Ταξίδια μακρινά
Έχουν περάσει τόσα χρόνια από το Φθινόπωρο του 1978 που πρωτοπάτησα το πόδι μου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης –φοιτητής Νομικής, παρακαλώ – ώστε να ου φαίνεται πως μιλώ για κάποιον άλλο, κάποιον δυστυχή Σερραίο
επαρχιώτη», αναγκασμένο να παρακολουθήσει ρυθμούς ζωής διαφορετικούς και πολλές ακατανόητους. Δεν είναι και τόσο ευχάριστο να μπαίνουν στη ζωή σου αποστάσεις που για να διανύσεις χρειάζεσαι λεωφορείο, αλλά και καταστάσεις που για να εξοικειωθείς μαζί τους έχει άμεση ανάγκη συμπαράστασης. Ποιο Πανεπιστήμιο θυμάται όμως αυτός ο Σερραίος που αναφέρει παραπάνω; Ποινικούς και Αστικούς Κώδικες αλλά και μάταια φανατισμένες συνελεύσεις «έτους», αφισοκολλήσεις σε απίθανους χώρους και μπογιάντισμα τοίχων και αιθουσών, έτσι που να δείχνουν οι χώροι φοίτησης σαν αχούρι. Από την άλλη όμως, ζει και τη μεγάλη μνήμη μιας πρόσφατης ακόμα οδυνηρής δικτατορίας με τη λαμπερή εξέγερση του Πολυτεχνείου, νιώθει αυτήν την εξαιρετική αύρα της εποχής, όπου το να είσαι φοιτητής σημαίνει πως αισθάνεσαι κομμάτι αναπόσπαστο της κοινωνικής ανησυχίας του τόπου σου, πρόσωπο δηλαδή ενεργό στη μεγάλη περιπέτεια της πολιτικής και πολιτισμικής διαδρομής της εποχής σου.
Γνώρισα φίλους καλούς την εποχή που ήμουν φοιτητής, μερικούς από αυτούς τους συναντώ και τώρα και ανταλλάσσουμε μνήμες, γελάμε με πολλές από τις τότε αυταπάτες μας, θυμόμαστε με συγκίνηση πρόσωπα και στιγμές που η νιότη φωτίζει παντοτινά με ‘κείνη τη νοσταλγία του απρόσμενα μαγικού, όταν ο χρόνος ζούσε μονάχα στο παρόν και το αύριο έμοιαζε πολύ μακρινό, ενήλικο, σχεδόν απωθητικό. Ωστόσο, ακόμα σήμερα, με απασχολεί περισσότερο η απορία της διαδρομής και η εξέλιξη των παλιών μου συναδέλφων, ιδιαίτερα αυτών που ελάχιστες φορές είδα σε κάποιες εξετάσεις ή στο αμφιθέατρο κι ύστερα χάθηκαν για πάντα στου κόσμου τη βουή (όπως λέει στο «Είδα την Άννα κάποτε» ο Διονύσης Σαββόπουλος) και δεν τους ξαναβρήκα. Θέλω να τους φαντάζομαι με την ομορφιά της νιότης, την ανιδιοτέλεια και παθιασμένη αδιαλλαξία της φοιτητικής μας εποχής, μαζί όμως και σοφότερους, πιο ήρεμους και κατασταλαγμένους. Και όσοι έγιναν γονείς, τους βλέπω με τα παιδάκια τους στον ώμο (κατά το πανέμορφο τραγούδι του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα) να μη φοβούνται το αύριο (Διονύσης…) αλλά να το κοιτάζουνε κατάματα με ήρεμη αισιοδοξία. Κι αν κάποιοι δεν «δώσαν όσα δήλωσαν», «όλα θα εκπληρωθούν» — πάλι κατά τη ρήση του Διονύση. Έτσι κι αλλιώς, εγώ που δεν έγινα δικηγόρος αλλά μουσικός, σκέφτομαι πως το καλύτερο του δικηγόρου και του μουσικού είναι να νικούν για τους χαμένους, τους νικημένους και να τους υπερασπίζονται με αγορεύσεις στο δικαστήριο και τραγούδια στο ραδιόφωνο, θυμίζοντας στους δήθεν νικητές την ηθική δύναμη της έντιμης ήττας. Ή όπως λέει ο φίλος Παρασκευάς Καρασούλας στη «Μικρή Πατρίδα» (ένα τραγούδι που έγραψε τα λόγια κι εγώ τη μουσική):
«Δεν έκανα ταξίδια μακρινά.
Οι άνθρωποι που αγάπησα ήταν
δάση.
Οι φίλοι μου φεγγάρια ήταν,
νησιά.
Που δίψασε η καρδιά μου να τα
ψάξει.
Δεν έκανα ταξίδια μακρινά.
Ταξίδεψε η καρδιά κι αυτό μου
φτάνει
Σε όνειρα, σε αισθήματα υγρά
Τον μυστικό τον κόσμο ν’ ανασάνει…»
Στους παλιούς μου συμφοιτητές αλλά και στους σημερινούς νεώτερους αφιερωμένο εξαιρετικά.
από το αρχείο μας
ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1998
ΤΕΥΧΟΣ 36
Βρείτε μας και στη σελίδα μας στο Facebook: φοιτητική ΕΠΙκοινωνία







Comments are closed.