- Διαφήμιση -

Η διαγραφή μιας άνοιξης — Μέρος Β

Στέρ­τσος Μπάμπης

ΜΕΡΟΣ  Β

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

- Δια­φή­μι­ση -

Ζώντας μέσα στο ψέμα

Η Ομα­λο­ποί­η­ση δεν ζητού­σε πίστη. Ζητού­σε συμ­με­το­χή. Όχι ενερ­γή, όχι θορυ­βώ­δη, αλλά εκεί­νη τη χαμη­λό­φω­νη, καθη­με­ρι­νή συμ­με­το­χή που δεν μοιά­ζει με επι­λο­γή. Ζητού­σε από τους ανθρώ­πους να συνε­χί­σουν. Να πηγαί­νουν στη δου­λειά τους, να στέ­κο­νται στις ουρές, να μιλούν για τον και­ρό, να απο­φεύ­γουν ονό­μα­τα. Δεν χρεια­ζό­ταν να πουν ψέμα­τα. Αρκού­σε να ζουν μέσα σε αυτά. Η δια­δι­κα­σία είναι νομιμοποίηση.

Ο Βάτσλαβ Χάβελ το είχε περι­γρά­ψει με ακρί­βεια που ενο­χλού­σε. Δεν μιλού­σε για τυραν­νία, αλλά για ένα σύστη­μα που επι­βιώ­νει επει­δή όλοι το ανα­πα­ρά­γουν, ακό­μη κι εκεί­νοι που δεν το πιστεύ­ουν. Ο μανά­βης που κρε­μά το σύν­θη­μα στη βιτρί­να του δεν το κάνει από ιδε­ο­λο­γία. Το κάνει για να μη ξεχω­ρί­ζει. Κι αυτή ακρι­βώς η πρά­ξη, επα­να­λαμ­βα­νό­με­νη χιλιά­δες φορές, γίνε­ται θεμέ­λιο εξουσίας.

Στην Πρά­γα της δεκα­ε­τί­ας του ’70, τίπο­τα δεν φαι­νό­ταν βίαιο. Οι δρό­μοι ήταν καθα­ροί, τα τραμ λει­τουρ­γού­σαν με ακρί­βεια τα δρο­μο­λό­για τους, οι θεσμοί λει­τουρ­γι­κοί. Κι όμως, κάτω από αυτή την επι­φά­νεια, η ζωή είχε χάσει το βάθος της. Οι άνθρω­ποι μιλού­σαν με φρά­σεις δοκι­μα­σμέ­νες, ασφα­λείς, χωρίς ρίσκο. Η γλώσ­σα είχε μετα­τρα­πεί σε εργα­λείο αποφυγής.

Στο πανε­πι­στή­μιο, οι φοι­τη­τές μάθαι­ναν γρή­γο­ρα πώς να επι­βιώ­νουν. Όχι πώς να σκέ­φτο­νται, αλλά πώς να μην ξεχω­ρί­ζουν. Οι ερω­τή­σεις έγι­ναν γενι­κές, οι εργα­σί­ες προ­βλέ­ψι­μες, οι ανα­φο­ρές προ­σε­κτι­κές. Όχι επει­δή κάποιος τους το επέ­βαλ­λε άμε­σα, αλλά επει­δή το περι­βάλ­λον το αντα­μεί­βει. Η κανο­νι­κό­τη­τα είχε τους δικούς της κανό­νες επιβράβευσης.

Ο Χάβελ δεν δίδα­σκε πια. Δεν είχε δημό­σιο βήμα. Κι όμως, η σκέ­ψη του κυκλο­φο­ρού­σε. Σε δια­με­ρί­σμα­τα με κλει­στά παν­τζού­ρια, σε μικρές συγκε­ντρώ­σεις, σε κεί­με­να που δεν είχαν εξώ­φυλ­λο. Τα δοκί­μιά του δεν έδι­ναν λύσεις. Περιέ­γρα­φαν κατα­στά­σεις. Και αυτή η περι­γρα­φή ήταν αρκε­τή για να προ­κα­λέ­σει ανησυχία.

Η έννοια της «αλή­θειας» δεν παρου­σια­ζό­ταν ως ηρω­ι­κή πρά­ξη. Δεν απαι­τού­σε θυσία. Απαι­τού­σε κάτι πιο δύσκο­λο: συνέ­πεια. Να αρνη­θείς να επα­να­λά­βεις αυτό που δεν πιστεύ­εις. Να μην συμ­με­τέ­χεις στο τελε­τουρ­γι­κό του ψέμα­τος, ακό­μη κι αν αυτό σημαί­νει κοι­νω­νι­κή απομόνωση.

Λίγοι το έκα­ναν. Όχι για­τί ήταν λιγό­τε­ρο γεν­ναί­οι οι άλλοι, αλλά για­τί το κόστος ήταν καθη­με­ρι­νό. Δεν υπήρ­χαν συλ­λή­ψεις κάθε μέρα. Υπήρ­χε αργή φθο­ρά. Απο­κλει­σμοί, καθυ­στε­ρή­σεις, αόρα­τα εμπό­δια. Η εξου­σία είχε μάθει να τιμω­ρεί χωρίς να φαίνεται.

Οι Έλλη­νες της Πρά­γας ανα­γνώ­ρι­ζαν αυτό το τοπίο. Το είχαν ζήσει αλλού, σε άλλη γλώσ­σα. Κάποιοι το απο­δέ­χτη­καν εύκο­λα. Είχαν μάθει να ζουν σε καθε­στώ­τα που ζητούν σιω­πή. Άλλοι δυσκο­λεύ­ο­νταν περισ­σό­τε­ρο. Για­τί είχαν πιστέ­ψει, έστω για λίγο, ότι αυτή η χώρα ίσως εξε­λισ­σό­ταν διαφορετικά.

Εγώ παρα­κο­λου­θού­σα, κατέ­γρα­φα, αλλά δεν παρε­νέ­βαι­να. Όχι από δει­λία, αλλά από αίσθη­ση ευθύ­νης. Ήξε­ρα ότι το αρχείο που δημιουρ­γού­σα δεν θα χρη­σί­μευε άμε­σα. Θα ήταν χρή­σι­μο αργό­τε­ρα, όταν οι λέξεις θα μπο­ρού­σαν ξανά να ειπω­θούν χωρίς φόβο.

Κατά­λα­βα τότε ότι το πιο επι­κίν­δυ­νο στοι­χείο της Ομα­λο­ποί­η­σης δεν ήταν η λογο­κρι­σία. Ήταν η συνή­θεια. Η στιγ­μή που παύ­εις να σκέ­φτε­σαι τι απο­φεύ­γεις να πεις. Η στιγ­μή που το ψέμα δεν σε προ­σβάλ­λει πια.

Ο Χάβελ έλε­γε πως η δύνα­μη των ανί­σχυ­ρων δεν βρί­σκε­ται στη σύγκρου­ση, αλλά στην άρνη­ση συμ­με­το­χής. Αυτό ακου­γό­ταν απλό. Στην πρά­ξη, ήταν σχε­δόν αδύ­να­το. Για­τί η άρνη­ση δεν είχε θεα­τές. Δεν είχε χει­ρο­κρό­τη­μα. Ήταν μια πρά­ξη που σε άφη­νε μόνο.

Κι όμως, αυτή η μονα­ξιά άρχι­σε σιγά σιγά να δημιουρ­γεί ρωγ­μές. Μικρές, αόρα­τες, αλλά επί­μο­νες. Άνθρω­ποι που δεν υπέ­γρα­φαν. Που δεν παρευ­ρί­σκο­νταν. Που δεν επα­να­λάμ­βα­ναν. Η κοι­νω­νία δεν άλλα­ζε. Αλλά κάτι μέσα της δεν λει­τουρ­γού­σε πια άψογα.

Η Ιστο­ρία έμοια­ζε παγω­μέ­νη. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, προ­ε­τοι­μα­ζό­ταν. Και όσοι ζού­σαν μέσα στο ψέμα χωρίς να το απο­δέ­χο­νται, ήταν ήδη μέρος αυτής της προετοιμασίας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

Η κόπω­ση της Ομα­λο­ποί­η­σης –  Λίγο πριν επι­στρέ­ψει η Ιστορία

Η Ομα­λο­ποί­η­ση δεν κατέρ­ρευ­σε. Εξε­μέ­τρη­σε το ζην. Δεν υπήρ­ξε στιγ­μή ρήξης, ούτε γεγο­νός που να μπο­ρεί να ορι­στεί ως αρχή του τέλους. Η φθο­ρά ήρθε αργά, σχε­δόν ανε­παί­σθη­τα, όπως έρχε­ται η κόπω­ση σε ένα σώμα που επα­να­λαμ­βά­νει την ίδια κίνη­ση για χρό­νια. Το σύστη­μα συνέ­χι­ζε να λει­τουρ­γεί, αλλά χωρίς ζωντά­νια. Οι λέξεις που κάπο­τε επέ­βαλ­λαν πει­θαρ­χία είχαν χάσει την αιχ­μή τους. Επα­να­λαμ­βά­νο­νταν μηχα­νι­κά, χωρίς πίστη, χωρίς φόβο.

Στη δεκα­ε­τία του ’80, η Πρά­γα έμοια­ζε ήρε­μη. Πολύ ήρε­μη. Οι δρό­μοι δεν είχαν συγκε­ντρώ­σεις, οι πλα­τεί­ες δεν φιλο­ξε­νού­σαν συν­θή­μα­τα, τα θέα­τρα λει­τουρ­γού­σαν κανο­νι­κά. Κι όμως, αυτή η ομα­λό­τη­τα δεν γεν­νού­σε εμπι­στο­σύ­νη. Ήταν μια ησυ­χία κου­ρα­σμέ­νη, χωρίς προσ­δο­κία. Οι άνθρω­ποι είχαν μάθει πώς να ζουν μέσα στα όρια, αλλά δεν πίστευαν πια ότι αυτά τα όρια είχαν νόημα.

