του Μπάμπη Στέρτσου | hellas2day.gr
Στα ορεινά χωριά της Ξάνθης και της Ροδόπης, εκεί όπου η Θράκη διατηρεί ακόμη μια ιδιαίτερη γλωσσική και πολιτισμική φυσιογνωμία, υπάρχει μια κοινότητα που εδώ και δεκαετίες βρίσκεται στο επίκεντρο μιας σύνθετης συζήτησης για την ταυτότητα, τη γλώσσα και την εκπαίδευση. Είναι οι Πομάκοι. Έλληνες πολίτες, στην πλειονότητά τους μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, με δική τους γλωσσική παράδοση, ιστορική διαδρομή και πολιτισμικά χαρακτηριστικά.
Το τελευταίο διάστημα επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση ένα ζήτημα που δεν είναι καινούργιο: η αντίθεση ορισμένων Πομάκων γονέων στη διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας ως αναπόσπαστου μέρους της εκπαίδευσης των παιδιών τους στα μειονοτικά σχολεία.
Πίσω από το φαινομενικά απλό ερώτημα «γιατί να μαθαίνει υποχρεωτικά τουρκικά ένα παιδί που στο σπίτι του μιλά πομακικά;» βρίσκεται μια ιστορία που αγγίζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τη Συνθήκη της Λωζάννης, τις εκπαιδευτικές επιλογές του ελληνικού κράτους και, κυρίως, το δικαίωμα των ίδιων των ανθρώπων να προσδιορίζουν την ταυτότητά τους.
Το ζήτημα δεν είναι αν η τουρκική γλώσσα έχει θέση στη μειονοτική εκπαίδευση της Θράκης. Έχει, και μάλιστα ιστορικά κατοχυρωμένη θέση στο υφιστάμενο εκπαιδευτικό σύστημα. Το ερώτημα είναι κατά πόσον αυτό το σύστημα ανταποκρίνεται εξίσου στις ανάγκες όλων των γλωσσικών ομάδων της μουσουλμανικής μειονότητας.
Ποιοι είναι οι Πομάκοι;
Οι Πομάκοι αποτελούν μια ιδιαίτερη βαλκανική πληθυσμιακή ομάδα, με παρουσία κυρίως στη Βουλγαρία, στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Στην ελληνική Θράκη κατοικούν παραδοσιακά σε ορεινούς οικισμούς, ιδιαίτερα στην περιοχή της Ξάνθης και της Ροδόπης.
Η πομακική είναι νοτιοσλαβική γλωσσική ποικιλία, συγγενική με τη βουλγαρική, με ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά και επιρροές από άλλες γλώσσες της περιοχής. Δεν είναι διάλεκτος της τουρκικής, όπως συχνά υποθέτουν όσοι δεν γνωρίζουν τη γλωσσική πραγματικότητα της Θράκης.
Η ιστορική καταγωγή των Πομάκων έχει αποτελέσει αντικείμενο διαφορετικών εθνικών αφηγήσεων και επιστημονικών προσεγγίσεων. Αυτό που δεν αμφισβητείται είναι η ιδιαίτερη γλωσσική και πολιτισμική τους παράδοση.
Η θρησκευτική τους ταυτότητα, ωστόσο, δεν καθορίζει αυτομάτως και την εθνική τους αυτοσυνείδηση. Υπάρχουν Πομάκοι που αυτοπροσδιορίζονται πρωτίστως ως Πομάκοι, άλλοι που δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην τουρκική ταυτότητα και άλλοι που συνδυάζουν διαφορετικά στοιχεία της καταγωγής, της θρησκείας και της ελληνικής τους ιθαγένειας.
Αυτή η πολυμορφία είναι σημαντική. Κανένας φορέας, κράτος ή πολιτικός εκπρόσωπος δεν μπορεί να θεωρεί ότι εκφράζει αυτομάτως το σύνολο των Πομάκων.
Γιατί τα παιδιά τους διδάσκονται τουρκικά;
Η απάντηση βρίσκεται στην ιδιαίτερη ιστορία της μειονοτικής εκπαίδευσης στη Δυτική Θράκη.
Η Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 καθιέρωσε ένα πλαίσιο προστασίας των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων στην Τουρκία και της μουσουλμανικής μειονότητας στην Ελλάδα. Η συνθήκη αναφέρεται σε θρησκευτικές μειονότητες και δεν χαρακτηρίζει συλλήβδην τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης ως εθνοτικά τουρκική.
