- Διαφήμιση -

Από τις επαναστάσεις του 1848 στις εξεγέρσεις του 2026: Δύο αιώνες κοινωνικών συγκρούσεων στην Ευρώπη

Από τη γέν­νη­ση των εθνι­κών κρα­τών και την Παρι­σι­νή Κομ­μού­να έως την ακρί­βεια, την κρί­ση ταυ­τό­τη­τας και τη σύγ­χρο­νη αμφι­σβή­τη­ση της πολι­τι­κής εξου­σί­ας.

του Μπά­μπη Στέρτσου

Τον Μάρ­τιο του 1848, οι δρό­μοι του Βερο­λί­νου γέμι­σαν οδο­φράγ­μα­τα. Λίγες εβδο­μά­δες νωρί­τε­ρα, στο Παρί­σι, η μοναρ­χία του Λου­δο­βί­κου Φιλίπ­που είχε καταρ­ρεύ­σει κάτω από την πίε­ση της λαϊ­κής εξέ­γερ­σης. Στη Βιέν­νη, δια­δη­λω­τές αμφι­σβη­τού­σαν την αυτο­κρα­το­ρι­κή εξου­σία των Αψβούρ­γων, ενώ στο Μιλά­νο οι κάτοι­κοι ξεση­κώ­νο­νταν ενα­ντί­ον της αυστρια­κής κυριαρχίας.

Η Ευρώ­πη έμοια­ζε να φλέ­γε­ται. Όχι για έναν μόνο λόγο, ούτε κάτω από μία κοι­νή επα­να­στα­τι­κή σημαία. Εργά­τες, τεχνί­τες, φοι­τη­τές, δια­νο­ού­με­νοι και τμή­μα­τα της ανερ­χό­με­νης αστι­κής τάξης συνα­ντιού­νταν στους δρό­μους, διεκ­δι­κώ­ντας πολι­τι­κές ελευ­θε­ρί­ες, κοι­νω­νι­κά δικαιώ­μα­τα, εθνι­κή αυτο­διά­θε­ση ή την ανα­τρο­πή της υφι­στά­με­νης εξουσίας.

Σχε­δόν εκα­τόν ογδό­ντα χρό­νια αργό­τε­ρα, τον Οκτώ­βριο του 2026, οι ευρω­παϊ­κές πρω­τεύ­ου­σες βρί­σκο­νται ξανά αντι­μέ­τω­πες με ένα εκτε­τα­μέ­νο κύμα κοι­νω­νι­κών κινητοποιήσεων.

Στη Γαλ­λία, εκα­το­ντά­δες χιλιά­δες άνθρω­ποι δια­δη­λώ­νουν για την ακρί­βεια και την υπο­βάθ­μι­ση των δημό­σιων υπη­ρε­σιών. Στο Βέλ­γιο, εργα­ζό­με­νοι και φοι­τη­τές αντι­δρούν σε δημο­σιο­νο­μι­κά και εκπαι­δευ­τι­κά μέτρα. Στην Ιτα­λία, κινη­το­ποι­ή­σεις για το κόστος ζωής συνο­δεύ­ο­νται από σοβα­ρά επει­σό­δια. Στην Πορ­το­γα­λία, η στε­γα­στι­κή κρί­ση και οι χαμη­λοί μισθοί βγά­ζουν χιλιά­δες πολί­τες στους δρόμους.

Οι εικό­νες μπο­ρεί να θυμί­ζουν παλαιό­τε­ρες επο­χές. Οι ιστο­ρι­κές συν­θή­κες, όμως, είναι εντε­λώς διαφορετικές.

Δεν βρι­σκό­μα­στε μπρο­στά σε μια νέα Παρι­σι­νή Κομ­μού­να ούτε μπο­ρού­με να μιλή­σου­με για επα­νά­λη­ψη των επα­να­στά­σε­ων του 1848. Θα ήταν ιστο­ρι­κά αυθαί­ρε­το να εξι­σώ­σου­με την εξέ­γερ­ση ενα­ντί­ον μιας από­λυ­της μοναρ­χί­ας με μια δια­δή­λω­ση σε ένα σύγ­χρο­νο κοι­νο­βου­λευ­τι­κό πολίτευμα.

Υπάρ­χει, ωστό­σο, ένα ερώ­τη­μα που δια­περ­νά τους δύο αιώ­νες: τι συμ­βαί­νει όταν μεγά­λα τμή­μα­τα μιας κοι­νω­νί­ας αισθά­νο­νται ότι η οικο­νο­μι­κή και πολι­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν αντα­πο­κρί­νε­ται πλέ­ον στις ανά­γκες και στις προσ­δο­κί­ες τους;

Και, κυρί­ως, τι έχει αλλά­ξει από την Ευρώ­πη που αγω­νι­ζό­ταν να συγκρο­τή­σει τα εθνι­κά της κρά­τη έως τη σημε­ρι­νή Ευρώ­πη, όπου η εθνι­κή κυριαρ­χία, η κοι­νω­νι­κή συνο­χή και η εμπι­στο­σύ­νη στους θεσμούς απο­τε­λούν εκ νέου αντι­κεί­με­να αντιπαράθεσης;

Η Ευρώπη πριν από τη συγκρότηση των εθνικών κρατών

Για να κατα­νο­ή­σου­με τις επα­να­στά­σεις του 19ου αιώ­να, πρέ­πει να θυμη­θού­με ότι ο πολι­τι­κός χάρ­της της Ευρώ­πης δεν είχε τη σημε­ρι­νή μορφή.

Η Γερ­μα­νία δεν απο­τε­λού­σε ενιαίο εθνι­κό κρά­τος. Ο γερ­μα­νι­κός χώρος ήταν κατα­κερ­μα­τι­σμέ­νος σε βασί­λεια, δου­κά­τα, πρι­γκι­πά­τα και ελεύ­θε­ρες πόλεις. Η Ιτα­λία ήταν επί­σης διαι­ρε­μέ­νη, με σημα­ντι­κά εδά­φη υπό αυστρια­κή κυριαρ­χία και άλλα υπό δια­φο­ρε­τι­κές δυνα­στεί­ες ή την παπι­κή εξουσία.