Η γενιά που είχε ζήσει την Άνοι­ξη της Πρά­γας είχε μεγα­λώ­σει. Είχε οικο­γέ­νειες, δου­λειές, ευθύ­νες. Δεν ζητού­σε πια αλλα­γή· ζητού­σε στα­θε­ρό­τη­τα. Αλλά ακό­μη κι αυτή η στα­θε­ρό­τη­τα έμοια­ζε κενή. Η μνή­μη της ήττας δεν είχε ξεχα­στεί. Είχε ενσω­μα­τω­θεί. Κι αυτό την έκα­νε βαρύτερη.

Οι νεό­τε­ροι, αντί­θε­τα, δεν κου­βα­λού­σαν τον ίδιο φόβο. Δεν είχαν προ­σω­πι­κή εμπει­ρία της εισβο­λής ούτε της συντρι­βής. Για αυτούς, η Ομα­λο­ποί­η­ση δεν ήταν λύση σε μια κρί­ση· ήταν απλώς το δεδο­μέ­νο. Και ακρι­βώς γι’ αυτό άρχι­σε να τους φαί­νε­ται παρά­λο­γη. Δεν τη συνέ­κρι­ναν με κάτι χει­ρό­τε­ρο. Τη σύγκρι­ναν με το τίπο­τα. Και το τίπο­τα δεν τους αρκούσε.

Στα πανε­πι­στή­μια εμφα­νί­στη­κε μια διστα­κτι­κή ανη­συ­χία. Όχι ανοι­χτή αμφι­σβή­τη­ση, αλλά ειρω­νεία. Μικρά σχό­λια, υπαι­νιγ­μοί, ερω­τή­σεις που δεν ζητού­σαν απά­ντη­ση. Η ειρω­νεία ήταν ασφα­λέ­στε­ρη από τη δια­μαρ­τυ­ρία. Και συχνά πιο αποτελεσματική.

Η οικο­νο­μία δεν πρό­σφε­ρε πια υπο­σχέ­σεις. Τα κατα­στή­μα­τα ήταν φτω­χά σε επι­λο­γές, οι ουρές μεγά­λες, οι προσ­δο­κί­ες χαμη­λές. Οι άνθρω­ποι δεν πει­νού­σαν, αλλά δεν ονει­ρεύ­ο­νταν. Η στα­σι­μό­τη­τα είχε γίνει καθη­με­ρι­νή εμπει­ρία. Κι αυτή η εμπει­ρία, επα­να­λαμ­βα­νό­με­νη, γεν­νά αμφισβήτηση.

Οι επί­ση­μες τελε­τές συνέ­χι­ζαν να οργα­νώ­νο­νται. Παρε­λά­σεις, επέ­τειοι, ομι­λί­ες. Όμως το κοι­νό συμ­με­τεί­χε από συνή­θεια, όχι από πεποί­θη­ση. Τα χει­ρο­κρο­τή­μα­τα ήταν σύντο­μα, σχε­δόν υπο­χρε­ω­τι­κά. Η από­στα­ση ανά­με­σα στη σκη­νή και στο ακρο­α­τή­ριο μεγάλωνε.

Ο Βάτσλαβ Χάβελ παρέ­με­νε στο περι­θώ­ριο. Όχι ξεχα­σμέ­νος · χαμη­λών τόνων. Το όνο­μά του κυκλο­φο­ρού­σε σαν σημείο ανα­φο­ράς. Όχι ως σύμ­βο­λο ηρω­ι­σμού, αλλά ως υπεν­θύ­μι­ση ότι η σιω­πή δεν είναι ουδέ­τε­ρη. Οι ιδέ­ες του για την ευθύ­νη του ατό­μου, για την αλή­θεια ως καθη­με­ρι­νή στά­ση, άρχι­σαν να βρί­σκουν απή­χη­ση σε ανθρώ­πους που δεν είχαν ζήσει την Άνοι­ξη, αλλά ζού­σαν τη στασιμότητα.

Τα δοκί­μιά του κυκλο­φο­ρού­σαν υπό­γεια. Η Εξου­σία των Ανί­σχυ­ρων δια­βα­ζό­ταν όχι σαν πολι­τι­κό μανι­φέ­στο, αλλά σαν οδη­γός επι­βί­ω­σης. Ο Χάβελ δεν καλού­σε σε εξέ­γερ­ση. Έδει­χνε κάτι πιο απλό και πιο επι­κίν­δυ­νο: πώς μια κοι­νω­νία μαθαί­νει να ζει μέσα στο ψέμα, όχι επει­δή το πιστεύ­ει, αλλά επει­δή το απο­δέ­χε­ται καθη­με­ρι­νά. Το «να ζεις μέσα στην αλή­θεια» δεν παρου­σια­ζό­ταν ως ηρω­ι­κή πρά­ξη. Ήταν μια ήσυ­χη, σχε­δόν ταπει­νή άρνη­ση συμ­με­το­χής στο ψέμα. Κι αυτό ακρι­βώς τρό­μα­ζε την εξου­σία. Παρέ­με­νε στο περι­θώ­ριο, αλλά το όνο­μά του δεν είχε εξα­φα­νι­στεί. Κυκλο­φο­ρού­σε χαμη­λό­φω­να, σαν σημείο ανα­φο­ράς. Όχι ως ήρω­ας, αλλά ως υπεν­θύ­μι­ση ότι η σιω­πή δεν είναι ουδέ­τε­ρη. Οι ιδέ­ες του για την ευθύ­νη του ατό­μου, για την αλή­θεια ως καθη­με­ρι­νή στά­ση, βρή­καν απή­χη­ση σε ανθρώ­πους που δεν είχαν ζήσει την Άνοι­ξη, αλλά ζού­σαν τη στασιμότητα.

Οι Έλλη­νες της Πρά­γας παρα­κο­λου­θού­σαν αυτές τις αλλα­γές με διπλή ματιά. Ανα­γνώ­ρι­ζαν τα σημά­δια της φθο­ράς· τα είχαν δει αλλού, σε άλλες επο­χές. Αλλά δεν επέν­δυαν συναι­σθη­μα­τι­κά. Η Ιστο­ρία, για αυτούς, είχε απο­δει­χθεί ανα­ξιό­πι­στη. Προ­τι­μού­σαν να περιμένουν.

Εγώ έμει­να στην Πρά­γα. Όχι από αδυ­να­μία φυγής, αλλά επει­δή η παρα­μο­νή είχε μετα­τρα­πεί σε επι­λο­γή ευθύ­νης. Η έρευ­νά μου δεν αφο­ρού­σε πια μόνο τη λογο­τε­χνία. Αφο­ρού­σε τα ίχνη της. Όσα είχαν απο­μεί­νει μετά τις διαγραφές.

Δού­λευα σε αρχεία. Πρα­κτι­κά συνε­δρί­ων, υπη­ρε­σια­κές εκθέ­σεις, εσω­τε­ρι­κή αλλη­λο­γρα­φία. Ονό­μα­τα γραμ­μέ­να με μολύ­βι, σβη­σμέ­να πρό­χει­ρα, διορ­θω­μέ­να με κόκ­κι­νο. Κάποια εμφα­νί­ζο­νταν για λίγο και μετά εξα­φα­νί­ζο­νταν. Άλλα δεν είχαν γρα­φτεί ποτέ. Έμα­θα να δια­βά­ζω τα κενά. Εκεί κρυ­βό­ταν η αλή­θεια. Eνιω­θα ότι το αρχείο που κρα­τού­σα άρχι­ζε να απο­κτά άλλο νόη­μα. Δεν ήταν πια μόνο μνή­μη μιας ήττας. Ήταν υλι­κό για μια μελ­λο­ντι­κή ανά­γνω­ση. Οι σημειώ­σεις μου δεν μιλού­σαν για ηρω­ι­σμούς, αλλά για φθο­ρά. Και αυτή η φθο­ρά ήταν πιο απο­κα­λυ­πτι­κή από κάθε σύγκρουση.

Εκεί­νη τη στιγ­μή κατά­λα­βα ότι η κανο­νι­κο­ποί­η­ση είχε φτά­σει στα όριά της. Όχι επει­δή αμφι­σβη­τή­θη­κε, αλλά επει­δή έπα­ψε να λει­τουρ­γεί ως πει­θαρ­χία. Η κόπω­ση είχε μετα­τρα­πεί σε απόσταση.

Η Σοβιε­τι­κή Ένω­ση δεν ήταν πια αυτό που ήταν. Οι λέξεις περε­στρόι­κα και γκλάσ­νοστ έφτα­ναν καθυ­στε­ρη­μέ­νες, αλλά έφτα­ναν. Η εξου­σία άρχι­σε να μοιά­ζει λιγό­τε­ρο βέβαιη. Και όταν η εξου­σία χάνει τη βεβαιό­τη­τά της, οι κοι­νω­νί­ες αρχί­ζουν να θυμού­νται Η ΕΣΣΔ, μακριά αλλά παρού­σα, έδει­χνε  σημά­δια κόπω­σης. Οι λέξεις που έρχο­νταν από εκεί δεν είχαν πια το ίδιο βάρος. Οι πιέ­σεις συνέ­χι­ζαν, αλλά χωρίς σαφή κατεύ­θυν­ση. Το σύστη­μα επέ­με­νε από αδρά­νεια, όχι από δύναμη.

