- Διαφήμιση -

Η διαγραφή μιας άνοιξης — Μέρος Α

 

Μπά­μπης Στέρτσος

ΜΕΡΟΣ Α

- Δια­φή­μι­ση -

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Η Πρά­γα, πριν την Άνοιξη

Η Πρά­γα εκεί­να τα χρό­νια δεν είχε επο­χές. Είχε μια μόνι­μη ανα­μο­νή. Όχι τη δημιουρ­γι­κή ανα­μο­νή που προη­γεί­ται μιας αλλα­γής, αλλά εκεί­νη τη βαριά, σχε­δόν αόρα­τη κατά­στα­ση όπου όλα μοιά­ζουν στα­θε­ρά, ενώ στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τίπο­τα δεν είναι βέβαιο. Οι δρό­μοι της ήταν προ­σε­κτι­κά τακτο­ποι­η­μέ­νοι, σχε­δια­σμέ­νοι όχι για να ζεις μέσα τους, αλλά για να τους δια­σχί­ζεις χωρίς ερω­τή­σεις. Τα κτί­ρια, βαριά από ιστο­ρία, στέ­κο­νταν επι­βλη­τι­κά και ακί­νη­τα, σαν να είχαν συμ­φω­νή­σει σιω­πη­λά με τον χρό­νο να μην απο­κα­λύ­πτουν τίπο­τα από όσα είχαν δει. Κι όμως, κάτω από αυτή την αγέ­ρω­χη ακι­νη­σία, οι άνθρω­ποι περ­πα­τού­σαν σκυ­φτοί, ακό­μη κι όταν ο ουρα­νός άνοι­γε καθα­ρός πάνω από τον Μολδάβα.

Ήταν μια πόλη όμορ­φη με τρό­πο σχε­δόν ύπο­πτο. Σαν να προ­σπα­θού­σε να καλύ­ψει με την αρχι­τε­κτο­νι­κή της όσα δεν επι­τρε­πό­ταν να ειπω­θούν. Η ομορ­φιά της δεν ήταν απε­λευ­θε­ρω­τι­κή· ήταν πει­θαρ­χη­μέ­νη. Και αυτή η πει­θαρ­χία δια­χε­ό­ταν παντού: στα βλέμ­μα­τα, στις κινή­σεις, στις παύ­σεις ανά­με­σα στις λέξεις.

Ήμουν τότε νέος ερευ­νη­τής λογο­τε­χνί­ας. Όχι από φιλο­δο­ξία, αλλά από ανά­γκη. Η λογο­τε­χνία υπήρ­ξε για μένα τρό­πος προ­σα­να­το­λι­σμού, μια μορ­φή άμυ­νας απέ­να­ντι σε έναν κόσμο που άλλα­ζε χωρίς να προει­δο­ποιεί και χωρίς να εξη­γεί. Δεν είχα την πολυ­τέ­λεια της βεβαιό­τη­τας. Ήμουν γιος Ελλή­νων πολι­τι­κών προ­σφύ­γων, μεγα­λω­μέ­νος σε μια χώρα που δεν είχα επι­λέ­ξει, μέσα σε μια γλώσ­σα που έπρε­πε να μάθω προ­σε­κτι­κά, σαν να περ­πα­τού­σα πάνω σε λεπτό πάγο.

Οι γονείς μου είχαν φτά­σει στην Τσε­χο­σλο­βα­κία μετά την ήττα. Δεν μιλού­σαν συχνά γι’ αυτήν. Η ήττα, όταν δεν ξεπερ­νιέ­ται, μετα­τρέ­πε­ται σε συνή­θεια. Στο σπί­τι μας υπήρ­χαν δύο σιω­πές. Η ελλη­νι­κή, φορ­τω­μέ­νη απώ­λειες, ονό­μα­τα που δεν λέγο­νταν, τόπους που δεν περι­γρά­φο­νταν ποτέ μέχρι τέλους. Και η τσε­χο­σλο­βά­κι­κη, πει­θαρ­χη­μέ­νη, σχε­δόν διοι­κη­τι­κή, μια σιω­πή που δεν γεν­νιό­ταν από τραύ­μα αλλά από εκπαί­δευ­ση. Ανά­με­σα σε αυτές τις δύο σιω­πές έμα­θα να ακούω περισ­σό­τε­ρο απ’ όσο μιλού­σα. Έμα­θα ότι οι λέξεις δεν είναι ποτέ αθώ­ες. Ότι άλλο βάρος έχουν όταν λέγο­νται, κι άλλο όταν απο­σιω­πώ­νται. Και κυρί­ως έμα­θα πως η γλώσ­σα δεν είναι μόνο εργα­λείο επι­κοι­νω­νί­ας, αλλά και μηχα­νι­σμός επιβίωσης.

Στο πανε­πι­στή­μιο, η λογο­τε­χνία διδα­σκό­ταν με προ­σο­χή. Όχι με την έννοια της φρο­ντί­δας, αλλά με την έννοια του ελέγ­χου. Δεν μας έλε­γαν τι να σκε­φτού­με, μας έδει­χναν μέχρι πού επι­τρε­πό­ταν να φτά­σου­με. Τα κεί­με­να παρου­σιά­ζο­νταν απο­κομ­μέ­να από το παρόν τους, καθα­ρι­σμέ­να από κάθε επι­κίν­δυ­νη αιχ­μή. Η λογο­τε­χνία όφει­λε να είναι αισθη­τι­κή, όχι ανήσυχη.

Ο Κάφ­κα εμφα­νι­ζό­ταν σπο­ρα­δι­κά, σαν ειδι­κή περί­πτω­ση προς δια­χεί­ρι­ση. Όχι ως συγ­γρα­φέ­ας που μιλού­σε για τον άνθρω­πο, αλλά ως πρό­βλη­μα ταξι­νό­μη­σης. Κι όμως, κανείς δεν χρεια­ζό­ταν να τον δια­βά­σει για να τον κατα­λά­βει. Η ενο­χή χωρίς αιτία, η γρα­φειο­κρα­τία που λει­τουρ­γεί σαν φυσι­κό φαι­νό­με­νο, η δίκη χωρίς υπε­ρά­σπι­ση — όλα αυτά δεν ήταν λογο­τε­χνι­κές αλλη­γο­ρί­ες. Ήταν εμπει­ρί­ες καθη­με­ρι­νές. Αρκού­σε να ζεις εδώ.

Εκεί­νη την περί­ο­δο, η πόλη έμοια­ζε να κρα­τά την ανα­πνοή της. Δεν υπήρ­χαν ακό­μη λέξεις για να περι­γρά­ψουν αυτό που επρό­κει­το να συμ­βεί. Και ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που όλα έμοια­ζαν τόσο ήσυ­χα. Η Ιστο­ρία, πριν μιλή­σει, συνή­θως σιωπά.

Το Τέταρ­το Συνέ­δριο Τσε­χο­σλο­βά­κων Συγ­γρα­φέ­ων ανα­κοι­νώ­θη­κε χωρίς θόρυ­βο, σαν να επρό­κει­το για μια ακό­μη τυπι­κή συνά­ντη­ση ανθρώ­πων του πνεύ­μα­τος. Καμία αφί­σα, καμία πανη­γυ­ρι­κή δια­τύ­πω­ση. Κι όμως, από τις πρώ­τες συζη­τή­σεις στους δια­δρό­μους του πανε­πι­στη­μί­ου, έγι­νε σαφές ότι κάτι μετα­κι­νού­νταν. Όχι ακό­μη πολι­τι­κά. Γλωσσικά.

Οι συγ­γρα­φείς άρχι­σαν να μιλούν μετα­ξύ τους με τρό­πο λιγό­τε­ρο προ­σε­κτι­κό, λιγό­τε­ρο προ­στα­τευ­μέ­νο. Όχι επει­δή ένιω­θαν ασφα­λείς, αλλά επει­δή είχαν κου­ρα­στεί από την αυτο­λο­γο­κρι­σία. Οι λέξεις δοκι­μά­ζο­νταν ξανά, σαν μύες που είχαν μεί­νει αδρα­νείς για χρόνια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Οι Έλλη­νες της Πράγας

Οι Έλλη­νες της Πρά­γας, του Μπρ­νο, της Οστρά­βας και άλλων μικρό­τε­ρων βιο­μη­χα­νι­κών πόλε­ων δεν έμοια­ζαν με κοι­νό­τη­τα που δημιουρ­γή­θη­κε από επι­λο­γή. Έμοια­ζαν με κοι­νό­τη­τα που προ­έ­κυ­ψε από ανάγκη.

Δεν υπήρ­χε στην άφι­ξή τους τίπο­τα το πανη­γυ­ρι­κό, τίπο­τα που να θυμί­ζει αρχή. Η εγκα­τά­στα­σή τους στην Τσε­χο­σλο­βα­κία ήταν οργα­νω­μέ­νη, σχε­δόν γρα­φειο­κρα­τι­κή, σαν ένα ζήτη­μα προς τακτο­ποί­η­ση. Άνθρω­ποι μετα­κι­νή­θη­καν, κατα­γρά­φη­καν, στε­γά­στη­καν, εντά­χθη­καν σε προ­γράμ­μα­τα εργα­σί­ας. Η ζωή έπρε­πε να συνε­χι­στεί, ακό­μη κι αν κανείς δεν ήξε­ρε ακρι­βώς προς τα πού.