Η αυτο­κρα­το­ρία των Αψβούρ­γων περι­λάμ­βα­νε λαούς με δια­φο­ρε­τι­κές γλώσ­σες, θρη­σκεί­ες και εθνι­κές επι­διώ­ξεις. Οι Πολω­νοί αγω­νί­ζο­νταν για την απο­κα­τά­στα­ση της κρα­τι­κής τους υπό­στα­σης, ενώ οι Ούγ­γροι και άλλοι λαοί διεκ­δι­κού­σαν αυτο­νο­μία, πολι­τι­κά δικαιώ­μα­τα ή εθνι­κή αυτοδιάθεση.

Η Γαλ­λι­κή Επα­νά­στα­ση του 1789 είχε ήδη ανα­δεί­ξει την αρχή της λαϊ­κής και εθνι­κής κυριαρ­χί­ας, αμφι­σβη­τώ­ντας τη θεμε­λί­ω­ση της πολι­τι­κής εξου­σί­ας απο­κλει­στι­κά στο κλη­ρο­νο­μι­κό δικαί­ω­μα των μοναρχών.

Το Συνέ­δριο της Βιέν­νης του 1815 επι­χεί­ρη­σε να απο­κα­τα­στή­σει την ευρω­παϊ­κή ισορ­ρο­πία μετά τους Ναπο­λε­ό­ντειους Πολέ­μους. Δεν μπο­ρού­σε, όμως, να εξα­φα­νί­σει τις ιδέ­ες του φιλε­λευ­θε­ρι­σμού, του εθνι­κι­σμού και της συνταγ­μα­τι­κής διακυβέρνησης.

Εδώ βρί­σκε­ται μια ουσιώ­δης ιστο­ρι­κή δια­φο­ρά από τη σημε­ρι­νή επο­χή. Τον 19ο αιώ­να, οι κοι­νω­νι­κές συγκρού­σεις συν­δέ­ο­νταν συχνά με την ίδια τη δια­δι­κα­σία συγκρό­τη­σης των σύγ­χρο­νων εθνι­κών κρα­τών. Οι άνθρω­ποι δεν διεκ­δι­κού­σαν μόνο καλύ­τε­ρες συν­θή­κες ζωής. Διεκ­δι­κού­σαν επί­σης να απο­κτή­σουν πολι­τι­κή φωνή, να συμ­με­τά­σχουν στη δια­κυ­βέρ­νη­ση ή να συγκρο­τή­σουν το δικό τους κράτος.

Και αυτές οι επι­διώ­ξεις δεν ήταν πάντο­τε συμ­βα­τές μετα­ξύ τους.

Από τις Βρυξέλλες του 1830 στο επαναστατικό κύμα του 1848

Η βελ­γι­κή επα­νά­στα­ση του 1830 απο­τε­λεί χαρα­κτη­ρι­στι­κό παρά­δειγ­μα συνά­ντη­σης δια­φο­ρε­τι­κών κοι­νω­νι­κών και πολι­τι­κών αιτημάτων.

Η οικο­νο­μι­κή δυσα­ρέ­σκεια, οι θρη­σκευ­τι­κές αντι­θέ­σεις και η αντί­δρα­ση στην πολι­τι­κή του βασι­λιά Γου­λιέλ­μου Α΄ συνέ­βα­λαν στην εξέ­γερ­ση των Βρυ­ξελ­λών. Η συμ­μα­χία φιλε­λεύ­θε­ρων και καθο­λι­κών οδή­γη­σε τελι­κά στην ανε­ξαρ­τη­σία του Βελ­γί­ου από το Ηνω­μέ­νο Βασί­λειο των Κάτω Χωρών. Η επα­νά­στα­ση δεν είχε απο­κλει­στι­κά κοι­νω­νι­κό χαρα­κτή­ρα. Κατέ­λη­ξε στη δημιουρ­γία ενός νέου κράτους.

Το 1848, η Ευρώ­πη γνώ­ρι­σε ένα ακό­μη ευρύ­τε­ρο κύμα εξε­γέρ­σε­ων. Η πρώ­τη σημα­ντι­κή επα­να­στα­τι­κή έκρη­ξη σημειώ­θη­κε τον Ιανουά­ριο στη Σικε­λία. Τον Φεβρουά­ριο ακο­λού­θη­σε το Παρί­σι, όπου η ανα­τρο­πή του Λου­δο­βί­κου Φιλίπ­που οδή­γη­σε στην ανα­κή­ρυ­ξη της Δεύ­τε­ρης Γαλ­λι­κής Δημο­κρα­τί­ας. Από εκεί, το επα­να­στα­τι­κό κύμα εξα­πλώ­θη­κε στον γερ­μα­νι­κό χώρο, στην αυτο­κρα­το­ρία των Αψβούρ­γων και στην ιτα­λι­κή χερσόνησο.

Στο Βερο­λί­νο, οι δια­δη­λω­τές απαι­τού­σαν συνταγ­μα­τι­κές ελευ­θε­ρί­ες και πολι­τι­κή εκπρο­σώ­πη­ση. Στη Φραν­κφούρ­τη, η Εθνο­συ­νέ­λευ­ση επι­χεί­ρη­σε να δημιουρ­γή­σει τις θεσμι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις ενός ενιαί­ου γερ­μα­νι­κού κράτους.