Στην πορεία, μέσα από διμερείς εκπαιδευτικές ρυθμίσεις και διοικητικές πρακτικές, διαμορφώθηκε το γνωστό δίγλωσσο σύστημα των μειονοτικών δημοτικών σχολείων, με διδασκαλία στα ελληνικά και στα τουρκικά.
Αυτό σημαίνει ότι ένα πομακόφωνο παιδί μπορεί να εισέρχεται στο μειονοτικό σχολείο μιλώντας στο σπίτι του πομακικά, να διδάσκεται μαθήματα στα ελληνικά και στα τουρκικά και αργότερα να καλείται να μάθει και άλλες ξένες γλώσσες.
Η μητρική του γλώσσα, όμως, δεν αποτελεί αντίστοιχο οργανωμένο μέρος του σχολικού προγράμματος.
Η εκπαιδευτική αυτή ιδιαιτερότητα έχει καταγραφεί επιστημονικά. Σε μελέτη των Maria Dimasi και Stella Theologou επισημαίνεται ότι η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης είναι γλωσσικά και πολιτισμικά ετερογενής, περιλαμβάνοντας τουρκόφωνους, πομακόφωνους και Ρομά, ενώ αναδεικνύονται οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν μαθητές στην εκμάθηση γλωσσών μέσα στο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο.
Δεν πρόκειται για αίτημα που εμφανίστηκε ξαφνικά το 2026.
Ήδη από το 2018, επιστημονική έρευνα της Ελευθερίας Κερεζίδου, στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, είχε καταγράψει τις απόψεις οκτώ Πομάκων γονέων της Ξάνθης που είχαν επιλέξει να στείλουν τα παιδιά τους σε ελληνόγλωσσα δημόσια σχολεία αντί σε μειονοτικά.
Οι γονείς αυτοί εξέφραζαν επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα της μειονοτικής εκπαίδευσης, διαφωνούσαν με τη διδασκαλία της τουρκικής ως μέρος της υποχρεωτικής εκπαιδευτικής διαδρομής που προσέφερε το μειονοτικό σχολείο και επιθυμούσαν περισσότερες δυνατότητες φοίτησης σε δημόσια σχολεία στα Πομακοχώρια.
Παράλληλα, ενδιαφέρονταν για τη διατήρηση της πομακικής γλώσσας και των πολιτισμικών τους παραδόσεων. Πρόκειται για ποιοτική έρευνα μικρού δείγματος, που τεκμηριώνει την ύπαρξη αυτών των απόψεων, όχι όμως το ποσοστό των Πομάκων που τις συμμερίζονται.
Η επιλογή αυτή, βεβαίως, δεν πρέπει να περιορίζει τα αντίστοιχα δικαιώματα άλλων οικογενειών της μειονότητας που επιθυμούν τη δίγλωσση ελληνοτουρκική εκπαίδευση.
Η νέα παρέμβαση που έφερε το ζήτημα στη Βουλή
Η πρόσφατη επικαιρότητα δίνει στο θέμα μια συγκεκριμένη διάσταση.
Ο Ιρφάν Μεχμέτ Αλή, Πομάκος από την Ξάνθη και πρώην υποψήφιος βουλευτής με τους Ανεξάρτητους Έλληνες, ζήτησε δημόσια να έχουν οι οικογένειες των Πομακοχωρίων τη δυνατότητα να επιλέγουν ελληνόγλωσσο δημόσιο σχολείο, χωρίς να είναι αναγκασμένες να ακολουθούν το ελληνοτουρκικό πρόγραμμα των μειονοτικών σχολείων.
Σε δήλωσή του, που δημοσιοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο και επανήλθε στην επικαιρότητα στις 10 Οκτωβρίου 2026, διατύπωσε χαρακτηριστικά το αίτημα:
«Δεν ζητάμε να αφαιρεθεί κάτι από κανέναν. Ζητάμε επιλογή, σεβασμό και στήριξη της Πομακικής γλώσσας».
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η μουσουλμανική θρησκεία δεν συνεπάγεται τουρκική μητρική γλώσσα ή υποχρεωτική ταύτιση με την τουρκική εθνική ταυτότητα.
Το θέμα έφτασε και στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Με την υπ’ αριθμόν 8339/15.9.2026 ερώτησή του προς την υπουργό Παιδείας, ο ανεξάρτητος βουλευτής Β΄ Θεσσαλονίκης Νικόλαος Παπαδόπουλος έθεσε το ζήτημα των εκπαιδευτικών επιλογών των Πομάκων και της προστασίας της γλωσσικής τους παράδοσης.