Είχαν φτά­σει εδώ σε δια­φο­ρε­τι­κές χρο­νι­κές στιγ­μές, από δια­φο­ρε­τι­κές δια­δρο­μές, αλλά σχε­δόν όλοι κου­βα­λού­σαν το ίδιο φορ­τίο: μια ήττα που δεν είχε ειπω­θεί μέχρι τέλους. Για τους περισ­σό­τε­ρους, η Ελλά­δα είχε στα­μα­τή­σει να είναι τόπος και είχε γίνει αφή­γη­ση. Μια αφή­γη­ση ατε­λής, γεμά­τη κενά, σιω­πές και επαναλήψεις.

Τα σπί­τια τους βρί­σκο­νταν κυρί­ως σε εργα­τι­κές συνοι­κί­ες, κοντά σε εργο­στά­σια, απο­θή­κες και γραμ­μές τραμ. Οι πολυ­κα­τοι­κί­ες ήταν ίδιες μετα­ξύ τους, λει­τουρ­γι­κές, χωρίς τίπο­τα περιτ­τό. Εκεί μεγά­λω­σα. Σε δια­με­ρί­σμα­τα όπου οι τοί­χοι είχαν μάθει να κρα­τούν μυστι­κά και οι φωνές χαμή­λω­ναν αυτό­μα­τα μόλις έκλει­νε η πόρτα.

Οι άντρες είχαν φέρει μαζί τους τα βου­νά. Όχι ως τοπίο, αλλά ως στά­ση ζωής. Ήταν λιγο­μί­λη­τοι, καχύ­πο­πτοι, μαθη­μέ­νοι να υπα­κούν χωρίς να πιστεύ­ουν. Πολ­λοί είχαν περά­σει από στρα­τό­πε­δα, από πορεί­ες νυχτε­ρι­νές, από απο­φά­σεις που πάρ­θη­καν γρή­γο­ρα και πλη­ρώ­θη­καν αργά. Η πίστη τους, όταν υπήρ­χε ακό­μη, δεν ήταν ιδε­ο­λο­γι­κή. Ήταν αμυντική.

Οι γυναί­κες κρά­τη­σαν την καθη­με­ρι­νό­τη­τα όρθια. Στις κου­ζί­νες τους δια­τη­ρή­θη­κε μια Ελλά­δα που δεν χωρού­σε αλλού. Εκεί ακού­γο­νταν ιστο­ρί­ες για χωριά που δεν είχα δει ποτέ, για συγ­γε­νείς που έμει­ναν πίσω, για σπί­τια που άλλα­ξαν χέρια χωρίς απο­χαι­ρε­τι­σμό. Η μνή­μη επι­βί­ω­νε σε φαγη­τά, σε μυρω­διές, σε τρα­γού­δια που δεν τρα­γου­δή­θη­καν ποτέ δυνα­τά, σε φωτο­γρα­φί­ες που έμε­ναν κρυμ­μέ­νες σε συρτάρια.

Η γλώσ­σα ήταν το πρώ­το σύνο­ρο. Στο σπί­τι ελλη­νι­κά. Έξω τσε­χι­κά. Και ανά­με­σα, μια σιω­πή που μάθαι­νες να χει­ρί­ζε­σαι. Τα ελλη­νι­κά που μιλού­σα­με δεν ήταν ακρι­βώς τα ίδια με εκεί­να της Ελλά­δας. Είχαν παγώ­σει σε μια άλλη επο­χή. Κου­βα­λού­σαν λέξεις που είχαν πάψει να χρη­σι­μο­ποιού­νται αλλού, εκφρά­σεις που δεν αντι­στοι­χού­σαν πια σε πραγ­μα­τι­κό χρό­νο. Ήταν μια γλώσ­σα δια­τη­ρη­μέ­νη σαν σε γυά­λα. Τα τσε­χι­κά κυρί­ως ή τα σλο­βά­κι­κα για τους λιγό­τε­ρους εξ υμών, από την άλλη, ήταν ακρι­βή, κοφτά, απαι­τη­τι­κά. Δεν συγ­χω­ρού­σαν λάθη. Έμα­θα νωρίς ότι κάθε γλώσ­σα ζητά πίστη. Κι εγώ δεν μπο­ρού­σα να είμαι πιστός μόνο σε μία.

Οι συζη­τή­σεις μετα­ξύ των μεγά­λων είχαν πάντα πολι­τι­κό υπό­βα­θρο, ακό­μη κι όταν μιλού­σαν για τον και­ρό. Υπήρ­χαν εκεί­νοι που παρέ­με­ναν πιστοί στο Κόμ­μα, όχι από βεβαιό­τη­τα, αλλά από ανά­γκη συνο­χής. Το Κόμ­μα είχε γίνει το τελευ­ταίο τους κατα­φύ­γιο. Η αμφι­σβή­τη­σή του έμοια­ζε με αμφι­σβή­τη­ση της ίδιας της ζωής που είχαν ζήσει.

Υπήρ­χαν όμως και άλλοι. Λιγό­τε­ροι. Πιο σιω­πη­λοί. Άνθρω­ποι που είχαν αρχί­σει να κου­ρά­ζο­νται από τις βεβαιό­τη­τες, αλλά δεν τολ­μού­σαν να το πουν ούτε στον εαυ­τό τους. Οι ρήξεις δεν εκδη­λώ­νο­νταν ανοι­χτά. Ήταν υπό­γειες. Ένα βλέμ­μα που απο­φεύ­γο­νταν. Μια πρό­σκλη­ση που δεν ερχό­ταν. Ένα όνο­μα που έπαυε να αναφέρεται.

Όταν άρχι­σαν να κυκλο­φο­ρούν οι πρώ­τες φήμες, για αλλα­γές στην  πολι­τι­κή σκη­νή της Τσε­χο­σλο­βα­κί­ας, οι Έλλη­νες αντέ­δρα­σαν με επι­φύ­λα­ξη. Είχαν ζήσει ήδη μια άνοι­ξη που κατέ­λη­ξε σε κατα­στρο­φή. Η λέξη «μεταρ­ρύθ­μι­ση» δεν τους ενέ­πνεε. Τους ανησυχούσε.

Θυμά­μαι συζη­τή­σεις σε κου­ζί­νες με κλει­στά παρά­θυ­ρα. Κάποιοι έλε­γαν πως οι Τσέ­χοι δεν ήξε­ραν τι έκα­ναν. Πως έπαι­ζαν με πράγ­μα­τα επι­κίν­δυ­να. Άλλοι σώπαι­ναν. Κανείς δεν πανη­γύ­ρι­ζε. Η ελπί­δα, όταν έχεις πλη­γω­θεί, μοιά­ζει με παγί­δα. Ο πατέ­ρας μου άκου­γε περισ­σό­τε­ρο απ’ όσο μιλού­σε. Όταν τον ρώτη­σα τι σκέ­φτε­ται για όλα αυτά, μου απά­ντη­σε μόνο: «Οι συγ­γρα­φείς πλη­ρώ­νουν πρώτοι».

Τότε δεν κατά­λα­βα. Για μένα οι συγ­γρα­φείς ήταν άνθρω­ποι των βιβλί­ων, όχι της εξου­σί­ας. Αργό­τε­ρα, όταν τα ονό­μα­τα άρχι­σαν να δια­γρά­φο­νται, όταν βιβλία εξα­φα­νί­στη­καν από βιβλιο­θή­κες χωρίς εξη­γή­σεις, κατά­λα­βα πολύ καλά τι εννοούσε.

Εγώ βρι­σκό­μουν ανά­με­σα. Δεν ανή­κα πλή­ρως στην ελλη­νι­κή κοι­νό­τη­τα, αλλά ούτε και έξω απ’ αυτήν. Η ιδιό­τη­τά μου ως ερευ­νη­τή λογο­τε­χνί­ας μου έδι­νε πρό­σβα­ση σε συζη­τή­σεις που οι άλλοι απέ­φευ­γαν. Άκου­γα για τον Κού­ντε­ρα, για τον Χάβελ, για τα περιο­δι­κά που άλλα­ζαν ύφος, για το θέα­τρο που άρχι­ζε να μιλά αλλιώς.

Η σύγκρι­ση με την Ελλά­δα ήταν ανα­πό­φευ­κτη. Εκεί, την ίδια περί­ο­δο, η δικτα­το­ρία είχε επι­βλη­θεί. Οι λέξεις έκλει­ναν. Εδώ άνοι­γαν. Εμείς, εξό­ρι­στοι, βλέ­πα­με μια κοι­νω­νία να δοκι­μά­ζει κάτι που η δική μας χώρα δεν μπο­ρού­σε. Η Ιστο­ρία έμοια­ζε να μας παρα­κο­λου­θεί ειρω­νι­κά. Κατά­λα­βα τότε ότι η εξο­ρία δεν σε προ­στα­τεύ­ει από την Ιστο­ρία. Απλώς σε καθι­στά πιο ευά­λω­το απέ­να­ντί της.

Οι Έλλη­νες της Πρά­γας συνέ­χι­σαν τη ζωή τους όπως πάντα. Δου­λειά, οικο­γέ­νεια, σιω­πή. Κάτω από αυτή τη σιω­πή, όμως, κάτι είχε αρχί­σει να μετα­κι­νεί­ται. Κι εγώ, χωρίς να το ξέρω ακό­μη, βρι­σκό­μουν ήδη μέσα σε μια αφή­γη­ση που δεν θα τελεί­ω­νε γρήγορα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Το Δ΄ Συνέ­δριο – Η στιγ­μή που οι λέξεις δια­βή­καν το όριο

Το Δ΄ Συνέ­δριο Τσε­χο­σλο­βά­κων Συγ­γρα­φέ­ων δεν ήταν μια λογο­τε­χνι­κή συνά­ντη­ση. Ήταν ένα γεγο­νός που παρου­σιά­στη­κε ως λογο­τε­χνι­κό για να μπο­ρέ­σει να συμ­βεί. Ανα­κοι­νώ­θη­κε επί­ση­μα ως δια­δι­κα­σία, με τη σφρα­γί­δα των θεσμών και τη γλώσ­σα της κανο­νι­κό­τη­τας. Τίπο­τα στο τυπι­κό του πλαί­σιο δεν προ­μή­νυε ρήξη. Κι όμως, όσοι γνώ­ρι­ζαν να δια­βά­ζουν πίσω από τις δια­τυ­πώ­σεις, κατα­λά­βαι­ναν ότι εκεί­νο το συνέ­δριο δεν θα λει­τουρ­γού­σε ως επι­βε­βαί­ω­ση, αλλά ως δοκι­μα­σία. Όχι της λογο­τε­χνί­ας. Της εξουσίας.