Στο Μιλά­νο, οι περί­φη­μες Πέντε Ημέ­ρες του Μαρ­τί­ου οδή­γη­σαν προ­σω­ρι­νά στην εκδί­ω­ξη των αυστρια­κών στρα­τευ­μά­των. Στη Βιέν­νη, η επα­νά­στα­ση προ­κά­λε­σε την πτώ­ση του Μέτερ­νιχ, του πολι­τι­κού που είχε συν­δε­θεί περισ­σό­τε­ρο από κάθε άλλον με τη συντη­ρη­τι­κή ευρω­παϊ­κή τάξη μετά το 1815.

Όμως οι επα­να­στά­σεις του 1848 δεν απο­τέ­λε­σαν ένα ενιαίο κίνημα.

Οι φιλε­λεύ­θε­ροι αστοί επι­δί­ω­καν συνταγ­μα­τι­κές μεταρ­ρυθ­μί­σεις. Οι δημο­κρά­τες διεκ­δι­κού­σαν ευρύ­τε­ρη πολι­τι­κή συμ­με­το­χή. Οι εργά­τες απαι­τού­σαν κοι­νω­νι­κή προ­στα­σία και δικαιώ­μα­τα. Τα εθνι­κά κινή­μα­τα επι­ζη­τού­σαν ενο­ποί­η­ση ή αυτοδιάθεση.

Οι αντι­θέ­σεις ανά­με­σα σε αυτές τις επι­διώ­ξεις συνέ­βα­λαν τελι­κά στην απο­τυ­χία πολ­λών επα­να­στα­τι­κών προσπαθειών.

Η Ιτα­λία συγκρο­τή­θη­κε σε ενιαίο βασί­λειο το 1861 και η Γερ­μα­νι­κή Αυτο­κρα­το­ρία ανα­κη­ρύ­χθη­κε το 1871. Η εθνι­κή ενο­ποί­η­ση πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τελι­κά μέσα από πολι­τι­κές και στρα­τιω­τι­κές δια­δι­κα­σί­ες που απεί­χαν σημα­ντι­κά από τα δημο­κρα­τι­κά ορά­μα­τα πολ­λών επα­να­στα­τών του 1848.

Η ιστο­ρία είχε ήδη απο­δεί­ξει ότι η εθνι­κή ολο­κλή­ρω­ση και η κοι­νω­νι­κή χει­ρα­φέ­τη­ση δεν ακο­λου­θούν υπο­χρε­ω­τι­κά την ίδια πορεία.

Η Παρισινή Κομμούνα και ο Μαρξ: Όταν η εξέγερση επιχείρησε να γίνει εξουσία

Το 1871, το Παρί­σι έγι­νε το επί­κε­ντρο ενός δια­φο­ρε­τι­κού ιστο­ρι­κού εγχει­ρή­μα­τος. Η Γαλ­λία είχε ηττη­θεί στον Γαλ­λο­πρω­σι­κό Πόλε­μο. Η αυτο­κρα­το­ρία του Ναπο­λέ­ο­ντα Γ΄ είχε καταρ­ρεύ­σει, ενώ η πολύ­μη­νη πολιορ­κία του Παρι­σιού είχε προ­κα­λέ­σει τερά­στια οικο­νο­μι­κή και κοι­νω­νι­κή δοκι­μα­σία. Στις 18 Μαρ­τί­ου 1871 ξέσπα­σε η εξέ­γερ­ση που οδή­γη­σε στη συγκρό­τη­ση της Παρι­σι­νής Κομ­μού­νας. Για περί­που δύο μήνες, έως τη βίαιη κατα­στο­λή της στα τέλη Μαΐ­ου, η Κομ­μού­να επι­χεί­ρη­σε να εγκα­θι­δρύ­σει μια δια­φο­ρε­τι­κή μορ­φή πολι­τι­κής οργά­νω­σης και τοπι­κής αυτο­κυ­βέρ­νη­σης. Η ιστο­ρι­κή της σημα­σία δεν περιο­ρί­ζε­ται στην εξέ­γερ­ση. Βρί­σκε­ται στην προ­σπά­θεια να μετα­τρα­πεί η επα­να­στα­τι­κή κινη­το­ποί­η­ση σε μια νέα μορ­φή εξουσίας.

Η Κομ­μού­να δεν ήταν ιδε­ο­λο­γι­κά ομοιο­γε­νής. Στους κόλ­πους της συνυ­πήρ­χαν δημο­κρα­τι­κές, σοσια­λι­στι­κές, μπλαν­κι­στι­κές και άλλες επα­να­στα­τι­κές τάσεις. Παράλ­λη­λα, η αντί­στα­ση στις συνέ­πειες της γαλ­λι­κής στρα­τιω­τι­κής ήττας προ­σέ­δι­δε στο κίνη­μα και έντο­να πατριω­τι­κά χαρα­κτη­ρι­στι­κά. Η κατα­στο­λή της, κατά την Αιμα­τη­ρή Εβδο­μά­δα του Μαΐ­ου, υπήρ­ξε ιδιαί­τε­ρα σκλη­ρή, με χιλιά­δες νεκρούς και μαζι­κές συλλήψεις.

                                              Η Παρι­σι­νή Κομ­μού­να του 1871 απο­τε­λεί έναν δια­φο­ρε­τι­κό ιστο­ρι­κό σταθμό.

Για τον Καρλ Μαρξ, η Παρι­σι­νή Κομ­μού­να απο­τέ­λε­σε ένα γεγο­νός εξαι­ρε­τι­κής θεω­ρη­τι­κής σημα­σί­ας. Στο έργο του Ο εμφύ­λιος πόλε­μος στη Γαλ­λία, που δημο­σιεύ­θη­κε το 1871, την ερμή­νευ­σε ως ιστο­ρι­κή εμπει­ρία μέσα από την οποία η εργα­τι­κή τάξη επι­χεί­ρη­σε να ανα­διορ­γα­νώ­σει την πολι­τι­κή εξου­σία. Η μαρ­ξι­κή προ­σέγ­γι­ση ανέ­δει­ξε την ταξι­κή σύγκρου­ση, τις σχέ­σεις παρα­γω­γής και την κατα­νο­μή της οικο­νο­μι­κής και πολι­τι­κής ισχύ­ος ως βασι­κά στοι­χεία της κοι­νω­νι­κής εξέ­λι­ξης. Μπο­ρεί, όμως, αυτή η ερμη­νεία να εξη­γή­σει επαρ­κώς τις σημε­ρι­νές ευρω­παϊ­κές κινητοποιήσεις;

Η οικο­νο­μι­κή ανι­σό­τη­τα εξα­κο­λου­θεί να απο­τε­λεί σημα­ντι­κό παρά­γο­ντα κοι­νω­νι­κής σύγκρου­σης. Ο κόσμος της εργα­σί­ας, ωστό­σο, έχει μετα­σχη­μα­τι­στεί ριζικά.

