίνδου, όπου η δράση των αντιστασιακών οργανώσεων ανησυχούσε ολοένα και περισσότερο τη διοίκηση της Βέρμαχτ. Η πόλη ζούσε πλέον στον ρυθμό της κατοχής.
Ένα πρωινό, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, η είδηση διαδόθηκε από στόμα σε στόμα. Οι Γερμανοί είχαν εμφανιστεί στην Αναγνωστοπούλειο. Δεν ήταν πολλοί. Μια μικρή δύναμη μηχανικού και εφοδιασμού. Επιθεώρησαν το κτίριο, μέτρησαν τις αίθουσες. Άνοιξαν τις αποθήκες, περπάτησαν στους στάβλους, κοίταξαν το μεγάλο προαύλιο. συζήτησαν μεταξύ τους. Έφυγαν χωρίς να πουν λέξη. Δεν χρειαζόταν. Όλοι κατάλαβαν τι ερχόταν.
Λίγες ημέρες αργότερα επέστρεψαν. Αυτή τη φορά με φορτηγά. Ξεκίνησαν να μεταφέρουν κιβώτια, καύσιμα, σάκους με εφόδια, στρατιωτικό υλικό. Στην αυλή στάθμευσαν δύο οχήματα. Στο ισόγειο εγκαταστάθηκαν στρατιώτες. Ένα τμήμα του μεγάλου συγκροτήματος είχε πλέον επιταχθεί. Η Αναγνωστοπούλειος δεν ήταν πια ένα έρημο σχολείο. Είχε γίνει μέρος της γερμανικής στρατιωτικής μηχανής. Ο Θωμάς έσφιξε τις γροθιές του.
«Δεν άντεχα να το βλέπω.»
Κι όμως, δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα.
Εκείνο που μας έδινε λίγη παρηγοριά ήταν πως η βιβλιοθήκη του επάνω ορόφου δεν είχε ακόμη κινήσει το ενδιαφέρον τους. Οι περισσότεροι στρατιώτες έβλεπαν μόνο ένα εγκαταλελειμμένο σχολείο. Δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι πίσω από εκείνα τα ξύλινα ερμάρια κρυβόταν η ιστορία μιας ολόκληρης εποχής.
Ο Δημήτριος Ράγγας μάς συνάντησε ένα βράδυ έξω από το πέτρινο γεφύρι. Δεν πήγαμε στη σχολή. Δεν ήταν ασφαλές. Καθίσαμε σε έναν χαμηλό τοίχο, μακριά από τα βλέμματα. Ο γέροντας κρατούσε στα χέρια του έναν μικρό δερμάτινο φάκελο.
«Τον βρήκα στο σπίτι μου», είπε. «Τον είχα πάρει πριν χρόνια για να τον αντιγράψω και δεν πρόλαβα ποτέ να τον επιστρέψω.»
Τον άνοιξε προσεκτικά. Ήταν αντίγραφο μιας παλιάς επιστολής.
«Ξέρεις τι είναι αυτό;» ρώτησε.
Κούνησα αρνητικά το κεφάλι.
«Είναι από τις πρώτες επιστολές που στάλθηκαν από τη Βοστόνη όταν οι επίτροποι του ιδρύματος συζητούσαν πώς θα πραγματοποιήσουν την τελευταία επιθυμία του Μιχαήλ Αναγνώστου.»
Άρχισε να διαβάζει λίγες γραμμές. Δεν θυμάμαι τις ακριβείς λέξεις. Θυμάμαι όμως το νόημά τους. Οι άνθρωποι της Βοστόνης δεν ήθελαν να ιδρύσουν ακόμη ένα σχολείο θεωρητικής εκπαίδευσης. Πίστευαν πως η Ήπειρος είχε ανάγκη από μια σχολή που θα μάθαινε στους νέους να καλλιεργούν τη γη, να αξιοποιούν τον τόπο τους, να ζουν με αξιοπρέπεια. Ήθελαν η γνώση να γίνει εργαλείο προκοπής. Όχι προνόμιο λίγων.
«Βλέπεις;» είπε ο Ράγγας. «Ο Μιχαήλ ονειρεύτηκε ένα μεγάλο ελληνικό σχολείο.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Οι άνθρωποι που διαχειρίστηκαν την περιουσία του ονειρεύτηκαν κάτι διαφορετικό.»
«Και είχαν άδικο;» ρώτησα.
Ο γέροντας χαμογέλασε.
«Όχι.»
«Χάρη σε εκείνη την απόφαση, εκατοντάδες παιδιά της Ηπείρου έμαθαν ένα επάγγελμα.Η διαθήκη δεν άλλαξε. Μεγάλωσε.»
Εκείνο το βράδυ κατάλαβα πως η Αναγνωστοπούλειος δεν ήταν απλώς ένα σχολείο. Ήταν ο καρπός ενός διαλόγου που είχε αρχίσει χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, ανάμεσα στη Βοστόνη και την Ήπειρο. Ένας διάλογος ανάμεσα στην ανθρωπιστική παιδεία και την πρακτική γνώση. Και οι δύο υπηρετούσαν τον ίδιο σκοπό. Τον άνθρωπο.
Οι επόμενες εβδομάδες έγιναν δυσκολότερες. Η γερμανική φρουρά αυξήθηκε. Στην αυλή ακούγονταν διαρκώς διαταγές. Τα οχήματα έμπαιναν και έβγαιναν. Οι στρατιώτες χρησιμοποιούσαν τις αποθήκες και μέρος των βοηθητικών χώρων. Ορισμένοι κοιμούνταν σε αίθουσες του ισογείου. Κάθε μας σκέψη να ξαναμπούμε στη σχολή έμοιαζε πλέον παράλογη. Ο Θωμάς άρχισε να πιστεύει ότι έπρεπε να σταματήσουμε.
«Θα μας πιάσουν», είπε. «Και τότε δεν θα σωθεί τίποτα.»
Δεν του απάντησα. Το ίδιο βράδυ, καθώς κοιτούσα από μακριά το μεγάλο πέτρινο κτίριο, μου ήρθε στο μυαλό μια εικόνα. Ο Μιχαήλ Αναγνώστου στη Βοστόνη. Η Άννυ Σάλιβαν να κρατά το χέρι της μικρής Έλεν Κέλερ. Ένας άνθρωπος από το Πάπιγκο είχε πιστέψει ότι ακόμη και μέσα στο σκοτάδι μπορεί να γεννηθεί φως. Πώς ήταν δυνατόν εγώ να εγκαταλείψω τη δική του κληρονομιά επειδή φοβόμουν; Γύρισα προς τον Θωμά.
«Δεν τελειώσαμε.»
Με κοίταξε χωρίς να μιλήσει.
«Τώρα αρχίζει η δυσκολότερη δουλειά.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Το βάρος της μνήμης
(Χειμώνας 1943–1944)
«Υπάρχουν βάρη που δεν μετριούνται σε οκάδες. Μετριούνται σε ευθύνη.»
Από τη μέρα που οι Γερμανοί εγκαταστάθηκαν στην Αναγνωστοπούλειο, τίποτε δεν ήταν όπως πριν. Το μεγάλο πέτρινο κτίριο συνέχιζε να δεσπόζει στον κάμπο, όμως η εικόνα του είχε αλλάξει. Στην αυλή υπήρχαν πλέον στρατιωτικά οχήματα. Οι αποθήκες άνοιγαν και έκλειναν καθημερινά. Στρατιώτες μετέφεραν κιβώτια, βαρέλια καυσίμων και εφόδια. Στις εισόδους υπήρχαν σκοποί. Το σχολείο είχε αποκτήσει μια ξένη ζωή. Μια ζωή που δεν του ανήκε.