Τίπο­τα, του­λά­χι­στον στην αρχή, δεν προ­μή­νυε ότι θα έμε­νε στην Ιστο­ρία ως το πρώ­το δημό­σιο ρήγ­μα με το καθε­στώς. Ήταν Ιού­νιος του 1967, στο Národní dům na Vinohradech, σε μια αίθου­σα που είχε φιλο­ξε­νή­σει πολ­λές φορές λόγο προ­σε­κτι­κό και ακίν­δυ­νο. Εκεί­νες τις τρεις μέρες —27 έως 29 Ιου­νί­ου— η γλώσ­σα απο­φά­σι­σε να μην είναι πια ακίν­δυ­νη. Περί­που πεντα­κό­σιοι άνθρω­ποι την πρώ­τη μέρα. Συγ­γρα­φείς, δημο­σιο­γρά­φοι, κομ­μα­τι­κά στε­λέ­χη. Μια σύν­θε­ση που υπο­τί­θε­ται πως εξα­σφά­λι­ζε ισορ­ρο­πία. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, εξα­σφά­λι­ζε μάρ­τυ­ρες. Κι όμως, Από τις πρώ­τες συζη­τή­σεις στους δια­δρό­μους έγι­νε φανε­ρό ότι κάτι μετα­κι­νού­νταν. Όχι ακό­μη πολι­τι­κά. Γλωσ­σι­κά. Οι συγ­γρα­φείς άρχι­σαν να μιλούν μετα­ξύ τους με τρό­πο λιγό­τε­ρο προ­σε­κτι­κό, λιγό­τε­ρο προστατευμένο.

Την ημέ­ρα της έναρ­ξης, η αίθου­σα ήταν γεμά­τη από νωρίς. Όχι από ενθου­σια­σμό, αλλά από προ­σμο­νή. Η ατμό­σφαι­ρα έμοια­ζε με εκεί­νη τη σιω­πη­λή έντα­ση που προη­γεί­ται μιας από­φα­σης που δεν έχει ακό­μη ειπω­θεί. Τα χει­ρο­κρο­τή­μα­τα ήταν συγκρα­τη­μέ­να, σχε­δόν διστα­κτι­κά. Οι συγ­γρα­φείς κάθο­νταν προ­σε­κτι­κά, όχι από ευγέ­νεια, αλλά από συνεί­δη­ση του χώρου Οι λέξεις που θα ακού­γο­νταν δεν θα κρί­νο­νταν ως λογο­τε­χνία, αλλά ως πολι­τι­κή πρά­ξη και στά­ση ζωής.  Καθό­μουν αρκε­τά πίσω, σχε­δόν αόρα­τος, με το σημειω­μα­τά­ριό μου ανοι­χτό. Δεν ήμουν εκεί ως μάρ­τυ­ρας κάποιου ιστο­ρι­κού γεγο­νό­τος — του­λά­χι­στον όχι ακό­μη  Δεν σκό­πευα να δημο­σιεύ­σω τίπο­τα. Ήθε­λα να κατα­γρά­ψω. τη στιγ­μή όπου η γλώσ­σα θα δοκι­μα­ζό­ταν δημό­σια. Είχα μάθει από την οικο­γε­νεια­κή μου ιστο­ρία ότι οι μεγά­λες ήττες δεν ξεκι­νούν από τα όπλα, αλλά από τις λέξεις.  Η Ιστο­ρία, όταν δεν κατα­γρά­φε­ται, επι­στρέ­φει παραμορφωμένη.

Στην πρώ­τη σει­ρά διέ­κρι­να τον Γιά­ρο­σλαβ Σάι­φερτ, σιω­πη­λό, σχε­δόν απο­τρα­βηγ­μέ­νο, σαν να ήξε­ρε ότι η ποί­η­ση αντέ­χει περισ­σό­τε­ρο από τις πολι­τι­κές εναλ­λα­γές. Λίγο πιο πέρα, ο Λού­ντ­βικ Βάτσου­λικ μιλού­σε χαμη­λό­φω­να με συνα­δέλ­φους του. Ο λόγος του ήταν καθα­ρός, χωρίς περι­στρο­φές, από εκεί­νους που δεν ζητούν άδεια. Ο Ίβαν Κλί­μα παρα­τη­ρού­σε προ­σε­κτι­κά, σαν άνθρω­πος που είχε ήδη κατα­λά­βει ότι η λογο­τε­χνία σύντο­μα θα έπαυε να είναι ασφα­λές καταφύγιο.

Όταν ανα­κοι­νώ­θη­κε ότι πρώ­τος θα μιλού­σε ο Μίλαν Κού­ντε­ρα, η αίθου­σα δεν αντέ­δρα­σε. Κανέ­να χει­ρο­κρό­τη­μα, καμία επι­δο­κι­μα­σία. Μόνο μια ανε­παί­σθη­τη μετα­τό­πι­ση στα καθί­σμα­τα, σαν το ακρο­α­τή­ριο να προ­σπα­θού­σε να προ­σαρ­μο­στεί στη βαρύ­τη­τα της στιγ­μής. Ο Κού­ντε­ρα δεν ανέ­βη­κε στο βήμα ως αντι­φρο­νών. Ανέ­βη­κε ως συγ­γρα­φέ­ας. Κι αυτό ακρι­βώς έκα­νε τον λόγο του επικίνδυνο.

Έσκυ­βε ελα­φρά μπρο­στά, σαν να ζύγι­ζε κάθε λέξη πριν ακό­μη ειπω­θεί. Είχε ήδη κατα­λά­βει, νομί­ζω, ότι η εξου­σία δεν φοβά­ται την κραυ­γή, αλλά την ειρω­νεία. Όταν μίλη­σε, δεν κατήγ­γει­λε. Περιέ­γρα­ψε. Και αυτή η περι­γρα­φή ήταν πιο επι­κίν­δυ­νη από κάθε σύνθημα.

Δεν κατήγ­γει­λε το καθε­στώς. Δεν χρη­σι­μο­ποί­η­σε λέξεις που θα μπο­ρού­σαν να χαρα­κτη­ρι­στούν εχθρι­κές. Μίλη­σε για τη λογο­τε­χνία, για το μυθι­στό­ρη­μα, για τη σχέ­ση της τέχνης με την Ιστο­ρία. Είπε πως η λογο­τε­χνία δεν υπάρ­χει για να επι­βε­βαιώ­νει την επί­ση­μη αλή­θεια, αλλά για να δια­σώ­ζει την πολυ­πλο­κό­τη­τα της ανθρώ­πι­νης εμπει­ρί­ας. . Έλε­γε πως το μυθι­στό­ρη­μα δεν υπάρ­χει για να επι­βε­βαιώ­σει αλή­θειες, αλλά για να τις αμφι­σβη­τή­σει. Και τόνι­σε ότι κάθε σύστη­μα που απαι­τεί από τη λογο­τε­χνία να υπη­ρε­τεί έναν και μόνο σκο­πό, οδη­γεί­ται ανα­πό­φευ­κτα στην απλο­ποί­η­ση — και από εκεί, στη βία. Τον άκου­γα και σκε­φτό­μουν ότι αυτή η σκέ­ψη ήταν επι­κίν­δυ­νη σε έναν κόσμο που βασί­ζε­ται στις βεβαιότητες.

Δεν μίλη­σε για λογο­κρι­σία. Μίλη­σε για ευθύνη.

Δεν μίλη­σε για κατα­πί­ε­ση. Μίλη­σε για μνήμη.

Εκεί­νη τη στιγ­μή έγι­νε σαφές ότι το συνέ­δριο είχε ήδη ξεφύ­γει από τον έλεγ­χο. Για­τί ο λόγος του Κού­ντε­ρα δεν μπο­ρού­σε να αντι­κρου­στεί χωρίς να απο­κα­λυ­φθεί η ίδια η φύση της εξου­σί­ας. Δεν ήταν επί­θε­ση. Ήταν καθρέφτης.

Το Αστείο κυκλο­φο­ρού­σε ακό­μη. Πολ­λοί το διά­βα­ζαν σαν λογο­τε­χνι­κό έργο, άλλοι σαν προει­δο­ποί­η­ση. Ένα απλό λάθος, μια ειρω­νι­κή χει­ρο­νο­μία, μπο­ρού­σε να καθο­ρί­σει μια ολό­κλη­ρη ζωή. Δεν χρεια­ζό­ταν να το εξη­γή­σει κανείς. Το κατα­λά­βαι­ναν όλοι.