Στα τέλη της δεκα­ε­τί­ας του ’80, η Πρά­γα δεν ήταν ειρη­νι­κή. Ήταν εξα­ντλη­μέ­νη. Η πολι­τι­κή είχε περιο­ρι­στεί σε μορ­φα­σμούς, σε αστεία που στα­μα­τού­σαν πριν γίνουν επι­κίν­δυ­να. Η σιω­πή δεν ήταν πια φόβος. Ήταν συνήθεια.

Σε μια μικρή συγκέ­ντρω­ση σε δια­μέ­ρι­σμα φίλων, άκου­σα κάποιον να λέει:
«Δεν μπο­ρούν να μας πάρουν κάτι που δεν πιστέ­ψα­με ποτέ».

Εκεί κατά­λα­βα ότι η Ομα­λο­ποί­η­ση είχε φτά­σει στο όριό της. Όχι επει­δή αμφι­σβη­τή­θη­κε ανοι­χτά, αλλά επει­δή έπα­ψε να λει­τουρ­γεί ως πει­θαρ­χία. Η κόπω­ση είχε μετα­τρα­πεί σε από­στα­ση. Η Ιστο­ρία δεν επέ­στρε­φε με θόρυ­βο. Δεν έκα­νε ανα­κοι­νώ­σεις. Πλη­σί­α­ζε αθό­ρυ­βα, όπως είχε πλη­σιά­σει και η Άνοι­ξη. Μόνο που αυτή τη φορά, η μνή­μη ήταν παρούσα.

Η Ιστο­ρία δεν τελειώ­νει. Απλώς περι­μέ­νει. Το 1989 πλη­σί­α­ζε χωρίς θριαμ­βευ­τι­κές ανα­κοι­νώ­σεις. Όπως είχε πλη­σιά­σει και η Άνοι­ξη. Μόνο που αυτή τη φορά, η μνή­μη ήταν παρούσα

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ

Νοέμ­βριος 1989 – Η βελού­δι­νη επι­στρο­φή της Ιστορίας

Η Ιστο­ρία δεν επέ­στρε­ψε θορυ­βω­δώς. Επέ­στρε­ψε σχε­δόν ευγενικά.

Στην αρχή έμοια­ζε με παρε­ξή­γη­ση. Μια συγκέ­ντρω­ση φοι­τη­τών, μια πορεία που δεν δια­λύ­θη­κε αμέ­σως, μια αστυ­νο­μία που δεν αντέ­δρα­σε όπως συνή­θι­ζε. Κανείς δεν μπο­ρού­σε ακό­μη να πει με βεβαιό­τη­τα ότι κάτι είχε αλλά­ξει. Κι όμως, όλοι το ένιω­θαν. Όχι ως ενθου­σια­σμό, αλλά ως απου­σία φόβου.

Η 17η Νοεμ­βρί­ου δεν ξεκί­νη­σε ως επα­νά­στα­ση. Ξεκί­νη­σε ως μνή­μη. Κεριά, λου­λού­δια, συν­θή­μα­τα χαμη­λό­φω­να.   Η πορεία για τους φοι­τη­τές του 1989 είχε εγκρι­θεί επι­σή­μως. Ήταν ασφα­λής. Ελεγ­χό­με­νη. Όπως τόσες άλλες. Εκεί­νο το από­γευ­μα, όμως, κάτι ξέφυ­γε από τον προ­γραμ­μα­τι­σμό.  Η εξου­σία αιφ­νι­διά­στη­κε όχι από το πλή­θος, αλλά από τον τόνο. Δεν υπήρ­χε οργή. Υπήρ­χε επι­μο­νή. Και αυτή η επι­μο­νή ήταν πιο επι­κίν­δυ­νη από κάθε κραυ­γή. Όταν η αστυ­νο­μία χτύ­πη­σε, το έκα­νε μηχα­νι­κά, σαν να επα­να­λάμ­βα­νε μια κίνη­ση που είχε μάθει δεκα­ε­τί­ες πριν. Όμως αυτή τη φορά, κάτι δεν λει­τούρ­γη­σε. Η βία δεν τρό­μα­ξε. Ενερ­γο­ποί­η­σε μνήμη.

Οι άνθρω­ποι δεν δια­λύ­θη­καν. Έμει­ναν. Και αυτό, σε μια κοι­νω­νία εκπαι­δευ­μέ­νη στη διά­λυ­ση, ήταν ήδη πράξη.

Η κατα­στο­λή που ακο­λού­θη­σε ήταν βίαιη, αλλά σύντο­μη. Και, κυρί­ως, ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κή. Οι εικό­νες κυκλο­φό­ρη­σαν. Οι φήμες πολ­λα­πλα­σιά­στη­καν. Το ψέμα δεν πρό­λα­βε να οργα­νω­θεί. Για πρώ­τη φορά μετά από χρό­νια, η εξου­σία βρέ­θη­κε να αντι­δρά, όχι να προλαμβάνει.

Τις επό­με­νες ημέ­ρες, η Πρά­γα γέμι­σε κόσμο. Οι πλα­τεί­ες που για δεκα­ε­τί­ες λει­τουρ­γού­σαν ως δια­κο­σμη­τι­κά στοι­χεία, έγι­ναν ξανά χώροι συνά­ντη­σης. Οι άνθρω­ποι κατέ­βαι­ναν χωρίς οδη­γί­ες, χωρίς κεντρι­κό σχέ­διο. Δεν υπήρ­χαν ακό­μη συν­θή­μα­τα. Υπήρ­χε μόνο παρου­σία. Και αυτή η παρου­σία ήταν αρκετή.

Στην πλα­τεία Βέν­τσε­σλας, τα πρό­σω­πα έμοια­ζαν δια­φο­ρε­τι­κά. Όχι επει­δή είχαν αλλά­ξει, αλλά επει­δή δεν κρύ­βο­νταν πια. Οι άνθρω­ποι κοι­τού­σαν ο ένας τον άλλον ανοι­χτά. Χει­ρο­κρο­τού­σαν όχι για να επι­δο­κι­μά­σουν κάποιον λόγο, αλλά για να επι­βε­βαιώ­σουν ότι ήταν εκεί. Ζωντα­νοί. Μαζί. Η Πλα­τεία Βέν­τσε­σλας έγι­νε ξανά δημό­σιος χώρος. Όχι χώρος εξου­σί­ας, αλλά χώρος λόγου. Τα συν­θή­μα­τα δεν ζητού­σαν εκδί­κη­ση. Ζητού­σαν αλή­θεια. Κι αυτό ήταν νέο. Η Ιστο­ρία, για πρώ­τη φορά μετά από δεκα­ε­τί­ες, δεν ζητού­σε αίμα. Ζητού­σε μνήμη.

Τα θέα­τρα άνοι­ξαν τις πόρ­τες τους. Όχι για παρα­στά­σεις, αλλά για συζη­τή­σεις. Οι ηθο­ποιοί δεν έπαι­ζαν ρόλους. Μιλού­σαν. Το κοι­νό δεν παρα­κο­λου­θού­σε. Συμ­με­τεί­χε. Η τέχνη είχε επι­στρέ­ψει στη φυσι­κή της λει­τουρ­γία: να συγκε­ντρώ­νει ανθρώπους.

Ο Βάτσλαβ Χάβελ εμφα­νί­στη­κε ξανά δημό­σια, όχι ως σύμ­βο­λο, αλλά ως συντο­νι­στής. Ο λόγος του παρέ­με­νε χαμη­λό­φω­νος, προ­σε­κτι­κός, σχε­δόν διστα­κτι­κός. Δεν υπο­σχό­ταν. Δεν καθο­δη­γού­σε. Έθε­τε ερω­τή­μα­τα. Και αυτή η στά­ση, μετά από δεκα­ε­τί­ες βεβαιο­τή­των, φάντα­ζε επα­να­στα­τι­κή. Δεν ανέ­βη­κε στο βάθρο σαν πολι­τι­κός. Στά­θη­κε μπρο­στά στο πλή­θος σαν άνθρω­πος που είχε περά­σει πολ­λά χρό­νια μακριά από αυτό. Η φωνή του δεν ήταν δυνα­τή. Δεν χρεια­ζό­ταν. Οι λέξεις του ήταν απλές, σχε­δόν καθη­με­ρι­νές. Μιλού­σε για ευθύ­νη, για αλή­θεια, για την ανά­γκη να πάψει το ψέμα να οργα­νώ­νει τη ζωή. Δεν υπο­σχέ­θη­κε μέλ­λον. Υπο­σχέ­θη­κε ειλι­κρί­νεια. Κι αυτό απο­δεί­χθη­κε αρκετό.

Παρα­κο­λου­θού­σα από το πλή­θος, όχι πια ως ερευ­νη­τής, αλλά ως μάρ­τυ­ρας. Θυμή­θη­κα εκεί­νη την αίθου­σα του 1967, το συνέ­δριο των συγ­γρα­φέ­ων, τις λέξεις που είχαν ειπω­θεί τότε με δισταγ­μό. Τώρα επέ­στρε­φαν, όχι ως θεω­ρία, αλλά ως πράξη.

Το Φόρουμ των Πολι­τών σχη­μα­τί­στη­κε γρή­γο­ρα. Όχι ως κόμ­μα, αλλά ως χώρος συνά­ντη­σης. Κάτι ενδιά­με­σο, ακό­μη ασα­φές. Ίσως γι’ αυτό λει­τουρ­γού­σε. Δεν ζητού­σε από­λυ­τη συμ­φω­νία. Ζητού­σε συμ­με­το­χή. Και η συμ­με­το­χή αυτή τη φορά δεν ήταν καταναγκαστική.