Ο βιο­μη­χα­νι­κός εργά­της του 19ου αιώ­να δεν ταυ­τί­ζε­ται με τον σημε­ρι­νό ανα­σφα­λή εργα­ζό­με­νο, τον δια­νο­μέα μιας ψηφια­κής πλατ­φόρ­μας, τον μικρο­με­σαίο επαγ­γελ­μα­τία ή τον νέο επι­στή­μο­να που αδυ­να­τεί να εξα­σφα­λί­σει οικο­νο­μι­κή αυτονομία.

Επι­πλέ­ον, οι σύγ­χρο­νες κοι­νω­νι­κές αντι­πα­ρα­θέ­σεις δεν περιο­ρί­ζο­νται στην οικο­νο­μία. Συν­δέ­ο­νται με την πολι­τι­σμι­κή ταυ­τό­τη­τα, τη μετα­νά­στευ­ση, τη θρη­σκεία, την εθνι­κή κυριαρ­χία και την εμπι­στο­σύ­νη στους θεσμούς.

Ο Μαρξ εξα­κο­λου­θεί να προ­σφέ­ρει ένα σημα­ντι­κό εργα­λείο ερμη­νεί­ας των κοι­νω­νι­κών ανι­σο­τή­των. Δεν απο­τε­λεί, όμως, το μονα­δι­κό κλει­δί για την κατα­νό­η­ση των σημε­ρι­νών συγκρούσεων.

Ο Μαξ Βέμπερ, με την ανά­λυ­σή του για τη νομι­μο­ποί­η­ση της εξου­σί­ας, και ο Εμίλ Ντυρ­κέμ, με τη μελέ­τη της κοι­νω­νι­κής συνο­χής και της ανο­μί­ας, προ­σφέ­ρουν συμπλη­ρω­μα­τι­κές δυνα­τό­τη­τες κατα­νό­η­σης της σύγ­χρο­νης ευρω­παϊ­κής πραγματικότητας.

Ο Οκτώβριος του 2026 και η νέα ευρωπαϊκή κοινωνική δυσαρέσκεια

Οι κινη­το­ποι­ή­σεις που εκδη­λώ­νο­νται αυτές τις ημέ­ρες σε δια­φο­ρε­τι­κές ευρω­παϊ­κές χώρες δεν απο­τε­λούν μια ενιαία επα­νά­στα­ση. Ούτε υπάρ­χει μέχρι στιγ­μής επαρ­κής βάση για να θεω­ρή­σου­με ότι συγκρο­τούν ένα κοι­νό πολι­τι­κό κίνημα.

Παρου­σιά­ζουν, ωστό­σο, ορι­σμέ­να κοι­νά χαρακτηριστικά.

Στη Γαλ­λία, στις 17 Οκτω­βρί­ου, πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν μαζι­κές δια­δη­λώ­σεις για το κόστος ζωής, τις κοι­νω­νι­κές ανι­σό­τη­τες και την κατά­στα­ση των δημό­σιων υπη­ρε­σιών. Σύμ­φω­να με τις γαλ­λι­κές αρχές, περί­που 550.000 άνθρω­ποι συμ­με­τεί­χαν σε 110 πορεί­ες σε ολό­κλη­ρη τη χώρα. Οι διορ­γα­νω­τές υπο­λό­γι­σαν τη συμ­με­το­χή σε περί­που 800.000.

Η μεγά­λη πλειο­νό­τη­τα των κινη­το­ποι­ή­σε­ων είχε ειρη­νι­κό χαρα­κτή­ρα. Σε αρκε­τές πόλεις, όμως, σημειώ­θη­καν σοβα­ρά επει­σό­δια, εμπρη­σμοί και λεη­λα­σί­ες. Ο νεό­τε­ρος απο­λο­γι­σμός της 18ης Οκτω­βρί­ου έκα­νε λόγο για σχε­δόν 1.800 συλ­λή­ψεις ή προ­σα­γω­γές σε όλη τη Γαλλία.

Στο Βέλ­γιο, οι κινη­το­ποι­ή­σεις εργα­τι­κών συν­δι­κά­των και φοι­τη­τών συν­δέ­ο­νται με τις σχε­δια­ζό­με­νες δημο­σιο­νο­μι­κές περι­κο­πές, το κόστος της εκπαί­δευ­σης και τις επι­πτώ­σεις κυβερ­νη­τι­κών μέτρων στα εισο­δή­μα­τα. Στις 9 Οκτω­βρί­ου, περί­που 30.000 άνθρω­ποι συμ­με­τεί­χαν σε πορεία στις Βρυ­ξέλ­λες, σύμ­φω­να με την αστυνομία.

Στην Ιτα­λία, δια­δη­λώ­σεις για την ακρί­βεια και τις δημό­σιες υπη­ρε­σί­ες συνο­δεύ­τη­καν από βίαια επει­σό­δια στο Μιλά­νο και σε άλλες πόλεις. Η κυβέρ­νη­ση ανα­κοί­νω­σε την προ­ώ­θη­ση πρό­σθε­των μέτρων ασφά­λειας, ενώ επι­κρι­τές της υπο­στη­ρί­ζουν ότι η αυστη­ρο­ποί­η­ση της κατα­στο­λής δεν αντι­με­τω­πί­ζει τα βαθύ­τε­ρα κοι­νω­νι­κά αίτια της δυσαρέσκειας.

