Κόνιτσα: Ξαναζωντανεύει το αρχοντικό του Φάικ Μπέη. Η άγνωστη ιστορία μιας οικογένειας που σημάδεψε την οθωμανική εποχή

του Μπά­μπη Στέρτσου.
Ένα από τα ιστο­ρι­κά αρχο­ντι­κά της Κόνι­τσας, που επί χρό­νια παρέ­με­νε αντι­μέ­τω­πο με τη φθο­ρά του χρό­νου και την εγκα­τά­λει­ψη, πρό­κει­ται να απο­κα­τα­στα­θεί, ύστε­ρα από συνεν­νό­η­ση της ελλη­νι­κής και της αλβα­νι­κής πλευ­ράς. Πρό­κει­ται για την κατοι­κία που συν­δέ­ε­ται με τον Φάικ Μπέη Κόνι­τσα, μια σημα­ντι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα της αλβα­νι­κής λογο­τε­χνί­ας, της πολι­τι­κής σκέ­ψης και της διπλω­μα­τί­ας, αλλά και με την παλαιά οικο­γέ­νεια Σίσκο, η παρου­σία της οποί­ας είναι συνυ­φα­σμέ­νη με την ιστο­ρία της πόλης κατά τους τελευ­ταί­ους αιώ­νες της οθω­μα­νι­κής κυριαρχίας.
Η είδη­ση έγι­νε γνω­στή μετά τη συνά­ντη­ση της υπουρ­γού Πολι­τι­σμού Λίνας Μεν­δώ­νη με τον Αλβα­νό ομό­λο­γό της Μπλέ­ντι Γκόν­τζια, στις Πρέ­σπες, στις 9 Οκτω­βρί­ου 2026. Σύμ­φω­να με όσα ανα­κοί­νω­σε ο Αλβα­νός υπουρ­γός και μετέ­δω­σαν η αλβα­νι­κή δημό­σια ραδιο­τη­λε­ό­ρα­ση RTSH και ελλη­νι­κά μέσα ενη­μέ­ρω­σης, η ελλη­νι­κή πλευ­ρά επι­βε­βαί­ω­σε ότι το κτί­ριο έχει ανα­γνω­ρι­στεί ως ακί­νη­το ιστο­ρι­κής και πολι­τι­στι­κής αξί­ας και ότι έχουν εξα­σφα­λι­στεί οι απα­ραί­τη­τοι πόροι για την απο­κα­τά­στα­σή του. Οι εργα­σί­ες ανα­μέ­νε­ται να ξεκι­νή­σουν σύντο­μα, χωρίς ωστό­σο να έχει ανα­κοι­νω­θεί συγκε­κρι­μέ­νο χρο­νο­διά­γραμ­μα ή το ύψος της χρηματοδότησης.
Πίσω, όμως, από αυτή την είδη­ση βρί­σκε­ται μια ιστο­ρία πολύ μεγα­λύ­τε­ρη από τη διά­σω­ση ενός παλιού κτι­ρί­ου. Μια ιστο­ρία που αρχί­ζει στην οθω­μα­νι­κή Κόνι­τσα, περ­νά από τα ευρω­παϊ­κά πανε­πι­στή­μια, τη γέν­νη­ση του αλβα­νι­κού εθνι­κού κινή­μα­τος και τις διπλω­μα­τι­κές αίθου­σες της Ουά­σιγ­κτον και επι­στρέ­φει, σχε­δόν έναν αιώ­να αργό­τε­ρα, στη μικρή ηπει­ρω­τι­κή πολί­χνη από την οποία ξεκί­νη­σαν όλα.

Το αρχοντικό Χουσεΐν Μπέη και η οικογένεια Σίσκο

Το κτί­ριο που σήμε­ρα προ­βάλ­λε­ται διε­θνώς ως κατοι­κία του Φάικ Κόνι­τσα είναι γνω­στό στην τοπι­κή ιστο­ρία ως αρχο­ντι­κό Χου­σε­ΐν Μπέη ή Χου­σε­ΐν Σίσκο. Βρί­σκε­ται στην Άνω Κόνι­τσα και απο­τε­λεί χαρα­κτη­ρι­στι­κό δείγ­μα της αρχι­τε­κτο­νι­κής των εύπο­ρων μου­σουλ­μα­νι­κών οικο­γε­νειών της οθω­μα­νι­κής περιόδου.