Οι δια­δη­λώ­σεις μεγά­λω­ναν καθη­με­ρι­νά. Εκα­το­ντά­δες χιλιά­δες άνθρω­ποι συγκε­ντρώ­νο­νταν χωρίς να φοβού­νται ότι δεν θα επι­στρέ­ψουν στα σπί­τια τους. Η αστυ­νο­μία υπο­χω­ρού­σε. Όχι από συμπά­θεια, αλλά από αμη­χα­νία. Το σύστη­μα δεν είχε προ­βλέ­ψει τι να κάνει όταν οι άνθρω­ποι δεν τρέχουν.

Οι Έλλη­νες της Πρά­γας κατέ­βη­καν κι αυτοί στους δρό­μους. Όχι όλοι. Όχι με τον ίδιο τρό­πο. Κάποιοι παρα­κο­λου­θού­σαν από από­στα­ση, σχε­δόν καχύ­πο­πτα. Άλλοι ένιω­σαν ότι αυτή τη φορά όφει­λαν να είναι παρό­ντες. Είχαν ζήσει αρκε­τές ήττες για να ανα­γνω­ρί­σουν πότε κάτι είναι διαφορετικό.

Εγώ βρέ­θη­κα ξανά στην πλα­τεία με το σημειω­μα­τά­ριο στο χέρι. Όχι πια για να κρύ­ψω, αλλά για να κατα­γρά­ψω ανοι­χτά. Οι άνθρω­ποι μιλού­σαν ελεύ­θε­ρα. Ονό­μα­τα που για χρό­νια απο­φεύ­γο­νταν ακού­γο­νταν δυνα­τά. Η σιω­πή είχε σπά­σει χωρίς κραυγή.

Το πιο εντυ­πω­σια­κό δεν ήταν η ταχύ­τη­τα των εξε­λί­ξε­ων. Ήταν η απου­σία εκδί­κη­σης. Κανείς δεν ζητού­σε τιμω­ρί­ες. Κανείς δεν έψα­χνε εχθρούς. Η κοι­νω­νία έμοια­ζε να θέλει να προ­χω­ρή­σει, όχι να επι­στρέ­ψει. Αυτή η ωρι­μό­τη­τα ξένι­σε πολ­λούς. Και ίσως γι’ αυτό ονο­μά­στη­κε «βελού­δι­νη» αυτή η επανάσταση.

Όταν ανα­κοι­νώ­θη­κε η παραί­τη­ση της παλιάς ηγε­σί­ας, δεν υπήρ­ξαν πανη­γυ­ρι­σμοί. Υπήρ­ξε ανα­κού­φι­ση. Σαν να είχε φύγει ένα βάρος που όλοι είχαν συνη­θί­σει να κου­βα­λούν χωρίς να το ονο­μά­ζουν. Η Ιστο­ρία είχε επι­στρέ­ψει, αλλά δεν ζητού­σε θυσί­ες. Ζητού­σε παρουσία.

Καθώς οι μέρες περ­νού­σαν, κατά­λα­βα ότι αυτό που ζού­σα­με δεν ήταν λύτρω­ση. Ήταν αρχή. Και οι αρχές, όσο ήσυ­χες κι αν είναι, κρύ­βουν πάντα ευθύνη.

Η Ιστο­ρία είχε γυρί­σει. Όχι για να εκδι­κη­θεί. Αλλά για να ρωτή­σει τι θα κάνου­με τώρα. Και αυτή η ερώ­τη­ση, ήταν πιο βαριά από κάθε ερπύστρια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ

Ο Χάβελ στην εξου­σία – Η ευθύ­νη της αλήθειας

Η είδη­ση ότι ο Βάτσλαβ Χάβελ θα ανα­λάμ­βα­νε την προ­ε­δρία της χώρας δια­δό­θη­κε γρή­γο­ρα, αλλά δεν προ­κά­λε­σε θρί­αμ­βο. Προ­κά­λε­σε αμη­χα­νία. Όχι επει­δή οι άνθρω­ποι δεν τον εμπι­στεύ­ο­νταν, αλλά επει­δή δεν ήξε­ραν πώς να τον φαντα­στούν στην εξου­σία. Ο Χάβελ δεν είχε το ύφος του ηγέ­τη. Δεν μιλού­σε με βεβαιό­τη­τες, δεν υπο­σχό­ταν μέλ­λον, δεν χει­ρι­ζό­ταν τη γλώσ­σα ως εργα­λείο επι­βο­λής. Η παρου­σία του μέχρι τότε είχε ταυ­τι­στεί με την άρνη­ση του ρόλου, όχι με την ανά­λη­ψή του.

Κι όμως, ίσως γι’ αυτό ακρι­βώς βρέ­θη­κε εκεί.

Η μετά­βα­ση έγι­νε γρή­γο­ρα, σχε­δόν απρο­ε­τοί­μα­στα. Το καθε­στώς κατέρ­ρεε και μαζί του κατέρ­ρε­αν οι μηχα­νι­σμοί που εξη­γού­σαν πώς ασκεί­ται η εξου­σία. Οι άνθρω­ποι που μέχρι χθες μιλού­σαν στο όνο­μα της αλή­θειας, σιώ­πη­σαν. Κι εκεί­νοι που είχαν ζήσει στο περι­θώ­ριο, βρέ­θη­καν ξαφ­νι­κά στο κέντρο. Η Ιστο­ρία είχε αντι­στρέ­ψει τους ρόλους χωρίς πρόβα.

Ο Χάβελ εμφα­νί­στη­κε στο προ­ε­δρι­κό μέγα­ρο χωρίς τελε­τουρ­γι­κή αυτο­πε­ποί­θη­ση. Ο λόγος του ήταν χαμη­λός, προ­σε­κτι­κός, σχε­δόν επι­φυ­λα­κτι­κός. Μιλού­σε για ευθύ­νη, όχι για νίκη. Για συνέ­χεια, όχι για ρήξη. Και αυτή η στά­ση ξένι­σε μια κοι­νω­νία που περί­με­νε από την αλλα­γή να είναι εντυπωσιακή.

Στις πρώ­τες του ομι­λί­ες δεν υπο­σχέ­θη­κε ευη­με­ρία. Προει­δο­ποί­η­σε για δυσκο­λί­ες. Δεν μίλη­σε για εχθρούς. Μίλη­σε για συνή­θειες. Τόνι­σε ότι η αλή­θεια δεν είναι ιδε­ο­λο­γι­κή θέση, αλλά καθη­με­ρι­νή στά­ση. Ότι η δημο­κρα­τία δεν εξα­ντλεί­ται στις εκλο­γές, αλλά απαι­τεί συνε­χή εγρή­γορ­ση. Ήταν λόγος μη ηρω­ι­κός. Και γι’ αυτό επικίνδυνος.

Πολ­λοί απο­γοη­τεύ­τη­καν. Περί­με­ναν πιο άμε­σες αλλα­γές, πιο καθα­ρές τομές. Η οικο­νο­μία δυσκο­λευό­ταν, οι ανι­σό­τη­τες εμφα­νί­ζο­νταν, οι παλιές δομές δεν εξα­φα­νί­ζο­νταν ως διά μαγεί­ας. Η ελευ­θε­ρία δεν έλυ­νε αυτο­μά­τως τα προ­βλή­μα­τα. Αντί­θε­τα, τα έκα­νε πιο ορατά.

Ο Χάβελ δεν προ­σπά­θη­σε να γίνει αυτό που δεν ήταν. Δεν υιο­θέ­τη­σε τη γλώσ­σα της εξου­σί­ας. Προ­σπά­θη­σε να την αλλά­ξει. Και αυτή η προ­σπά­θεια απο­δεί­χθη­κε ίσως η πιο δύσκο­λη. Για­τί η εξου­σία δεν αγα­πά την αμφι­βο­λία. Χρειά­ζε­ται απο­φά­σεις, όχι ερωτήματα.

Στο εξω­τε­ρι­κό, ο Χάβελ αντι­με­τω­πί­στη­κε με θαυ­μα­σμό. Ήταν ο συγ­γρα­φέ­ας που έγι­νε πρό­ε­δρος, το σύμ­βο­λο μιας ειρη­νι­κής μετά­βα­σης. Στο εσω­τε­ρι­κό, όμως, η εικό­να ήταν πιο σύν­θε­τη. Κάποιοι τον θεω­ρού­σαν αφε­λή. Άλλοι υπερ­βο­λι­κά ηθι­κό. Λίγοι κατα­λά­βαι­ναν ότι προ­σπα­θού­σε να μετα­φέ­ρει στην πολι­τι­κή μια εμπει­ρία που είχε απο­κτη­θεί μέσα από τη σιω­πή και την ευθύνη.

Οι παλιοί μηχα­νι­σμοί δεν είχαν εξα­φα­νι­στεί. Είχαν απλώς αλλά­ξει λόγο. Άνθρω­ποι που χθες υπη­ρε­τού­σαν το καθε­στώς, σήμε­ρα μιλού­σαν στο όνο­μα της δημο­κρα­τί­ας. Μια υφέρ­που­σα χιου­μο­ρι­στι­κή  αμφι­σβή­τη­ση υπήρ­χε για τα βόδια (voly), τους βου­λευ­τές μπρο­στά σε αυτό το άγνω­στο τοπίο δημο­κρα­τί­ας.   Η μετά­βα­ση δεν ήταν καθα­ρή. Και ο Χάβελ το γνώ­ρι­ζε. Γι’ αυτό απέ­φευ­γε τις γενι­κεύ­σεις. Δεν μιλού­σε για συλ­λο­γι­κή αθω­ό­τη­τα, αλλά για ατο­μι­κή ευθύνη.