Στην Πορ­το­γα­λία, η στε­γα­στι­κή κρί­ση έχει απο­κτή­σει ιδιαί­τε­ρη έντα­ση. Στις 17 Οκτω­βρί­ου, δεκά­δες χιλιά­δες άνθρω­ποι δια­δή­λω­σαν στη Λισα­βό­να για τους χαμη­λούς μισθούς, την ακρί­βεια και το αυξα­νό­με­νο κόστος κατοικίας.

Σύμ­φω­να με τα στοι­χεία που μετέ­δω­σε το Reuters, οι τιμές αγο­ράς κατοι­κιών στην Πορ­το­γα­λία έχουν υπερ­δι­πλα­σια­στεί από το 2017, ενώ τα ενοί­κια νέων μισθώ­σε­ων έχουν σχε­δόν διπλασιαστεί.

- Δια­φή­μι­ση -

Στις 20 Οκτω­βρί­ου, η πορ­το­γα­λι­κή αστυ­νο­μία προ­χώ­ρη­σε στην απο­μά­κρυν­ση καταυ­λι­σμών δια­μαρ­τυ­ρί­ας στη Λισα­βό­να και στο Πόρ­το, με 55 συλλήψεις.

Τα γεγο­νό­τα αυτά δεν έχουν τα ίδια αίτια, την ίδια έντα­ση ή τους ίδιους πρω­τα­γω­νι­στές. Η σχε­δόν ταυ­τό­χρο­νη εκδή­λω­σή τους, όμως, ανα­δει­κνύ­ει την ύπαρ­ξη κοι­νω­νι­κών πιέ­σε­ων σε δια­φο­ρε­τι­κές ευρω­παϊ­κές οικονομίες.

Και εδώ η ιστο­ρι­κή σύγκρι­ση απο­κτά ιδιαί­τε­ρο ενδιαφέρον.

Τον 19ο αιώ­να, μεγά­λα τμή­μα­τα του πλη­θυ­σμού διεκ­δι­κού­σαν πολι­τι­κά και κοι­νω­νι­κά δικαιώ­μα­τα που δεν είχαν ακό­μη κατοχυρωθεί.

Σήμε­ρα, σε αρκε­τές περι­πτώ­σεις, οι πολί­τες αμφι­σβη­τούν κατά πόσο τα ήδη κατο­χυ­ρω­μέ­να δικαιώ­μα­τα συνο­δεύ­ο­νται από τις πραγ­μα­τι­κές οικο­νο­μι­κές και κοι­νω­νι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την άσκη­σή τους. Το δικαί­ω­μα στην εργα­σία δεν εξα­σφα­λί­ζει από μόνο του επαρ­κές εισό­δη­μα. Η πρό­σβα­ση στην εκπαί­δευ­ση δεν εγγυά­ται επαγ­γελ­μα­τι­κή απο­κα­τά­στα­ση. Και η οικο­νο­μι­κή ανά­πτυ­ξη δεν σημαί­νει υπο­χρε­ω­τι­κά ότι οι νεό­τε­ρες γενιές θα μπο­ρούν να απο­κτή­σουν κατοι­κία ή να δια­τη­ρή­σουν το βιο­τι­κό επί­πε­δο των γονιών τους.

Η κοι­νω­νι­κή δυσα­ρέ­σκεια μπο­ρεί έτσι να ανα­πτύσ­σε­ται ακό­μη και μέσα σε δημο­κρα­τι­κά πολι­τεύ­μα­τα με υψη­λό­τε­ρα επί­πε­δα ευη­με­ρί­ας από οποια­δή­πο­τε προη­γού­με­νη ιστο­ρι­κή εποχή.

Από τη δημιουργία των εθνικών κρατών στην αναδιαπραγμάτευση της κυριαρχίας τους

Μια από τις σημα­ντι­κό­τε­ρες δια­φο­ρές ανά­με­σα στις δύο επο­χές αφο­ρά την έννοια του έθνους και τη σχέ­ση του με την πολι­τι­κή εξουσία.

Τον 19ο αιώ­να, οι Γερ­μα­νοί και οι Ιτα­λοί εθνι­κι­στές επι­δί­ω­καν την ενο­ποί­η­ση. Άλλοι ευρω­παϊ­κοί λαοί αγω­νί­ζο­νταν για ανε­ξαρ­τη­σία ή αυτο­νο­μία μέσα στις μεγά­λες αυτοκρατορίες.

Σήμε­ρα, τα περισ­σό­τε­ρα ευρω­παϊ­κά εθνι­κά κρά­τη έχουν ήδη δια­μορ­φω­θεί. Η άσκη­ση της κυριαρ­χί­ας τους, όμως, πραγ­μα­το­ποιεί­ται μέσα σε ένα πολύ­πλο­κο πλέγ­μα ευρω­παϊ­κών θεσμών, διε­θνών οικο­νο­μι­κών σχέ­σε­ων και υπε­ρε­θνι­κών δεσμεύσεων.

Η Ευρω­παϊ­κή Ένω­ση απο­τε­λεί χαρα­κτη­ρι­στι­κό παρά­δειγ­μα αυτής της ιστο­ρι­κής μεταβολής.

