- Διαφήμιση -

Κόνιτσα: Η νύχτα της προσευχής. Όταν οι φλόγες χάθηκαν από την Τραπεζίτσα

 

Θαύ­μα στην αυλή του Πατρο­κο­σμά; Η νύχτα που η φωτιά έκαι­γε πάνω από την πόλη, τα ιερά λεί­ψα­να βγή­καν στην αυλή και, δύο ώρες αργό­τε­ρα, οι πιστοί αντί­κρι­σαν μια δια­φο­ρε­τι­κή Τραπεζίτσα

του Μπά­μπη Στέρτσου

Υπάρ­χουν νύχτες που δεν τελειώ­νουν όταν ξημε­ρώ­σει. Μένουν στη μνή­μη ενός τόπου, περ­νούν από στό­μα σε στό­μα και, με τα χρό­νια, γίνο­νται μέρος της ιστο­ρί­ας του. Μια τέτοια νύχτα έζη­σε η Κόνι­τσα την Κυρια­κή 6 Σεπτεμ­βρί­ου 2026.

Η Τρα­πε­ζί­τσα και­γό­ταν. Οι φλό­γες υψώ­νο­νταν μέσα στο σκο­τά­δι και, από την πόλη, έμοια­ζαν να σχί­ζουν τον ουρα­νό σαν πύρι­νες γλώσ­σες. Το βου­νό που στέ­κει αιώ­νες πάνω από την Κόνι­τσα, άλλο­τε σαν φυσι­κό τεί­χος και άλλο­τε σαν σιω­πη­λός φρου­ρός της, είχε μετα­μορ­φω­θεί σε μια τερά­στια κόκ­κι­νη πληγή.

Και δεν ήταν μόνο αυτό που έβλε­παν οι άνθρω­ποι. Ήταν και αυτό που άκου­γαν. Ο υπό­κω­φος βόμ­βος της μεγά­λης φωτιάς, το δάσος που και­γό­ταν, οι από­το­μοι ήχοι της καύ­σης, ο αέρας που περ­νού­σε από τις πλα­γιές. Ένας θόρυ­βος ξένος και τρο­μα­κτι­κός κατέ­βαι­νε από το βου­νό μέχρι την πόλη και έκα­νε τον φόβο πραγματικό.

Στα σπί­τια, οι κάτοι­κοι περί­με­ναν. Κοι­τού­σαν προς την Τρα­πε­ζί­τσα. Τηλε­φω­νού­σαν ο ένας στον άλλον. Ρωτού­σαν πού βρί­σκε­ται το μέτω­πο, προς τα πού φυσά ο άνε­μος, πόσο κοντά έχουν φτά­σει οι φλόγες.

Μια σκέ­ψη είχε αρχί­σει να περ­νά από σπί­τι σε σπίτι:

Αν η φωτιά κατε­βεί προς την Κόνι­τσα, θα πρέ­πει να φύγουμε.

Στις πλα­γιές της Τρα­πε­ζί­τσας, την ίδια ώρα, πυρο­σβέ­στες και πεζο­πό­ρα τμή­μα­τα έδι­ναν μια εξα­ντλη­τι­κή μάχη. Μέρες τώρα πάλευαν με το δύσβα­το βου­νό, τις ανα­ζω­πυ­ρώ­σεις, τον άνε­μο και την κού­ρα­ση. Ενώ εκεί πάνω δινό­ταν η μάχη με τη φωτιά, χαμη­λό­τε­ρα, μέσα στην Κόνι­τσα, άρχι­ζε μια δια­φο­ρε­τι­κή αγω­νία. Οι άνθρω­ποι κατευ­θύ­νο­νταν προς τον Άγιο Κοσμά.

