Η Οδύσσεια του Ελληνισμού και οι σπόροι της Ελευθερίας
της Αναστασίας Γεωργοπούλου
Ο Ελληνισμός της Διασποράς είναι στενά συνδεδεμένος με την δημιουργία και την ανάπτυξη του νεοελληνικού κράτους. Αν και αντιμετώπισε αντίξοες συνθήκες στις νέες περιοχές εγκατάστασης του, κατόρθωσε όχι μόνο να επιβιώσει αλλά διατηρώντας την εθνική του συνείδηση να βοηθήσει, όταν έφτασε η στιγμή της Παλιγγενεσίας, στην οικονομική και κοινωνική ανέλιξη αλλά και την ιδεολογική συγκρότηση του Ελληνισμού εντός και εκτός του χώρου όπου διαβιούσαν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί.
Ο όρος Έλληνες της διασποράς δηλώνει το τμήμα του πληθυσμού που για διάφορους ιστορικούς, κοινωνικούς ή οικονομικούς λόγους εγκαταστάθηκε προσωρινά ή μόνιμα εκτός των εθνικών συνόρων, αλλά εξακολούθησε να διατηρεί τους συναισθηματικούς και πολιτιστικούς δεσμούς με τη χώρα καταγωγής του, η οποία επηρέασε και καθόρισε την κοινοτική και εθνική του συνείδηση.
Βέβαια την περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας που τα σύνορα του ελληνικού κράτους δεν είχαν ακόμη αποσαφηνιστεί , η έννοια του εθνικού χώρου είχε ευρύτερη σημασία και περιλάμβανε και τις περιοχές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και Ανατολικής Μεσογείου στις οποίες ήταν έντονη η παρουσία του ελληνικού στοιχείου οργανωμένου σε αριθμητικά μεγάλες κοινότητες.
Ακμαίες ελληνικές παροικίες δημιουργήθηκαν στην Ιταλία (Βενετία, Λιβόρνο),στην Αψβουργική Αυστροουγγαρία (Βιέννη, Τεργέστη, Βούδα, Πέστη), στη Ν. Ρωσία (Οδησσός, Μαριούπολη), στην Τρανσυλβανία (Σιμπίου, Μπρασόβ), Μολδαβία (Ιάσιο) όπου οι συνθήκες ήταν πολύ ευνοϊκές για τον απόδημο ελληνισμό λόγω προστασίας που παρείχε η φαναριώτικη άρχουσα τάξη, η οποία είχε την ηγεμονία στις χώρες αυτές από τις αρχές του 18ουαιώνα. Επίσης ανθηρές παροικίες υπήρξαν στη Δυτική Ευρώπη και συγκεκριμένα στην Γαλλία (Παρίσι, Μασσαλία), Αγγλία (Λονδίνο), στις Κάτω Χώρες ( Ολλανδία) και την Ισπανία.
Η ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας δεν θα είχε πραγματοποιηθεί σε αυτά τα μεγέθη αν δεν είχαν εξελιχθεί οι ελληνικές- εμπορικές παροικίες στη διάρκεια του 18ου και 19ουαιώνα. Σημαντικές και ακμάζουσες, όσον αφορά την οργάνωση και δραστηριότητα τους, υπήρξαν οι παροικίες των Βαλκανίων και της Κεντρικής Ευρώπης που τις ενώνουν οι υγροί λεωφόροι του Δούναβη και των παραποτάμων του (Προύθου, Σάβου, Τίσα).
Από εδώ ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, στις 21 Φεβρουαρίου πέρασε τον Προύθο ποταμό και από το ρωσικό εισήλθε στο οθωμανικό έδαφος της Μολδαβίας, που έχαιρε αυτονομίας. Ήταν επικεφαλής έφιππου σώματος επτά χιλιάδων ανδρών από τους οποίους οι τέσσερις χιλιάδες εξακόσιοι ήταν ελληνικής καταγωγής και οι υπόλοιποι προέρχονταν από τους άλλους υπόδουλους λαούς των Βαλκανίων. Στις 24 του ίδιου μήνα και στην πρωτεύουσα της Μολδαβίας, το Ιάσιο, κήρυξε την Επανάσταση ως μία κίνηση αντιπερισπασμού εκδίδοντας προκήρυξη με τον τίτλο: «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος». Με αυτήν προέτρεπε τους Έλληνες να αγωνιστούν για την απελευθέρωση τους από τον Οθωμανικό ζυγό ενθαρρύνοντας τους: «Κινηθείτε ώ φίλοι και θέλετε ιδή μίαν κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθεί τα δίκαιά μας», δημιουργώντας εύλογες ελπίδες ότι η δύναμη αυτή ήταν η Ρωσία. Από τη δύναμη του ο Υψηλάντης διέκρινε ένα τμήμα πεντακοσίων νεαρών Ελλήνων σπουδαστών, το οποίο ονόμασε «Ιερό Λόχο» και το οποίο έφερε μαύρη στολή. Αρχηγός του σώματος των Ιερολοχιτών ορκίστηκε ο πρίγκηπας Γεώργιος Καντακουζηνός. Τελικά η δύναμη του Α. Υψηλάντη και η αφρόκρεμα της μαχητικής σπουδάζουσας νεολαίας κατατροπώθηκαν στο Δραγατσάνι από τους Οθωμανούς (19 Ιουνίου 1821). Ο τελευταίος συνελήφθη από τους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και ελευθερώθηκε το 1827 με κλονισμένη την υγεία του για να πεθάνει λίγους μήνες αργότερα, στον τόπο όπου ανέπτυξε την επαναστατική του δράση ο εθνομάρτυρας και πρόδρομος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 Ρήγας Βελεστινλής.