Για ένα μέρος των ευρω­παϊ­κών κοι­νω­νιών, η ευρω­παϊ­κή ολο­κλή­ρω­ση προ­σφέ­ρει στα­θε­ρό­τη­τα, συνερ­γα­σία, οικο­νο­μι­κές ευκαι­ρί­ες και μεγα­λύ­τε­ρη διε­θνή επιρ­ροή. Για άλλους, συγκε­κρι­μέ­νες ευρω­παϊ­κές πολι­τι­κές συν­δέ­ο­νται με περιο­ρι­σμούς στην εθνι­κή δυνα­τό­τη­τα λήψης απο­φά­σε­ων ή με την αίσθη­ση ότι σημα­ντι­κές επι­λο­γές πραγ­μα­το­ποιού­νται μακριά από τον άμε­σο δημο­κρα­τι­κό έλεγ­χο των πολι­τών. Οι δια­φο­ρε­τι­κές αυτές αντι­λή­ψεις δεν οδη­γούν ανα­γκα­στι­κά σε κοι­νω­νι­κές εξε­γέρ­σεις. Απο­τε­λούν, όμως, μέρος του ευρύ­τε­ρου πολι­τι­κού περι­βάλ­λο­ντος μέσα στο οποίο δια­μορ­φώ­νο­νται οι σύγ­χρο­νες κοι­νω­νι­κές αντιπαραθέσεις.

Παράλ­λη­λα, η μετα­νά­στευ­ση, η πολι­τι­σμι­κή ταυ­τό­τη­τα και οι δια­δι­κα­σί­ες κοι­νω­νι­κής έντα­ξης προ­σθέ­τουν νέες δια­στά­σεις στη συζή­τη­ση για το έθνος.

Είναι χαρα­κτη­ρι­στι­κό ότι δια­φο­ρε­τι­κά πολι­τι­κά και κοι­νω­νι­κά κινή­μα­τα μπο­ρεί να αντι­δρούν στις ίδιες οικο­νο­μι­κές συν­θή­κες, αλλά να προ­τεί­νουν εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κές λύσεις.

Άλλοι απο­δί­δουν τα προ­βλή­μα­τα στις οικο­νο­μι­κές ανι­σό­τη­τες, άλλοι στις κυβερ­νη­τι­κές πολι­τι­κές, άλλοι στις επι­πτώ­σεις της παγκο­σμιο­ποί­η­σης και άλλοι στις μετα­βο­λές της εθνι­κής ή πολι­τι­σμι­κής φυσιο­γνω­μί­ας των κοι­νω­νιών. Η κοι­νή δυσα­ρέ­σκεια δεν συνε­πά­γε­ται κοι­νή ιδεολογία.

Αυτή είναι μια κρί­σι­μη δια­φο­ρά που πρέ­πει να λαμ­βά­νου­με υπό­ψη όταν επι­χει­ρού­με να συγκρί­νου­με τις σύγ­χρο­νες κινη­το­ποι­ή­σεις με τις επα­να­στά­σεις του 19ου αιώνα.

Η ευρωπαϊκή πόλη: Από τα οδοφράγματα στα κοινωνικά δίκτυα

Υπάρ­χει, ωστό­σο, ένα στοι­χείο ιστο­ρι­κής συνέ­χειας που συχνά περ­νά απα­ρα­τή­ρη­το: ο ρόλος της πόλης.

Το Παρί­σι, οι Βρυ­ξέλ­λες, το Βερο­λί­νο, η Βιέν­νη και το Μιλά­νο απο­τέ­λε­σαν σημα­ντι­κά επί­κε­ντρα των επα­να­στα­τι­κών κινη­μά­των του 19ου αιώ­να. Δεν ήταν τυχαίο. Οι μεγά­λες πόλεις συγκέ­ντρω­ναν πλη­θυ­σμό, οικο­νο­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, κρα­τι­κές υπη­ρε­σί­ες, πανε­πι­στή­μια, πολι­τι­κές οργα­νώ­σεις και μέσα επι­κοι­νω­νί­ας. Η αστι­κή συγκέ­ντρω­ση διευ­κό­λυ­νε τη διά­δο­ση των επα­να­στα­τι­κών ιδε­ών και τη μετα­τρο­πή της κοι­νω­νι­κής δυσα­ρέ­σκειας σε μαζι­κή πολι­τι­κή δρά­ση. Τα οδο­φράγ­μα­τα του 1848 δεν απο­τε­λού­σαν μόνο μέσα αντί­στα­σης. Είχαν και συμ­βο­λι­κή σημα­σία: εξέ­φρα­ζαν την αμφι­σβή­τη­ση του ελέγ­χου της εξου­σί­ας πάνω στον δημό­σιο χώρο.

Σήμε­ρα, οι μεγά­λες ευρω­παϊ­κές πόλεις εξα­κο­λου­θούν να απο­τε­λούν κεντρι­κά πεδία κοι­νω­νι­κής δια­μαρ­τυ­ρί­ας. Οι πλα­τεί­ες, οι λεω­φό­ροι, τα κοι­νο­βού­λια και τα πανε­πι­στή­μια παρα­μέ­νουν χώροι στους οποί­ους οι κοι­νω­νι­κές ομά­δες επι­διώ­κουν να κατα­στή­σουν ορα­τά τα αιτή­μα­τά τους. Έχει αλλά­ξει, όμως, ριζι­κά ο τρό­πος οργά­νω­σης και διά­δο­σης της κινητοποίησης.

Τον 19ο αιώ­να, οι εφη­με­ρί­δες, οι πολι­τι­κές λέσχες και τα προ­σω­πι­κά δίκτυα επι­κοι­νω­νί­ας συνέ­βα­λαν στη μετά­δο­ση των επα­να­στα­τι­κών ειδή­σε­ων από πόλη σε πόλη.

Σήμε­ρα, μια εικό­να ή ένα βίντεο μπο­ρεί να μετα­δο­θεί σχε­δόν ακα­ριαία σε ολό­κλη­ρη την Ευρώπη.