Όταν ο φόβος έγι­νε προσευχή

Ήταν περί­που 10.30 το βρά­δυ. Κάτοι­κοι της Κόνι­τσας συγκε­ντρώ­θη­καν στον ναό του Αγί­ου Κοσμά του Αιτω­λού. Δεν ήταν ημέ­ρα γιορ­τής. Δεν υπήρ­χε πανη­γύ­ρι. Δεν υπήρ­χε η μεγά­λη πομπή του Αυγού­στου, όταν κάθε χρό­νο, κατά τον εορ­τα­σμό του Αγί­ου στις 23 και 24 Αυγού­στου, η εικό­να και το ιερό λεί­ψα­νό του λιτα­νεύ­ο­νται στους δρό­μους της πόλης.

Αυτή τη φορά ήταν δια­φο­ρε­τι­κά. Απέ­να­ντι και­γό­ταν η Τραπεζίτσα.

Στο ένα από τα δύο εσω­τε­ρι­κά παρεκ­κλή­σια του ναού, εκεί­νο του Αγί­ου Γεωρ­γί­ου του Τρο­παιο­φό­ρου, τελέ­στη­κε η ακο­λου­θία. Το δεύ­τε­ρο είναι αφιε­ρω­μέ­νο σε έναν Άγιο άρρη­κτα δεμέ­νο με την Κόνι­τσα, τον Νεο­μάρ­τυ­ρα Ιωάν­νη τον εκ Κονί­τσης.

Ο πατήρ Εφραίμ βγή­κε στη συνέ­χεια μαζί με τους πιστούς στην αυλή και μαζί τους βγή­καν τα ιερά λείψανα.

Το τεμά­χιο του ιερού λει­ψά­νου του Αγί­ου Κοσμά του Αιτω­λού και λεί­ψα­να του Αγί­ου Νεο­μάρ­τυ­ρος Ιωάν­νη του εκ Κονί­τσης.

Σύμ­φω­να με μαρ­τυ­ρί­ες ανθρώ­πων που συμ­με­τεί­χαν στην προ­σευ­χή εκεί­νης της νύχτας, τα ιερά λεί­ψα­να περι­φέρ­θη­καν στην αυλή και εψά­λη­σαν τα τρο­πά­ρια των Αγίων.

Η εικό­να πρέ­πει να ήταν συγκλο­νι­στι­κή. Από τη μία πλευ­ρά, η Τρα­πε­ζί­τσα στις φλό­γες. Από την άλλη, οι άνθρω­ποι στην αυλή του Πατρο­κο­σμά. Ψηλά, η κόκ­κι­νη λάμ­ψη της πυρ­κα­γιάς. Χαμη­λά, το φως των κεριών. Από το βου­νό ερχό­ταν ο θόρυ­βος της φωτιάς. Από την αυλή ανέ­βαι­ναν οι ψαλ­μω­δί­ες. Κάποιοι έψαλ­λαν. Κάποιοι έκα­ναν τον σταυ­ρό τους. Κάποιοι κοι­τού­σαν συνε­χώς προς το βου­νό και κάποιοι ίσως δεν είχαν πια λόγια. Μόνο προ­σεύ­χο­νταν. Ύστε­ρα επέ­στρε­ψαν στον ναό και η ακο­λου­θία συνεχίστηκε.

Μπρο­στά τους βρι­σκό­ταν το περί­τε­χνο ξυλό­γλυ­πτο τέμπλο, έργο του Κων­στα­ντί­νου Σκα­λι­στή από τον Γορ­γο­πό­τα­μο, που κου­βα­λά μέσα του μια ολό­κλη­ρη παρά­δο­ση ηπει­ρώ­τι­κης ξυλογλυπτικής.

Και έξω από τους τοί­χους του ναού, λίγα χιλιό­με­τρα ψηλό­τε­ρα, το βου­νό εξα­κο­λου­θού­σε να καί­γε­ται. Εκεί­νες τις ώρες η πίστη δεν ήταν για αυτούς τους ανθρώ­πους μια θεω­ρη­τι­κή έννοια. Ήταν κάτι πολύ απλού­στε­ρο. Ήταν κατα­φυ­γή.

Η ανά­γκη του ανθρώ­που να ακου­μπή­σει κάπου τον φόβο του όταν αισθά­νε­ται ότι όσα συμ­βαί­νουν γύρω του ξεπερ­νούν τις δυνά­μεις του.