Ο Θωμάς είχε αρχίσει να πιστεύει πως όλα είχαν τελειώσει. «Δεν υπάρχει τρόπος να μπούμε ξανά μέσα», μου είπε. «Θα ήταν τρέλα.» Δεν τον αδικούσα. Η σχολή δεν ήταν πια εγκαταλελειμμένη. Ήταν στρατιωτικός χώρος. Κάθε λάθος θα μπορούσε να αποδειχθεί μοιραίο. Ο Δημήτριος Ράγγας όμως δεν βιαζόταν να βγάλει συμπεράσματα.
«Οι στρατιώτες», είπε, «βλέπουν αυτό που τους ενδιαφέρει.»
Τον κοιτάξαμε απορημένοι.
«Τους ενδιαφέρουν οι αποθήκες, τα καύσιμα, τα οχήματα, οι στάβλοι. Δεν ήρθαν εδώ για τα κατάστιχα μιας σχολής που έχει χρόνια κλείσει.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Αυτό είναι το μοναδικό μας πλεονέκτημα.»
Περάσαμε αρκετές ημέρες παρατηρώντας. Δεν πλησιάζαμε. Από έναν χαμηλό λόφο, πίσω από τις λεύκες, βλέπαμε τις κινήσεις της φρουράς. Άλλες ώρες η αυλή έσφυζε από ζωή. Άλλες έμενε σχεδόν άδεια. Σιγά σιγά αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε τη συνήθειά τους. Το σούρουπο οι περισσότεροι στρατιώτες συγκεντρώνονταν στο ισόγειο. Τις βροχερές νύχτες οι σκοποί έμεναν περισσότερο κάτω από τα υπόστεγα παρά έξω στον κάμπο. Η βροχή γινόταν σύμμαχός μας.
Ένα απόγευμα ο Ράγγας άνοιξε πάνω στο τραπέζι του σπιτιού του ένα παλιό σχέδιο της σχολής. Δεν ήταν επίσημη κάτοψη. Ήταν ένα πρόχειρο σχεδιάγραμμα που είχε σχεδιάσει ο ίδιος στα χρόνια που υπηρετούσε ως επιστάτης. Έδειχνε τις αποθήκες, τα εργαστήρια, τη βιβλιοθήκη, τη σοφίτα και ένα στενό εσωτερικό κλιμακοστάσιο που χρησιμοποιούσε άλλοτε το προσωπικό για τη συντήρηση της στέγης.
«Οι περισσότεροι δεν το πρόσεχαν ποτέ», είπε. «Οι μαθητές χρησιμοποιούσαν τη μεγάλη σκάλα.»
Έδειξε το σχέδιο.
«Εμείς θα χρησιμοποιήσουμε αυτή.»
Δεν ήταν μυστική δίοδος. Δεν οδηγούσε έξω από το κτίριο. Ήταν απλώς ένας βοηθητικός χώρος, ξεχασμένος από τον χρόνο. Κι όμως, μπορούσε να μας γλιτώσει πολύτιμα λεπτά. Τις επόμενες δύο νύχτες δεν αγγίξαμε τίποτε. Απλώς ανεβήκαμε. Ελέγξαμε τη σοφίτα. Βεβαιωθήκαμε ότι τα κατάστιχα παρέμεναν στεγνά. Κατεβήκαμε ξανά. Ήταν σαν να επισκεπτόμασταν ένα μικρό εκκλησάκι. Κανείς δεν μιλούσε. Ο Ράγγας στάθηκε μπροστά στο πρώτο κιβώτιο. Το άνοιξε. Έβγαλε το μαθητολόγιο. Χάιδεψε απαλά το εξώφυλλό του.
«Ξέρεις γιατί επιμένω τόσο;» με ρώτησε.
Δεν απάντησα.
«Γιατί εδώ μέσα δεν υπάρχουν μόνο ονόματα.»
Άνοιξε μια σελίδα.
«Να…
ο πρώτος μαθητής από τη Δροσοπηγή. Εδώ ένας από τη Μόλιστα. Εδώ ένας από το Πάπιγκο. Αυτός έγινε γεωπόνος. Ο άλλος γύρισε στο χωριό του και έφτιαξε τον πρώτο οργανωμένο αμπελώνα. Κάποιος άλλος έγινε δάσκαλος.» Έκλεισε το βιβλίο. «Αν χαθούν αυτά, δεν θα θυμάται κανείς ότι πέρασαν από εδώ.»
Για πρώτη φορά συνειδητοποίησα πως η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους μεγάλους. Γράφεται κι από τους άγνωστους ανθρώπους. Από τους μαθητές που δεν έγιναν ποτέ διάσημοι. Από τους αγρότες που γύρισαν στα χωριά τους. Από τους ανθρώπους που κράτησαν ζωντανή την ύπαιθρο. Η Αναγνωστοπούλειος δεν είχε αλλάξει μόνο ζωές. Είχε αλλάξει έναν ολόκληρο τόπο. Καθώς κατεβαίναμε, ακούστηκε ο ήχος μιας πόρτας που έκλεισε δυνατά στο ισόγειο. Παγώσαμε. Δεν υπήρχε χρόνος για σκέψη. Σβήσαμε αμέσως το φανάρι. Μείναμε ακίνητοι. Ακούγονταν βήματα. Αργά. Βαριά. Κάποιος ανέβηκε λίγα σκαλοπάτια. Σταμάτησε. Ύστερα κατέβηκε ξανά. Ακούστηκε μια φωνή στα γερμανικά. Γέλια. Και μετά σιωπή. Κανείς δεν είχε ανέβει στον όροφο. Ο Θωμάς άφησε μια βαθιά ανάσα. Ο Ράγγας χαμογέλασε αμυδρά.
«Ο φόβος», είπε, «είναι χρήσιμος όταν σε κρατά προσεκτικό.»
Εκείνη ήταν η τελευταία νύχτα που ανεβήκαμε όλοι μαζί στη σοφίτα. Ο Ράγγας στεκόταν πολλή ώρα κοιτάζοντας τα κιβώτια. Σαν να αποχαιρετούσε ένα κομμάτι της ζωής του.
«Από δω και πέρα», είπε ήρεμα, «η σχολή δεν χρειάζεται εμένα.»
Γύρισε προς το μέρος μας.
«Χρειάζεται εσάς.»
Δεν υπήρχε δραματικότητα στη φωνή του. Μόνο γαλήνη. Σαν άνθρωπος που ήξερε ότι είχε ολοκληρώσει την αποστολή του. Βγαίνοντας από την Αναγνωστοπούλειο, στάθηκα στην αυλή. Το χιόνι είχε αρχίσει να πέφτει αργά. Οι νιφάδες σκέπαζαν τα ίχνη μας. Σαν να ήθελε ο ίδιος ο χειμώνας να προστατεύσει το μυστικό της σχολής. Κοίταξα για τελευταία φορά το πέτρινο κτίριο. Δεν ήξερα αν θα μπορούσα να ξαναμπώ. Ήξερα όμως πως, ό,τι πολυτιμότερο είχε να φυλάξει, βρισκόταν πλέον ασφαλές. Κρυμμένο όχι μόνο μέσα στη σοφίτα αλλά και μέσα στις καρδιές όσων είχαν αποφασίσει να μην αφήσουν την ιστορία να σβήσει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΡΙΤΟ
Η σχολή των κατακτητών
(Χειμώνας 1944)
«Οι πέτρες δεν διάλεγαν ποτέ τους ενοίκους τους. Άλλοτε φιλοξενούσαν μαθητές. Τώρα φιλοξενούσαν τον πόλεμο.»