Τα κοι­νω­νι­κά δίκτυα επι­τρέ­πουν τη γρή­γο­ρη κινη­το­ποί­η­ση, αλλά μπο­ρούν επί­σης να ενι­σχύ­σουν τη συναι­σθη­μα­τι­κή πόλω­ση, την παρα­πλη­ρο­φό­ρη­ση και τη διά­δο­ση εικό­νων βίας. Η τεχνο­λο­γία δεν δημιουρ­γεί από μόνη της τις κοι­νω­νι­κές συγκρού­σεις. Μετα­βάλ­λει, όμως, την ταχύ­τη­τα με την οποία αυτές γίνο­νται ορα­τές και απο­κτούν πολι­τι­κή σημασία.

Από την επαναστατική ιδεολογία στην κρίση εμπιστοσύνης

Ίσως εδώ βρί­σκε­ται η βαθύ­τε­ρη κοι­νω­νιο­λο­γι­κή διά­στα­ση της σύγκρισης.

Πολ­λά κινή­μα­τα του 19ου αιώ­να συν­δέ­ο­νταν με συγκε­κρι­μέ­να πολι­τι­κά προ­γράμ­μα­τα: συνταγ­μα­τι­κή δια­κυ­βέρ­νη­ση, δημο­κρα­τία, εθνι­κή ενο­ποί­η­ση, σοσια­λι­σμό ή κοι­νω­νι­κή επανάσταση.

Οι ιδε­ο­λο­γί­ες αυτές δια­φω­νού­σαν μετα­ξύ τους, αλλά προ­σέ­φε­ραν δια­φο­ρε­τι­κά ορά­μα­τα για την κοι­νω­νία που θα προ­έ­κυ­πτε μετά την πολι­τι­κή αλλαγή.

Σήμε­ρα, οι κοι­νω­νι­κές κινη­το­ποι­ή­σεις εμφα­νί­ζουν συχνά μεγα­λύ­τε­ρη οργα­νω­τι­κή και ιδε­ο­λο­γι­κή ετερογένεια.

Ένας εργα­ζό­με­νος μπο­ρεί να δια­δη­λώ­νει για τον μισθό του, ένας φοι­τη­τής για το κόστος των σπου­δών του, ένας αγρό­της για τις συνέ­πειες της αγρο­τι­κής πολι­τι­κής και ένας νέος για την αδυ­να­μία από­κτη­σης κατοικίας.

Μπο­ρεί όλοι να συμ­με­ρί­ζο­νται ένα αίσθη­μα οικο­νο­μι­κής ανα­σφά­λειας, χωρίς να συμ­φω­νούν για τις αιτί­ες του προ­βλή­μα­τος ή για τις λύσεις.

Η δυσα­ρέ­σκεια δεν μετα­τρέ­πε­ται αυτο­μά­τως σε ενιαίο πολι­τι­κό σχέδιο.

Επι­πλέ­ον, σε αρκε­τές περι­πτώ­σεις, η δια­μαρ­τυ­ρία συν­δέ­ε­ται με την αίσθη­ση ότι οι θεσμοί πολι­τι­κής εκπρο­σώ­πη­σης δεν αντα­πο­κρί­νο­νται επαρ­κώς στις κοι­νω­νι­κές ανάγκες.

Όταν οι πολί­τες θεω­ρούν ότι οι σημα­ντι­κό­τε­ρες οικο­νο­μι­κές απο­φά­σεις λαμ­βά­νο­νται χωρίς ουσια­στι­κή συμ­με­το­χή τους, μπο­ρεί να ενι­σχύ­ε­ται η από­στα­ση ανά­με­σα στην τυπι­κή λει­τουρ­γία της δημο­κρα­τί­ας και στην υπο­κει­με­νι­κή εμπει­ρία της πολι­τι­κής εκπρο­σώ­πη­σης. Αυτό δεν σημαί­νει υπο­χρε­ω­τι­κά απόρ­ρι­ψη της δημο­κρα­τί­ας. Μπο­ρεί να εκφρά­ζει την απαί­τη­ση για περισ­σό­τε­ρη λογο­δο­σία, μεγα­λύ­τε­ρη κοι­νω­νι­κή προ­στα­σία και ουσια­στι­κό­τε­ρη συμ­με­το­χή στη λήψη απο­φά­σε­ων. Μπο­ρεί, όμως, υπό δια­φο­ρε­τι­κές συν­θή­κες, να τρο­φο­δο­τή­σει και αντι­θε­σμι­κές ή αυταρ­χι­κές πολι­τι­κές αντι­λή­ψεις. Γι’ αυτό η κοι­νω­νι­κή δια­μαρ­τυ­ρία δεν πρέ­πει να εξι­δα­νι­κεύ­ε­ται ούτε να αντι­με­τω­πί­ζε­ται συλ­λή­βδην ως απειλή.

Η ειρη­νι­κή διεκ­δί­κη­ση απο­τε­λεί θεμε­λιώ­δες δημο­κρα­τι­κό δικαί­ω­μα. Η άσκη­ση βίας, οι εμπρη­σμοί και οι λεη­λα­σί­ες απο­τε­λούν δια­φο­ρε­τι­κές πρά­ξεις, οι οποί­ες δεν ταυ­τί­ζο­νται με το σύνο­λο των διαδηλωτών.

Η κατα­νό­η­ση των κοι­νω­νι­κών αιτί­ων μιας κινη­το­ποί­η­σης δεν συνε­πά­γε­ται δικαιο­λό­γη­ση της βίας. Αντί­στοι­χα, η κατα­δί­κη της βίας δεν αναι­ρεί την ανά­γκη διε­ρεύ­νη­σης των κοι­νω­νι­κών προβλημάτων.

Επα­να­λαμ­βά­νε­ται τελι­κά η ιστορία;

Η ιστο­ρία δεν επα­να­λαμ­βά­νε­ται με τον τρό­πο που συχνά υπο­νο­εί η δημό­σια συζήτηση.