Σύμ­φω­να με την ιστο­ρι­κή παρου­σί­α­ση του Δήμου Κόνι­τσας, η οικο­γέ­νεια Σίσκο συγκα­τα­λε­γό­ταν στις επι­φα­νέ­στε­ρες μου­σουλ­μα­νι­κές οικο­γέ­νειες της περιο­χής. Μέλη της κατεί­χαν σημα­ντι­κές διοι­κη­τι­κές θέσεις και διέ­θε­ταν κοι­νω­νι­κή και οικο­νο­μι­κή επιρ­ροή. Η ίδια πηγή ανα­φέ­ρει ως ενδε­χό­με­νο την κατα­γω­γή της από εξι­σλα­μι­σμέ­νους χρι­στια­νούς, μια πλη­ρο­φο­ρία που παρα­μέ­νει ιστο­ρι­κή υπό­θε­ση και όχι απο­δε­δειγ­μέ­νο γενε­α­λο­γι­κό γεγονός.

Το αρχο­ντι­κό δια­κρί­νε­ται για την οχυ­ρω­μα­τι­κή μορ­φή του, τους ψηλούς περι­με­τρι­κούς τοί­χους, τις θολω­τές εισό­δους, την κού­λια και τα αρχι­τε­κτο­νι­κά στοι­χεία που παρα­πέ­μπουν στον τρό­πο ζωής των ισχυ­ρών οικο­γε­νειών της εποχής.

Οι τοπι­κές ιστο­ρι­κές κατα­γρα­φές τοπο­θε­τούν την αρχι­κή ανέ­γερ­σή του στο 1771, ενώ η σημε­ρι­νή του μορ­φή συν­δέ­ε­ται με σημα­ντι­κή οικο­δο­μι­κή επέμ­βα­ση το 1845. Αυτή η διά­κρι­ση έχει ιδιαί­τε­ρη σημα­σία, καθώς δεί­χνει ότι το αρχο­ντι­κό προ­ϋ­πήρ­χε της γέν­νη­σης του Φάικ Κόνι­τσα και συν­δέ­ε­ται με μια οικο­γε­νεια­κή ιστο­ρία πολ­λών γενεών.

Το κτί­ριο χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε αργό­τε­ρα ως σχο­λείο. Με την πάρο­δο των δεκα­ε­τιών εγκα­τα­λεί­φθη­κε, ενώ ο σει­σμός του 1996 επι­δεί­νω­σε την κατά­στα­σή του. Σήμε­ρα η απο­κα­τά­στα­σή του δημιουρ­γεί την προ­ο­πτι­κή διά­σω­σης ενός σημα­ντι­κού τεκ­μη­ρί­ου της αρχι­τε­κτο­νι­κής κλη­ρο­νο­μιάς της Κόνιτσας.

 

Μια οθωμανική επιγραφή και η ιστορία που κρύβεται στους τοίχους

Ιδιαί­τε­ρο ιστο­ρι­κό ενδια­φέ­ρον παρου­σιά­ζει μια παλαιό­τε­ρη αλβα­νι­κή επι­τό­πια περι­γρα­φή του αρχο­ντι­κού, στην οποία γίνε­ται ανα­φο­ρά σε δύο λίθι­νες επι­γρα­φές με αρα­βι­κή γρα­φή στην κεντρι­κή είσοδο.

Σύμ­φω­να με τη δημο­σιευ­μέ­νη μαρ­τυ­ρία, η μία επι­γρα­φή περι­λάμ­βα­νε θρη­σκευ­τι­κό κεί­με­νο, ενώ η άλλη ανέ­φε­ρε την ημε­ρο­μη­νία 19 Σαφάρ 1261 του ισλα­μι­κού ημε­ρο­λο­γί­ου, που αντι­στοι­χεί περί­που στα τέλη Φεβρουα­ρί­ου του 1845.

Εφό­σον οι επι­γρα­φές δια­τη­ρού­νται, η επι­στη­μο­νι­κή ανά­γνω­σή τους θα μπο­ρού­σε να προ­σφέ­ρει πολύ­τι­μες πλη­ρο­φο­ρί­ες για τη χρο­νο­λό­γη­ση του κτι­ρί­ου, τις οικο­δο­μι­κές του φάσεις και ενδε­χο­μέ­νως τους ανθρώ­πους που χρη­μα­το­δό­τη­σαν την κατα­σκευή ή την ανα­καί­νι­σή του.