Ο αείμνηστος ιστορικός και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Βασίλειος Κρεμμυδάς ανέδειξε την καθοριστική σημασία της «νέας αστικής τάξης» που είχε εμφανιστεί και εδραιωθεί, οικονομικά ισχυρή, τις παραμονές της Επανάστασης. Ο πλούτος της προερχόταν από τις επιχειρήσεις και την αξιοποίηση των ευκαιριών που προκάλεσαν οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι αφού δημιούργησαν την ανάγκη να υπάρχουν «ουδέτερα» πλοία, που θα ανεφοδίαζαν τις εμπόλεμες ευρωπαϊκές χώρες.(1)
Οι μεταναστεύσεις των Ελλήνων στα μεγάλα εμπορικά κέντρα στη Ν.Α και Κεντρική Ευρώπη (Βιέννη, Βουκουρέστι),αλλά και στα μεγάλα λιμάνια της Μεσογείου (Αλεξάνδρεια, Τεργέστη, Βενετία, Λιβόρνο, Μασσαλία, Λισαβόνα) και η συνεχής αύξηση ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος για το εμπόριο του ελληνικού χώρου ανέδειξε τον Έλληνα έμπορο στις παροικίες της Ευρώπης σε συνδετικό κρίκο μεταξύ των ευρωπαϊκών αγορών και των ελληνικών. Κατ΄αυτόν τον τρόπο διασυνδέεται η ελληνική αγορά του υπόδουλου Ελληνισμού με την ευρωπαϊκή. Κι όπως για τον Έλληνα η θάλασσα από αρχαιοτάτων χρόνων υπήρξε η κινητήριος δύναμη προώθησης των συμφερόντων του, των προσδοκιών του, του ανοίγματος των οριζόντων του αξιοποιώντας στο έπακρον τις ευκαιρίες που του δίνονταν και μέσω αυτών τις δυνατότητες του για βελτίωση των συνθηκών ζωής του αλλά και της ιδιαίτερης πατρίδας του έτσι και τώρα δεν μένει άπραγος , απλός θεατής των εξελίξεων που λαμβάνουν χώρα στο διεθνές περιβάλλον. Αξιοποιεί τις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς των Μεγάλων της εποχής εκείνης (Ρωσοτουρκικοί Πόλεμοι 1768–1774, 1828–1829 ‚Ναπολεόντειοι Πόλεμοι 1803–1815) για να επωφεληθεί τα μέγιστα. Τα κέρδη από τη συμμετοχή των ελληνικών πλοίων στο μεσογειακό και ευρωπαϊκό εμπόριο ήταν τεράστια για 15 τουλάχιστον χρόνια. (Για τα έτη 1797–1812 τα κέρδη ξεπέρασαν το 100%).
Το Αρχείο της Κοινότητας Ύδρας επιβεβαιώνει ότι το 1810 το κέρδος του εμπορικού στόλου της Ύδρας ανερχόταν σε 116%.(2)
Ως προς την πρώτη σύγκρουση ( Ρωσοτουρκικοί Πόλεμοι) η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, επιστέγασμα του του Α΄ Ρωσοτουρκικού Πόλεμου(1768–1774) που έληξε με ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έδινε το δικαίωμα στα ελληνικά πλοία να υψώνουν τη ρωσική σημαία και να προστατεύονται έτσι από μια μεγάλη ομόδοξη δύναμη εντάσσοντας την ανερχόμενη ελληνική ναυτιλία στο ευρύτερο πολιτικό σχέδιό της για συμμετοχή στον ανταγωνισμό των μεσογειακών και ευρωπαϊκών αγορών.