Οι παρεμ­βά­σεις που ακο­λού­θη­σαν κινή­θη­καν στο ίδιο επι­κίν­δυ­νο έδα­φος. Ο Λού­ντ­βικ Βάτσου­λικ (Ludvík Vaculík) μίλη­σε με λόγο άμε­σο, χωρίς περι­στρο­φές. Δεν χρη­σι­μο­ποί­η­σε μετα­φο­ρές. Μίλη­σε για την πραγ­μα­τι­κή θέση του συγ­γρα­φέα σε μια κοι­νω­νία που απαι­τεί σιω­πή ως από­δει­ξη πίστης. Ο λόγος του δεν ζητού­σε μεταρ­ρύθ­μι­ση. Ζητού­σε αξιοπρέπεια.

Δεν άφη­σε περι­θώ­ρια παρερ­μη­νεί­ας. Η ομι­λία του ήταν η πιο ευθεία. Μίλη­σε για τη συγ­χώ­νευ­ση κόμ­μα­τος και κρά­τους σε έναν ενιαίο μηχα­νι­σμό. Για την ανι­σό­τη­τα ανά­με­σα στους κομ­μα­τι­κούς και τους μη. Για την απου­σία πραγ­μα­τι­κής δημο­κρα­τί­ας. Δεν χρη­σι­μο­ποί­η­σε υπαι­νιγ­μούς. Χρη­σι­μο­ποί­η­σε δηλώ­σεις. Η αίθου­σα πάγω­σε. Κάποια στιγ­μή δια­βά­στη­κε ανα­φο­ρά σε επι­στο­λή του Αλε­ξά­ντρ Σολ­ζε­νί­τσιν για τη λογο­κρι­σία και τις στα­λι­νι­κές διώ­ξεις. Η ατμό­σφαι­ρα άλλα­ξε αμέσως.

Ο Γιά­ρο­σλαβ Σάι­φερτ δεν ύψω­σε τη φωνή του. Δεν χρεια­ζό­ταν. Η παρου­σία του και μόνο υπεν­θύ­μι­ζε ότι η ποί­η­ση δεν επι­βιώ­νει χάρη στις άδειες που της δίνο­νται, αλλά χάρη στην αντο­χή της στον χρό­νο. Ο Ίβαν Κλί­μα παρα­τη­ρού­σε, κατέ­γρα­φε, σαν να ήξε­ρε ήδη ότι αυτό που συνέ­βαι­νε δεν θα επι­τρε­πό­ταν να συνεχιστεί.

Ο Βάτσλαβ Χάβελ μίλη­σε αργό­τε­ρα. Ξεχώ­ρι­ζε όχι επει­δή μιλού­σε δυνα­τά, αλλά επει­δή δεν υψω­νό­ταν καθό­λου. Η παρου­σία του είχε εκεί­νη τη σπά­νια ποιό­τη­τα της καθα­ρό­τη­τας που γίνε­ται επι­κίν­δυ­νη. Δεν κατήγ­γελ­λε. Απο­κά­λυ­πτε. Η γλώσ­σα, μέσα από τα έργα του, εμφα­νι­ζό­ταν γυμνή, απο­γυ­μνω­μέ­νη από το ψέμα που τη συντη­ρού­σε. Μίλη­σε όχι ως  πολι­τι­κός, αλλά ως άνθρω­πος που είχε ήδη κατα­λά­βει πώς λει­τουρ­γεί το ψέμα στην καθη­με­ρι­νό­τη­τα. Για το πώς οι άνθρω­ποι συνη­θί­ζουν να ζουν μέσα σε ένα ψέμα και, συνη­θί­ζο­ντάς το, το κάνουν αόρα­το. Η δύνα­μή του δεν ήταν στην καταγ­γε­λία, αλλά στην απο­γύ­μνω­ση.  Δεν κατήγ­γει­λε πρό­σω­πα. Περιέ­γρα­ψε μηχα­νι­σμούς, όχι τον εχθρό. Και αυτό ήταν ίσως το πιο επι­κίν­δυ­νο απ’ όλα. Για­τί οι μηχα­νι­σμοί, όταν απο­κα­λύ­πτο­νται, παύ­ουν να είναι αόρατοι.

Διά­βα­σε. Διά­βα­σε επι­στο­λές νέων κινη­μα­το­γρα­φι­στών που δια­μαρ­τύ­ρο­νταν για επι­θέ­σεις στη Βου­λή και για προ­σπά­θειες απα­γό­ρευ­σης ται­νιών όπως Sedmikrásky και O slavnosti a hostech. Υπε­ρα­σπί­στη­κε ανοι­χτά τους «απα­γο­ρευ­μέ­νους» δημιουρ­γούς και ζήτη­σε να έχουν θέση στους θεσμούς. Δεν μίλη­σε για επα­νά­στα­ση. Μίλη­σε για λογο­κρι­σία. Και η λέξη αυτή, ειπω­μέ­νη δημό­σια, ακού­στη­κε σαν πρόκληση.

Καθώς οι παρεμ­βά­σεις δια­δέ­χο­νταν η μία την άλλη, έγι­νε σαφές ότι δεν επρό­κει­το για λογο­τε­χνι­κή συζή­τη­ση. Ήταν μια δια­πραγ­μά­τευ­ση με τα όρια. Η τέχνη, η ευθύ­νη του συγ­γρα­φέα, η μνή­μη — όλα ειπώ­θη­καν με τρό­πο που δεν μπο­ρού­σε πια να ανακληθεί.

Κάπου ανά­με­σα στις λέξεις, χωρίς να ειπω­θεί ποτέ ανοι­χτά, αιω­ρή­θη­κε η έννοια της δια­γρα­φής. Όχι ως απει­λή ακό­μη, αλλά ως ενδε­χό­με­νο. Ένιω­θες ότι κάποιοι από αυτούς τους ανθρώ­πους είχαν ήδη περά­σει ένα αόρα­το σύνορο.

Καθώς το συνέ­δριο προ­χω­ρού­σε, η ατμό­σφαι­ρα βάραι­νε. Όχι από φόβο, αλλά από συνει­δη­το­ποί­η­ση. Ήταν πλέ­ον σαφές ότι όσα λέγο­νταν δεν θα μπο­ρού­σαν να ξεχα­στούν. Η γλώσ­σα είχε περά­σει το όριο. Και όταν η γλώσ­σα περ­νά το όριο, η Ιστο­ρία δεν αργεί να ακολουθήσει.

Ο Jiří Hendrych, γραμ­μα­τέ­ας της Κεντρι­κής Επι­τρο­πής, σηκώ­θη­κε και απο­χώ­ρη­σε επι­δει­κτι­κά. Πριν βγει, είπε: «Τα χάσα­τε όλα». Τότε κατα­λά­βα­με ότι κάτι είχε ήδη χαθεί. Αλλά δεν ήταν αυτό που νόμι­ζε. Το συνέ­δριο δεν «διέ­γρα­ψε» κανέ­ναν. Η δια­γρα­φή ήρθε μετά.

Κανείς δεν μίλη­σε τότε ανοι­χτά για ρήξη. Δεν χρεια­ζό­ταν. Η ρήξη είχε ήδη συντε­λε­στεί. Όχι στους θεσμούς, αλλά στη συνεί­δη­ση όσων βρί­σκο­νταν στην αίθου­σα. Κάποιοι το κατά­λα­βαν εκεί­νη τη στιγ­μή. Άλλοι αργό­τε­ρα, όταν τα ονό­μα­τά τους θα άρχι­ζαν να εξα­φα­νί­ζο­νται από προ­γράμ­μα­τα, βιβλιο­θή­κες, αφί­σες. Τότε κατά­λα­βα πως η δια­γρα­φή δεν είναι διοι­κη­τι­κή πρά­ξη. Είναι πολι­τι­κή από­φα­ση με υπαρ­ξια­κές συνέ­πειες Είναι μορ­φή θανά­του χωρίς τελετή.

Οι κυρώ­σεις δεν ήταν από­φα­ση των συγ­γρα­φέ­ων, αλλά αντί­δρα­ση του κόμ­μα­τος. Ο Vaculík, ο Klíma, ο Liehm δια­γρά­φη­καν από το Κομ­μου­νι­στι­κό Κόμ­μα. Ο Κού­ντε­ρα μπή­κε σε τρο­χιά πει­θαρ­χι­κών διώ­ξε­ων και στο­χο­ποί­η­σης. Για τον Χάβελ δεν υπήρ­ξε τυπι­κή κομ­μα­τι­κή δια­γρα­φή — δεν ήταν αυτό το ζήτη­μα. Το ζήτη­μα ήταν ότι το όνο­μά του άρχι­σε να αφαι­ρεί­ται. Από λίστες, από όργα­να, από σκη­νές. Και αυτή η αφαί­ρε­ση απο­δεί­χθη­κε πιο μακρο­χρό­νια από οποια­δή­πο­τε πει­θαρ­χι­κή ποι­νή. Βγαί­νο­ντας από το Národní dům, ένιω­σα ότι δεν είχα­με ζήσει μια σύγκρου­ση. Είχα­με ζήσει μια απο­κά­λυ­ψη. Η εξου­σία είχε κατα­λά­βει ότι η γλώσ­σα είχε πάψει να υπα­κού­ει. Κι όταν η γλώσ­σα προη­γεί­ται, η Ιστο­ρία ακο­λου­θεί — αργά, βίαια, αναπόφευκτα.

Βγαί­νο­ντας από την αίθου­σα, η Πρά­γα έμοια­ζε ίδια. Οι δρό­μοι ήσυ­χοι, τα κτί­ρια ακί­νη­τα, οι άνθρω­ποι προ­σε­κτι­κοί. Κι όμως, τίπο­τα δεν ήταν πια το ίδιο. Δεν είχε αλλά­ξει τίπο­τα ακό­μη. Κι όμως, όλα είχαν αρχί­σει να μετα­κι­νού­νται. Δεν είχε έρθει ακό­μη η Άνοι­ξη. Αλλά είχε ειπω­θεί η λέξη που θα την έκα­νε ανα­πό­φευ­κτη. Και από τη στιγ­μή που ειπώθηκε,η επι­στρο­φή στην προη­γού­με­νη σιω­πή ήταν αδύνατη.