Πρό­κει­ται για μια μαρ­τυ­ρία που χρειά­ζε­ται επα­λή­θευ­ση από ειδι­κούς στην οθω­μα­νι­κή επι­γρα­φι­κή. Ακρι­βώς γι’ αυτό, η επι­κεί­με­νη απο­κα­τά­στα­ση δεν θα πρέ­πει να περιο­ρι­στεί στις ανα­γκαί­ες τεχνι­κές επεμ­βά­σεις, αλλά να συνο­δευ­τεί και από συστη­μα­τι­κή ιστο­ρι­κή και αρχι­τε­κτο­νι­κή τεκμηρίωση.

Η οικογένεια Σίσκο και το ιστορικό γεφύρι της Κόνιτσας

Ένα λιγό­τε­ρο γνω­στό στοι­χείο προ­κύ­πτει από αλβα­νι­κή ιστο­ρι­κή δημο­σί­ευ­ση του 2012, η οποία παρα­πέ­μπει στο έργο του Σωτή­ρη Π. Τού­φη, Η Κόνι­τσα και τα γύρω χωριά.

Σύμ­φω­να με αυτή την ανα­φο­ρά, ο Μου­χα­μέτ Μπέ­ης Σίσκο, που παρου­σιά­ζε­ται ως παπ­πούς του Φάικ Κόνι­τσα, συγκα­τα­λε­γό­ταν στους εύπο­ρους κατοί­κους οι οποί­οι συνέ­βα­λαν οικο­νο­μι­κά στην κατα­σκευή του περί­φη­μου γεφυ­ριού της Κόνι­τσας, το 1870–1871.

Εάν η πλη­ρο­φο­ρία επι­βε­βαιω­θεί από την πρω­τό­τυ­πη ιστο­ρι­κή βιβλιο­γρα­φία και τα αρχεία της επο­χής, θα προ­σθέ­σει μια ακό­μη σημα­ντι­κή διά­στα­ση στην ιστο­ρία της οικογένειας.

Το γεφύ­ρι της Κόνι­τσας, ένα από τα επι­βλη­τι­κό­τε­ρα μονό­το­ξα πέτρι­να γεφύ­ρια της Ηπεί­ρου, δεν είναι μόνο ένα αξιό­λο­γο τεχνι­κό έργο. Απο­τε­λεί σύμ­βο­λο της οικο­νο­μι­κής και κοι­νω­νι­κής ζωής της περιο­χής, των εμπο­ρι­κών δια­δρο­μών και της ανά­γκης επι­κοι­νω­νί­ας των ορει­νών κοινοτήτων.

Η πιθα­νή σύν­δε­ση της οικο­γέ­νειας Σίσκο με τη χρη­μα­το­δό­τη­σή του δεί­χνει πόσο στε­νά συν­δε­δε­μέ­νες ήταν οι ισχυ­ρές οικο­γέ­νειες της επο­χής με τη δημιουρ­γία δημό­σιων έργων και υποδομών.

Ο Φάικ Κόνιτσα: Από την ηπειρωτική πόλη στα πνευματικά κέντρα της Ευρώπης

Ο Φάικ Μπέ­ης Κόνι­τσα, γνω­στός διε­θνώς ως Faik Konica ή Faik Bey Konitza, γεν­νή­θη­κε το 1875 στην Κόνι­τσα, όταν η περιο­χή ανή­κε ακό­μη στην Οθω­μα­νι­κή Αυτοκρατορία.

Μεγά­λω­σε σε ένα περι­βάλ­λον όπου συνυ­πήρ­χαν δια­φο­ρε­τι­κές γλωσ­σι­κές, θρη­σκευ­τι­κές και πολι­τι­σμι­κές παρα­δό­σεις. Η οικο­γε­νεια­κή του κατα­γω­γή τού επέ­τρε­ψε να απο­κτή­σει εκπαί­δευ­ση πολύ πέρα από τα γεω­γρα­φι­κά όρια της γενέ­τει­ράς του.