Οι πρώτες μέρες του νέου χρόνου βρήκαν την Αναγνωστοπούλειο αγνώριστη. Δεν είχε αλλάξει η μορφή της. Το ίδιο πέτρινο κτίριο στεκόταν περήφανο στον κάμπο της Κόνιτσας. Τα ίδια παράθυρα κοιτούσαν προς τον Αώο. Οι ίδιες λεύκες αντιστέκονταν στον χειμωνιάτικο αέρα. Κι όμως…όλα είχαν αλλάξει. Εκεί όπου άλλοτε αντηχούσε το κουδούνι των μαθημάτων, τώρα ακούγονταν γερμανικές διαταγές. Εκεί όπου οι μαθητές μάθαιναν να κλαδεύουν αμπέλια και να φροντίζουν τα ζώα, τώρα στρατιώτες ξεφόρτωναν κιβώτια και πολεμοφόδια. Η σχολή είχε πάψει να υπηρετεί τη ζωή. Είχε γίνει, παρά τη θέλησή της, εργαλείο του πολέμου.
Οι Γερμανοί δεν είχαν επιτάξει ολόκληρο το συγκρότημα. Χρησιμοποιούσαν κυρίως τους μεγάλους ισόγειους χώρους, τις αποθήκες και τους στάβλους. Το ευρύ προαύλιο διευκόλυνε τη στάθμευση των στρατιωτικών οχημάτων, ενώ οι βοηθητικές εγκαταστάσεις εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του εφοδιασμού τους. Οι κάτοικοι της Κόνιτσας παρακολουθούσαν σιωπηλοί. Κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει περισσότερο απ’ όσο επέτρεπαν οι σκοποί. Η άλλοτε ανοιχτή σχολή του τόπου είχε μετατραπεί σε απαγορευμένο χώρο.
Ένα απόγευμα στάθηκα με τον Θωμά στην άκρη του κάμπου. Από εκεί βλέπαμε ολόκληρο το συγκρότημα. Ένα φορτηγό μπήκε αργά από τη μεγάλη πύλη. Πίσω του ακολουθούσαν δύο κάρα που είχαν επιταχθεί από χωρικούς της περιοχής. Μετέφεραν σανό, ξύλα, σακιά με σιτηρά. Οι στρατιώτες τα ξεφόρτωναν αμίλητοι. Ο πόλεμος είχε κι αυτός τις καθημερινές του ανάγκες.
«Βλέπεις εκεί;» μου είπε ο Θωμάς. Έδειξε τον παλιό αμπελώνα της σχολής. Τα κλήματα ήταν παρατημένα, ακλάδευτα. Οι πάσσαλοι είχαν αρχίσει να γέρνουν.
«Πριν λίγα χρόνια», συνέχισε, «εκεί δούλευαν οι μαθητές.»
Σώπασα. Θυμήθηκα τις ιστορίες που μου είχαν διηγηθεί οι παλαιότεροι. Τους νεαρούς από τα χωριά της Ηπείρου που μάθαιναν πώς να εμβολιάζουν μια μηλιά. Πώς να περιποιούνται ένα μελίσσι. Πώς να κάνουν το χώμα να καρπίζει. Τώρα το ίδιο χώμα πατιόταν από στρατιωτικές μπότες.
Λίγες ημέρες αργότερα συναντήσαμε ξανά τον Δημήτριο Ράγγα. Καθόταν μόνος σε ένα πεζούλι, απέναντι από τη σχολή. Δεν κοιτούσε τους Γερμανούς. Κοιτούσε το κτίριο.
«Ξέρεις τι με πονά περισσότερο;» με ρώτησε. Περίμενε λίγο πριν συνεχίσει.
«Δεν είναι που μπήκαν οι κατακτητές. Είναι που δεν ακούγονται πια παιδιά.»
Η φράση του έμεινε μέσα μου για μέρες. Για πρώτη φορά κατάλαβα πως ένα σχολείο δεν πεθαίνει όταν κλείνει. Πεθαίνει όταν σταματά να γελά.
Εκείνο το βράδυ ο Ράγγας μάς αφηγήθηκε μια ιστορία που δεν είχα ξανακούσει. Θυμόταν ακόμη την ημέρα που έφτασαν από τη Βοστόνη τα πρώτα κιβώτια με επιστημονικά βιβλία και εποπτικό υλικό. Οι χωρικοί τα κοιτούσαν με απορία.
«Τι να τα κάνουν τόσα βιβλία;» ρωτούσαν.
Κι όμως, μέσα σε λίγα χρόνια εκείνα τα βιβλία είχαν αλλάξει τη γεωργία της περιοχής. Νέες ποικιλίες, νέες καλλιέργειες, καλύτερη κτηνοτροφία, πιο οργανωμένη παραγωγή.
«Ο Μιχαήλ», είπε ο Ράγγας, «δεν έστειλε μόνο χρήματα από την Αμερική.»
Σήκωσε το βλέμμα προς το πέτρινο κτίριο.
«Έστειλε έναν άλλο τρόπο να σκέφτεσαι.»
Η κουβέντα μας διακόπηκε από τον ήχο μιας γερμανικής σάλπιγγας. Από το προαύλιο ακούστηκαν παραγγέλματα. Οι στρατιώτες παρατάχθηκαν. Ένας αξιωματικός επιθεωρούσε το προσωπικό. Η εικόνα αυτή έμοιαζε σχεδόν βλάσφημη. Στην ίδια αυλή όπου κάποτε οι μαθητές συγκεντρώνονταν για την πρωινή προσευχή και την έπαρση της σημαίας, τώρα παρατάσσονταν ένοπλοι άνδρες. Η ιστορία είχε γυρίσει ανάποδα.
«Θα περάσει κι αυτό», είπε ο Ράγγας. «Όλοι οι κατακτητές πιστεύουν πως θα μείνουν για πάντα.» Χαμογέλασε πικρά. «Οι πέτρες όμως έχουν μεγαλύτερη υπομονή από τους στρατούς.»
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα γιατί η Αναγνωστοπούλειος είχε χτιστεί από πέτρα. Όχι μόνο γιατί αυτή ήταν η τέχνη των μαστόρων της Ηπείρου. Αλλά γιατί η πέτρα αντέχει. Δέχεται πάνω της τη βροχή, το χιόνι, τον άνεμο, τον πόλεμο μα δεν χάνει ποτέ την ταυτότητά της. Όπως και οι άνθρωποι αυτού του τόπου.
Καθώς έπεφτε το σκοτάδι, σηκώθηκα να φύγω. Πριν απομακρυνθώ, γύρισα για μια τελευταία ματιά. Στο επάνω μέρος του κτιρίου, πίσω από τους πέτρινους τοίχους και τα βαριά δοκάρια της στέγης, κοιμόταν ήσυχη η σοφίτα. Εκεί όπου είχαμε κρύψει ό,τι πολυτιμότερο είχε απομείνει από τη ζωή της σχολής. Οι Γερμανοί μπορούσαν να καταλάβουν τις αίθουσες. Μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις αποθήκες. Μπορούσαν να γεμίσουν την αυλή με οχήματα. Αλλά υπήρχε κάτι που δεν μπορούσαν να κατακτήσουν. Τη μνήμη.