Οι Έλλη­νες της Πρά­γας παρα­κο­λου­θού­σαν με ενδια­φέ­ρον αλλά και με επι­φύ­λα­ξη. Είχαν δει αλλού πώς οι επα­να­στά­σεις χάνουν τον προ­σα­να­το­λι­σμό τους όταν περ­νούν από την ηθι­κή στην εξου­σία. Κάποιοι πίστευαν ότι ο Χάβελ δεν θα αντέ­ξει. Άλλοι ότι ίσως ακρι­βώς αυτή η αδυ­να­μία του να επι­βλη­θεί να είναι η δύνα­μή του.

Εγώ έβλε­πα στον Χάβελ κάτι βαθιά οικείο. Έναν άνθρω­πο που δεν ήθε­λε να κυβερ­νή­σει, αλλά δεν μπο­ρού­σε πια να αρνη­θεί. Η ευθύ­νη είχε μετα­κι­νη­θεί. Και η άρνη­ση δεν ήταν πια πρά­ξη ελευ­θε­ρί­ας, αλλά φυγή.

Κατά­λα­βα τότε ότι η πιο δύσκο­λη στιγ­μή για έναν άνθρω­πο της αλή­θειας δεν είναι όταν βρί­σκε­ται απέ­να­ντι στην εξου­σία. Είναι όταν βρί­σκε­ται μέσα της. Για­τί εκεί δεν μπο­ρείς πια να μιλάς μόνο για αρχές. Πρέ­πει να αποφασίζεις.

Η προ­ε­δρία του Χάβελ δεν ήταν θρί­αμ­βος. Ήταν δοκι­μα­σία. Και ίσως γι’ αυτό να ήταν η πιο ειλι­κρι­νής μορ­φή πολι­τι­κής που γνώ­ρι­σε αυτή η χώρα μετά από δεκα­ε­τί­ες. Η Ιστο­ρία είχε ανοί­ξει τον δρόμο.
Η ευθύ­νη, όμως, μόλις άρχιζε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ

Ο Κού­ντε­ρα που δεν επέστρεψε

Ο Μίλαν Κού­ντε­ρα δεν γύρι­σε. Και αυτή η μη επι­στρο­φή δεν ήταν απου­σία. Ήταν στάση.

Μετά το 1989, πολ­λοί περί­με­ναν ότι όλα θα επα­νέλ­θουν στη θέση τους. Ότι οι εξό­ρι­στοι θα επι­στρέ­ψουν, τα βιβλία θα ξανα­μπουν στα ράφια, τα ονό­μα­τα θα απο­κα­τα­στα­θούν. Για κάποιους αυτό συνέ­βη. Για άλλους, όχι. Ο Κού­ντε­ρα ανή­κε στη δεύ­τε­ρη κατη­γο­ρία. Όχι επει­δή δεν μπο­ρού­σε να επι­στρέ­ψει, αλλά επει­δή δεν ήθελε.

Η Πρά­γα άνοι­ξε ξανά τις πόρ­τες της. Οι προ­σκλή­σεις ήρθαν επί­ση­μες, προ­σε­κτι­κές, σχε­δόν απο­λο­γη­τι­κές. Το παρελ­θόν ανα­γνω­ρι­ζό­ταν πια ως σφάλ­μα. Η Ιστο­ρία είχε αλλά­ξει τόνο. Κι όμως, για τον Κού­ντε­ρα, η επι­στρο­φή δεν ήταν λύτρω­ση. Ήταν επανάληψη.

Η εξο­ρία του δεν ήταν πια γεω­γρα­φι­κή. Είχε γίνει υπαρ­ξια­κή. Στη Γαλ­λία είχε ξανα­χτί­σει τον χώρο του, όχι ως Τσέ­χος συγ­γρα­φέ­ας, αλλά ως συγ­γρα­φέ­ας χωρίς προσ­διο­ρι­σμό. Η γλώσ­σα είχε αλλά­ξει. Και μαζί της είχε αλλά­ξει και η σχέ­ση με τη μνή­μη. Η Πρά­γα υπήρ­χε πια στα βιβλία του ως ιδέα, όχι ως τόπος.

Η επι­λο­γή να γρά­φει στα γαλ­λι­κά παρε­ξη­γή­θη­κε. Κάποιοι τη θεώ­ρη­σαν προ­δο­σία. Άλλοι στρα­τη­γι­κή. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ήταν κάτι απλού­στε­ρο και δυσκο­λό­τε­ρο: ανά­γκη. Η γλώσ­σα της εξο­ρί­ας του επέ­τρε­πε από­στα­ση. Και η από­στα­ση ήταν προ­ϋ­πό­θε­ση σκέψης.

Ο Κού­ντε­ρα δεν ήθε­λε να γίνει μνη­μείο της Άνοι­ξης της Πρά­γας. Δεν ήθε­λε να εκπρο­σω­πεί μια ήττα, ακό­μη κι αν αυτή είχε μετα­τρα­πεί εκ των υστέ­ρων σε ηθι­κό κεφά­λαιο. Αντι­στε­κό­ταν στη μετα­τρο­πή της ζωής του σε αφή­γη­ση συμ­φι­λί­ω­σης. Η λογο­τε­χνία του δεν ανα­ζη­τού­σε δικαί­ω­ση. Ανα­ζη­τού­σε κατανόηση.

Στα έργα της ώρι­μης περιό­δου, η πολι­τι­κή δεν εμφα­νι­ζό­ταν ως σύγκρου­ση, αλλά ως σκιά. Οι ήρω­ες κινού­νταν σε έναν κόσμο όπου το παρελ­θόν δεν έχει λυθεί, απλώς έχει απο­μα­κρυν­θεί. Η μνή­μη δεν ήταν πια συλ­λο­γι­κό καθή­κον. Ήταν ατο­μι­κό βάρος. Και αυτό το βάρος δεν ελα­φραί­νει με επιστροφές.

Η Τσε­χία, από την πλευ­ρά της, προ­σπα­θού­σε να ξανα­γρά­ψει τη σχέ­ση της με τους δια­γραμ­μέ­νους. Η απο­κα­τά­στα­ση είχε χαρα­κτή­ρα τελε­τουρ­γι­κό. Βρα­βεία, τιμές, επα­νεκ­δό­σεις. Αλλά η τελε­τουρ­γία δεν αγγί­ζει πάντα εκεί­νους που έζη­σαν την απου­σία. Για τον Κού­ντε­ρα, η απο­κα­τά­στα­ση ήρθε πολύ αργά. Όχι χρο­νι­κά, αλλά υπαρξιακά.

Ο Χάβελ και ο Κού­ντε­ρα συνα­ντή­θη­καν ξανά μόνο στο επί­πε­δο της Ιστο­ρί­ας, όχι της ζωής. Ο ένας είχε ενσαρ­κώ­σει την επι­στρο­φή. Ο άλλος την από­στα­ση. Και οι δύο στά­σεις ήταν αλη­θι­νές. Καμία δεν αναι­ρού­σε την άλλη. Απλώς έδει­χναν ότι η ελευ­θε­ρία δεν έχει ενιαία μορφή.

Οι Έλλη­νες της Πρά­γας παρα­κο­λου­θού­σαν αυτή τη μη επι­στρο­φή με κατα­νό­η­ση. Η εξο­ρία, όταν κρα­τή­σει πολύ, παύ­ει να είναι μετα­βα­τι­κή κατά­στα­ση. Γίνε­ται τρό­πος ύπαρ­ξης. Η πατρί­δα δεν είναι πια εκεί όπου γεν­νή­θη­κες, αλλά εκεί όπου μπο­ρείς να μιλή­σεις χωρίς να απολογείσαι.

Εγώ διά­βα­ζα τον Κού­ντε­ρα δια­φο­ρε­τι­κά πια. Όχι ως συγ­γρα­φέα της Άνοι­ξης, αλλά ως συγ­γρα­φέα της μνή­μης. Κατά­λα­βα ότι η μεγα­λύ­τε­ρη του συμ­βο­λή δεν ήταν η καταγ­γε­λία, αλλά η άρνη­ση της απλο­ποί­η­σης. Σε έναν κόσμο που ήθε­λε να κλεί­σει λογα­ρια­σμούς, εκεί­νος επέ­με­νε να τους αφή­νει ανοι­χτούς. Η μη επι­στρο­φή του δεν ήταν άρνη­ση της χώρας του. Ήταν άρνη­ση της ευκολίας.

Και ίσως αυτή η άρνη­ση να είναι η πιο δύσκο­λη μορ­φή πίστης. Για­τί υπάρ­χουν πατρί­δες που δεν τις προ­δί­δεις φεύ­γο­ντας, αλλά επι­στρέ­φο­ντας πολύ γρή­γο­ρα. Ο Κού­ντε­ρα το ήξε­ρε. Και γι’ αυτό δεν γύρισε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ

Οι Έλλη­νες μετά την Ιστορία

Όταν η Ιστο­ρία επέ­στρε­ψε, οι Έλλη­νες της Πρά­γας δεν ήξε­ραν πώς να τη συνα­ντή­σουν. Για δεκα­ε­τί­ες είχαν μάθει να ζουν στο περι­θώ­ριό της. Όχι επει­δή το επέ­λε­ξαν, αλλά επει­δή εκεί τους είχε τοπο­θε­τή­σει η ήττα. Η ζωή τους ήταν οργα­νω­μέ­νη γύρω από μια ανα­μο­νή που δεν είχε ποτέ συγκε­κρι­μέ­νο αντι­κεί­με­νο. Δεν περί­με­ναν επι­στρο­φή, ούτε δικαί­ω­ση. Περί­με­ναν απλώς να περά­σει ο χρό­νος χωρίς να τους διαλύσει.