Ένα λεί­ψα­νο με δια­δρο­μή περισ­σό­τε­ρο από έναν αιώνα

Το τεμά­χιο του λει­ψά­νου του Αγί­ου Κοσμά που βγή­κε εκεί­νη τη νύχτα στην αυλή κου­βα­λά τη δική του ξεχω­ρι­στή ιστορία.

Μια ιστο­ρία που ενώ­νει τρεις τόπους:

Κολι­κό­ντα­σι – Χιο­νιά­δες – Κόνιτσα.

Στα τέλη του 19ου αιώ­να, σύμ­φω­να με την παρά­δο­ση που δια­σώ­ζε­ται στην περιο­χή, Χιο­νια­δί­τες μάστο­ρες που εργά­ζο­νταν στο Κολι­κό­ντα­σι της Βορεί­ου Ηπεί­ρου, στον τόπο όπου βρί­σκε­ται ο τάφος του Πατρο­κο­σμά, μετέ­φε­ραν στους Χιο­νιά­δες τεμά­χιο από το ιερό λεί­ψα­νό του.

Εκεί παρέ­μει­νε για πολ­λές δεκαετίες.

Όταν δημιουρ­γή­θη­κε ο ναός του Αγί­ου Κοσμά στην Κόνι­τσα, ο μακα­ρι­στός Μητρο­πο­λί­της Σεβα­στια­νός παρέ­λα­βε το ιερό κει­μή­λιο από τους Χιο­νιά­δες και το μετέ­φε­ρε στην πόλη.

Έκτο­τε απο­τε­λεί μέρος της θρη­σκευ­τι­κής ζωής της Κόνι­τσας και κάθε Αύγου­στο συμ­με­τέ­χει στη μεγά­λη καθιε­ρω­μέ­νη λιτα­νεία προς τιμήν του Πατροκοσμά.

Μόλις λίγες ημέ­ρες πριν από τη φωτιά είχε προη­γη­θεί ο ετή­σιος εορ­τα­σμός του Αγίου.

Κανείς τότε δεν μπο­ρού­σε να φαντα­στεί ότι τόσο σύντο­μα τα ιερά λεί­ψα­να θα έβγαι­ναν και πάλι από τον ναό.

Όχι αυτή τη φορά μέσα σε πανη­γυ­ρι­κή πομπή.

Αλλά μέσα στη νύχτα.

Με μια πόλη φοβισμένη.

Και με την Τρα­πε­ζί­τσα απέ­να­ντι να φλέγεται.

Δίπλα στο λεί­ψα­νο του Πατρο­κο­σμά βρι­σκό­ταν και το λεί­ψα­νο ενός δεύ­τε­ρου Αγί­ου, που γεν­νή­θη­κε στην ίδια την Κόνιτσα.

Ο Νεο­μάρ­τυ­ρας Ιωάν­νης ο εκ Κονί­τσης γεν­νή­θη­κε από μου­σουλ­μα­νι­κή οικο­γέ­νεια, ασπά­στη­κε αργό­τε­ρα τον Χρι­στια­νι­σμό και μαρ­τύ­ρη­σε στο Αγρί­νιο στις 23 Σεπτεμ­βρί­ου 1814, αρνού­με­νος να απο­κη­ρύ­ξει την πίστη που είχε επιλέξει.

Τα λεί­ψα­νά του μετα­φέρ­θη­καν στη Μονή Πρου­σού και, μετά την ανεύ­ρε­σή τους το 1974, τμή­μα τους μετα­φέρ­θη­κε το 1978 στην ιδιαί­τε­ρη πατρί­δα του, την Κόνιτσα.

Έτσι, εκεί­νη τη νύχτα στην αυλή του Αγί­ου Κοσμά βρί­σκο­νταν δύο ιερά κει­μή­λια βαθιά δεμέ­να με την ιστο­ρία αυτού του τόπου και γύρω τους οι άνθρω­ποι προ­σεύ­χο­νταν για να σωθεί ο τόπος τους.