Και όσο αυτή έμενε ζωντανή, το φως του Μιχαήλ Αναγνώστου συνέχιζε να φωτίζει τις πέτρες της Αναγνωστοπουλείου, ακόμη και μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι του πολέμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Οι άνθρωποι της σιωπής
(Άνοιξη 1944)
«Η Αντίσταση δεν γράφτηκε μόνο στα βουνά. Γράφτηκε και στα σπίτια όπου οι άνθρωποι έμαθαν να σωπαίνουν.»
Η άνοιξη ήρθε στην Κόνιτσα χωρίς τραγούδια. Τα χελιδόνια γύρισαν, οι κερασιές άνθισαν, τα χωράφια πρασίνισαν, η φύση ακολουθούσε τον δικό της αιώνιο κύκλο. Οι άνθρωποι όμως είχαν ξεχάσει πώς ήταν να ζουν χωρίς φόβο. Η κατοχή είχε γίνει καθημερινότητα.
Η γερμανική φρουρά είχε εγκατασταθεί οριστικά στην πόλη. Περίπολοι διέσχιζαν καθημερινά τους δρόμους. Στην είσοδο της πέτρινης γέφυρας του Αώου υπήρχε συνεχής έλεγχος. Τα στρατιωτικά οχήματα ανέβαιναν και κατέβαιναν προς τα χωριά της Πίνδου. Η Κόνιτσα είχε αποκτήσει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Από εδώ περνούσαν οι δρόμοι που οδηγούσαν στα ορεινά περάσματα, εκεί όπου δρούσαν οι αντιστασιακές οργανώσεις. Οι Γερμανοί το γνώριζαν και προσπαθούσαν να ελέγχουν κάθε κίνηση.
Στα καφενεία οι κουβέντες είχαν λιγοστέψει. Οι άνθρωποι μιλούσαν χαμηλόφωνα. Πολλές φορές δεν μιλούσαν καθόλου. Ένα βλέμμα αρκούσε. Μια μικρή κίνηση του κεφαλιού. Ένα χέρι πάνω στον ώμο. Η σιωπή είχε γίνει γλώσσα.
Ο Θωμάς συνέχιζε να πηγαίνει καθημερινά στα χωράφια του πατέρα του. Εγώ βοηθούσα όπου υπήρχε ανάγκη. Φαινόμασταν σαν δύο συνηθισμένοι νέοι. Και αυτό ακριβώς θέλαμε. Στην Κατοχή, το να μη δίνεις στόχο ήταν πολλές φορές η καλύτερη άμυνα.
Ένα απόγευμα συναντήσαμε τον παπα-Δημήτρη έξω από τον ναό του Αγίου Κοσμά. Ήταν άνθρωπος λιγομίλητος. Μας κοίταξε χωρίς να σταματήσει. Μόνο όταν βεβαιώθηκε πως δεν υπήρχε κανείς γύρω μας, ψιθύρισε:
«Προσέχετε…Οι μέρες γίνονται δύσκολες.»
Δεν χρειάστηκε να πει περισσότερα. Είχε ήδη μάθει ότι στα γύρω χωριά οι Γερμανοί πραγματοποιούσαν ολοένα συχνότερες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, αναζητώντας αντάρτες και ανθρώπους που τους βοηθούσαν.
Η φήμη ταξίδευε γρηγορότερα από τα στρατιωτικά φορτηγά. Άλλοτε ερχόταν από κάποιον βοσκό, άλλοτε από έναν αγωγιάτη, άλλοτε από γυναίκες που κατέβαιναν από τα χωριά για να προμηθευτούν αλεύρι. Κάθε νέα ιστορία έμοιαζε βαρύτερη από την προηγούμενη. Καμένα σπίτια,συλλήψεις, επιτάξεις ζώων άνθρωποι που εξαφανίζονταν χωρίς εξηγήσεις. Ο φόβος απλωνόταν μαζί με τις ειδήσεις.
Ο Δημήτριος Ράγγας δεν εγκατέλειψε ποτέ τη συνήθειά του να περνά, όσο μπορούσε, από τον δρόμο της σχολής. Δεν πλησίαζε. Δεν υπήρχε λόγος να κινήσει υποψίες. Στεκόταν για λίγο απέναντι. Έβγαζε το καπέλο του. Κοίταζε το πέτρινο κτίριο. Κι έπειτα συνέχιζε τον δρόμο του. Ήταν ένας σιωπηλός χαιρετισμός. Σαν να έδινε κουράγιο σε έναν παλιό φίλο.
Ένα δειλινό τον ρώτησα:
«Αξίζει όλη αυτή η προσπάθεια;»
Με κοίταξε ήρεμα.
«Ξέρεις τι έλεγε ο πατέρας μου;»
Κούνησα αρνητικά το κεφάλι.
«Οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν όταν σταματά η καρδιά τους. Πεθαίνουν όταν δεν υπάρχει κανείς να τους θυμάται.»
Έδειξε προς τη σχολή.
«Το ίδιο συμβαίνει και με τα κτίρια.»
Εκείνο το βράδυ κατάλαβα πως αυτό που προσπαθούσαμε να προστατεύσουμε δεν ήταν απλώς βιβλία. Ήταν η μνήμη ενός τόπου. Ήταν οι κόποι εκατοντάδων μαθητών. Ήταν οι ελπίδες των οικογενειών τους. Ήταν η απόδειξη ότι, ακόμη και σε μια φτωχή και ορεινή γωνιά της Ηπείρου, η γνώση μπορούσε να γίνει δύναμη.
Λίγες ημέρες αργότερα, ένας ηλικιωμένος βοσκός κατέβηκε από τα βουνά. Κανείς δεν έμαθε ποτέ από ποιο χωριό ερχόταν. Πέρασε από την αγορά, αγόρασε λίγο αλεύρι και λίγο αλάτι και, καθώς έφευγε, πλησίασε διακριτικά τον Θωμά.
«Πες στους ανθρώπους σου να προσέχουν», του ψιθύρισε. «Οι Γερμανοί ετοιμάζουν μεγάλες επιχειρήσεις στα βουνά.»
Ο Θωμάς δεν ρώτησε τίποτε. Ο γέροντας είχε ήδη χαθεί μέσα στο πλήθος.
Τις επόμενες εβδομάδες οι φήμες επιβεβαιώθηκαν. Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις πλήθαιναν. Οι στρατιωτικές φάλαγγες ξεκινούσαν από την Κόνιτσα πριν ακόμη ξημερώσει και επέστρεφαν αργά το βράδυ. Η πολίχνη καταλάβαινε ότι κάτι μεγάλο εξελισσόταν γύρω της, χωρίς να γνωρίζει κάθε φορά τις λεπτομέρειες. Η Αναγνωστοπούλειος, επιταγμένη πλέον από τους κατακτητές, είχε γίνει ένας από τους χώρους που υποστήριζαν αυτή τη στρατιωτική παρουσία. Το γεγονός αυτό πλήγωνε βαθιά όσους θυμούνταν τον αρχικό της προορισμό.