Μετά το 1989, αυτή η ανα­μο­νή έχα­σε το νόη­μά της. Το καθε­στώς που τους είχε φιλο­ξε­νή­σει, και ταυ­τό­χρο­να εγκλω­βί­σει, δεν υπήρ­χε πια. Η χώρα άλλα­ζε πρό­σω­πο. Και μαζί της άλλα­ζε και ο τρό­πος με τον οποίο τους κοι­τού­σε. Δεν ήταν πια πολι­τι­κοί πρό­σφυ­γες. Ήταν απλώς μετα­νά­στες. Κι αυτή η αλλα­γή όρου έκρυ­βε μέσα της μια αθό­ρυ­βη απογύμνωση.

Η ελλη­νι­κή κοι­νό­τη­τα άρχι­σε να δια­λύ­ε­ται χωρίς συγκρού­σεις. Δεν υπήρ­ξαν ρήξεις, ούτε δρα­μα­τι­κοί απο­χαι­ρε­τι­σμοί. Οι άνθρω­ποι έφευ­γαν στα­δια­κά. Κάποιοι επέ­στρε­φαν στην Ελλά­δα, που στο μετα­ξύ είχε αλλά­ξει κι αυτή, χωρίς να τους περι­μέ­νει πραγ­μα­τι­κά. Άλλοι έμε­ναν, αλλά χωρίς την αίσθη­ση ότι ανή­κουν σε κάτι συλ­λο­γι­κό. Η εξο­ρία είχε τελειώ­σει. Και μαζί της είχε τελειώ­σει και η κοι­νό­τη­τα που είχε χτι­στεί πάνω της.

Οι παλιές συνα­ντή­σεις αραιώ­θη­καν. Οι κου­ζί­νες, που κάπο­τε ήταν κέντρα μνή­μης, άδεια­σαν. Οι ιστο­ρί­ες δεν επα­να­λαμ­βά­νο­νταν πια. Δεν υπήρ­χε ανά­γκη. Η Ιστο­ρία είχε προ­χω­ρή­σει και δεν άφη­νε χώρο για ανα­δρο­μές. Όσοι προ­σπά­θη­σαν να τις δια­τη­ρή­σουν, ένιω­σαν σχε­δόν αμή­χα­νοι. Η μνή­μη έμοια­ζε ξαφ­νι­κά παρωχημένη.

Η επι­στρο­φή στην Ελλά­δα απο­δεί­χθη­κε δύσκο­λη. Όχι για­τί δεν υπήρ­χε πατρί­δα, αλλά για­τί υπήρ­χαν πολ­λές. Εκεί­νη που είχαν αφή­σει πίσω δεν υπήρ­χε πια. Κι εκεί­νη που βρή­καν δεν τους ανα­γνώ­ρι­ζε. Οι εμπει­ρί­ες τους δεν ταί­ρια­ζαν σε καμία αφή­γη­ση. Ήταν πολύ αρι­στε­ροί για κάποιους, πολύ σιω­πη­λοί για άλλους. Η εξο­ρία δεν προ­σφέ­ρει εύκο­λες ταυτότητες.

Όσοι έμει­ναν στην Πρά­γα βρέ­θη­καν σε μια παρά­ξε­νη ενδιά­με­ση κατά­στα­ση. Η χώρα που τους είχε υπο­δε­χθεί ως συμ­μά­χους είχε γίνει πια ανε­ξάρ­τη­τη. Η γλώσ­σα που είχαν μάθει ήταν πια η γλώσ­σα της ελευ­θε­ρί­ας, όχι της επι­τή­ρη­σης. Κι όμως, εκεί­νοι δεν μπο­ρού­σαν να τη βιώ­σουν με τον ίδιο τρό­πο. Κου­βα­λού­σαν μια εμπει­ρία που δεν είχε πια πολι­τι­κή χρησιμότητα.

Εγώ ένιω­θα ότι ο κύκλος είχε κλεί­σει. Η ελλη­νι­κή κοι­νό­τη­τα, όπως τη γνώ­ρι­ζα, δεν υπήρ­χε πια. Οι άνθρω­ποι είχαν δια­σκορ­πι­στεί. Άλλοι γύρι­σαν στα χωριά τους, άλλοι χάθη­καν στις πόλεις, άλλοι έμει­ναν εδώ, αλλά χωρίς το παλιό πλαί­σιο. Η Ιστο­ρία είχε τελειώ­σει το έργο της και μας είχε αφή­σει με τα υπολείμματα.

Κατά­λα­βα τότε ότι οι κοι­νό­τη­τες της εξο­ρί­ας δεν επι­βιώ­νουν της ελευ­θε­ρί­ας. Υπάρ­χουν όσο υπάρ­χει ανά­γκη. Όταν η ανά­γκη χάνε­ται, δια­λύ­ο­νται. Όχι από απο­τυ­χία, αλλά από ολο­κλή­ρω­ση. Είχαν εκπλη­ρώ­σει τον σκο­πό τους.

Η Ελλά­δα, η Τσε­χία, η Πρά­γα δεν ήταν πια στα­θε­ρά σημεία. Ήταν εμπει­ρί­ες. Και οι εμπει­ρί­ες δεν χτί­ζουν κοι­νό­τη­τες. Χτί­ζουν μνήμες.

Η γενιά των γονιών μου άρχι­σε να φεύ­γει. Κυριο­λε­κτι­κά και μετα­φο­ρι­κά. Οι φωνές που κάπο­τε κυριαρ­χού­σαν στις κου­ζί­νες σώπα­σαν. Μαζί τους σώπα­σε και ένα κομ­μά­τι της Ιστο­ρί­ας που δεν θα κατα­γρα­φό­ταν επί­ση­μα. Έμει­νε μόνο σε προ­σω­πι­κά αρχεία, σε κου­τιά, σε συρτάρια.

Τότε κατά­λα­βα ότι η δική μου ευθύ­νη δεν είχε τελειώ­σει. Το αρχείο που κρα­τού­σα δεν αφο­ρού­σε πια μια χώρα ή μια περί­ο­δο. Αφο­ρού­σε ανθρώ­πους που δεν θα μιλού­σαν πια. Η Ιστο­ρία είχε προ­χω­ρή­σει. Αλλά η μνή­μη κινδύνευε.

Και ίσως αυτή να είναι η τελευ­ταία μορ­φή εξο­ρί­ας: να έχεις υπάρ­ξει μέρος της Ιστορίας
και να μη σε θυμά­ται κανείς. Δεν ήξε­ρα ακό­μη πώς θα κλεί­σει αυτός ο κύκλος. Ήξε­ρα μόνο ότι δεν μπο­ρού­σε να κλεί­σει με σιωπή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Αρχεία και μνήμη

Δεν έγι­να συγ­γρα­φέ­ας όταν άρχι­σα να γρά­φω. Έγι­να όταν κατά­λα­βα ότι αν δεν γρά­ψω, κάτι θα χαθεί οριστικά.

Για χρό­νια κρα­τού­σα σημειώ­σεις χωρίς πρό­θε­ση δημο­σί­ευ­σης. Τετρά­δια, φύλ­λα χαρ­τιού, απο­κόμ­μα­τα εφη­με­ρί­δων, επι­στο­λές που δεν στάλ­θη­καν ποτέ. Δεν τα θεω­ρού­σα έργο· τα θεω­ρού­σα άμυ­να. Έναν τρό­πο να προ­στα­τεύ­σω όσα έβλε­πα από τη φθο­ρά της λήθης. Δεν είχα ακό­μη κατα­λά­βει ότι αυτή η άμυ­να είχε ήδη μετα­τρα­πεί σε αφήγηση.

Τα αρχεία δεν δημιουρ­γού­νται από φιλο­δο­ξία. Δημιουρ­γού­νται από φόβο. Φόβο μήπως όσα συνέ­βη­σαν απλο­ποι­η­θούν, παρα­μορ­φω­θούν, μετα­τρα­πούν σε σύνο­ψη. Και η σύνο­ψη είναι πάντα μορ­φή απώ­λειας. Όσο περ­νού­σαν τα χρό­νια, συνει­δη­το­ποιού­σα ότι τα χαρ­τιά που κρα­τού­σα δεν αφο­ρού­σαν πια μόνο εμέ­να. Ήταν ίχνη ζωών που δεν είχαν αφή­σει άλλο αποτύπωμα.

Ξανα­διά­βα­σα τις παλιές μου σημειώ­σεις με από­στα­ση. Κάποιες με ξένι­σαν, άλλες με τρό­μα­ξαν. Δεν θυμό­μουν πια το συναί­σθη­μα της στιγ­μής, μόνο την κατα­γρα­φή του. Εκεί κατά­λα­βα ότι η μνή­μη δεν είναι απο­θή­κη. Είναι επε­ξερ­γα­σία. Και χωρίς επε­ξερ­γα­σία γίνε­ται βάρος.

Οι άνθρω­ποι που εμφα­νί­ζο­νταν σε αυτά τα αρχεία δεν ήταν ήρω­ες. Ήταν καθη­με­ρι­νοί: δάσκα­λοι, εργά­τες, φοι­τη­τές, μητέ­ρες. Άνθρω­ποι που έζη­σαν μέσα σε μεγά­λες ιστο­ρι­κές μετα­το­πί­σεις χωρίς να τις ελέγ­χουν. Η Ιστο­ρία πέρα­σε από πάνω τους χωρίς να τους ρωτή­σει. Κι εκεί­νοι απά­ντη­σαν με τον μόνο τρό­πο που μπο­ρού­σαν: επιβιώνοντας.