Δύο ώρες αργότερα

Η ώρα περ­νού­σε. Η ακο­λου­θία συνε­χι­ζό­ταν. Η αγω­νία παρέ­με­νε. Περί­που δύο ώρες μετά την έναρ­ξη της προ­σευ­χής, γύρω στις 12.30 μετά τα μεσά­νυ­χτα, οι πιστοί βγή­καν ξανά από τον ναό. Τα βλέμ­μα­τα στρά­φη­καν σχε­δόν αμέ­σως προς την Τρα­πε­ζί­τσα. Τότε είδαν κάτι που τους συγκλόνισε.

Οι τερά­στιες φλό­γες που προη­γου­μέ­νως υψώ­νο­νταν πάνω από το βου­νό δεν φαί­νο­νταν πια.

Σύμ­φω­να με ανθρώ­πους που βρί­σκο­νταν εκεί, είχε πάψει να ακού­γε­ται και εκεί­νος ο τρο­μα­κτι­κός θόρυ­βος της μεγά­λης καύ­σης που λίγες ώρες νωρί­τε­ρα έφτα­νε μέχρι την πόλη. Η φωτιά δεν είχε σβή­σει. Ενερ­γές εστί­ες παρέ­με­ναν και οι πυρο­σβε­στι­κές δυνά­μεις συνέ­χι­ζαν τη μάχη τους. Αλλά η εικό­να που οι άνθρω­ποι είχαν αντι­κρί­σει στις 10.30 το βρά­δυ δεν υπήρ­χε πια. Η τερά­στια πύρι­νη λάμ­ψη είχε υπο­χω­ρή­σει. Για λίγες στιγ­μές πρέ­πει να υπήρ­ξε μόνο σιω­πή. Κάποιοι κοί­τα­ξαν το βου­νό. Κάποιοι έκα­ναν τον σταυ­ρό τους και ίσως τότε κάποιος να ψιθύ­ρι­σε μέσα του μία μόνο λέξη: Θαύ­μα.

Θαύ­μα στην αυλή του Πατροκοσμά;

Εδώ η κατα­γρα­φή οφεί­λει να είναι προ­σε­κτι­κή. Μια μεγά­λη δασι­κή πυρ­κα­γιά επη­ρε­ά­ζε­ται από πολ­λούς παρά­γο­ντες: τον άνε­μο, τη θερ­μο­κρα­σία, τη σχε­τι­κή υγρα­σία, τη μορ­φο­λο­γία του εδά­φους, την καύ­σι­μη ύλη. Πάνω από όλα, εκεί­νη τη νύχτα υπήρ­χαν άνθρω­ποι που εξα­κο­λου­θού­σαν να μάχο­νται τη φωτιά. Οι πυρο­σβέ­στες.

Η εξα­σθέ­νη­ση των ανέ­μων βοή­θη­σε τις επί­γειες δυνά­μεις να περιο­ρί­σουν ενερ­γές εστί­ες, χωρίς ακό­μη η πυρ­κα­γιά να έχει τεθεί υπό πλή­ρη έλεγ­χο. Αυτή είναι μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που κανείς δεν δικαιού­ται να παρα­βλέ­ψει. Υπάρ­χει όμως και η εμπει­ρία των ανθρώ­πων που βρί­σκο­νταν εκεί­νη την ώρα στον Άγιο Κοσμά. Και τα δύο μπο­ρούν να συνυπάρξουν.

Η πίστη δεν χρειά­ζε­ται να αφαι­ρέ­σει ούτε μία λέξη από τον αγώ­να των πυρο­σβε­στών για να απο­κτή­σει τη δική της σημα­σία. Ο πυρο­σβέ­στης πάνω στο βου­νό κρα­τού­σε τη μάνι­κα. Ο εθε­λο­ντής βοη­θού­σε όπου μπο­ρού­σε. Ο κάτοι­κος περί­με­νε στο σπί­τι του έτοι­μος, αν χρεια­ζό­ταν, να φύγει. Και στην αυλή του Πατρο­κο­σμά κάποιοι άνθρω­ποι κρα­τού­σαν ένα κερί.