Εκείνες τις ημέρες, κάθε φορά που περνούσα απέναντι από τη σχολή, θυμόμουν τα λόγια του Ράγγα.
«Το φως δεν βρίσκεται στους τοίχους.
Βρίσκεται στους ανθρώπους.» Κοίταζα το πέτρινο κτίριο. Οι στρατιώτες μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν. Να το επιτάξουν. Να το λερώσουν με τη βία του πολέμου. Δεν μπορούσαν όμως να αλλάξουν αυτό για το οποίο είχε χτιστεί. Γιατί η Αναγνωστοπούλειος δεν ήταν μόνο πέτρα. Ήταν μια ιδέα και οι ιδέες δεν καταλαμβάνονται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΕΜΠΤΟ
Η σκιά της Εντελβάις
(Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 1944)
«Οι πιο βαριές μπότες δεν ήταν εκείνες που ακούγονταν. Ήταν εκείνες που άφηναν πίσω τους τη σιωπή.»
Το καλοκαίρι του 1944 δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Η φύση συνέχιζε να γεννά ζωή. Τα χωράφια κιτρίνιζαν από τα ώριμα στάχυα. Τα κοπάδια ανέβαιναν στα θερινά βοσκοτόπια. Ο Αώος κυλούσε ήρεμος, σαν να αγνοούσε πως ολόκληρη η Ευρώπη καιγόταν. Οι άνθρωποι όμως ήξεραν. Κάθε αυγή μπορούσε να φέρει μια νέα συμφορά.
Η Κόνιτσα είχε μετατραπεί σε σημαντικό στρατιωτικό σταθμό. Από εδώ περνούσαν οι μονάδες που επιχειρούσαν στα βουνά της Πίνδου. Οι δρόμοι προς το Ζαγόρι, τη Μόλιστα, τη Σαμαρίνα και τα χωριά του Σμόλικα βρίσκονταν κάτω από διαρκή επιτήρηση. Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών γίνονταν ολοένα συχνότερες. Στόχος τους ήταν να διαλύσουν κάθε μορφή αντίστασης και να αποκόψουν την επικοινωνία των ανταρτικών ομάδων που δρούσαν στην Ήπειρο.
Οι κάτοικοι μάθαιναν τα νέα από στόμα σε στόμα. Κανείς δεν είχε εφημερίδες, κανείς δεν είχε ραδιόφωνο. Οι ειδήσεις ταξίδευαν με τους βοσκούς. Με τους αγωγιάτες. Με τις γυναίκες που κατέβαιναν στην αγορά. Κάθε χωριό που καιγόταν έστελνε τους δικούς του μάρτυρες. Κάθε οικογένεια που ξεριζωνόταν γινόταν μια ακόμη πληγή στη μνήμη του τόπου.
Ο Θωμάς γύρισε ένα βράδυ ταραγμένος.
«Οι Γερμανοί πέρασαν από το διπλανό χωριό», μου είπε. Πήραν ζώα, πήραν τρόφιμα. Ανακρίνουν όποιον θεωρούν ύποπτο.»
Σταμάτησε για λίγο.
«Οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο τις υποψίες παρά τα όπλα.»
Δεν χρειαζόταν να εξηγήσει. Στην Κατοχή, μια ανώνυμη καταγγελία μπορούσε να καταστρέψει μια ολόκληρη οικογένεια.
Ο Δημήτριος Ράγγας είχε γεράσει μέσα σε λίγους μήνες. Τα μάτια του όμως παρέμεναν καθαρά.
«Μη θυμώνεις μόνο με αυτούς που κρατούν τα όπλα», μου είπε ένα απόγευμα. Να θυμώνεις και με τον πόλεμο. Αυτός αλλάζει τους ανθρώπους.»
Καθόμασταν κάτω από έναν μεγάλο πλάτανο, λίγο έξω από την πόλη. Από εκεί φαινόταν η Αναγνωστοπούλειος. Στην αυλή της επικρατούσε συνεχής κίνηση. Γερμανικά φορτηγά έμπαιναν και έβγαιναν. Στρατιώτες φόρτωναν κιβώτια. Άλλοι επισκεύαζαν οχήματα. Το σχολείο που είχε χτιστεί για να υπηρετεί τη γνώση εξυπηρετούσε τώρα έναν πόλεμο που δεν ήταν δικός του.
«Ξέρεις τι σκέφτομαι καμιά φορά;» μου είπε ο Ράγγας.
«Ο Μιχαήλ Αναγνώστου αφιέρωσε τη ζωή του για να μάθουν οι άνθρωποι να διαβάζουν.»
Χαμογέλασε πικρά.
«Κι αυτοί χρησιμοποιούν το ίδιο κτίριο για να οργανώνουν την καταστροφή.»
Σώπασε. Ύστερα πρόσθεσε:
«Η ιστορία έχει παράξενους τρόπους να δοκιμάζει τα έργα των ανθρώπων.»
Οι μέρες περνούσαν μέσα σε μια παράξενη αναμονή. Οι Γερμανοί έμοιαζαν ανήσυχοι. Οι κινήσεις τους είχαν πυκνώσει. Τα οχήματα αναχωρούσαν συχνότερα. Έφταναν συνεχώς διαταγές. Οι αξιωματικοί μιλούσαν νευρικά μεταξύ τους. Ακόμη κι εμείς, που δεν γνωρίζαμε τίποτε για τις εξελίξεις στο μέτωπο, καταλαβαίναμε πως κάτι άλλαζε. Αργότερα θα μαθαίναμε ότι ο πόλεμος είχε πλέον πάρει διαφορετική τροπή και οι γερμανικές δυνάμεις άρχιζαν να προετοιμάζουν τη σταδιακή υποχώρησή τους από την Ελλάδα.
Ένα δειλινό στάθηκα μόνος απέναντι από τη σχολή. Το φως του ήλιου έπεφτε πάνω στην πέτρα, όπως ακριβώς θα έπεφτε και πριν από είκοσι χρόνια, όταν οι πρώτοι μαθητές περνούσαν την πύλη. Η πέτρα δεν είχε αλλάξει. Άλλαζαν μόνο οι άνθρωποι. Τότε κατάλαβα κάτι που θα με συνόδευε για όλη μου τη ζωή. Τα κτίρια δεν είναι ούτε ηρωικά ούτε προδοτικά. Είναι καθρέφτες της εποχής τους. Η ίδια αίθουσα μπορεί μια μέρα να φιλοξενεί ένα μάθημα γεωπονίας και την επόμενη ένα στρατιωτικό επιτελείο. Αυτό που δίνει νόημα στους τοίχους είναι οι άνθρωποι.
Εκείνη τη νύχτα ο Θωμάς ήρθε στο σπίτι μου. Δεν κάθισε.
«Νομίζω πως τελειώνει», είπε.
«Τι τελειώνει;»
«Η κατοχή.»
Τον κοίταξα δύσπιστα.
«Από πού το ξέρεις;»
«Δεν το ξέρω.
Το νιώθω. Όταν ένας στρατός αρχίζει να μαζεύει βιαστικά τα πράγματά του, κάτι έχει αλλάξει.»
Δεν απάντησα. Για πρώτη φορά, ύστερα από τόσους μήνες, τόλμησα να σκεφτώ τη λέξη που όλοι φοβόμασταν να προφέρουμε.
Ελευθερία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ
Η επιστροφή στις πέτρες
(Οκτώβριος 1944)
«Άλλο πράγμα είναι να φεύγει ο πόλεμος κι άλλο να επιστρέφει η ειρήνη.»