Ο Μίλαν Κού­ντε­ρα υπήρ­χε στα αρχεία μου όχι ως πρό­σω­πο αλλά ως σκέ­ψη. Φρά­σεις υπο­γραμ­μι­σμέ­νες, παρα­τη­ρή­σεις για τη μνή­μη και τη λήθη, για τον κίν­δυ­νο της απλο­ποί­η­σης. Με ενδιέ­φε­ρε πώς είχε κατα­λά­βει, πριν από πολ­λούς άλλους, ότι η Ιστο­ρία αγα­πά τα καθα­ρά σχή­μα­τα και μισεί την αμφι­ση­μία. Κι όμως, η ανθρώ­πι­νη ζωή είναι φτιαγ­μέ­νη από αμφισημία.

Ο Βάτσλαβ Χάβελ εμφα­νι­ζό­ταν δια­φο­ρε­τι­κά. Ως παρου­σία. Ως πρά­ξη. Ως υπεν­θύ­μι­ση ότι η αλή­θεια δεν είναι απο­τέ­λε­σμα μεγά­λων λόγων, αλλά μικρών αρνή­σε­ων. Τον κατέ­γρα­φα για­τί δεν χωρού­σε εύκο­λα σε αφή­γη­ση. Και ό,τι δεν χωρά, κιν­δυ­νεύ­ει περισσότερο.

Κατά­λα­βα τότε ότι το αρχείο δεν είναι ουδέ­τε­ρο. Κάθε επι­λο­γή, κάθε παρά­λει­ψη, κάθε λέξη είναι θέση. Δεν υπάρ­χει αθώα μνή­μη· υπάρ­χει μόνο συνει­δη­τή ή ασυ­νεί­δη­τη. Και δεν ήθε­λα πια να αφή­σω την τύχη αυτών των ιστο­ριών στην ασυνειδησία.

Η μετά­βα­ση δεν ήταν θεα­μα­τι­κή. Δεν είπα «τώρα γρά­φω βιβλίο». Είπα κάτι απλού­στε­ρο και πιο δύσκο­λο: «τώρα ανα­λαμ­βά­νω». Να ενώ­σω τα απο­σπά­σμα­τα χωρίς να τα εξη­με­ρώ­σω. Να τα τοπο­θε­τή­σω σε αφή­γη­ση χωρίς να τα προ­δώ­σω. Να επι­τρέ­ψω στην πολυ­πλο­κό­τη­τα να παραμείνει.

Η συγ­γρα­φή δεν μου έδω­σε ανα­κού­φι­ση. Μου έδω­σε ευθύ­νη. Κάθε κεφά­λαιο με υπο­χρέ­ω­νε να σκε­φτώ τι αφή­νω απ’ έξω. Και κάθε τι που άφη­να απ’ έξω, ήξε­ρα ότι κάποιος δεν θα το θυμη­θεί ποτέ.

Το αρχείο είχε πάψει να είναι προ­σω­πι­κό. Η μνή­μη είχε πάψει να είναι ιδιω­τι­κή. Ό,τι απέ­με­νε ήταν η αφή­γη­ση. Όχι ως λύτρω­ση, αλλά ως υποχρέωση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ

Η δια­γρα­φή μιας Άνοιξης

Καμία Άνοι­ξη δεν δια­γρά­φε­ται τη στιγ­μή που συντρί­βε­ται. Δια­γρά­φε­ται αργότερα.

Όχι με τη βία των όπλων ούτε με τις ερπύ­στριες που επι­βάλ­λουν τη σιω­πή. Αυτά είναι θεα­μα­τι­κά γεγο­νό­τα. Η πραγ­μα­τι­κή δια­γρα­φή γίνε­ται αθό­ρυ­βα: μέσα από λέξεις που αλλά­ζουν νόη­μα, αφη­γή­σεις που απλο­ποιού­νται, μνή­μες που γίνο­νται υπερ­βο­λι­κά τακτο­ποι­η­μέ­νες για να είναι αληθινές.

Η Άνοι­ξη της Πρά­γας δεν δια­γρά­φη­κε τον Αύγου­στο του 1968. Δια­γρά­φη­κε τα επό­με­να χρό­νια, όταν μετα­τρά­πη­κε είτε σε απα­γο­ρευ­μέ­νο θέμα είτε σε ακίν­δυ­νο σύμ­βο­λο. Για δεκα­ε­τί­ες δεν επι­τρε­πό­ταν να ειπω­θεί. Και όταν άρχι­σε να λέγε­ται ξανά, ειπώ­θη­κε συχνά ως πρό­λο­γος, ως απο­τυ­χη­μέ­νη πρό­βα, ως ήττα που δικαιώ­θη­κε εκ των υστέ­ρων. Κάθε εκδο­χή αφαι­ρού­σε κάτι ουσιώ­δες: την αβεβαιότητα.

Η Άνοι­ξη δεν ήταν σχέ­διο. Ήταν κατά­στα­ση. Μια στιγ­μή όπου οι άνθρω­ποι μίλη­σαν πριν ξέρουν τι θα ακο­λου­θή­σει. Όπου οι συγ­γρα­φείς έγρα­ψαν χωρίς εγγυ­ή­σεις. Όπου η πόλη ανέ­πνευ­σε χωρίς άδεια. Αυτή η έλλει­ψη βεβαιό­τη­τας ήταν το πιο επι­κίν­δυ­νο στοι­χείο της.

Ο Κού­ντε­ρα το κατά­λα­βε νωρίς. Γι’ αυτό και δεν επέ­στρε­ψε. Όχι από έλλει­ψη αγά­πης, αλλά από άρνη­ση να αγα­πή­σει μέσα από ένα εξα­γνι­σμέ­νο αφή­γη­μα. Η Άνοι­ξη, για εκεί­νον, δεν ήταν μνη­μείο αλλά ρήγ­μα. Και τα ρήγ­μα­τα δεν τα τιμάς· τα δια­τη­ρείς ανοιχτά.

Ο Χάβελ, αντί­θε­τα, επέ­λε­ξε τη συνέ­χεια. Να ανα­λά­βει το βάρος της απο­κα­τά­στα­σης, γνω­ρί­ζο­ντας τον κίν­δυ­νο κάθε απο­κα­τά­στα­σης: να κλεί­σει πρό­ω­ρα ό,τι δεν έχει ακό­μη κατα­νοη­θεί. Η παρου­σία του στην εξου­σία ήταν προ­σπά­θεια να δια­σω­θεί το ηθι­κό νόη­μα της Άνοι­ξης χωρίς να χαθεί μέσα στον θρίαμβο.

Οι δύο αυτοί δρό­μοι δεν συγκρού­ο­νται. Συμπλη­ρώ­νο­νται. Ανά­με­σά τους κινή­θη­καν ζωές σαν τη δική μου. Όχι κεντρι­κές, αλλά παρού­σες. Ζωές που έζη­σαν την Άνοι­ξη χωρίς να τη δια­μορ­φώ­σουν, υπέ­στη­σαν τη συντρι­βή χωρίς να τη δια­λέ­ξουν και επέ­ζη­σαν της κανο­νι­κο­ποί­η­σης χωρίς να συμ­φι­λιω­θούν μαζί της.

Η δια­γρα­φή δεν ήταν πλή­ρης. Και αυτό είναι το παράδοξο.

Ό,τι δια­γρά­φε­ται από τα επί­ση­μα αρχεία συχνά επι­βιώ­νει αλλού: σε ιδιω­τι­κές μνή­μες, απο­σπα­σμα­τι­κές αφη­γή­σεις, βιβλία που γρά­φτη­καν όχι για να δικαιώ­σουν αλλά για να θυμί­σουν. Η μνή­μη δεν χρειά­ζε­ται πλειο­ψη­φία. Χρειά­ζε­ται επιμονή.

Η Άνοι­ξη της Πρά­γας δεν απέ­τυ­χε. Απέ­τυ­χε η προ­σπά­θεια να χωρέ­σει σε συμπέρασμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ

Μετά τη μνήμη

Τα χρό­νια δεν έφυ­γαν απότομα.
Συσ­σω­ρεύ­τη­καν, όπως συσ­σω­ρεύ­ε­ται η σκό­νη στα αρχεία.

Η  Ομα­λο­ποί­η­ση είχε πετύ­χει τον σκο­πό της. Η κοι­νω­νία λει­τουρ­γού­σε. Τα τραμ κινού­νταν στην ώρα τους, τα κατα­στή­μα­τα άνοι­γαν κανο­νι­κά, οι άνθρω­ποι έκα­ναν σχέ­δια μικρά και προ­σε­κτι­κά. Η Ιστο­ρία είχε απο­συρ­θεί από την καθη­με­ρι­νό­τη­τα, όπως απο­σύ­ρο­νται οι επι­κίν­δυ­νες λέξεις από το λεξιλόγιο.

Έμει­να στην Πρά­γα. Όχι από αδυ­να­μία φυγής, αλλά επει­δή η παρα­μο­νή είχε μετα­τρα­πεί σε επι­λο­γή ευθύ­νης. Η έρευ­νά μου δεν αφο­ρού­σε πια μόνο τη λογο­τε­χνία. Αφο­ρού­σε τα ίχνη της. Όσα είχαν απο­μεί­νει μετά τις διαγραφές.

