του Μπάμπη Στέρτσου
Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος κεντρικός σχεδιασμός που οδηγεί στην αποδυνάμωση της ελληνικής επαρχίας. Ξέρω όμως ότι, αν βάλει κανείς δίπλα δίπλα όσα συμβαίνουν εδώ και χρόνια, η εικόνα που σχηματίζεται είναι τουλάχιστον ανησυχητική.
Δημόσιες υπηρεσίες απομακρύνονται από μικρές πόλεις. Τραπεζικά καταστήματα εξαφανίζονται και μαζί τους περιορίζεται, σε αρκετές περιπτώσεις, ακόμη και η πρόσβαση σε βασικές τραπεζικές υπηρεσίες, όπως τα ΑΤΜ. Τα ΕΛΤΑ προχώρησαν επίσης σε μεγάλη αναδιάρθρωση του δικτύου τους, προκαλώντας αντιδράσεις ακριβώς για τις συνέπειες που τέτοιες αποφάσεις έχουν στην περιφέρεια.
Την ίδια στιγμή, οι μικροί οικισμοί βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα νέο και σύνθετο πολεοδομικό καθεστώς. Το Προεδρικό Διάταγμα 194/2025 για την οριοθέτηση οικισμών κάτω των 2.000 κατοίκων άνοιξε μεγάλη συζήτηση για τη δυνατότητα δόμησης και την αξιοποίηση περιουσιών στις παρυφές των χωριών. Ακολούθησαν διορθωτικές παρεμβάσεις. Το ουσιαστικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει:
Πώς θα πείσεις έναν νέο άνθρωπο να επιστρέψει, να φτιάξει σπίτι και να χτίσει τη ζωή του σε ένα χωριό, όταν η ίδια η εγκατάσταση και η δημιουργία εκεί γίνονται ολοένα δυσκολότερες;
Και μετά έρχεται η καθημερινότητα.
Το μικρό καφενείο, το παντοπωλείο, ο φούρνος, ο επαγγελματίας του χωριού καλούνται να ανταποκριθούν σε φορολογικές, ψηφιακές και διοικητικές υποχρεώσεις που συχνά έχουν σχεδιαστεί με τη λογική μιας επιχείρησης της πόλης. Ο έμπορος που διανύει δεκάδες χιλιόμετρα για να τροφοδοτήσει ένα απομακρυσμένο χωριό βρίσκεται αντιμέτωπος με κόστος και γραφειοκρατία που μπορούν να καταστήσουν αυτή τη διαδρομή οικονομικά ασύμφορη.
Και ύστερα αρχίζει ο φαύλος κύκλος.
Τα σχολεία λιγοστεύουν επειδή λιγοστεύουν τα παιδιά. Τα δρομολόγια περιορίζονται επειδή λιγοστεύουν οι επιβάτες. Οι υπηρεσίες απομακρύνονται επειδή λιγοστεύουν οι κάτοικοι.
Λιγότεροι κάτοικοι → λιγότερες υπηρεσίες → δυσκολότερη καθημερινότητα → περισσότερες αποχωρήσεις → ακόμη λιγότεροι κάτοικοι.
Και κάπως έτσι η ερήμωση αρχίζει να τροφοδοτεί την ίδια την ερήμωση. Τα στοιχεία της απογραφής είναι αποκαλυπτικά. Από το 2011 έως το 2021 η Ήπειρος έχασε περίπου το 5% του μόνιμου πληθυσμού της. Στις ηλικίες όμως που μπορούν να δημιουργήσουν οικογένειες, επιχειρήσεις και μια νέα ζωή στον τόπο τους, η εικόνα είναι πολύ πιο ανησυχητική: οι ηλικίες 20–29 ετών μειώθηκαν κατά 25% και οι 30–39 κατά 24,4%. Αντίθετα, οι κάτοικοι άνω των 80 ετών αυξήθηκαν κατά 26,4%. Δεν είναι λοιπόν μόνο ότι η επαρχία αδειάζει. Η επαρχία γερνάει.
Και ο ηλικιωμένος κάτοικος ενός απομακρυσμένου χωριού βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με μια νέα μορφή αποκλεισμού. Η τράπεζα μπορεί να απέχει δεκάδες χιλιόμετρα. Η δημόσια υπηρεσία επίσης. Το λεωφορείο περνά λιγότερο συχνά. Και για όλο και περισσότερες συναλλαγές τού ζητείται να χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο, εφαρμογές, κωδικούς, ηλεκτρονικές πλατφόρμες και ψηφιακές ταυτοποιήσεις.
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός είναι πρόοδος. Όταν όμως δεν συνοδεύεται από πραγματικές εναλλακτικές λύσεις για εκείνον που δεν μπορεί να τον ακολουθήσει, κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν νέο κοινωνικό και ηλικιακό αποκλεισμό.
Υπάρχει και ένας ακόμη κρίκος αυτής της αλυσίδας: η κτηνοτροφία.
Για την Ήπειρο ειδικότερα, η μετακινούμενη κτηνοτροφία δεν είναι απλώς ένας οικονομικός κλάδος. Είναι ιστορία, πολιτισμός, παραγωγή και τρόπος ζωής αιώνων. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι κτηνοτρόφοι και οι περιορισμοί που κατά καιρούς επιβάλλονται στις μετακινήσεις των κοπαδιών προς τους θερινούς βοσκοτόπους προσθέτουν ένα ακόμη βάρος σε έναν ήδη πιεσμένο κλάδο.