Παράλληλα, εκπρόσωποι πομακικών συλλόγων ανέδειξαν ζητήματα ταυτότητας και θρησκευτικής ελευθερίας σε διεθνή βήματα, μεταξύ των οποίων και η Διάσκεψη για την Ανθρώπινη Διάσταση του ΟΑΣΕ στη Βαρσοβία. Εκεί διατυπώθηκαν επίσης καταγγελίες για πιέσεις και αποκλεισμούς, οι οποίες χρειάζονται ανεξάρτητη διερεύνηση.
Η τουρκική διάσταση και η διαφορετική αντίληψη για τη μειονότητα
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή η Τουρκία αντιμετωπίζει τη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης ως τουρκική μειονότητα και υποστηρίζει τη διατήρηση του τουρκικού χαρακτήρα της μειονοτικής εκπαίδευσης.
Από την άλλη πλευρά, η επίσημη ελληνική προσέγγιση βασίζεται στον θρησκευτικό χαρακτηρισμό της μειονότητας από τη Συνθήκη της Λωζάννης.
Η διαφορά δεν είναι απλώς ορολογική. Αγγίζει την εκπροσώπηση, τη γλώσσα, την εκπαίδευση και τον αυτοπροσδιορισμό.
Ενδεικτική είναι η αντίδραση της Ομοσπονδίας Τούρκων Δυτικής Θράκης στην Ευρώπη, η οποία στις 22 Σεπτεμβρίου 2026 υποστήριξε ότι η ελληνική εκπαιδευτική πολιτική περιορίζει τη μειονοτική εκπαιδευτική αυτονομία και ότι η τουρκική γλώσσα παρουσιάζεται αδικαιολόγητα ως μέσο υποχρεωτικής ομογενοποίησης.
Αυτή η διαφορετική προσέγγιση δείχνει πόσο σύνθετο είναι το θέμα. Η προστασία της τουρκικής γλώσσας για τους τουρκόφωνους μαθητές και η αναγνώριση των ιδιαίτερων αναγκών των πομακόφωνων δεν είναι αναγκαστικά αντικρουόμενοι στόχοι.
Το ουσιαστικό ζητούμενο είναι να μη μετατρέπεται μια ενιαία διοικητική κατηγορία σε υποχρεωτική γλωσσική ή εθνική ταυτότητα για όλους.
Μια γλώσσα που κινδυνεύει να περιοριστεί στο σπίτι
Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά, λιγότερο προβεβλημένη από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Τι θα απογίνει η πομακική γλώσσα; Μια γλώσσα δεν διατηρείται μόνο επειδή τη μιλούν οι παππούδες και οι γιαγιάδες. Χρειάζεται να μεταδίδεται στις επόμενες γενιές, να αποκτά χώρο στην πολιτιστική δημιουργία, στη λογοτεχνία, στην έρευνα και, όπου το επιθυμούν οι ομιλητές της, στην εκπαίδευση.
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επιστημονική μελέτη δημοσιεύθηκε στις 5 Αυγούστου 2026 στο περιοδικό Diaspora, Indigenous, and Minority Education, με τίτλο Family language policy in a minority context: the case of Pomak-speaking families in Thrace, Greece.
Οι ερευνητές Αικατερίνη Λεοντή, Χριστίνα Μαλιγκούδη, Γεώργιος Μαυρομμάτης και Βίκυ Κάντζου μελέτησαν τις γλωσσικές πρακτικές τριών πομακόφωνων οικογενειών στην περιοχή της Ξάνθης.
Η έρευνα αναδεικνύει πώς η ελληνική και η τουρκική, ως ισχυρότερες γλώσσες στο κοινωνικό περιβάλλον, επηρεάζουν τις γλωσσικές επιλογές των οικογενειών και τη συγκρότηση της πομακικής ταυτότητας. Λόγω του μικρού δείγματος, τα ευρήματα δεν μπορούν να γενικευθούν σε ολόκληρη την κοινότητα, προσφέρουν όμως μια ουσιαστική εικόνα της καθημερινής γλωσσικής πραγματικότητας.
Τι θα μπορούσε να αλλάξει στην εκπαίδευση;
Η εκπαίδευση των πομακόφωνων παιδιών δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως ζήτημα ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Πρωτίστως είναι παιδαγωγικό και κοινωνικό ζήτημα.
Ένα παιδί που ξεκινά το σχολείο με μητρική γλώσσα διαφορετική από τις γλώσσες διδασκαλίας χρειάζεται κατάλληλη εκπαιδευτική υποστήριξη. Η αναγνώριση της μητρικής του γλώσσας μπορεί να συμβάλει στη σχολική του ένταξη και στην αυτοεκτίμησή του, χωρίς να εμποδίζει την αποτελεσματική εκμάθηση της ελληνικής ή άλλων γλωσσών.