Σπού­δα­σε στην οθω­μα­νι­κή επι­κρά­τεια και στη Γαλ­λία, ενώ αργό­τε­ρα φοί­τη­σε και στο Πανε­πι­στή­μιο Χάρ­βαρντ των Ηνω­μέ­νων Πολι­τειών, από το οποίο απο­φοί­τη­σε το 1912.

Η ευρω­παϊ­κή παι­δεία επη­ρέ­α­σε καθο­ρι­στι­κά τη σκέ­ψη του. Γνώ­ρι­σε τη γαλ­λι­κή λογο­τε­χνία, τη φιλο­λο­γία και τις νέες ιδέ­ες που κυκλο­φο­ρού­σαν στα πνευ­μα­τι­κά κέντρα της Ευρώ­πης στα τέλη του 19ου αιώνα.

Το 1897, σε ηλι­κία μόλις 22 ετών, ίδρυ­σε στις Βρυ­ξέλ­λες το περιο­δι­κό Albania, το οποίο εξε­λί­χθη­κε σε ένα από τα σημα­ντι­κό­τε­ρα έντυ­πα της αλβα­νι­κής πνευ­μα­τι­κής αναγέννησης.

Μέσα από τις σελί­δες του ανα­πτύ­χθη­καν συζη­τή­σεις για τη γλώσ­σα, την εκπαί­δευ­ση, την ιστο­ρία, τη λογο­τε­χνία και το πολι­τι­κό μέλ­λον των Αλβα­νών. Το περιο­δι­κό κυκλο­φό­ρη­σε μέχρι το 1909 και συνέ­βα­λε στην προ­βο­λή της αλβα­νι­κής πολι­τι­στι­κής παρα­γω­γής στο ευρω­παϊ­κό κοινό.

Ο Κόνι­τσα δια­κρί­θη­κε για την καλ­λιέρ­γεια της γλώσ­σας, τη λογο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή και τον ιδιαί­τε­ρα αιχ­μη­ρό, συχνά σατι­ρι­κό τρό­πο γρα­φής του. Δεν δίστα­ζε να ασκεί κρι­τι­κή ακό­μη και στις αδυ­να­μί­ες της κοι­νω­νί­ας την οποία επι­δί­ω­κε να εκπροσωπήσει.

Η αμερικανική περίοδος και η διπλωματική σταδιοδρομία

Το 1909 εγκα­τα­στά­θη­κε στις Ηνω­μέ­νες Πολι­τεί­ες, όπου συν­δέ­θη­κε με την αλβα­νι­κή δια­σπο­ρά και ανέ­πτυ­ξε σημα­ντι­κή δημο­σιο­γρα­φι­κή δραστηριότητα.

Συνερ­γά­στη­κε με την εφη­με­ρί­δα Dielli και συμ­με­τεί­χε στην Παναλ­βα­νι­κή Ομο­σπον­δία Vatra, που δια­δρα­μά­τι­σε σημα­ντι­κό ρόλο στην οργά­νω­ση των Αλβα­νών μετα­να­στών στην Αμερική.

Στην ίδια περί­ο­δο συν­δέ­θη­κε με τον Φαν Νόλι, τον κλη­ρι­κό, λόγιο και πολι­τι­κό που αργό­τε­ρα διε­τέ­λε­σε πρω­θυ­πουρ­γός της Αλβανίας.

Το 1926 ο Φάικ Κόνι­τσα ανέ­λα­βε διπλω­μα­τι­κός εκπρό­σω­πος της Αλβα­νί­ας στην Ουά­σιγ­κτον, θέση την οποία δια­τή­ρη­σε μέχρι την ιτα­λι­κή εισβο­λή στην Αλβα­νία, τον Απρί­λιο του 1939.

Πέθα­νε στην Ουά­σιγ­κτον στις 15 Δεκεμ­βρί­ου 1942, μακριά από την πόλη όπου γεν­νή­θη­κε. Τα λεί­ψα­νά του μετα­φέρ­θη­καν δεκα­ε­τί­ες αργό­τε­ρα στην Αλβανία.