Οι τελευταίες γερμανικές φάλαγγες εγκατέλειψαν την Κόνιτσα ένα ψυχρό πρωινό του Οκτωβρίου. Δεν υπήρχαν θριαμβευτικές παρελάσεις. Δεν ακούστηκαν καμπάνες να χτυπούν ασταμάτητα. Οι άνθρωποι ξεπρόβαλαν διστακτικά από τα σπίτια τους. Κοίταζαν τους δρόμους. Περίμεναν. Σαν να φοβούνταν μήπως όλα ήταν μια ακόμη παγίδα του πολέμου. Για τρία ολόκληρα χρόνια είχαν μάθει να μην εμπιστεύονται ούτε τις καλές ειδήσεις.
Πέρασαν δύο ημέρες μέχρι να τολμήσω να πλησιάσω την Αναγνωστοπούλειο. Ο Θωμάς περπατούσε δίπλα μου. Ο Δημήτριος Ράγγας ακολουθούσε λίγα βήματα πιο πίσω. Κανείς μας δεν μιλούσε. Ήταν σαν να πηγαίναμε να συναντήσουμε έναν άνθρωπο που είχε περάσει μεγάλη αρρώστια. Δεν ξέραμε σε τι κατάσταση θα τον βρίσκαμε.
Η μεγάλη σιδερένια πύλη ήταν μισάνοιχτη. Ένας μεντεσές είχε σπάσει. Τα αγριόχορτα είχαν αρχίσει πάλι να σκεπάζουν τα μονοπάτια. Στην αυλή υπήρχαν ακόμη βαθιές ροδιές από τα στρατιωτικά φορτηγά. Εδώ κι εκεί βρίσκονταν πεταμένα ξύλινα κιβώτια, κομμάτια από σύρματα, άδεια βαρέλια και σκουριασμένα μεταλλικά αντικείμενα. Η εικόνα θύμιζε άνθρωπο που είχε επιζήσει από μεγάλη καταιγίδα.
Μπήκαμε αργά στο κτίριο. Η μυρωδιά της υγρασίας ανακατευόταν με εκείνη του πετρελαίου. Πολλά παράθυρα είχαν σπάσει. Κάποιες πόρτες είχαν ξηλωθεί. Στις αίθουσες υπήρχαν ακόμη πρόχειρα ξύλινα κρεβάτια που είχαν χρησιμοποιήσει οι στρατιώτες. Στους τοίχους διακρίνονταν πρόχειρα καρφιά, σύρματα και σημάδια από τη βιαστική καθημερινότητα της κατοχής. Η σχολή είχε πληγωθεί. Δεν είχε όμως νικηθεί.
Ο Ράγγας στάθηκε στη μέση της μεγάλης αίθουσας. Έβγαλε αργά το καπέλο του. Έκανε τον σταυρό του. Κανείς δεν μίλησε. Ήταν η πρώτη φορά μετά από μήνες που το κτίριο δεν άκουγε γερμανικές διαταγές. Μόνο τις ανάσες μας.
«Πάμε», είπε τελικά.
Ήξερα πού εννοούσε. Δεν χρειάστηκε άλλη κουβέντα. Ανεβήκαμε τη γνωστή μικρή σκάλα. Τα σκαλοπάτια έτριζαν όπως πάντα. Η σκόνη είχε γίνει πιο παχιά. Οι αράχνες είχαν απλώσει τους ιστούς τους. Η σοφίτα έμοιαζε σαν να είχε μείνει ανέγγιχτη από τον χρόνο. Για λίγες στιγμές κανείς δεν τόλμησε να πλησιάσει.
Ο Ράγγας γονάτισε. Με χέρια που έτρεμαν περισσότερο από συγκίνηση παρά από γηρατειά, μετακίνησε προσεκτικά δύο παλιές σανίδες. Έπειτα γύρισε προς το μέρος μας.
«Εδώ είναι…» ψιθύρισε.
Βγάλαμε το πρώτο κιβώτιο, ύστερα το δεύτερο,ύστερα το τρίτο. Το λινό ύφασμα παρέμενε δεμένο όπως το είχαμε αφήσει. Τα σχοινιά δεν είχαν λυθεί. Ο Θωμάς έσκυψε. Άνοιξε προσεκτικά το πρώτο κιβώτιο. Το μαθητολόγιο βρισκόταν στη θέση του. Το χαρτί είχε κιτρινίσει λίγο περισσότερο. Τίποτε άλλο. Ο Ράγγας το πήρε στα χέρια του σαν να κρατούσε παιδί. Δεν είπε λέξη. Μόνο δύο δάκρυα κύλησαν αργά στο πρόσωπό του.
Συνεχίσαμε να ανοίγουμε ένα ένα τα κιβώτια. Τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου, οι επιστολές από τη Βοστώνη. οι κατάλογοι των βιβλίων, τα πρώτα σχέδια των εργαστηρίων, οι αναφορές για τις καλλιέργειες. οι κατάλογοι των μαθητών. Ήταν όλα εκεί. Άθικτα. Σαν να περίμεναν υπομονετικά να επιστρέψουν οι άνθρωποί τους.
«Τα καταφέραμε…» είπε σιγανά ο Θωμάς.
Ο Ράγγας όμως κούνησε αργά το κεφάλι.
«Όχι ακόμη.»
Τον κοιτάξαμε απορημένοι.
«Σώσαμε τα χαρτιά.» Έκλεισε προσεκτικά το κιβώτιο.
«Τώρα πρέπει να σώσουμε τη σχολή.»
Η φράση του έμεινε να αιωρείται μέσα στη σοφίτα. Για πρώτη φορά συνειδητοποιήσαμε ότι η αποστολή μας δεν είχε τελειώσει. Είχε μόλις αρχίσει. Η μνήμη είχε διασωθεί. Το μέλλον όμως ήταν ακόμη αβέβαιο. Κανείς δεν γνώριζε τι θα ακολουθούσε. Η Ελλάδα προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια της. Στην Ήπειρο, όμως, οι πληγές ήταν ακόμη ανοιχτές. Και στα γύρω βουνά άρχιζαν ήδη να ακούγονται οι πρώτοι ψίθυροι μιας νέας σύγκρουσης. Πριν φύγουμε, στάθηκα μπροστά στο παράθυρο της σοφίτας. Το φθινοπωρινό φως έπεφτε πάνω στις πέτρες της Αναγνωστοπουλείου. Ήταν το ίδιο φως που είχε δει ο Μιχαήλ Αναγνώστου όταν ονειρεύτηκε ένα σχολείο για την Ήπειρο. Το ίδιο φως που είχε φωτίσει τις αίθουσες όπου εκατοντάδες νέοι έμαθαν να καλλιεργούν τη γη τους. Το ίδιο φως που δεν κατάφεραν να σβήσουν ούτε ο πόλεμος ούτε η κατοχή. Τότε κατάλαβα πως οι πέτρες δεν είχαν κρατήσει μόνο τα μυστικά μας. Είχαν κρατήσει ζωντανή την ελπίδα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΒΔΟΜΟ
Ανάμεσα σε δύο πολέμους
(1945–1947)
«Υπήρχαν εποχές που η ειρήνη έμοιαζε με εύθραυστο γυαλί. Όλοι φοβούνταν μήπως σπάσει. Και τελικά έσπασε.»