Όλοι ζητού­σαν το ίδιο: να σωθεί η Κόνιτσα.

Μπο­ρού­με εμείς να απο­φαν­θού­με ότι εκεί­νη τη νύχτα έγι­νε θαύ­μα; Όχι. Μπο­ρού­με όμως να κατα­γρά­ψου­με όσα συνέ­βη­σαν και όσα μας μετα­φέ­ρουν εκεί­νοι που βρί­σκο­νταν εκεί.

Στις 10.30 η Τρα­πε­ζί­τσα φλε­γό­ταν μπρο­στά στα μάτια τους. Τα λεί­ψα­να του Αγί­ου Κοσμά και του Αγί­ου Ιωάν­νη βγή­καν στην αυλή. Εψά­λη­σαν τα τρο­πά­ρια. Οι άνθρω­ποι προ­σευ­χή­θη­καν και περί­που στις 12.30, όταν βγή­καν ξανά και κοί­τα­ξαν προς το βου­νό, οι τερά­στιες φλό­γες που τους είχαν τρο­μο­κρα­τή­σει δεν φαί­νο­νταν πια.

Από εκεί και πέρα αρχί­ζει η πίστη του καθενός.

Η πνευ­μα­τι­κή γεω­γρα­φία της Κόνιτσας

Ίσως εκεί­νη η νύχτα να θυμί­ζει και κάτι ακόμη.

Η Κόνι­τσα δια­θέ­τει έναν πνευ­μα­τι­κό και προ­σκυ­νη­μα­τι­κό πλού­το που δεν χρειά­ζε­ται υπερ­βο­λές για να ανα­δει­χθεί. Ο Πατρο­κο­σμάς. Ο Νεο­μάρ­τυ­ρας Ιωάν­νης ο εκ Κονί­τσης. Ο ναός του Αγί­ου Κοσμά με τα δύο παρεκ­κλή­σια και το ξυλό­γλυ­πτο τέμπλο του. Οι Χιο­νιά­δες και η δια­δρο­μή του λει­ψά­νου από το Κολι­κό­ντα­σι. Ψηλό­τε­ρα, μέσα στο επι­βλη­τι­κό τοπίο, η Μονή Στο­μί­ου, άρρη­κτα δεμέ­νη με τη μορ­φή και τη μνή­μη του Αγί­ου Παϊσίου.

Δεν χρειά­ζο­νται εντυ­πω­σια­κοί ισχυ­ρι­σμοί για να απο­κτή­σουν όλα αυτά σημα­σία. Χρειά­ζο­νται σεβα­σμό στην ιστο­ρία, αυθε­ντι­κό­τη­τα και τη δυνα­τό­τη­τα ενός τόπου να διη­γεί­ται τις δικές του ιστο­ρί­ες. Για­τί ο προ­σκυ­νη­μα­τι­κός και θρη­σκευ­τι­κός του­ρι­σμός δεν οικο­δο­μεί­ται μόνο πάνω στα μνη­μεία. Οικο­δο­μεί­ται πάνω στη μνή­μη. Στις δια­δρο­μές. Στην παρά­δο­ση και κυρί­ως στη ζωντα­νή σχέ­ση των ανθρώ­πων με την πίστη τους.

Και ύστε­ρα ήρθε η βροχή

Τρεις ημέ­ρες μετά από εκεί­νη τη νύχτα, ήρθε η Τετάρτη.

Η Μονή Στο­μί­ου τιμού­σε εκεί­νες τις ημέ­ρες τη Γένε­ση της Υπε­ρα­γί­ας Θεο­τό­κου.

Όμως τίπο­τε δεν θύμι­ζε τις συνη­θι­σμέ­νες ημέ­ρες μιας πανή­γυ­ρης. Η φωτιά είχε κρα­τή­σει τον περισ­σό­τε­ρο κόσμο μακριά. Μόνο λιγο­στοί πιστοί είχαν προ­σέλ­θει στη Μονή. Άνα­ψαν το κερί τους. Προ­σκύ­νη­σαν. Προ­σευ­χή­θη­καν.  Εστρε­ψαν ταπει­νά το βλέμ­μα προς τα βου­νά που τόσες ημέ­ρες δοκι­μά­ζο­νταν από τη φωτιά. Και τότε, την Τετάρ­τη, στις 6 το από­γευ­μα πάνω από την Κόνι­τσα έβρε­ξε.