Ήταν μια ρωγ­μή. Και οι ρωγ­μές, όταν εμφα­νί­ζο­νται στην Ιστο­ρία, δεν κλεί­νουν εύκο­λα. Δεν ήξε­ρα τότε ότι αυτή η ρωγ­μή θα μεγά­λω­νε τόσο ώστε να κατα­πιεί ανθρώ­πους, γλώσ­σες, πατρί­δες. Ήξε­ρα μόνο ότι εκεί­νη τη μέρα η λογο­τε­χνία έπα­ψε να είναι ασφα­λής. Κι όταν η λογο­τε­χνία παύ­ει να είναι ασφα­λής, σημαί­νει ότι κάτι αλη­θι­νό έχει ήδη αρχίσει

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Όταν η πόλη άρχι­σε να μιλά

Η Άνοι­ξη δεν μπή­κε στην Πρά­γα με συν­θή­μα­τα. Μπή­κε με αλλα­γή τόνου.

Στην αρχή δεν υπήρ­χε τίπο­τα που να μπο­ρείς να δεί­ξεις και να πεις «να, εδώ ξεκί­νη­σε». Δεν υπήρ­ξε ημε­ρο­μη­νία, ούτε στιγ­μή που να ανα­γνω­ρί­στη­κε αμέ­σως ως ιστο­ρι­κή. Ήταν μια αργή, σχε­δόν ανε­παί­σθη­τη μετα­τό­πι­ση, πρώ­τα στη γλώσ­σα και έπει­τα στη συμπε­ρι­φο­ρά. Οι λέξεις άρχι­σαν να κυκλο­φο­ρούν με μεγα­λύ­τε­ρη άνε­ση, σαν να δοκί­μα­ζαν αν επι­τρέ­πε­ται ακό­μη να αναπνέουν.

Οι εφη­με­ρί­δες άλλα­ξαν ύφος πριν αλλά­ξουν περιε­χό­με­νο. Δεν έγρα­φαν απα­ραί­τη­τα άλλα πράγ­μα­τα, αλλά τα ίδια πράγ­μα­τα ειπώ­θη­καν αλλιώς. Οι φρά­σεις έγι­ναν λιγό­τε­ρο ξύλι­νες, λιγό­τε­ρο βέβαιες για τον εαυ­τό τους. Όροι όπως «μεταρ­ρύθ­μι­ση» και «διά­λο­γος» εμφα­νί­στη­καν χωρίς εισα­γω­γι­κά. Αυτό από μόνο του ήταν ένδει­ξη ότι κάτι μετα­κι­νού­νταν. Η γλώσ­σα έπαυε να προ­στα­τεύ­ε­ται από την απόσταση.

Στα πανε­πι­στή­μια, οι δια­λέ­ξεις έπα­ψαν να είναι απαγ­γε­λί­ες. Οι φοι­τη­τές άρχι­σαν να ρωτούν. Όχι επι­θε­τι­κά, όχι με διά­θε­ση πρό­κλη­σης, αλλά με εκεί­νη την αθώα επι­μο­νή που φανε­ρώ­νει ότι κάποιος πιστεύ­ει ακό­μη πως οι ερω­τή­σεις έχουν νόη­μα. Οι καθη­γη­τές απα­ντού­σαν χωρίς να κοι­τούν διαρ­κώς την πόρ­τα. Κάποιοι μάλι­στα έδει­χναν να απο­λαμ­βά­νουν αυτή τη νέα, επι­κίν­δυ­νη ελευθερία.

Στους δρό­μους, οι άνθρω­ποι στα­μα­τού­σαν και συζη­τού­σαν. Όχι πια μόνο σε κου­ζί­νες ή σε κλει­στά δωμά­τια, αλλά σε στά­σεις τραμ, σε cafe, ακό­μη και σε ουρές κατα­στη­μά­των. Η πολι­τι­κή είχε πάψει να είναι απο­κλει­στι­κό προ­νό­μιο των κομ­μα­τι­κών μηχα­νι­σμών. Είχε γίνει αντι­κεί­με­νο καθη­με­ρι­νής ανταλ­λα­γής. Δεν ήταν ελευ­θε­ρία. Ήταν πρό­βα ελευθερίας.

Στο πολι­τι­κό επί­πε­δο, ο Alexander Dubček εμφα­νί­στη­κε ως υπό­σχε­ση. Μιλού­σε για έναν «σοσια­λι­σμό με ανθρώ­πι­νο πρό­σω­πο» και, για πρώ­τη φορά μετά από χρό­νια, οι άνθρω­ποι ήθε­λαν να τον πιστέ­ψουν. Δεν ήταν αφε­λείς. Ήταν κου­ρα­σμέ­νοι. Και η κού­ρα­ση, μερι­κές φορές, γίνε­ται έδα­φος για ελπί­δα. Ο πρω­θυ­πουρ­γός Oldřich Černík προ­σπα­θού­σε να ισορ­ρο­πή­σει ανά­με­σα στις κοι­νω­νι­κές προσ­δο­κί­ες και στις πιέ­σεις που έρχο­νταν απ’ έξω. Οι ισορ­ρο­πί­ες ήταν εύθραυ­στες. Η εξου­σία έδει­χνε ανθρώ­πι­νη. Κι αυτό την έκα­νε ακό­μη πιο ευά­λω­τη. Στα cafe τα ονό­μα­τα των πολι­τι­κών συνυ­πήρ­χαν με εκεί­να των συγ­γρα­φέ­ων. Αυτό ήταν ίσως το πιο εντυ­πω­σια­κό σημά­δι της επο­χής. Η πολι­τι­κή δεν ήταν πια απο­κομ­μέ­νη από τον λόγο.  Δεν ήταν απο­κλει­στι­κό προ­νό­μιο των κομ­μα­τι­κών μηχα­νι­σμών.  Είχε εισχω­ρή­σει στη συζή­τη­ση για τη γλώσ­σα, την τέχνη, την ευθύνη.

Οι Έλλη­νες της Πρά­γας, της Τσεχ­σλο­βα­κί­ας παρα­κο­λου­θού­σαν με επι­φύ­λα­ξη. Οι νεό­τε­ροι άρχι­σαν να πηγαί­νουν στο θέα­τρο, να δια­βά­ζουν τσε­χι­κά περιο­δι­κά, να συμ­με­τέ­χουν στις συζη­τή­σεις. Οι παλαιό­τε­ροι κρα­τού­σαν απο­στά­σεις. Είχαν ζήσει ήδη μια άνοι­ξη που κατέ­λη­ξε σε κατα­στρο­φή. Δεν εμπι­στεύ­ο­νταν εύκο­λα τις εποχές.

Την ίδια στιγ­μή, τα νέα από την Ελλά­δα έφτα­ναν βαριά. Η δικτα­το­ρία είχε παγιω­θεί. Εκεί οι λέξεις έκλει­ναν. Εδώ άνοι­γαν. Η σύγκρι­ση ήταν ανα­πό­φευ­κτη και σκλη­ρή. Εμείς, οι εξό­ρι­στοι, βλέ­πα­με μια κοι­νω­νία να δοκι­μά­ζει κάτι που η δική μας χώρα δεν μπο­ρού­σε. Η Ιστο­ρία έμοια­ζε να μας κοι­τά ειρω­νι­κά. Η πόλη γέμι­σε πρό­χει­ρα κεί­με­να, αφί­σες, ανα­κοι­νώ­σεις. Οι άνθρω­ποι στα­μα­τού­σαν και διά­βα­ζαν. Σε μια κοι­νω­νία μαθη­μέ­νη στην υπα­κοή, η ανά­γνω­ση έγι­νε πρά­ξη. Όχι ηρω­ι­κή, αλλά καθη­με­ρι­νή. Κι αυτό ήταν ίσως το πιο ανη­συ­χη­τι­κό απ’ όλα.

Για πρώ­τη φορά ένιω­σα ότι η λογο­τε­χνία είχε κατέ­βει από τα ράφια και είχε βγει στον δρό­μο. Δεν ήταν πια αντι­κεί­με­νο μελέ­της. Ήταν μέρος της ζωής. Και αυτή η συνει­δη­το­ποί­η­ση με τρό­μα­ζε. Για­τί ήξε­ρα, από την ιστο­ρία της οικο­γέ­νειάς μου, ότι κάθε Άνοι­ξη κου­βα­λά μέσα της τον σπό­ρο της συντριβής.

Η Πρά­γα, όμως, εκεί­νες τις μέρες, δεν φοβό­ταν ακό­μη. Κι αυτό την έκα­νε όμορ­φη. Και επικίνδυνη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Αύγου­στος 1968 – Όταν η Ιστο­ρία μίλη­σε με ερπύστριες

Ο ήχος, τι παρά­δο­ξο, ήρθε πριν από το φως.

Δεν ήταν σει­ρή­να, ούτε κραυ­γή, ούτε κάτι που μπο­ρού­σε να παρερ­μη­νευ­τεί. Ήταν ένας βαθύς, συνε­χής βόμ­βος που δεν άφη­νε περι­θώ­ρια αμφι­βο­λί­ας. Οι ερπύ­στριες δεν χρειά­ζο­νται μετά­φρα­ση. Μπαί­νουν στον χρό­νο όπως μπαί­νουν και στον χώρο: αδιαπραγμάτευτα.