Ανά­με­σα στα έργα που συν­δέ­ο­νται με το όνο­μά του ξεχω­ρί­ζει το Albania: The Rock Garden of Southeastern Europe, το οποίο εκδό­θη­κε μετα­θα­νά­τια το 1957. Πρό­κει­ται για μια προ­σπά­θεια παρου­σί­α­σης της ιστο­ρί­ας και του πολι­τι­σμού της Αλβα­νί­ας στο αγγλό­φω­νο κοι­νό, μέσα από την ιδιαί­τε­ρη ιστο­ρι­κή και πολι­τι­κή οπτι­κή του συγγραφέα.

Η ιστορία του αρχοντικού και τα ερωτήματα της οικογενειακής διαδοχής

Η σχέ­ση του Φάικ Κόνι­τσα με το αρχο­ντι­κό Χου­σε­ΐν Σίσκο παρου­σιά­ζει ξεχω­ρι­στό ιστο­ρι­κό ενδιαφέρον.

Αλβα­νι­κές δημο­σιευ­μέ­νες μαρ­τυ­ρί­ες συν­δέ­ουν το κτί­ριο με τον Χου­σε­ΐν Σίσκο, τον οποίο παρου­σιά­ζουν ως νεό­τε­ρο αδελ­φό του Φάικ. Σε οικο­γε­νεια­κή συνέ­ντευ­ξη γίνε­ται επί­σης ανα­φο­ρά στον Σαχίν Μπέη ως πατέ­ρα τους και σε παλαιό­τε­ρες οικο­γε­νεια­κές περιου­σί­ες στην περιοχή.

Ωστό­σο, οι πλη­ρο­φο­ρί­ες αυτές δεν αρκούν από μόνες τους για την ορι­στι­κή ανα­σύν­θε­ση της γενε­α­λο­γί­ας ή του ιδιο­κτη­σια­κού καθε­στώ­τος του αρχοντικού.

Για την πλή­ρη τεκ­μη­ρί­ω­ση θα απαι­τού­νταν έρευ­να σε οθω­μα­νι­κά κτη­μα­το­λο­γι­κά και φορο­λο­γι­κά μητρώα, στα Γενι­κά Αρχεία του Κρά­τους, στις παλαιές υπο­θη­κο­φυ­λα­κι­κές εγγρα­φές και στα αρχεία των αρμό­διων υπη­ρε­σιών του Υπουρ­γεί­ου Πολιτισμού.

Είναι επο­μέ­νως ιστο­ρι­κά ακρι­βέ­στε­ρο να μιλά­με για το αρχο­ντι­κό Χου­σε­ΐν Σίσκο, που συν­δέ­ε­ται με την οικο­γέ­νεια του Φάικ Κόνι­τσα, παρά να θεω­ρού­με αυτο­νό­η­το ότι όλες οι φάσεις της ιδιο­κτη­σί­ας του ταυ­τί­ζο­νται με τον ίδιο τον λογοτέχνη.

Η διά­κρι­ση αυτή δεν μειώ­νει τη σημα­σία του κτι­ρί­ου. Αντί­θε­τα, ανα­δει­κνύ­ει τη μεγα­λύ­τε­ρη ιστο­ρι­κή του αξία, καθώς το συν­δέ­ει με μια οικο­γέ­νεια που είχε παρου­σία στην Κόνι­τσα πολύ πριν από τη γέν­νη­ση του γνω­στού διανοουμένου.

Η εγκατάλειψη και η νέα ελπίδα αποκατάστασης

Τον Ιού­λιο του 2026, το Euronews Albania ανέ­δει­ξε με ρεπορ­τάζ την κατά­στα­ση του ιστο­ρι­κού αρχο­ντι­κού. Το κτί­ριο παρου­σί­α­ζε εκτε­τα­μέ­νες φθο­ρές, ενώ η ανε­ξέ­λεγ­κτη βλά­στη­ση είχε καλύ­ψει μεγά­λο μέρος του περι­βάλ­λο­ντος χώρου.

Στο σχε­τι­κό ρεπορ­τάζ, ο Μπε­κίρ Πότ­κα, ο οποί­ος είχε συμ­με­τά­σχει στην προ­σπά­θεια μετα­φο­ράς των λει­ψά­νων του Φάικ Κόνι­τσα στην Αλβα­νία, ζήτη­σε την απο­κα­τά­στα­ση του κτι­ρί­ου και τη μετα­τρο­πή του σε μου­σείο. Δήλω­σε μάλι­στα ότι θα μπο­ρού­σε να υπάρ­ξει οικο­νο­μι­κή συν­δρο­μή από την αλβα­νι­κή κοι­νό­τη­τα των Ηνω­μέ­νων Πολιτειών.