Το νερό άρχι­σε να πέφτει στις πλα­γιές, στο καμέ­νο δάσος, στη διψα­σμέ­νη γη, στα σημεία όπου επί ημέ­ρες πυρο­σβέ­στες και πεζο­πό­ρα τμή­μα­τα έδι­ναν μια εξα­ντλη­τι­κή μάχη. Για τους πυρο­σβέ­στες ήταν πολύ­τι­μη βοή­θεια. Για τους κατοί­κους, μια βαθιά ανά­σα. Για την Κόνι­τσα, ύστε­ρα από τόσες ημέ­ρες αγω­νί­ας, ήταν λύτρω­ση.  Για εκεί­νους τους λιγο­στούς πιστούς που είχαν ανέ­βει στη Μονή Στο­μί­ου  δεν χρεια­ζό­ταν να πουν τίπο­τε. Μόνο να κοι­τά­ξουν τη βροχή.

Η εικό­να που θα μείνει

Κυρια­κή βρά­δυ. Η Τρα­πε­ζί­τσα φλε­γό­ταν. Πυρο­σβέ­στες πολε­μού­σαν τη φωτιά μέσα στο βου­νό. Στα σπί­τια, οι άνθρω­ποι περί­με­ναν με αγω­νία.  Στην αυλή του Πατρο­κο­σμά, κάποιοι άλλοι άνθρω­ποι κρα­τού­σαν κεριά και προ­σεύ­χο­νταν. Δύο ώρες αργό­τε­ρα, όταν βγή­καν ξανά από τον ναό, οι τερά­στιες φλό­γες που έβλε­παν προη­γου­μέ­νως δεν φαί­νο­νταν πια.

Τρεις ημέ­ρες αργό­τε­ρα, στη Μονή Στο­μί­ου, την ημέ­ρα γέν­νη­σης της Υπε­ρα­γί­ας Θεο­τό­κου λιγο­στοί πιστοί άνα­ψαν τα κεριά τους. Πάνω από την Κόνι­τσα είχε αρχί­σει να βρέ­χει. Ήταν η μετα­βο­λή των μετε­ω­ρο­λο­γι­κών συν­θη­κών; Ήταν η εξα­σθέ­νη­ση του ανέ­μου; Ήταν η τιτά­νια προ­σπά­θεια των ανθρώ­πων που πολε­μού­σαν επί ημέ­ρες τη φωτιά; Βεβαί­ως όλα αυτά ανή­κουν στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και οφεί­λου­με να τα καταγράφουμε.

Για έναν άνθρω­πο της πίστης;

Μήπως μέσα σε αυτή την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα υπήρ­χε χώρος και για μια προ­σευ­χή που εισακούστηκε;

Θαύ­μα στην αυλή του Πατροκοσμά;

Δεν θα δώσου­με εμείς την απά­ντη­ση. Υπάρ­χουν στιγ­μές που η δημο­σιο­γρα­φία οφεί­λει να φτά­νει μέχρι ένα σημείο και να στα­μα­τά. Να κατα­γρά­φει τα γεγο­νό­τα. Να ακού­ει τις μαρ­τυ­ρί­ες. Να σέβε­ται την επι­στή­μη. Να τιμά εκεί­νους που έδω­σαν τη μάχη με τη φωτιά. Να αφή­νει στον άνθρω­πο το δικαί­ω­μα να πιστεύει.

Εκεί­νο που γνω­ρί­ζου­με είναι ότι εκεί­νη τη νύχτα η Κόνι­τσα φοβή­θη­κε. Οι πυρο­σβέ­στες πάλε­ψαν. Οι άνθρω­ποι προ­σευ­χή­θη­καν και λίγες ημέ­ρες αργό­τε­ρα ήρθε η βρο­χή. Για τη φύση,  είναι ένα μετε­ω­ρο­λο­γι­κό φαι­νό­με­νο. Για την πυρό­σβε­ση, ένας πολύ­τι­μος σύμ­μα­χος. Για μια πόλη εξα­ντλη­μέ­νη από τη φωτιά, μια βαθιά ανάσα.