Αν φύγει και ο κτηνοτρόφος από τα βουνά, δεν χάνεται μόνο μια παραγωγική δραστηριότητα. Χάνεται ένας από τους τελευταίους ανθρώπους που κρατούν το βουνό, το χωριό και τελικά την ίδια την ύπαιθρο ζωντανή.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα έρχονται τα οικονομικά κίνητρα για εγκατάσταση στην περιφέρεια. Είναι θετικά. Είναι χρήσιμα. Είναι αναγκαία. Αλλά δεν αρκούν. Ακόμη και ένα οικονομικό κίνητρο που μπορεί να φτάσει τις 10.000 ευρώ μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο να κάνει το πρώτο βήμα. Δεν μπορεί όμως από μόνο του να τον κάνει να μείνει.
Τα 10.000 ευρώ δεν κρατούν ανοιχτό το σχολείο του παιδιού του. Δεν φέρνουν γιατρό πιο κοντά. Δεν αυξάνουν τα δρομολόγια των συγκοινωνιών. Δεν επαναφέρουν μια δημόσια υπηρεσία ή ένα ΑΤΜ. Δεν δημιουργούν από μόνα τους σταθερή εργασία ούτε εξασφαλίζουν ότι μια μικρή επιχείρηση θα μπορέσει να επιβιώσει. Γιατί η εγκατάσταση στην περιφέρεια δεν είναι μια απόφαση μερικών μηνών. Είναι απόφαση ζωής.
Γι’ αυτό και τα οικονομικά κίνητρα μπορούν να έχουν πραγματικό αποτέλεσμα μόνο εάν αποτελούν μέρος μιας σταθερής και μακροχρόνιας πολιτικής: φορολογικά κίνητρα για κατοίκους και μικρές επιχειρήσεις, πρόσβαση στην υγεία και την εκπαίδευση, αξιόπιστες συγκοινωνίες, ψηφιακές υποδομές, βασικές τραπεζικές και δημόσιες υπηρεσίες, στήριξη της τοπικής επιχειρηματικότητας, της γεωργίας και της κτηνοτροφίας και, πάνω απ’ όλα, δυνατότητα αξιοπρεπούς και σταθερής εργασίας.
Δεν αρκεί να δώσεις σε έναν νέο άνθρωπο χρήματα για να πάει στο χωριό. Πρέπει να δημιουργήσεις τις συνθήκες για να μείνει. Και τότε φτάνουμε στο πραγματικό ερώτημα:
Τι ακριβώς θέλουμε να κάνουμε με την ελληνική επαρχία;
Θέλουμε χωριά ζωντανά δώδεκα μήνες τον χρόνο ή όμορφους οικισμούς που θα ανοίγουν τα σπίτια τους μόνο τον Αύγουστο, για λίγες ημέρες διακοπών και για τα πανηγύρια; Θέλουμε νέους ανθρώπους να επιστρέψουν ή απλώς ευχόμαστε να επιστρέψουν, χωρίς να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις ώστε να μπορούν εκεί να εργαστούν, να δημιουργήσουν οικογένεια και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους;
Γιατί δεν γίνεται από τη μία να μιλάμε για αποκέντρωση, δημογραφική αναγέννηση, περιφερειακή ανάπτυξη και επιστροφή των νέων και από την άλλη, μέσα από δεκάδες μικρές και μεγάλες αποφάσεις, να κάνουμε τη ζωή στην περιφέρεια ολοένα δυσκολότερη. Ίσως καμία από αυτές τις πολιτικές, αν την εξετάσουμε μεμονωμένα, να μην έχει στόχο την ερήμωση της υπαίθρου.
Όταν όμως τις δούμε όλες μαζί, το σωρευτικό αποτέλεσμά τους αρχίζει να γίνεται ανησυχητικά καθαρό. Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ουσία. Η περιφέρεια δεν είναι μια επιχείρηση που αξιολογείται αποκλειστικά με όρους κόστους και απόδοσης. Είναι κοινωνικός, παραγωγικός και εθνικός χώρος. Είναι οι άνθρωποί της, οι κοινότητές της, η ιστορία και η συνέχεια ενός τόπου.
Ένα σχολείο με λίγα παιδιά μπορεί να κοστίζει περισσότερο ανά μαθητή. Ένα λεωφορείο με λίγους επιβάτες μπορεί να μην είναι οικονομικά αποδοτικό. Μια υπηρεσία σε μια μικρή πόλη μπορεί να εξυπηρετεί λιγότερους πολίτες.
Αλλά η αξία τους δεν μετριέται μόνο σε ευρώ. Μετριέται και στο αν ένα χωριό θα εξακολουθήσει να υπάρχει.
Η ελληνική περιφέρεια, λοιπόν, δεν χρειάζεται μόνο κίνητρα επιστροφής. Χρειάζεται πολιτική παραμονής. Γιατί το μεγάλο στοίχημα δεν είναι να πείσουμε κάποιον να επιστρέψει για έναν χρόνο. Είναι να μπορεί να μείνει. Να εργαστεί. Να δημιουργήσει. Να μεγαλώσει τα παιδιά του. Να γεράσει εκεί. Να μπορεί, τελικά, να χτίσει στον τόπο του ολόκληρη τη ζωή του. Διαφορετικά, σε λίγα χρόνια ίσως δεν συζητάμε πλέον για το πώς θα σώσουμε την ελληνική επαρχία. Θα συζητάμε για το πώς την αφήσαμε να χαθεί.
Και τότε η παλιά φράση του Σαίξπηρ θα αποκτά μια παράξενα ελληνική επικαιρότητα:
«Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας…»







Comments are closed.