Μπάμπης Στέρτσος
Η Ίμβρος —γνωστή στα τουρκικά ως İmroz και από το 1970 επισήμως ως Gökçeada (Γκιοκτσέαντα)— είναι ένα νησί που δύσκολα μπορεί κανείς να το προσεγγίσει μόνο γεωγραφικά. Είναι ένας τόπος όπου η ιστορία, ο μύθος και η μνήμη μπλέκονται συνεχώς μεταξύ τους. Βρίσκεται στο βόρειο Αιγαίο, στην είσοδο του Ελλήσποντος, έχει έκταση 279 τετραγωνικά χιλιόμετρα και σήμερα αριθμεί περίπου 10.700 κατοίκους, από τους οποίους περίπου 700 είναι Έλληνες. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία, την αλιεία, τη μελισσοκομία, την καλλιέργεια σιτηρών και ελαιόδεντρων, αλλά και με τον τουρισμό. Το νησί φημίζεται επίσης για τα αμπέλια και το εξαιρετικό κρασί του, ενώ στην πρωτεύουσά του, την Παναγία, εδρεύει η Ιερά Μητρόπολη Ίμβρου και Τενέδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Κι όμως, η ουσία της Ίμβρου δεν βρίσκεται μόνο στα γεωγραφικά ή διοικητικά στοιχεία της. Βρίσκεται κυρίως στη βαθιά ιστορική της συνέχεια. Γιατί η Ίμβρος υπήρξε ένας τόπος όπου ο ελληνισμός παρέμεινε ζωντανός επί χιλιάδες χρόνια, ακόμη κι όταν οι ιστορικές συγκυρίες έγιναν εξαιρετικά δύσκολες.
Η Ίμβρος στον κόσμο του Ομήρου και των αρχαίων μύθων
Η Ίμβρος αναφέρεται ήδη στα ομηρικά έπη. Στην Ιλιάδα, ο Όμηρος παρουσιάζει το νησί ως έναν τόπο συνδεδεμένο με τον Ποσειδώνας. Από τα υψώματα ανάμεσα στην Ίμβρο και τη Σαμοθράκη, ο θεός της θάλασσας παρακολουθούσε, σύμφωνα με την παράδοση, τις συγκρούσεις του Τρωικού Πολέμου.
Η περιοχή γύρω από την Ίμβρο ήταν για τον Όμηρο ένα πέρασμα θεών, στόλων και ηρώων. Δεν είναι τυχαίο ότι το νησί βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την Τροία και δίπλα στα περάσματα που συνέδεαν το Αιγαίο με τον Εύξεινο Πόντο. Από την αρχαιότητα ακόμη, η Ίμβρος βρισκόταν στο επίκεντρο θαλάσσιων δρόμων και γεωπολιτικών ανταγωνισμών.
Οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού θεωρούνται οι Πελασγοί, οι οποίοι λάτρευαν τους Καβείρους και τον Ερμή σε φαλλική μορφή, με το καρικό επώνυμο «Ίμβραμος». Η λατρεία του Ήφαιστος ήταν επίσης ιδιαίτερα διαδεδομένη τόσο στην Ίμβρο όσο και στη Λήμνος. Στα αρχαία νομίσματα του νησιού εμφανίζεται ο Ήφαιστος, γεγονός που συνδέεται με την αρχαία παράδοση της μεταλλουργίας στο βόρειο Αιγαίο.
Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι γνήσιοι κάτοικοι του νησιού ήταν Πελασγοί, ενώ ο Στράβων και ο Στέφανος ο Βυζάντιος κάνουν λόγο για τη λατρεία των Καβείρων στην Ίμβρο. Τα λεγόμενα «Ίμβρια Μυστήρια» θεωρούνταν στην αρχαιότητα ιδιαίτερα σημαντικές τελετές, αντίστοιχες με τα Ελευσίνια Μυστήρια, αν και ελάχιστες πηγές σώζονται σήμερα γι’ αυτές.
Η αδιάκοπη ελληνική παρουσία από την αρχαιότητα
Στα κλασικά χρόνια η Ίμβρος πέρασε στον έλεγχο της Αθήνα και αποτέλεσε αποικία των Αθηναίων. Οι κάτοικοί της απέκτησαν τον τίτλο του Αθηναίου πολίτη, γεγονός εξαιρετικά σημαντικό για την εποχή. Ο Θουκυδίδης αναφέρει τη σημαντική συμβολή της Ίμβρου στις εκστρατείες της Αθήνας και περιγράφει τον αθηναϊκό εποικισμό του νησιού.
Το 512 π.Χ. το νησί κατέκτησε ο Πέρσης στρατηγός Οτάνης, όμως μετά τους Περσικούς Πολέμους η Ίμβρος επανήλθε στην αθηναϊκή σφαίρα επιρροής. Για περίπου έξι αιώνες παρέμεινε στενά συνδεδεμένη με τον ελληνικό κόσμο.
Αυτό που εντυπωσιάζει στην περίπτωση της Ίμβρου είναι η διαρκής ελληνική παρουσία. Παρά τις διαδοχικές αυτοκρατορίες και τις πολιτικές αλλαγές, το ελληνικό στοιχείο δεν εξαφανίστηκε ποτέ. Η γλώσσα, οι παραδόσεις, οι θρησκευτικές πρακτικές και οι κοινότητες του νησιού συνέχισαν να υπάρχουν αδιάκοπα μέσα στους αιώνες.