Η απελευθέρωση της Ελλάδας γέννησε ελπίδες. Ύστερα από τέσσερα χρόνια Κατοχής, οι άνθρωποι πίστεψαν πως μπορούσαν επιτέλους να ξαναρχίσουν τη ζωή τους. Στην Κόνιτσα, όπως και σε ολόκληρη την Ήπειρο, οι οικογένειες προσπάθησαν να επιστρέψουν στην καθημερινότητά τους. Τα χωράφια ξαναοργώθηκαν. Τα κοπάδια ανέβηκαν πάλι στα θερινά βοσκοτόπια. Τα εργαστήρια άνοιξαν. Τα καφενεία γέμισαν ανθρώπους που είχαν χρόνια να καθίσουν όλοι μαζί γύρω από ένα τραπέζι. Ήταν μια προσπάθεια να ξαναβρεθεί ο χαμένος ρυθμός της ζωής.
Η φτώχεια όμως παρέμενε. Οι πληγές του πολέμου ήταν ακόμη ορατές. Σπίτια κατεστραμμένα. Οικογένειες δίχως τους ανθρώπους τους. Νέοι που δεν επέστρεψαν ποτέ από το αλβανικό μέτωπο ή την Κατοχή. Παιδιά που μεγάλωσαν μέσα στον φόβο και γνώριζαν τον πόλεμο πριν ακόμη μάθουν καλά καλά να γράφουν. Η Ελλάδα είχε απελευθερωθεί. Δεν είχε όμως ακόμη γιατρευτεί.
Κάθε φορά που περνούσα από την Αναγνωστοπούλειο, στεκόμουν για λίγο στην πύλη. Οι τοίχοι ήταν ακόμη εκεί· αγέρωχοι. Οι αίθουσες όμως παρέμεναν άδειες. Η βιβλιοθήκη είχε ξαναβρεί τη σιωπή της. Οι αμπελώνες ζητούσαν χέρια για να ξαναζωντανέψουν, τα χωράφια περίμεναν και πάλι τους μαθητές που δεν έρχονταν. Η σχολή έμοιαζε να περιμένει υπομονετικά την ώρα της.
Ο Δημήτριος Ράγγας δεν εγκατέλειψε ποτέ τη φροντίδα της. Δεν είχε πια επίσημο καθήκον. Κανείς δεν τον είχε διορίσει. Κανείς δεν του είχε ζητήσει να το κάνει κι όμως, σχεδόν κάθε ημέρα περνούσε από το κτίριο. Έκλεινε ένα παράθυρο που είχε ανοίξει ο αέρας. Ίσιωνε μια πόρτα. Καθάριζε λίγα χόρτα από την αυλή. Σαν να φρόντιζε ένα σπίτι που κάποτε είχε γεμίσει παιδιά.
Ένα πρωινό τον βρήκα να κάθεται μόνος στα πέτρινα σκαλιά. Κρατούσε στα χέρια του ένα μικρό τετράδιο. Ήταν ένας από τους καταλόγους των μαθητών που είχαμε διασώσει.
«Δεν τον πήρα για να τον κρατήσω», μου είπε. «Τον πήρα για να θυμηθώ.»
Άρχισε να διαβάζει ονόματα. «Νικόλαος από τη Δροσοπηγή… Γεώργιος από τη Μόλιστα… Χρήστος από το Πάπιγκο… Σωτήρης από την Πυρσόγιαννη…» Χαμογέλασε. «Τους θυμάμαι όλους.»
Κοίταξα τις κιτρινισμένες σελίδες. Δεν έβλεπα μόνο ονόματα. Έβλεπα μια ολόκληρη Ήπειρο. Παιδιά από ορεινά χωριά. Γιοι γεωργών. Γιοι κτηνοτρόφων. Νέοι που ήρθαν στην Αναγνωστοπούλειο όχι για να γίνουν λόγιοι ή αξιωματούχοι, αλλά για να μάθουν πώς να κάνουν τον τόπο τους πιο παραγωγικό. Αυτό ήταν το πραγματικό όραμα του Μιχαήλ Αναγνώστου.Να μορφώσει ανθρώπους που θα έμεναν στον τόπο τους και θα τον προόδευαν.
Εκείνες τις ημέρες άρχισαν να φτάνουν στην Κόνιτσα και οι πρώτες ειδήσεις που ανησυχούσαν τους κατοίκους. Οι πολιτικές αντιθέσεις που είχαν γεννηθεί στα χρόνια της Κατοχής δεν έσβηναν. Αντίθετα, γίνονταν ολοένα πιο έντονες. Σε διάφορες περιοχές της χώρας σημειώνονταν συγκρούσεις. Οι εφημερίδες μιλούσαν για αβεβαιότητα. Οι άνθρωποι απέφευγαν να συζητούν δημόσια για την πολιτική. Οι περισσότεροι είχαν κουραστεί από τον πόλεμο. Δεν άντεχαν ούτε να τον ακούνε.
Ο Θωμάς με ρώτησε ένα βράδυ:
«Λες να τελειώσαμε;»
Δεν κατάλαβα αμέσως τι εννοούσε.
«Με τους πολέμους.»
Έμεινα σιωπηλός. Δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Για πρώτη φορά στη ζωή μου φοβόμουν όχι έναν ξένο στρατό, αλλά την πιθανότητα να διχαστούν οι ίδιοι οι Έλληνες.
Ο Δημήτριος Ράγγας άκουσε την κουβέντα μας. Έμεινε για λίγο σκεφτικός. Ύστερα είπε ήρεμα:
«Οι ξένοι κατακτητές φεύγουν κάποτε.
Ο διχασμός, όμως, αν ριζώσει στις καρδιές των ανθρώπων, αργεί πολύ να φύγει.»
Κανείς μας δεν μίλησε. Τα λόγια του έμειναν να αιωρούνται μέσα στο δειλινό.
Το καλοκαίρι του 1947 η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει. Η παρουσία στρατιωτικών μονάδων στην περιοχή αυξήθηκε. Στους δρόμους της Κόνιτσας έβλεπες ολοένα συχνότερα στρατιώτες του κυβερνητικού στρατού. Στα γύρω βουνά κυκλοφορούσαν ολοένα περισσότερες φήμες για τη δράση του Δημοκρατικού Στρατού. Η πόλη βρισκόταν ξανά σε εγρήγορση. Οι κάτοικοι δεν γνώριζαν τι ακριβώς επρόκειτο να συμβεί. Διαισθάνονταν όμως ότι οι δύσκολες ημέρες δεν είχαν τελειώσει.
Ένα απόγευμα στάθηκα μπροστά στην Αναγνωστοπούλειο. Ο ήλιος έδυε πίσω από την Τύμφη. Οι πέτρινοι τοίχοι έπαιρναν εκείνο το χρυσοκόκκινο χρώμα που μόνο τα απογεύματα του φθινοπώρου χαρίζει η ηπειρώτικη γη. Σκέφτηκα τον Μιχαήλ Αναγνώστου. Αναρωτήθηκα αν είχε ποτέ φανταστεί ότι το σχολείο που ίδρυσε για να υπηρετεί τη γνώση θα γινόταν σιωπηλός μάρτυρας δύο πολέμων μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία. Η πέτρα δεν μου απάντησε. Η σιωπή της, όμως, έμοιαζε να γνωρίζει περισσότερα από όλους μας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΟΓΔΟΟ
Η Μάχη της Κόνιτσας
(Δεκέμβριος 1947 – Ιανουάριος 1948)
«Ο πόλεμος με τους ξένους είχε τελειώσει. Τώρα η δοκιμασία ερχόταν από μέσα.»