Η ελληνική Πολιτεία θα μπορούσε να εξετάσει, σε συνεργασία με τις ίδιες τις οικογένειες, την ουσιαστική πρόσβαση σε ελληνόγλωσσα δημόσια σχολεία στις ορεινές περιοχές, την καλύτερη γλωσσική υποστήριξη των μαθητών και τη δημιουργία προαιρετικών προγραμμάτων γνωριμίας με την πομακική γλώσσα και παράδοση.
Ταυτόχρονα, θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι οι οικογένειες που επιλέγουν τη μειονοτική εκπαίδευση εξακολουθούν να απολαμβάνουν τα κατοχυρωμένα δικαιώματά τους.
Η ύπαρξη διαφορετικών εκπαιδευτικών επιλογών δεν είναι από μόνη της απειλή για τη συνοχή της Θράκης. Η πραγματική πρόκληση είναι να υπάρχουν ισότιμες δυνατότητες, κατάλληλες σχολικές υποδομές και σεβασμός στις επιλογές των γονέων.
Τελικά, τι γίνεται με τους Πομάκους;
Η πρόσφατη δημοσιότητα γύρω από τις παρεμβάσεις Πομάκων της Θράκης φέρνει ξανά στην επιφάνεια ένα πρόβλημα που παραμένει άλυτο εδώ και δεκαετίες.
Οι Πομάκοι δεν αποτελούν ένα ομοιογενές σύνολο, ούτε μιλούν όλοι με μία φωνή. Εκείνο που προκύπτει, όμως, από τις δημόσιες παρεμβάσεις και από τις επιστημονικές έρευνες είναι ότι υπάρχουν οικογένειες που δεν αισθάνονται πως το σημερινό μειονοτικό εκπαιδευτικό σύστημα ανταποκρίνεται στις γλωσσικές και πολιτισμικές τους ανάγκες.
Και εδώ τίθεται ένα ευρύτερο ερώτημα για την ελληνική Πολιτεία.
Έναν αιώνα μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης, μπορεί η εκπαίδευση στη Θράκη να ανταποκριθεί καλύτερα στην πραγματική πολυμορφία της μειονότητας, χωρίς να αμφισβητήσει τα δικαιώματα κανενός;
Μπορεί να προστατευθεί η πομακική γλώσσα χωρίς να μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης;
Μπορούν οι ίδιοι οι Πομάκοι να έχουν τον πρώτο λόγο για το πώς θέλουν να διατηρήσουν τη γλώσσα, την παράδοση και την ταυτότητά τους;
Ίσως αυτό να είναι και το σημαντικότερο μήνυμα της σημερινής συζήτησης.
Η ταυτότητα ενός ανθρώπου δεν μπορεί να καθορίζεται αποκλειστικά από τη θρησκεία του, ούτε η γλώσσα που θα διδαχθεί το παιδί του να αποτελεί αντικείμενο ανταγωνισμού ανάμεσα σε κράτη και εθνικές αφηγήσεις.
Η Θράκη έχει μια πλούσια ιστορία συνύπαρξης, με δυσκολίες, αντιφάσεις, αλλά και μια πολύτιμη πολιτισμική πολυμορφία. Η αναγνώριση αυτής της πολυμορφίας, μαζί με την προστασία των μειονοτικών δικαιωμάτων, μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για μια πιο ουσιαστική εκπαιδευτική πολιτική.
Γιατί πίσω από τη συζήτηση για τα τουρκικά, τα ελληνικά και τα πομακικά, υπάρχουν παιδιά που θέλουν να μορφωθούν, γονείς που αναζητούν το καλύτερο σχολείο και μια γλωσσική παράδοση που αξίζει να συνεχίσει να ακούγεται στα βουνά της Θράκης.
Και τελικά, το ερώτημα «Τι γίνεται με τους Πομάκους;» ίσως χρειάζεται να συμπληρωθεί με ένα ακόμη:
Πόσο συχνά ακούμε τους ίδιους τους Πομάκους όταν αποφασίζουμε για το μέλλον τους;
Πηγές
Σημείωση : Τα πρόσφατα δημοσιεύματα επιβεβαιώνουν τις δημόσιες παρεμβάσεις και την κατάθεση κοινοβουλευτικής ερώτησης, όχι ότι το σύνολο των Πομάκων έχει υιοθετήσει ενιαία θέση.






Comments are closed.