Η Ευρώ­πη του 1848 ήταν μια ήπει­ρος δυνα­στι­κών μοναρ­χιών, ανα­δυό­με­νων εθνι­κών κινη­μά­των, περιο­ρι­σμέ­νων πολι­τι­κών δικαιω­μά­των και βαθιών κοι­νω­νι­κών μετα­βο­λών που προ­κα­λού­σε η βιο­μη­χα­νι­κή ανάπτυξη.

Η Ευρώ­πη του 2026 είναι μια ήπει­ρος συγκρο­τη­μέ­νων εθνι­κών κρα­τών, κοι­νο­βου­λευ­τι­κών θεσμών, καθο­λι­κής ψήφου, οργα­νω­μέ­νων συστη­μά­των κοι­νω­νι­κής προ­στα­σί­ας και πολύ υψη­λό­τε­ρου επι­πέ­δου υλι­κής ευημερίας.

Οι δια­φο­ρές αυτές δεν είναι δευ­τε­ρεύ­ου­σες. Απο­τε­λούν την ίδια την ουσία της ιστο­ρι­κής εξέ­λι­ξης. Υπάρ­χει, ωστό­σο, ένα στοι­χείο που συν­δέ­ει τις δύο επο­χές. Καμία κοι­νω­νι­κή και πολι­τι­κή τάξη δεν μπο­ρεί να θεω­ρεί δεδο­μέ­νη τη διαρ­κή απο­δο­χή της από τους πολίτες.

Τον 19ο αιώ­να, σημα­ντι­κά τμή­μα­τα των ευρω­παϊ­κών κοι­νω­νιών αμφι­σβή­τη­σαν την πολι­τι­κή νομι­μο­ποί­η­ση των δυνα­στι­κών καθε­στώ­των και διεκ­δί­κη­σαν εθνι­κή συγκρό­τη­ση, πολι­τι­κή ελευ­θε­ρία και κοι­νω­νι­κά δικαιώματα.

Σήμε­ρα, δια­φο­ρε­τι­κές κοι­νω­νι­κές ομά­δες αμφι­σβη­τούν την απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα οικο­νο­μι­κών πολι­τι­κών, την κατα­νο­μή των ευκαι­ριών και την ικα­νό­τη­τα των θεσμών να αντα­πο­κρι­θούν στις νέες κοι­νω­νι­κές ανά­γκες. Δεν είναι η ίδια ιστο­ρι­κή σύγκρουση.

Είναι, όμως, μια υπεν­θύ­μι­ση ότι η κοι­νω­νι­κή στα­θε­ρό­τη­τα δεν εξαρ­τά­ται απο­κλει­στι­κά από την οικο­νο­μι­κή ανά­πτυ­ξη, την ύπαρ­ξη εκλο­γών ή τη λει­τουρ­γία των κρα­τι­κών μηχανισμών.

Εξαρ­τά­ται και από τον βαθ­μό στον οποίο οι πολί­τες αισθά­νο­νται ότι συμ­με­τέ­χουν στην κοι­νω­νι­κή πρό­ο­δο, ότι οι προσ­δο­κί­ες τους έχουν πραγ­μα­τι­κό αντί­κρι­σμα και ότι δια­θέ­τουν ουσια­στι­κές δυνα­τό­τη­τες να επη­ρε­ά­ζουν το συλ­λο­γι­κό τους μέλλον.

Η Ευρώ­πη του 19ου αιώ­να ανα­ζη­τού­σε, μέσα από αλλε­πάλ­λη­λες συγκρού­σεις, τη μορ­φή των σύγ­χρο­νων εθνι­κών κρα­τών και των πολι­τι­κών της θεσμών.

Η σημε­ρι­νή Ευρώ­πη βρί­σκε­ται αντι­μέ­τω­πη με δια­φο­ρε­τι­κά ερω­τή­μα­τα: πώς θα συν­δυά­σει την οικο­νο­μι­κή ανά­πτυ­ξη με την κοι­νω­νι­κή προ­στα­σία, την εθνι­κή κυριαρ­χία με την ευρω­παϊ­κή συνερ­γα­σία, την πολι­τι­σμι­κή πολυ­μορ­φία με την κοι­νω­νι­κή συνο­χή και τη δημο­κρα­τι­κή εκπρο­σώ­πη­ση με την ουσια­στι­κή συμ­με­το­χή των πολιτών.

Οι δια­δη­λώ­σεις του Οκτω­βρί­ου 2026 δεν προ­α­ναγ­γέλ­λουν ανα­γκα­στι­κά μια νέα επα­να­στα­τι­κή εποχή.

Απο­τε­λούν, όμως, αφορ­μή να ανα­λο­γι­στού­με τι μας διδά­σκει η ευρω­παϊ­κή ιστο­ρία για τις κοι­νω­νί­ες που αλλά­ζουν και για τις αντι­θέ­σεις που συσ­σω­ρεύ­ο­νται κάτω από την επι­φά­νεια της πολι­τι­κής κανονικότητας.

Διό­τι το πραγ­μα­τι­κό ερώ­τη­μα δεν είναι αν η Ευρώ­πη θα ξανα­ζή­σει τα οδο­φράγ­μα­τα του 1848 ή την Παρι­σι­νή Κομ­μού­να του 1871. Είναι αν οι σύγ­χρο­νες ευρω­παϊ­κές δημο­κρα­τί­ες δια­θέ­τουν την πολι­τι­κή διο­ρα­τι­κό­τη­τα και την κοι­νω­νι­κή ευαι­σθη­σία να αντι­με­τω­πί­ζουν τις αντι­θέ­σεις τους προ­τού η δυσα­ρέ­σκεια μετα­τρα­πεί σε βαθύ­τε­ρη κρί­ση εμπιστοσύνης.

Και αυτό είναι ίσως το σημα­ντι­κό­τε­ρο σημείο στο οποίο το ευρω­παϊ­κό παρελ­θόν εξα­κο­λου­θεί να συνο­μι­λεί με το παρόν.

 

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Πολι­τι­κή σήμερα

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like

Comments are closed.