Δού­λευα σε αρχεία. Πρα­κτι­κά συνε­δρί­ων, υπη­ρε­σια­κές εκθέ­σεις, εσω­τε­ρι­κή αλλη­λο­γρα­φία. Ονό­μα­τα γραμ­μέ­να με μολύ­βι, σβη­σμέ­να πρό­χει­ρα, διορ­θω­μέ­να με κόκ­κι­νο. Κάποια εμφα­νί­ζο­νταν για λίγο και μετά εξα­φα­νί­ζο­νταν. Άλλα δεν είχαν γρα­φτεί ποτέ. Έμα­θα να δια­βά­ζω τα κενά. Εκεί κρυ­βό­ταν η αλήθεια.

Ο Χάβελ επα­νεμ­φα­νί­στη­κε αργό­τε­ρα, δικαιω­μέ­νος με τρό­πο σχε­δόν ειρω­νι­κό. Ο άνθρω­πος που μίλη­σε για τη ζωή μέσα στο ψέμα βρέ­θη­κε να μιλά στο όνο­μα μιας κοι­νω­νί­ας που προ­σπα­θού­σε να θυμηθεί.
Ο Κού­ντε­ρα, αντί­θε­τα, δεν επέ­στρε­ψε. Παρέ­μει­νε στη Γαλ­λία, πιστός στη σιω­πή που είχε επι­λέ­ξει. Δεν ζήτη­σε δικαί­ω­ση. Ίσως για­τί ήξε­ρε ότι οι λογα­ρια­σμοί με την Ιστο­ρία δεν κλείνουν.

Οι Έλλη­νες της Πρά­γας γέρα­σαν. Κάποιοι γύρι­σαν στην Ελλά­δα όταν πια δεν τους περί­με­νε κανείς. Άλλοι έμει­ναν, για­τί η επι­στρο­φή είχε χάσει το νόη­μά της. Η πατρί­δα, όταν χάνε­ται δύο φορές, παύ­ει να είναι τόπος. Γίνε­ται αφήγηση.

Οι γονείς μου έφυ­γαν ήσυ­χα, όπως έζη­σαν. Δεν ζήτη­σαν εξη­γή­σεις. Δεν περί­με­ναν δικαί­ω­ση. Είχαν μάθει ότι η Ιστο­ρία δεν απο­λο­γεί­ται. Μόνο προ­χω­ρά. Κάπο­τε με ρώτη­σαν για­τί άργη­σα να γρά­ψω όλα αυτά. Δεν ήξε­ρα τι να απα­ντή­σω. Ίσως για­τί χρειά­ζε­ται χρό­νος για να μετα­τρα­πεί το βίω­μα σε μνή­μη. Και ακό­μη περισ­σό­τε­ρος για να γίνει αφή­γη­ση. Η μνή­μη δεν αντέ­χει τον θόρυ­βο. Θέλει από­στα­ση, σιω­πή, επιμονή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΒΔΟΜΟ

Το Συνέ­δριο

Επέ­στρε­ψα στην αίθου­σα χρό­νια αργότερα.

Το κτί­ριο είχε ανα­και­νι­στεί. Τα καθί­σμα­τα ήταν και­νούρ­για, ο φωτι­σμός πιο έντο­νος. Οι τοί­χοι καθα­ροί, απαλ­λαγ­μέ­νοι από κάθε ίχνος έντα­σης. Μια μικρή πινα­κί­δα στον τοί­χο ανέ­φε­ρε λιτά ότι εδώ είχε πραγ­μα­το­ποι­η­θεί το Τέταρ­το Συνέ­δριο Τσέ­χων Συγ­γρα­φέ­ων. Τίπο­τε άλλο.

Κάθι­σα περί­που στο ίδιο σημείο. Οι φωνές είχαν χαθεί. Θυμή­θη­κα όμως την αίσθη­ση: εκεί­νη τη βαριά προ­σμο­νή πριν ειπω­θεί κάτι που δεν μπο­ρεί πια να ανακληθεί.

Σκέ­φτη­κα τον Σάι­φερτ, σιω­πη­λό και ανθε­κτι­κό. Τον Βάτσου­λικ, καθα­ρό και ανυ­πό­μο­νο. Τον Χάβελ, ήρε­μο και επι­κίν­δυ­να ειλι­κρι­νή. Τον Κού­ντε­ρα, σκυμ­μέ­νο ελα­φρά μπρο­στά, να ζυγί­ζει κάθε λέξη σαν να ήξε­ρε ήδη το τίμημα.

Κι εμέ­να, νέο τότε, να σημειώ­νω χωρίς να ξέρω ότι κατέ­γρα­φα τη μνή­μη μιας Άνοι­ξης που δεν θα ολο­κλη­ρω­νό­ταν ποτέ.

Έξω, η Πρά­γα ήταν ήσυ­χη. Πάντα έτσι είναι οι πόλεις όταν κλεί­νει ο κύκλος.

Σηκώ­θη­κα και έφυ­γα χωρίς να κοι­τά­ξω πίσω. Δεν υπήρ­χε λόγος. Ό,τι είχε ειπω­θεί εκεί δεν ανή­κε πια στους τοί­χους. Ανή­κε σε όσους επέ­μει­ναν να θυμούνται.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Υπάρ­χουν γεγο­νό­τα που τελειώ­νουν. Και άλλα που απλώς αλλά­ζουν μορφή.

Η Άνοι­ξη της Πρά­γας δεν επι­βί­ω­σε ως πολι­τι­κό σχέ­διο ούτε ως ιστο­ρι­κή νίκη. Επι­βί­ω­σε ως ερώ­τη­μα. Και αυτό το ερώ­τη­μα μετα­φέ­ρε­ται από γενιά σε γενιά όχι ως απά­ντη­ση, αλλά ως δοκι­μα­σία. Η μνή­μη δεν μετα­δί­δε­ται αυτό­μα­τα. Χρειά­ζε­ται αφή­γη­ση. Και η αφή­γη­ση χρειά­ζε­ται ευθύ­νη. Δεν αρκεί να θυμά­σαι. Πρέ­πει να ξέρεις για­τί θυμά­σαι.

Η Άνοι­ξη δεν ήταν αφε­λής. Ήταν ανθρώ­πι­νη. Κι αυτό ακρι­βώς δεν της συγ­χω­ρή­θη­κε. Η λογο­τε­χνία δεν αλλά­ζει τον κόσμο. Αλλά­ζει τον τρό­πο που τον θυμόμαστε.

 

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Το παρόν μυθι­στό­ρη­μα βασί­ζε­ται σε πραγ­μα­τι­κά ιστο­ρι­κά γεγονότα:
το Συνέ­δριο των Τσέ­χων Συγ­γρα­φέ­ων, την Άνοι­ξη της Πρά­γας, την εισβο­λή του Αυγού­στου 1968, την περί­ο­δο της Ομα­λο­ποί­η­σης και τη φυγή σημα­ντι­κών πνευ­μα­τι­κών μορ­φών από την Τσεχοσλοβακία.

Τα ιστο­ρι­κά πρό­σω­πα — ο Μίλαν Κού­ντε­ρα, ο Βάτσλαβ Χάβελ, ο Λού­ντ­βικ Βάτσου­λικ, ο Γιά­ρο­σλαβ Σάι­φερτ, ο Alexander Dubček, ο Oldřich Černík και ο Gustáv Husák — εμφα­νί­ζο­νται στο έργο ως ιστο­ρι­κές παρου­σί­ες, μέσα από το βλέμ­μα ενός αφη­γη­τή που ανή­κει σε μια άλλη εξο­ρία: εκεί­νη των Ελλή­νων πολι­τι­κών προσφύγων.

Ο αφη­γη­τής είναι μυθο­πλα­στι­κός. Η εμπει­ρία του, όμως, αντλεί­ται από μια ιστο­ρι­κά τεκ­μη­ριω­μέ­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: τη ζωή ανά­με­σα σε γλώσ­σες, πατρί­δες και ιστο­ρι­κές μετα­το­πί­σεις που δεν επι­λέ­γο­νται, αλλά επιβάλλονται.

Θεμα­τι­κός άξο­νας του κει­μέ­νου είναι η σχέ­ση μνή­μης και εξου­σί­ας. Η φρά­ση του Μίλαν Κούντερα,
«Ο αγώ­νας του ανθρώ­που ενά­ντια στην εξου­σία είναι ο αγώ­νας της μνή­μης ενά­ντια στη λήθη»,
προ­έρ­χε­ται από Το Βιβλίο του Γέλιου και της Λήθης και λει­τουρ­γεί εδώ όχι ως σύν­θη­μα, αλλά ως προει­δο­ποί­η­ση: η εξου­σία δεν επι­διώ­κει μόνο να επι­βλη­θεί· επι­διώ­κει και να απλοποιήσει.

Το κεί­με­νο αυτό δεν επι­χει­ρεί να δώσει απα­ντή­σεις ούτε να κλεί­σει λογα­ρια­σμούς. Επι­χει­ρεί να δια­σώ­σει την πολυ­πλο­κό­τη­τα μιας εύθραυ­στης ιστο­ρι­κής στιγ­μής, όπου η λογο­τε­χνία, η πολι­τι­κή και η ανθρώ­πι­νη αξιο­πρέ­πεια συνα­ντή­θη­καν — έστω και για λίγο.

Αν κάτι ελπί­ζω να παρα­μεί­νει μετά την τελευ­ταία σελί­δα, δεν είναι η εικό­να μιας «ηττη­μέ­νης Άνοι­ξης», αλλά η μνή­μη μιας δοκι­μα­σί­ας που εξα­κο­λου­θεί να μας αφορά.

 

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Λογο­τε­χνία σήμερα

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like

Comments are closed.