Η ανα­κοί­νω­ση του Οκτω­βρί­ου φαί­νε­ται να δίνει πλέ­ον συγκε­κρι­μέ­νη προ­ο­πτι­κή στην προ­σπά­θεια διά­σω­σης. Σύμ­φω­να με τον Αλβα­νό υπουρ­γό, οι ελλη­νι­κές αρχές έχουν προ­χω­ρή­σει στις ανα­γκαί­ες θεσμι­κές ενέρ­γειες και έχουν εξα­σφα­λί­σει τη χρηματοδότηση.

Δεν έχει ακό­μη διευ­κρι­νι­στεί εάν το αρχο­ντι­κό θα μετα­τρα­πεί σε μου­σείο, εάν θα είναι επι­σκέ­ψι­μο ή ποιος φορέ­ας θα ανα­λά­βει τη δια­χεί­ρι­σή του μετά την ολο­κλή­ρω­ση των εργασιών.

Μια συνά­ντη­ση με ευρύ­τε­ρο πολι­τι­στι­κό ενδιαφέρον

Η συζή­τη­ση για το αρχο­ντι­κό δεν απο­τέ­λε­σε το μονα­δι­κό αντι­κεί­με­νο της συνά­ντη­σης Μενδώνη–Γκόντζια.

Οι δύο πλευ­ρές εξέ­τα­σαν επί­σης την προ­ώ­θη­ση της επι­στρο­φής στην Αλβα­νία δύο αρχαιο­λο­γι­κών αντι­κει­μέ­νων από το Βου­θρω­τό, τα οποία είχαν κατα­σχε­θεί στην Ελλά­δα το 2002, καθώς και δυνα­τό­τη­τες συνερ­γα­σί­ας για την απο­κα­τά­στα­ση του ναού του Αγί­ου Νικο­λά­ου στο Μεσο­πό­τα­μο και των τοι­χο­γρα­φιών του.

Συζη­τή­θη­καν ακό­μη αρχαιο­λο­γι­κές έρευ­νες στη Φοι­νί­κη, η συντή­ρη­ση πολι­τι­στι­κών αντι­κει­μέ­νων, η εκπαί­δευ­ση Αλβα­νών συντη­ρη­τών στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και η ενί­σχυ­ση των πολι­τι­στι­κών ανταλλαγών.

Η συνά­ντη­ση πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στο ευρύ­τε­ρο πλαί­σιο των πολι­τι­στι­κών πρω­το­βου­λιών στις Πρέ­σπες, όπου προ­ω­θεί­ται και η διε­ρεύ­νη­ση κοι­νής δια­συ­νο­ρια­κής υπο­ψη­φιό­τη­τας για την έντα­ξη της περιο­χής στον Κατά­λο­γο Παγκό­σμιας Κλη­ρο­νο­μιάς της UNESCO.

Η Κόνι­τσα δεν έχει λόγο να φοβά­ται την πολυ­κύ­μα­ντη ιστο­ρία της

Η ιστο­ρία του Φάικ Κόνι­τσα, όπως και εκεί­νη της οικο­γέ­νειας Σίσκο, δεν μπο­ρεί να απο­κο­πεί από τις πολι­τι­κές και εθνι­κές αντι­πα­ρα­θέ­σεις της εποχής.

Ο Φάικ υπήρ­ξε εξέ­χου­σα προ­σω­πι­κό­τη­τα του αλβα­νι­κού εθνι­κού κινή­μα­τος και εξέ­φρα­σε από­ψεις που συν­δέ­ο­νταν με τις αλβα­νι­κές εθνι­κές επι­διώ­ξεις. Ορι­σμέ­νες από αυτές βρί­σκο­νταν σε αντί­θε­ση με τις ελλη­νι­κές θέσεις για τα εθνι­κά ζητή­μα­τα και τα σύνο­ρα της Ηπείρου.

Η ιστο­ρι­κή έρευ­να δεν έχει, όμως, ως απο­στο­λή να εξα­φα­νί­ζει τις αντι­φά­σεις του παρελ­θό­ντος. Οφεί­λει να τις ανα­δει­κνύ­ει και να τις ερμη­νεύ­ει μέσα στις πραγ­μα­τι­κές συν­θή­κες της εποχής.