Ερχόμαστε στη δεύτερη μεγάλη αντιπαράθεση των Μεγάλων Δυνάμεων στην Ευρώπη με πρωταγωνιστή την Γαλλία του Ναπολέοντα από τη μία πλευρά και των άλλων Δυνάμεων της εποχής από την άλλη ( Αυστρία, Ρωσία, Πρωσία, Αγγλία, Σουηδία),. Ο απόηχος των μηνυμάτων της μεγάλης Ευρωπαϊκής Επανάστασης (του1789) και ειδικότερα της χειραφέτησης των εθνοτήτων που αυτή επαγγέλλεται, βρίσκει ευήκοα ώτα στις εμπορικές παροικίες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (Αυστροουγγαρία, Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, Κωνσταντινούπολη, Οδησσός) καθώς και στις παροικίες των λιμανιών της Ανατολικής Μεσογείου (Λάρνακα, Σμύρνη, Αλεξάνδρεια).
Στη διάδοση των ιδεών αυτών συνέβαλαν και μηχανισμοί προώθησης των επαναστατικών ιδεών ως μια απόδειξη και της στροφής των ενδιαφερόντων της επίσημης Γαλλικής πολιτικής στην Ανατολή (πρόξενοι επαναστατικής Γαλλίας: Gaudin, Fleury,Parant, Σταμάτης Κ.). Μετά το 1815 και το Συνέδριο της Βιέννης, που σηματοδοτεί τη λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων εξαιτίας των οποίων η βρετανική και γαλλική ναυτιλία υπέστησαν βαρύτατο πλήγμα, η ελληνική ναυτιλία μπόρεσε να «κατακτήσει» το εμπόριο και της Δυτικής Μεσογείου τροφοδοτώντας τις ευρωπαϊκές χώρες με σιτηρά της Ανατολικής Μεσογείου.(3)
Η τελευταία δεκαετία του 18ου αιώνα και η πρώτη του 19ου αιώνα είναι η χρυσή εποχή της ελληνικής ναυτιλίας. Οι Έλληνες πλοιοκτήτες εξελίχθηκαν σχεδόν σε αποκλειστικούς προμηθευτές των ευρωπαϊκών αγορών με σιτηρά αποκτώντας τεράστια κέρδη. Η αύξηση πλοίων και χωρητικότητας υπήρξε ραγδαία. Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία: Από τα 188 πλοία της περιόδου 1700–1749 , ο αριθμός τους εκτοξεύθηκε στα 945 πλοία την περίοδο 1810–1819.(4) Έτσι, στις παραμονές της Επανάστασης τα πλοία των Σπετσιωτών, Υδραίων, Ψαριανών αποτελούν την πρώτη μάχιμη θαλασσινή δύναμη του Αγώνα αφού τα εμπορικά τους πλοία ήταν εξοπλισμένα με μικρά πυροβόλα. Το 1821 η Ύδρα διέθετε 115 εξοπλισμένα πλοία, οι Σπέτσες 60, τα Ψαρά 40, η Κάσος 15, η Σάμος 35 (1824).
Αξιόλογο πλεονέκτημα στις θαλάσσιες επιχειρήσεις κατά του Οθωμανικού στόλου ήταν η πείρα των Ελλήνων ναυτικών οι οποίοι εκτός από την τέχνη της ναυσιπλοΐας ήταν και αξιόμαχοι θαλάσσιοι πολεμιστές αφού συχνά συμμετείχαν σε μισθοφορικά, εμπορικά ή και πειρατικά πληρώματα.
Η ναυτιλία και η ποταμοπλοΐα ( στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη) αποτέλεσε το νήμα που έδενε την ιστορία του Ελληνισμού της Διασποράς με τον ελλαδικό χώρο και μετέπειτα εθνικό του κέντρο. Τα πλοία και οι ναυτικοί υπήρξαν ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας διευκολύνοντας την διαρκή τροφοδότηση υλικού και πνευματικού πλούτου και τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης ναυτιλιακής κουλτούρας στην οποία συναντήθηκαν αντιφατικά στοιχεία όπως ο κοσμοπολιτισμός με την απομόνωση και ο συντηρητισμός με το νεωτερισμό.
- Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017 ‚άρθρο Γρηγόρη Μπέκου «Βασίλης Κρεμμυδάς (1935–2017» σ.11.
- Αρχείο Κοινότητας Ύδρας.
- «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1770–1821», τόμος 10ς, σελ. 216.
- Ερευνητικό Πρόγραμμα «Αμφιτρήτη»
Βρείτε μας και στη σελίδα μας στο Facebook:






Comments are closed.