Η Ίμβρος στον Μεσαίωνα και το Βυζάντιο
Κατά τη διάρκεια της Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η Ίμβρος διατήρησε τον ελληνικό χαρακτήρα της και αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στο βορειοανατολικό Αιγαίο.
Πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολη το 1453, το νησί βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Οίκου των Γκαττιλούζι της Γένοβα, οι οποίοι είχαν αποκτήσει σημαντικές περιοχές του Αιγαίου. Μετά την πτώση της Πόλης, αντιπροσωπεία των κατοίκων διαπραγματεύτηκε με τον Μωάμεθ Β΄ τους όρους παράδοσης του νησιού. Στην Ίμβρο διορίστηκε διοικητής ο Έλληνας ιστορικός Μιχαήλ Κριτόβουλος.
Το νησί πέρασε αργότερα στα χέρια των Οθωμανών, ενώ κατά περιόδους βρέθηκε και υπό βενετικό έλεγχο. Ο Σουλεϊμάν Α΄ χρησιμοποίησε την Ίμβρο ως ναυτική βάση, ενώ το 1717 πραγματοποιήθηκε μεγάλη ναυμαχία ανάμεσα σε Οθωμανούς και Βενετούς στα νερά του νησιού. Παρ’ όλα αυτά, οι κάτοικοι της Ίμβρου έζησαν για πολλούς αιώνες σε σχετική ευημερία.
Από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Συνθήκη της Λωζάννης
Στις αρχές του 20ού αιώνα, λίγο πριν από τον Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, περίπου 8.000 κάτοικοι της Ίμβρου ήταν σχεδόν αποκλειστικά Έλληνες. Το νησί διατηρούσε σχολεία, εκκλησίες και μια έντονα οργανωμένη ελληνική κοινοτική ζωή.
Η Συνθήκη των Σεβρών προέβλεπε την παραχώρηση της Ίμβρου και της Τένεδος στην Ελλάδα. Ωστόσο, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη Συνθήκη της Λωζάννης, τα δύο νησιά παρέμειναν στην Τουρκία, αν και προβλεπόταν ειδικό καθεστώς αυτονομίας και προστασίας για τους Έλληνες κατοίκους.
Στην πράξη, όμως, οι προβλέψεις αυτές δεν τηρήθηκαν ποτέ πλήρως.
Οι διώξεις και η δραματική συρρίκνωση του ελληνισμού
Το 1926 ο νέος Αστικός Κώδικας της Τουρκίας περιόρισε σημαντικά τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Το 1927 απαγορεύθηκε η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία του νησιού. Παράλληλα, η προβλεπόμενη τοπική αυτοδιοίκηση δεν εφαρμόστηκε ποτέ.
Αργότερα, η μετονομασία της Ίμβρου σε Gökçeada συνοδεύτηκε από οργανωμένο εποικισμό του νησιού από πληθυσμούς της ενδοχώρας της Τουρκίας. Πολλές ελληνικές περιουσίες απαλλοτριώθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1960, όταν η κρίση στην Κύπρο επηρέασε και την ελληνική κοινότητα της Ίμβρου. Η δημιουργία «ανοικτής αγροτικής φυλακής» κοντά στο Σχοινούδι προκάλεσε έντονο φόβο στον ελληνικό πληθυσμό και επιτάχυνε το κύμα μετανάστευσης. Το Σχοινούδι, που άλλοτε ήταν από τα μεγαλύτερα χωριά της Ίμβρου και ολόκληρων των Βαλκανίων, οδηγήθηκε σταδιακά στην ερήμωση.
Κι όμως, παρά τον ξεριζωμό και τις πιέσεις, η ελληνική μνήμη του νησιού δεν χάθηκε ποτέ.
Η Ίμβρος σήμερα και η επιστροφή της μνήμης
Τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται μικρά αλλά σημαντικά σημάδια αναβίωσης. Η επαναλειτουργία ελληνικών σχολείων, η επιστροφή οικογενειών στο νησί και η αναστήλωση εκκλησιών και παλιών σπιτιών δημιουργούν μια αίσθηση ότι η Ίμβρος προσπαθεί ξανά να reconnect με τη βαθιά ιστορική της ταυτότητα.
Ιδιαίτερα θετική θεωρήθηκε και η ίδρυση τελωνείων στην Ίμβρο και την Τένεδο, καθώς τα δύο νησιά απέκτησαν τη δυνατότητα να λειτουργούν ως επίσημα σημεία εισόδου και εξόδου προς την Τουρκία. Οι ιμβριακοί σύλλογοι χαρακτήρισαν την εξέλιξη αυτή σημαντικό βήμα για την ενίσχυση της επικοινωνίας και της οικονομικής ζωής των νησιών.
Σήμερα, η Ίμβρος παραμένει κάτι πολύ περισσότερο από ένα νησί του Αιγαίου. Είναι ένας τόπος που κουβαλά πάνω του στρώματα ιστορίας χιλιάδων ετών. Από τους Πελασγούς και τα Ίμβρια Μυστήρια, τον Όμηρο και την Τροία, μέχρι τη βυζαντινή εποχή, τις οθωμανικές περιόδους, τις διώξεις του 20ού αιώνα και τη σύγχρονη προσπάθεια αναγέννησης, η Ίμβρος συνεχίζει να θυμίζει ότι ο ελληνισμός του Αιγαίου δεν ήταν ποτέ απλώς ένα ιστορικό επεισόδιο, αλλά μια μακρά και αδιάκοπη παρουσία μέσα στον χρόνο.
Βρείτε μας και στο Facebook: Το Βόρειο Αιγαίο σήμερα






Comments are closed.