Ξύπνη­σα από­το­μα, με εκεί­νη την αίσθη­ση ότι κάτι ανε­πα­νόρ­θω­το είχε ήδη συμ­βεί. Από το παρά­θυ­ρο είδα ανθρώ­πους να στέ­κο­νται ακί­νη­τοι στα πεζο­δρό­μια, με ρού­χα πρό­χει­ρα, με πρό­σω­πα άυπνα. Κανείς δεν μιλού­σε ακό­μη. Η σιω­πή ήταν το πρώ­το ένστικτο.

Όταν το πρώ­το σοβιε­τι­κό άρμα φάνη­κε στη στρο­φή του δρό­μου, η πόλη κατά­λα­βε. Δεν χρειά­στη­καν ανα­κοι­νώ­σεις. Δεν χρειά­στη­καν εξη­γή­σεις. Η Άνοι­ξη είχε τελειώσει.

Οι εφη­με­ρί­δες της προη­γού­με­νης ημέ­ρας βρί­σκο­νταν ακό­μη στα κιό­σκια. Οι τίτλοι μιλού­σαν για διά­λο­γο, για μεταρ­ρυθ­μί­σεις, για μέλ­λον. Ήταν ήδη άκυ­ροι. Οι λέξεις γερ­νούν γρή­γο­ρα όταν τις προ­λα­βαί­νουν τα γεγο­νό­τα. Εκεί­νο το πρωί, η γλώσ­σα ηττή­θη­κε πρώτη.

Βγή­κα στον δρό­μο χωρίς να το σκε­φτώ. Όχι από θάρ­ρος, αλλά από αδυ­να­μία να μεί­νω κλει­σμέ­νος. Οι άνθρω­ποι κινού­νταν χωρίς προ­ο­ρι­σμό, σαν να είχαν ξεχά­σει ξαφ­νι­κά για­τί είχαν βγει από τα σπί­τια τους. Κάποιοι πλη­σί­α­ζαν τους στρα­τιώ­τες και τους μιλού­σαν. Τους έλε­γαν ότι βρί­σκο­νταν σε λάθος χώρα. Ότι εδώ δεν υπήρ­χε αντε­πα­νά­στα­ση. Ότι κανείς δεν τους περίμενε.

Οι στρα­τιώ­τες κοι­τού­σαν απο­ρη­μέ­νοι. Ήταν νέοι. Αυτό ήταν το πιο τρο­μα­κτι­κό. Δεν είχαν το βλέμ­μα της βεβαιό­τη­τας, αλλά της σύγ­χυ­σης. Εκτε­λού­σαν δια­τα­γές χωρίς να κατα­λα­βαί­νουν τον τόπο όπου βρί­σκο­νταν. Κι αυτή η άγνοια ήταν θανατηφόρα.

Η βία δεν ξέσπα­σε αμέ­σως. Υπήρ­ξε ένα διά­στη­μα αμη­χα­νί­ας, σαν να περί­με­ναν όλοι μια τελευ­ταία ευκαι­ρία να ακυ­ρω­θεί το λάθος. Αλλά τα λάθη της Ιστο­ρί­ας δεν ακυ­ρώ­νο­νται. Απλώς επιβάλλονται.

Η πόλη αντέ­δρα­σε με τρό­πους που δεν είχαν προ­βλε­φθεί. Οι πινα­κί­δες των δρό­μων άλλα­ξαν θέση. Τα ονό­μα­τα σκε­πά­στη­καν. Οι οδη­γοί των τραμ στα­μά­τη­σαν να υπα­κούν στις οδη­γί­ες. Οι άνθρω­ποι έγρα­φαν συν­θή­μα­τα στους τοί­χους, όχι κραυ­γα­λέα, αλλά ειρω­νι­κά. Ήταν μια αντί­στα­ση χωρίς ηρω­ι­σμό, χωρίς όπλα. Μια αντί­στα­ση καθη­με­ρι­νή, σχε­δόν πεισματική.

Στο πανε­πι­στή­μιο, οι πόρ­τες ήταν κλει­στές. Οι αίθου­σες άδειες. Εκεί όπου λίγες εβδο­μά­δες πριν γίνο­νταν συζη­τή­σεις για τη μεταρ­ρύθ­μι­ση, τώρα υπήρ­χαν μόνο χαρ­τιά πετα­μέ­να και καρέ­κλες ανα­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­νες. Η γνώ­ση είχε τεθεί σε ανα­στο­λή, όπως και η ελπίδα.

Στο πολι­τι­κό επί­πε­δο, όλα κατέρ­ρευ­σαν γρή­γο­ρα. Ο Alexander Dubček, που είχε προ­σω­πο­ποι­ή­σει την προσ­δο­κία ενός σοσια­λι­σμού με ανθρώ­πι­νο πρό­σω­πο, οδη­γή­θη­κε στη Μόσχα. Οι δηλώ­σεις του έγι­ναν ασα­φείς, προ­σε­κτι­κές, σχε­δόν πέν­θι­μες. Η φωνή του ακου­γό­ταν πια σαν ηχώ. Ο Oldřich Černík προ­σπά­θη­σε να δια­σώ­σει ό,τι μπο­ρού­σε. Οι λέξεις του ήταν ισορ­ρο­πη­μέ­νες, σχε­δόν τεχνι­κές. Αλλά οι ισορ­ρο­πί­ες είχαν ήδη χαθεί. Η εξου­σία είχε αλλά­ξει χέρια χωρίς να αλλά­ξει μηχανισμό.

Λίγο αργό­τε­ρα, το όνο­μα του Gustáv Husák άρχι­σε να ακού­γε­ται όλο και πιο συχνά. Ήταν η αρχή της λεγό­με­νης «Ομα­λο­ποί­η­σης». Μια λέξη ψυχρή, διοι­κη­τι­κή, σχε­δια­σμέ­νη για να καλύ­ψει την έκτα­ση της ήττας. Η Άνοι­ξη δεν θα ανα­φε­ρό­ταν πια. Θα ξεχνιόταν.

Οι συγ­γρα­φείς την υπέ­στη­σαν πρώ­τοι. Όχι όλοι με τον ίδιο τρό­πο, αλλά όλοι με το ίδιο απο­τέ­λε­σμα. Κάποιοι δια­γρά­φη­καν από τα μητρώα. Άλλοι έχα­σαν τις θέσεις τους. Τα βιβλία τους απο­σύρ­θη­καν από τις βιβλιο­θή­κες χωρίς τελε­τουρ­γία. Δεν τα έκαι­γαν. Τα εξα­φά­νι­ζαν. Η απου­σία ήταν πιο απο­τε­λε­σμα­τι­κή από την απαγόρευση.

Το όνο­μα του Μίλαν Κού­ντε­ρα άρχι­σε να γίνε­ται επι­κίν­δυ­νο ακό­μη και ως ανα­φο­ρά. Το Αστείο στα­μά­τη­σε να κυκλο­φο­ρεί. Η ειρω­νεία του είχε απο­δει­χθεί αβά­στα­χτη. Ο Βάτσλαβ Χάβελ τέθη­κε υπό παρα­κο­λού­θη­ση. Το θέα­τρο ξανά­γι­νε ύπο­πτος χώρος. Η γλώσ­σα μπή­κε ξανά σε επιτήρηση.

Οι Έλλη­νες της Πρά­γας συγκε­ντρώ­θη­καν αυθόρ­μη­τα, όπως πάντα σε στιγ­μές κρί­σης. Οι συζη­τή­σεις ήταν χαμη­λό­φω­νες. Κάποιοι έλε­γαν πως η επέμ­βα­ση ήταν ανα­γκαία. Πως η Άνοι­ξη είχε πάει πολύ μακριά. Άλλοι σώπαι­ναν. Η σιω­πή τους δεν ήταν συναί­νε­ση. Ήταν μνήμη.

Ο πατέ­ρας μου δεν μίλη­σε καθό­λου εκεί­νη τη μέρα. Καθό­ταν στο τρα­πέ­ζι και κοι­τού­σε τα χέρια του. Ήξε­ρα ότι δεν έβλε­πε την Πρά­γα. Έβλε­πε μια άλλη χώρα, χρό­νια πριν. Μια άλλη ήττα. Η Ιστο­ρία δεν επα­να­λαμ­βά­νε­ται, σκέ­φτη­κα. Αντιγράφει.

Τις επό­με­νες μέρες άρχι­σαν οι δια­γρα­φές μεθο­δι­κά. Μαθή­μα­τα ακυ­ρώ­θη­καν. Ονό­μα­τα εξα­φα­νί­στη­καν από προ­γράμ­μα­τα. Άνθρω­ποι που λίγες εβδο­μά­δες πριν μιλού­σαν δημό­σια, τώρα απέ­φευ­γαν να εμφα­νι­στούν. Η κοι­νω­νία προ­σαρ­μο­ζό­ταν. Όχι από πεποί­θη­ση, αλλά από κόπωση.

Κρά­τη­σα τα σημειω­μα­τά­ριά μου κρυμ­μέ­να. Για πρώ­τη φορά ένιω­σα φόβο όχι για μένα, αλλά για τις λέξεις. Αν τις έβρι­σκαν, θα έπρε­πε να τις υπε­ρα­σπι­στώ. Και δεν ήμουν βέβαιος ότι μπορούσα.

Τότε θυμή­θη­κα μια φρά­ση του Κού­ντε­ρα που θα κατα­λά­βαι­να πλή­ρως μόνο αργότερα:
ο αγώ­νας του ανθρώ­που ενά­ντια στην εξου­σία είναι ο αγώ­νας της μνή­μης ενά­ντια στη λήθη.