Για εκεί­νον που πιστεύ­ει; Ίσως η απά­ντη­ση να βρί­σκε­ται ακό­μη εκεί. Σε ένα κερί. Σε μια προ­σευ­χή και σε ένα βλέμ­μα στραμ­μέ­νο προς τον ουρανό.

Η Κόνι­τσα ήταν ακό­μη εκεί.

Όρθια κάτω από την Τραπεζίτσα.

Και, για όσους πιστεύουν,

κάτω από τη σκέ­πη του Πατροκοσμά.

 

 

Υστε­ρό­γρα­φο – Μια ανα­γκαία διευκρίνιση

Επει­δή ορι­σμέ­να σχό­λια κάτω από την ανάρ­τη­ση στα Μέσα Κοι­νω­νι­κής Δικτύ­ω­σης φαί­νε­ται να παρερ­μη­νεύ­ουν την πρό­θε­σή της, αισθά­νο­μαι την ανά­γκη να διευ­κρι­νί­σω κάτι αυτονόητο.

Το κεί­με­νο δεν ισχυ­ρί­ζε­ται ότι η φωτιά έσβη­σε από την προ­σευ­χή ή από την περι­φο­ρά των ιερών λει­ψά­νων. Αντί­θε­τα, ανα­φέ­ρε­ται επα­νει­λημ­μέ­να στον τερά­στιο αγώ­να των πυρο­σβε­στών, των πεζο­πό­ρων τμη­μά­των και όλων όσοι επί ημέ­ρες έδω­σαν μια εξα­ντλη­τι­κή μάχη στις δύσβα­τες πλα­γιές της Τρα­πε­ζί­τσας. Σε αυτούς ανή­κει ο σεβα­σμός και η ευγνω­μο­σύ­νη όλων μας.

Το άρθρο κατα­γρά­φει παράλ­λη­λα ένα πραγ­μα­τι­κό γεγο­νός που συνέ­βη στην Κόνι­τσα εκεί­νη τη δύσκο­λη νύχτα: ανθρώ­πους που, δεδο­μέ­νων των συν­θη­κών, συγκε­ντρώ­θη­καν στον Άγιο Κοσμά και προ­σευ­χή­θη­καν. Κατα­γρά­φει επί­σης τις μαρ­τυ­ρί­ες τους για όσα αντί­κρι­σαν όταν, περί­που δύο ώρες αργό­τε­ρα, βγή­καν ξανά στην αυλή του ναού.

Από εκεί και πέρα, δεν επι­χει­ρεί ούτε να απο­δεί­ξει ούτε να επι­βά­λει σε κανέ­ναν την ύπαρ­ξη ενός θαύ­μα­τος. Η πίστη δεν απο­δει­κνύ­ε­ται δημο­σιο­γρα­φι­κά και η επι­στή­μη δεν αναι­ρεί την ανθρώ­πι­νη ανά­γκη για προσευχή.

Ο καθέ­νας είναι ελεύ­θε­ρος να δώσει στα γεγο­νό­τα τη δική του ερμηνεία.

Μπο­ρού­με να δια­φω­νού­με για την πίστη. Εκεί­νο για το οποίο δεν χρειά­ζε­ται να δια­φω­νού­με είναι ο σεβα­σμός προς τους ανθρώ­πους που πάλε­ψαν με τη φωτιά και ο σεβα­σμός προς εκεί­νους που, τις ίδιες ώρες, βρή­καν στην προ­σευ­χή δύνα­μη και ελπίδα.

Το ένα δεν ακυ­ρώ­νει το άλλο.

 

Βρεί­τε μας και στην σελί­δα μας στο Facebook: Η Κόνι­τσα σήμε­ρα Konitsa today

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like

Comments are closed.