Τρία χρόνια είχαν περάσει από την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων. Οι άνθρωποι πίστεψαν πως η ειρήνη θα επέστρεφε. Δεν επέστρεψε. Οι πολιτικές και κοινωνικές αντιθέσεις που είχαν αφήσει πίσω τους η Κατοχή και η Απελευθέρωση μεγάλωναν διαρκώς. Η Ελλάδα οδηγήθηκε σταδιακά στον Εμφύλιο Πόλεμο. Η Ήπειρος δεν έμεινε έξω από αυτή τη νέα τραγωδία. Η Κόνιτσα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο των εξελίξεων.
Τον Δεκέμβριο του 1947 η πόλη ζούσε ήδη μέσα στην αγωνία. Η παρουσία του Εθνικού Στρατού ήταν έντονη. Οχυρωματικά έργα είχαν κατασκευαστεί στις γύρω θέσεις. Οι κάτοικοι παρακολουθούσαν ανήσυχοι τις εξελίξεις. Οι φήμες πλήθαιναν. Άλλοι μιλούσαν για μεγάλη επίθεση. Άλλοι πίστευαν πως τίποτε δεν θα συνέβαινε. Κανείς όμως δεν ένιωθε πραγματικά ασφαλής.
Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα άρχισαν να ακούγονται οι πρώτοι κανονιοβολισμοί από τα γύρω υψώματα. Η μάχη είχε αρχίσει. Ο Δημοκρατικός Στρατός επιχείρησε να καταλάβει την Κόνιτσα, επιδιώκοντας να την ανακηρύξει έδρα της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Η πόλη μετατράπηκε σε πεδίο πολεμικών επιχειρήσεων. Οι κυβερνητικές δυνάμεις οργάνωσαν την άμυνά τους και απέκρουσαν τις επιθέσεις που εκδηλώνονταν από διαφορετικές κατευθύνσεις. Οι συγκρούσεις υπήρξαν σφοδρές και κράτησαν αρκετές ημέρες.
Για εμάς, όμως, όλα αυτά δεν ήταν στρατιωτικοί χάρτες. Ήταν η καθημερινότητά μας. Τα σπίτια έτρεμαν από τις εκρήξεις. Τα παιδιά έκλαιγαν μέσα στα υπόγεια. Οι μανάδες προσπαθούσαν να τα καθησυχάσουν χωρίς να ξέρουν ούτε οι ίδιες αν θα ξημερώσει ειρηνική ημέρα. Οι ηλικιωμένοι έκαναν τον σταυρό τους. Κανείς δεν ήξερε τι θα έφερνε η επόμενη ώρα.
Με τον Θωμά βοηθούσαμε όπου υπήρχε ανάγκη. Μεταφέραμε τρόφιμα σε οικογένειες που δεν μπορούσαν να βγουν από τα σπίτια τους. Κουβαλούσαμε νερό. Συνδράμαμε ηλικιωμένους. Δεν μας ενδιέφερε ποιος είχε ποιες πολιτικές πεποιθήσεις. Μπροστά στον φόβο όλοι οι άνθρωποι ήταν ίδιοι.
Μια ημέρα, καθώς ανεβαίναμε προς τη σχολή, σταθήκαμε στην άκρη του δρόμου. Η Αναγνωστοπούλειος στεκόταν και πάλι σιωπηλή. Δεν λειτουργούσε ως σχολείο. Δεν φιλοξενούσε μαθητές. Οι πέτρινοι τοίχοι της παρακολουθούσαν ακόμη μία φορά την ιστορία να περνά μπροστά τους. Είχε αντέξει την οικονομική κρίση. Είχε αντέξει την Κατοχή. Τώρα γινόταν μάρτυρας ενός ακόμη ελληνικού δράματος.
Ο Δημήτριος Ράγγας ήρθε αργά το απόγευμα. Στάθηκε δίπλα μας χωρίς να μιλήσει. Έπειτα είπε σιγά:
«Οι πέτρες δεν ξεχωρίζουν τους ανθρώπους.»
Κανείς δεν απάντησε.
«Σ’ αυτή τη σχολή φοίτησαν παιδιά από όλα τα χωριά της Ηπείρου.
Άλλα μεγάλωσαν και βρέθηκαν στη μία πλευρά. Άλλα στην άλλη. Κι όμως, όταν ήταν μαθητές, κάθονταν στο ίδιο θρανίο.» Τα λόγια του έπεσαν βαριά μέσα στη σιωπή.
Οι μάχες συνεχίστηκαν για ημέρες. Οι κάτοικοι έμεναν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Οι δρόμοι άδειαζαν. Μόνο οι ήχοι των εκρήξεων έσπαζαν την παγωμένη ησυχία του χειμώνα. Κάθε τόσο έφθαναν τραυματίες. Άλλοι αναζητούσαν συγγενείς. Άλλοι περίμεναν νέα που δεν έρχονταν ποτέ. Ο πόλεμος είχε ξαναδώσει στην πόλη το ίδιο πρόσωπο που είχε γνωρίσει λίγα χρόνια πριν. Ένα πρόσωπο γεμάτο φόβο.
Στις αρχές του Ιανουαρίου του 1948 οι μάχες άρχισαν να κοπάζουν. Η επίθεση είχε αποτύχει. Η Κόνιτσα παρέμεινε υπό τον έλεγχο του Εθνικού Στρατού. Οι κανονιοβολισμοί σταμάτησαν. Ο καπνός άρχισε σιγά σιγά να διαλύεται. Οι άνθρωποι βγήκαν ξανά στους δρόμους. Όχι για να γιορτάσουν. Αλλά για να μετρήσουν τις πληγές τους.
Περπάτησα μόνος μέχρι την Αναγνωστοπούλειο. Άγγιξα έναν από τους μεγάλους πέτρινους τοίχους. Ήταν παγωμένος. Έκλεισα τα μάτια. Σκέφτηκα τον Μιχαήλ Αναγνώστου. Σκέφτηκα τους πρώτους μαθητές. Σκέφτηκα τους ανθρώπους που πέρασαν από εδώ πιστεύοντας πως η γνώση μπορούσε να ενώσει έναν τόπο. Άνοιξα ξανά τα μάτια. Η πέτρα στεκόταν ακόμη όρθια. Όπως στεκόταν πάντοτε. Ίσως γιατί γνώριζε κάτι που οι άνθρωποι ξεχνούσαν εύκολα. Ότι κανένας πόλεμος δεν διαρκεί για πάντα. Αυτό που μένει είναι ό,τι χτίζεται με γνώση, μόχθο και αγάπη.
Ο Δημήτριος Ράγγας στάθηκε δίπλα μου.
«Θα ξανακούσει γέλια αυτός ο τόπος;» τον ρώτησα. Με κοίταξε χωρίς δισταγμό.
«Ναι. Γιατί οι σχολές χτίζονται για τα παιδιά.»
Έστρεψε το βλέμμα του προς το πέτρινο κτίριο.
«Και τα παιδιά βρίσκουν πάντα τον δρόμο για το φως.»
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ Ε
Βρείτε μας και στη σελίδα μας στο Facebook: Η Κόνιτσα σήμερα Konitsa today







Comments are closed.