Η Άνοι­ξη είχε ηττη­θεί. Αλλά η μνή­μη όχι ακόμη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

Ομα­λο­ποί­η­ση – Η ζωή μετά τη συντριβή

Την ονό­μα­σαν Ομα­λο­ποί­η­ση, λες και επρό­κει­το για θερα­πεία. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ήταν μια αργή δια­δι­κα­σία εξοι­κεί­ω­σης με την απώλεια.

Δεν υπήρ­ξε επί­ση­μη ανα­κοί­νω­ση που να σημα­το­δο­τεί την αρχή της. Δεν χρειά­στη­κε. Η Ομα­λο­ποί­η­ση δεν επι­βάλ­λε­ται με δια­κη­ρύ­ξεις· εγκα­θί­στα­ται με επα­να­λή­ψεις. Με μικρές, καθη­με­ρι­νές αλλα­γές που δεν προ­κα­λούν αντί­δρα­ση, για­τί εμφα­νί­ζο­νται ως επι­στρο­φή στην τάξη. Και η τάξη, μετά από μια ήττα, μοιά­ζει πάντα παρηγορητική.

Οι δρό­μοι καθά­ρι­σαν γρή­γο­ρα από τα ίχνη των ημε­ρών της Άνοι­ξης. Οι αφί­σες ξηλώ­θη­καν, τα πρό­χει­ρα συν­θή­μα­τα βάφτη­καν, οι τοί­χοι ξανα­βρή­καν το ουδέ­τε­ρο χρώ­μα τους. Η πόλη έμα­θε να φαί­νε­ται ξανά ήσυ­χη. Κι αυτή η ησυ­χία παρου­σιά­στη­κε ως επι­τυ­χία. Ως από­δει­ξη ότι η κανο­νι­κό­τη­τα είχε αποκατασταθεί.

Στο πανε­πι­στή­μιο, τα μαθή­μα­τα ξανάρ­χι­σαν σαν να μην είχε μεσο­λα­βή­σει τίπο­τα. Τα προ­γράμ­μα­τα, ωστό­σο, ήταν δια­φο­ρε­τι­κά. Όχι ως προς το περιε­χό­με­νο, αλλά ως προς τα ονό­μα­τα. Κάποιοι καθη­γη­τές είχαν απο­μα­κρυν­θεί «προ­σω­ρι­νά». Άλλοι είχαν μετα­τε­θεί. Κανείς δεν εξή­γη­σε. Κανείς δεν ρώτη­σε. Οι απα­ντή­σεις, όταν δίνο­νταν, ήταν γενι­κές, σχε­δόν τεχνι­κές. Η σιω­πή είχε ξανα­γί­νει λειτουργική.

Η λογο­τε­χνία επέ­στρε­ψε στη θέση που της είχαν ορί­σει: ασφα­λής, απο­γυ­μνω­μέ­νη από το παρόν. Τα κεί­με­να διδά­σκο­νταν χωρίς συμ­φρα­ζό­με­να. Οι συγ­γρα­φείς ανα­φέ­ρο­νταν χωρίς βιο­γρα­φία. Η Ιστο­ρία έμπαι­νε σε παρέν­θε­ση, όχι επει­δή είχε τελειώ­σει, αλλά επει­δή είχε γίνει επικίνδυνη.

Στις βιβλιο­θή­κες, τα ράφια άρχι­σαν να αραιώ­νουν. Δεν υπήρ­χαν απα­γο­ρευ­μέ­νες λίστες αναρ­τη­μέ­νες στους τοί­χους. Υπήρ­χε κάτι πιο απο­τε­λε­σμα­τι­κό: η απου­σία. Το Αστείο δεν βρι­σκό­ταν πια εκεί. Όταν ρωτού­σες, η απά­ντη­ση ήταν πάντα η ίδια: «Δεν είναι δια­θέ­σι­μο». Η φρά­ση αυτή έγι­νε συνώ­νυ­μη της λήθης.

Ο Μίλαν Κού­ντε­ρα ανα­φε­ρό­ταν όλο και λιγό­τε­ρο. Όχι από άγνοια, αλλά από προ­φύ­λα­ξη. Το όνο­μά του είχε απο­κτή­σει βάρος επι­κίν­δυ­νο. Δεν χρεια­ζό­ταν να τον κατα­δι­κά­σεις· αρκού­σε να μην τον θυμά­σαι. Κι αυτό ακρι­βώς επι­δί­ω­κε η Ομαλοποίηση.

Ο Βάτσλαβ Χάβελ εξα­φα­νί­στη­κε από τις αφί­σες του θεά­τρου. Όχι επει­δή έπα­ψε να γρά­φει, αλλά επει­δή έπα­ψε να επι­τρέ­πε­ται να ακού­γε­ται. Τα έργα του κυκλο­φο­ρού­σαν πλέ­ον σε περιο­ρι­σμέ­νους κύκλους, σε αντί­γρα­φα που άλλα­ζαν χέρια χωρίς θόρυ­βο. Το θέα­τρο έχα­σε τη δημό­σια σκη­νή του, αλλά κέρ­δι­σε κάτι άλλο: τη συνεί­δη­ση ότι κάθε παρά­στα­ση ήταν πρά­ξη ευθύνης.

Στο πολι­τι­κό επί­πε­δο, ο Gustáv Husák εγκα­θί­δρυ­σε στα­δια­κά το νέο καθε­στώς. Δεν μιλού­σε για τιμω­ρία, αλλά για στα­θε­ρό­τη­τα. Δεν κατήγ­γελ­λε την Άνοι­ξη. Την παρέ­καμ­πτε. Η μνή­μη της γινό­ταν περιτ­τή, σχε­δόν ενο­χλη­τι­κή. Το παρελ­θόν έπρε­πε να εξομαλυνθεί.

Οι άνθρω­ποι προ­σαρ­μό­στη­καν. Όχι επει­δή πίστε­ψαν, αλλά επει­δή κου­ρά­στη­καν. Η καθη­με­ρι­νό­τη­τα επέ­στρε­ψε: δου­λειά, ουρές, οικο­γέ­νεια, σιω­πή. Η πολι­τι­κή μετα­τρά­πη­κε ξανά σε κάτι μακρι­νό, καλύ­τε­ρα να απο­φεύ­γε­ται. Όχι από φόβο πια, αλλά από κόπωση.

Οι Έλλη­νες της Πρά­γας βρή­καν γρή­γο­ρα τον ρυθ­μό τους. Είχαν εμπει­ρία στην προ­σαρ­μο­γή. Κάποιοι ένιω­σαν μια παρά­ξε­νη ανα­κού­φι­ση. Η αβε­βαιό­τη­τα είχε τελειώ­σει. Η τάξη είχε επι­στρέ­ψει. Ήξε­ραν πώς να ζουν μέσα σε αυτήν.

Άλλοι, λιγό­τε­ροι, βίω­σαν μια δεύ­τε­ρη ήττα. Όχι θεα­μα­τι­κή, αλλά εσω­τε­ρι­κή. Είχαν αρχί­σει να πιστεύ­ουν ότι ίσως αυτή τη φορά τα πράγ­μα­τα να εξε­λίσ­σο­νταν αλλιώς. Δεν μίλη­σαν γι’ αυτό. Οι απο­γοη­τεύ­σεις, όταν συσ­σω­ρεύ­ο­νται, δεν ζητούν ακροατήριο.

Ο πατέ­ρας μου απέ­φευ­γε πια κάθε πολι­τι­κή συζή­τη­ση. Όταν τον ρώτη­σα αν θεω­ρεί σωστή την εξέ­λι­ξη των πραγ­μά­των, μου απά­ντη­σε μόνο: «Η Ιστο­ρία δεν ρωτά αν αντέχουμε».

Εγώ συνέ­χι­σα την έρευ­νά μου, αλλά με δια­φο­ρε­τι­κή εμμο­νή. Δεν με ενδιέ­φε­ρε πια η επί­ση­μη αφή­γη­ση. Άρχι­σα να συγκε­ντρώ­νω ό,τι περίσ­σευε: σημειώ­σεις, επι­στο­λές, χει­ρό­γρα­φα που δεν θα δημο­σιεύ­ο­νταν ποτέ. Κεί­με­να που δεν χωρού­σαν στο νέο πλαί­σιο. Εκεί βρι­σκό­ταν η αλη­θι­νή ιστο­ρία της περιό­δου. Κατά­λα­βα τότε ότι η Ομα­λο­ποί­η­ση δεν στο­χεύ­ει να πεί­σει. Στο­χεύ­ει να κου­ρά­σει. Να εξα­ντλή­σει κάθε διά­θε­ση αντί­στα­σης μέσω της επανάληψης.

Η ζωή συνε­χι­ζό­ταν, αλλά χωρίς έντα­ση. Χωρίς προσ­δο­κία. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη φθο­ρά, κάτι επέ­με­νε. Μικρό, σχε­δόν αόρα­το, αλλά ανθε­κτι­κό. Η μνή­μη. Όχι ως αφή­γη­ση ακό­μη, αλλά ως αίσθη­ση. Σαν ξένο σώμα που δεν μπο­ρείς να απο­βά­λεις. Τότε άρχι­σαν να ακού­γο­νται πιο καθα­ρά οι φήμες για φυγή. Όχι μόνο του Κού­ντε­ρα. Πολ­λών. Η εξο­ρία γινό­ταν ξανά πιθα­νό­τη­τα. Όχι ως τιμω­ρία πια, αλλά ως επι­λο­γή. Και αυτή η μετα­τό­πι­ση ήταν ίσως το πιο ανη­συ­χη­τι­κό σημά­δι της εποχής.