Η Κόνι­τσα υπήρ­ξε για αιώ­νες ένας τόπος συνά­ντη­σης δια­φο­ρε­τι­κών πλη­θυ­σμών, γλωσ­σών και πολι­τι­σμι­κών παρα­δό­σε­ων. Στα στε­νά της, στα αρχο­ντι­κά της, στα θρη­σκευ­τι­κά της μνη­μεία και στα παλιά δημό­σια κτί­ρια δια­σώ­ζο­νται ίχνη αυτής της σύν­θε­της διαδρομής.

Η απο­κα­τά­στα­ση ενός οθω­μα­νι­κού αρχο­ντι­κού δεν συνι­στά υιο­θέ­τη­ση των πολι­τι­κών θέσε­ων των ανθρώ­πων που κατοί­κη­σαν σε αυτό. Συνι­στά πρά­ξη προ­στα­σί­ας της ιστο­ρι­κής και αρχι­τε­κτο­νι­κής κληρονομιάς.

Και αυτή η κλη­ρο­νο­μιά ανή­κει πρω­τί­στως στον τόπο όπου δημιουργήθηκε.

Η Κόνι­τσα μπο­ρεί να ανα­δεί­ξει το αρχο­ντι­κό Χου­σε­ΐν Σίσκο όχι μόνο ως σημείο ανα­φο­ράς στη ζωή ενός σημα­ντι­κού Αλβα­νού δια­νο­ου­μέ­νου, αλλά και ως χώρο γνώ­σης για την κοι­νω­νι­κή ζωή της οθω­μα­νι­κής περιό­δου, την αρχι­τε­κτο­νι­κή των μεγά­λων οικο­γε­νειών και τις ιστο­ρι­κές μετα­βο­λές που γνώ­ρι­σε η περιοχή.

Θα ήταν μάλι­στα ιδιαί­τε­ρα χρή­σι­μο, παράλ­λη­λα με την απο­κα­τά­στα­ση, να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί μια ολο­κλη­ρω­μέ­νη ιστο­ρι­κή μελέ­τη για το κτί­ριο, την οικο­γέ­νεια Σίσκο, τις παλαιές επι­γρα­φές και τις δια­φο­ρε­τι­κές χρή­σεις του αρχοντικού.

Για­τί η διά­σω­ση της ιστο­ρί­ας δεν εξα­ντλεί­ται στην ανα­κα­τα­σκευή ενός τοί­χου ή στην επι­σκευή μιας στέ­γης. Απαι­τεί τεκ­μη­ρί­ω­ση, γνώ­ση και σεβα­σμό στα πραγ­μα­τι­κά γεγονότα.

Και ίσως αυτή να είναι η βαθύ­τε­ρη σημα­σία της πρό­σφα­της συμ­φω­νί­ας. Ένα παλιό αρχο­ντι­κό της Κόνι­τσας, που για χρό­νια έμοια­ζε κατα­δι­κα­σμέ­νο να χαθεί μέσα στη σιω­πή και την εγκα­τά­λει­ψη, απο­κτά ξανά την ευκαι­ρία να στα­θεί όρθιο.

Όχι για να αφη­γη­θεί μία μόνο εθνι­κή ιστο­ρία, αλλά για να θυμί­σει ότι οι τόποι έχουν παρελ­θόν πολύ πλου­σιό­τε­ρο από τα σύνο­ρα, τις αντι­πα­ρα­θέ­σεις και τις δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές που χάρα­ξαν οι άνθρωποι.

Για­τί η ιστο­ρία της Κόνι­τσας δεν γίνε­ται μικρό­τε­ρη όταν ανα­γνω­ρί­ζου­με όλες τις σελί­δες της. Γίνε­ται πληρέστερη.

Πηγές

Το αφιέ­ρω­μα αυτό βασί­ζε­ται σε ιστο­ρι­κές κατα­γρα­φές, δημο­σιευ­μέ­νες οικο­γε­νεια­κές μαρ­τυ­ρί­ες και πρό­σφα­τα ελλη­νι­κά και αλβα­νι­κά ρεπορτάζ.

 

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like

Comments are closed.