Η Άνοι­ξη είχε δια­γρα­φεί από το παρόν. Όχι ακό­μη από τη μνήμη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

Η φυγή – Παρί­σι και η δεύ­τε­ρη εξορία

Η φυγή δεν συμ­βαί­νει ξαφ­νι­κά. Προ­ε­τοι­μά­ζε­ται σιωπηλά.

Στην αρχή είναι μια σκέ­ψη που επι­στρέ­φει χωρίς να κατο­νο­μά­ζε­ται. Ύστε­ρα μια συζή­τη­ση που κόβε­ται στη μέση, μια φρά­ση που μένει μετέ­ω­ρη, ένα βλέμ­μα που απο­φεύ­γει το μέλ­λον. Κανείς δεν λέει ανοι­χτά «φεύ­γω». Το κατα­λα­βαί­νεις από τον τρό­πο που απο­χαι­ρε­τούν, από τα βιβλία που εξα­φα­νί­ζο­νται από τα ράφια, από τις σημειώ­σεις που δεν αφή­νο­νται πια εκτεθειμένες.

Έτσι άρχι­σε να ακού­γε­ται και το όνο­μα του Μίλαν Κού­ντε­ρα σε σχέ­ση με τη Γαλ­λία. Όχι ως τετε­λε­σμέ­νο γεγο­νός, αλλά ως δυνα­τό­τη­τα. Μια πρό­σκλη­ση για διδα­σκα­λία. Μια προ­σω­ρι­νή άδεια. Ένας τρό­πος να ανα­πνεύ­σει χωρίς να χρειά­ζε­ται να εξη­γεί κάθε λέξη, κάθε υπαι­νιγ­μό, κάθε ειρω­νεία. Η Ομα­λο­ποί­η­ση δεν τον κατα­δί­ω­κε πια ανοι­χτά. Τον είχε κατα­στή­σει περιτ­τό. Κι αυτή η μη νομι­μο­ποι­η­μέ­νη αχρη­σία ήταν ίσως πιο επι­κίν­δυ­νη από τη σύγκρουση.

Όταν επι­βε­βαιώ­θη­κε ότι είχε φύγει, η είδη­ση δεν προ­κά­λε­σε θόρυ­βο. Δεν υπήρ­ξαν ανα­κοι­νώ­σεις, ούτε δημό­σιες καταγ­γε­λί­ες. Η απου­σία είχε πια ενσω­μα­τω­θεί στη λει­τουρ­γία του συστή­μα­τος. Ένας συγ­γρα­φέ­ας λιγό­τε­ρος δεν απο­τε­λού­σε γεγο­νός. Ήταν απλώς άλλη μία τακτοποίηση.

Στο Παρί­σι, ο Κού­ντε­ρα δεν κου­βα­λού­σε τον ρόλο του δια­γραμ­μέ­νου. Δεν του ζητή­θη­κε να εκπρο­σω­πή­σει την Άνοι­ξη της Πρά­γας, ούτε να μιλή­σει ως θύμα. Αυτό ήταν ίσως η μεγα­λύ­τε­ρη ανα­κού­φι­ση. Για πρώ­τη φορά μπο­ρού­σε να είναι απλώς συγ­γρα­φέ­ας. Και ταυ­τό­χρο­να, αυτή η ελευ­θε­ρία είχε τίμημα.

Η γλώσ­σα άλλα­ξε. Κι όταν αλλά­ζει η γλώσ­σα, αλλά­ζει και η μνήμη.

Τα έργα που άρχι­σε να γρά­φει εκτός Τσε­χο­σλο­βα­κί­ας δεν ανή­καν πια σε συγκε­κρι­μέ­νο τόπο. Η Πρά­γα υπήρ­χε ως ανά­μνη­ση, όχι ως σκη­νι­κό. Η πολι­τι­κή μετα­τρά­πη­κε σε στο­χα­σμό. Η ειρω­νεία έγι­νε πιο ψυχρή, πιο απο­στα­σιο­ποι­η­μέ­νη. Δεν υπήρ­χε πια η άμε­ση απει­λή. Υπήρ­χε η από­στα­ση. Και η από­στα­ση, όσο προ­στα­τευ­τι­κή κι αν είναι, έχει πάντα κόστος.

Δια­βά­ζο­ντας εκεί­νη την περί­ο­δο Το Βιβλίο του Γέλιου και της Λήθης, κατά­λα­βα πως δεν επρό­κει­το για έργο εξο­ρί­ας, αλλά για έργο μνή­μης. Η λήθη δεν παρου­σια­ζό­ταν ως ατύ­χη­μα. Ήταν μηχα­νι­σμός. Και ο αγώ­νας απέ­να­ντί της δεν ήταν η καταγ­γε­λία, αλλά η επι­μο­νή στη σύν­θε­τη αφήγηση.

Ο Βάτσλαβ Χάβελ ακο­λού­θη­σε τον αντί­θε­το δρό­μο.  « Δεν έφυ­γε όπως ο Κού­ντε­ρα στη Γαλ­λία. Πήρε την οδο­ντό­βουρ­τσα του και κατέ­βη­κε στα υπό­γεια των φυλα­κών να κου­βα­λά­ει βαρέ­λια μπύ­ρας!»  Οι Τσε­χο­σλο­βά­κοι είχαν να  λένε  αυτή τη φρά­ση δεί­χνο­ντας την εκτί­μη­σή τους στο Βάτσλαβ που δεν έφυ­γε. Που έμει­νε στη χώρα του. Όχι από αδυ­να­μία, αλλά από επι­λο­γή. Έγρα­ψε για το πώς οι άνθρω­ποι μαθαί­νουν να «ζουν μέσα στο ψέμα». Όχι επει­δή το πιστεύ­ουν, αλλά επει­δή το επα­να­λαμ­βά­νουν καθη­με­ρι­νά, μέχρι να γίνει αόρα­το. Τα κεί­με­νά του κυκλο­φο­ρού­σαν παρά­νο­μα περιο­δι­κά, σε σαμιζ­ντάτ, σε αντί­γρα­φα που άλλα­ζαν χέρια με προ­σο­χή. Η παρα­μο­νή του δεν ήταν ηρω­ι­κή. Ήταν επίμονη.

Η δια­φο­ρά ανά­με­σα στους δύο δεν ήταν πολι­τι­κή. Ήταν υπαρ­ξια­κή. Ο ένας διά­λε­ξε τη φυγή για να προ­στα­τεύ­σει τη γλώσ­σα του. Ο άλλος διά­λε­ξε την παρα­μο­νή για να δοκι­μά­σει την αντο­χή του. Και οι δύο πλήρωσαν.

Οι Έλλη­νες της Πρά­γας είδαν στη φυγή του Κού­ντε­ρα κάτι βαθιά οικείο. Έναν άνθρω­πο που έφευ­γε όχι για να σωθεί, αλλά για να μη σωπά­σει. Οι περισ­σό­τε­ροι τον κατη­γό­ρη­σαν για εγκα­τά­λει­ψη. Άλλοι τον κατα­νό­η­σαν χωρίς να το πουν. Η εξο­ρία ανα­γνω­ρί­ζει την εξο­ρία, ακό­μη κι όταν δεν την εγκρίνει.

Εγώ έμει­να. Όχι επει­δή δεν μπο­ρού­σα να φύγω, αλλά επει­δή ένιω­θα ότι η παρα­μο­νή είχε μετα­τρα­πεί σε καθή­κον. Η έρευ­νά μου είχε πάψει να είναι ακα­δη­μαϊ­κή. Είχε γίνει αρχείο. Δεν με ενδιέ­φε­ρε πια να ερμη­νεύ­σω τα γεγο­νό­τα, αλλά να τα δια­σώ­σω. Όσα δεν ταί­ρια­ζαν στην επί­ση­μη αφή­γη­ση, όσα περίσ­σευαν, όσα είχαν ήδη αρχί­σει να διαγράφονται.

Κάπο­τε κρά­τη­σα στα χέρια μου ένα βιβλίο του Κού­ντε­ρα γραμ­μέ­νο πια στα γαλ­λι­κά. Το διά­βα­σα αργά, με προ­σο­χή. Δεν ένιω­σα προ­δο­σία. Ένιω­σα από­στα­ση. Ήταν σαν να ακούς μια γνώ­ρι­μη φωνή από άλλο δωμά­τιο. Ανα­γνώ­ρι­ζες τον τόνο, αλλά όχι πια τον χώρο. Τότε συνει­δη­το­ποί­η­σα ότι η δεύ­τε­ρη εξο­ρία είναι η πιο δύσκο­λη. Για­τί δεν την επι­βάλ­λουν άλλοι. Την επι­λέ­γεις. Και ίσως αυτή η επι­λο­γή να είναι η πιο ειλι­κρι­νής μορ­φή ελευθερίας.

Με τη φυγή του Κού­ντε­ρα, ο πρώ­τος κύκλος είχε κλεί­σει. Η Άνοι­ξη είχε ηττη­θεί, η Ομα­λο­ποί­η­ση είχε εδραιω­θεί, είχε γίνει πια “Κανο­νι­κό­τη­τα”, η εξο­ρία είχε αλλά­ξει μορ­φή. Ό,τι ακο­λου­θού­σε δεν θα ήταν πια σύγκρου­ση, αλλά αντοχή.

Η Ιστο­ρία είχε απο­συρ­θεί από το προ­σκή­νιο. Όχι για να τελειώ­σει. Για να περιμένει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ Β ΜΕΡΟΣ

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Λογο­τε­χνία σήμερα

 

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like
Leave A Reply

Your email address will not be published.