- Διαφήμιση -

Φοιτητικές Ιστορίες: Γιώργος Ανδρέου, Συνθέτης, Νομική Θεσσαλονίκης

Ταξίδια μακρινά

Έχουν περά­σει τόσα χρό­νια από το Φθι­νό­πω­ρο του 1978 που πρω­το­πά­τη­σα το πόδι μου στο Αρι­στο­τέ­λειο Πανε­πι­στή­μιο Θεσ/νίκης –φοι­τη­τής Νομι­κής, παρα­κα­λώ – ώστε να ου φαί­νε­ται πως μιλώ για κάποιον άλλο, κάποιον δυστυ­χή Σερραίο
επαρ­χιώ­τη», ανα­γκα­σμέ­νο να παρα­κο­λου­θή­σει ρυθ­μούς ζωής δια­φο­ρε­τι­κούς και πολ­λές ακα­τα­νό­η­τους. Δεν είναι και τόσο ευχά­ρι­στο να μπαί­νουν στη ζωή σου απο­στά­σεις που για να δια­νύ­σεις χρειά­ζε­σαι λεω­φο­ρείο, αλλά και κατα­στά­σεις που για να εξοι­κειω­θείς μαζί τους έχει άμε­ση ανά­γκη συμπα­ρά­στα­σης. Ποιο Πανε­πι­στή­μιο θυμά­ται όμως αυτός ο Σερ­ραί­ος που ανα­φέ­ρει παρα­πά­νω; Ποι­νι­κούς και Αστι­κούς Κώδι­κες αλλά και μάταια φανα­τι­σμέ­νες συνε­λεύ­σεις «έτους», αφι­σο­κολ­λή­σεις σε απί­θα­νους χώρους και μπο­γιά­ντι­σμα τοί­χων και αιθου­σών, έτσι που να δεί­χνουν οι χώροι φοί­τη­σης σαν αχού­ρι. Από την άλλη όμως, ζει και τη μεγά­λη μνή­μη μιας πρό­σφα­της ακό­μα οδυ­νη­ρής δικτα­το­ρί­ας με τη λαμπε­ρή εξέ­γερ­ση του Πολυ­τε­χνεί­ου, νιώ­θει αυτήν την εξαι­ρε­τι­κή αύρα της επο­χής, όπου το να είσαι φοι­τη­τής σημαί­νει πως αισθά­νε­σαι κομ­μά­τι ανα­πό­σπα­στο της κοι­νω­νι­κής ανη­συ­χί­ας του τόπου σου, πρό­σω­πο δηλα­δή ενερ­γό στη μεγά­λη περι­πέ­τεια της πολι­τι­κής και πολι­τι­σμι­κής δια­δρο­μής της επο­χής σου.

Γνώ­ρι­σα φίλους καλούς την επο­χή που ήμουν φοι­τη­τής, μερι­κούς από αυτούς τους συνα­ντώ και τώρα και ανταλ­λάσ­σου­με μνή­μες, γελά­με με πολ­λές από τις τότε αυτα­πά­τες μας, θυμό­μα­στε με συγκί­νη­ση πρό­σω­πα και στιγ­μές που η νιό­τη φωτί­ζει παντο­τι­νά με ‘κεί­νη τη νοσταλ­γία του απρό­σμε­να μαγι­κού, όταν ο χρό­νος ζού­σε μονά­χα στο παρόν και το αύριο έμοια­ζε πολύ μακρι­νό, ενή­λι­κο, σχε­δόν απω­θη­τι­κό. Ωστό­σο, ακό­μα σήμε­ρα, με απα­σχο­λεί περισ­σό­τε­ρο η απο­ρία της δια­δρο­μής και η εξέ­λι­ξη των παλιών μου συνα­δέλ­φων, ιδιαί­τε­ρα αυτών που ελά­χι­στες φορές είδα σε κάποιες εξε­τά­σεις ή στο αμφι­θέ­α­τρο κι ύστε­ρα χάθη­καν για πάντα στου κόσμου τη βουή (όπως λέει στο «Είδα την Άννα κάπο­τε» ο Διο­νύ­σης Σαβ­βό­που­λος) και δεν τους ξανα­βρή­κα. Θέλω να τους φαντά­ζο­μαι με την ομορ­φιά της νιό­της, την ανι­διο­τέ­λεια και παθια­σμέ­νη αδιαλ­λα­ξία της φοι­τη­τι­κής μας επο­χής, μαζί όμως και σοφό­τε­ρους, πιο ήρε­μους και κατα­στα­λαγ­μέ­νους. Και όσοι έγι­ναν γονείς, τους βλέ­πω με τα παι­δά­κια τους στον ώμο (κατά το πανέ­μορ­φο τρα­γού­δι του Λαυ­ρέ­ντη Μαχαι­ρί­τσα) να μη φοβού­νται το αύριο (Διο­νύ­σης…) αλλά να το κοι­τά­ζου­νε κατά­μα­τα με ήρε­μη αισιο­δο­ξία. Κι αν κάποιοι δεν «δώσαν όσα δήλω­σαν», «όλα θα εκπλη­ρω­θούν» — πάλι κατά τη ρήση του Διο­νύ­ση. Έτσι κι αλλιώς, εγώ που δεν έγι­να δικη­γό­ρος αλλά μου­σι­κός, σκέ­φτο­μαι πως το καλύ­τε­ρο του δικη­γό­ρου και του μου­σι­κού είναι να νικούν για τους χαμέ­νους, τους νικη­μέ­νους και να τους υπε­ρα­σπί­ζο­νται με αγο­ρεύ­σεις στο δικα­στή­ριο και τρα­γού­δια στο ραδιό­φω­νο, θυμί­ζο­ντας στους δήθεν νικη­τές την ηθι­κή δύνα­μη της έντι­μης ήττας. Ή όπως λέει ο φίλος Παρα­σκευάς Καρα­σού­λας στη «Μικρή Πατρί­δα» (ένα τρα­γού­δι που έγρα­ψε τα λόγια κι εγώ τη μουσική):

«Δεν έκα­να ταξί­δια μακρινά.

Οι άνθρω­ποι που αγά­πη­σα ήταν

δάση.

Οι φίλοι μου φεγ­γά­ρια ήταν,

 νησιά.

Που δίψα­σε η καρ­διά μου να τα

ψάξει.

Δεν έκα­να ταξί­δια μακρινά.

Ταξί­δε­ψε η καρ­διά κι αυτό μου

φτά­νει

Σε όνει­ρα, σε αισθή­μα­τα υγρά

Τον μυστι­κό τον κόσμο ν’ ανασάνει…»

 

Στους παλιούς μου συμ­φοι­τη­τές αλλά και στους σημε­ρι­νούς νεώ­τε­ρους αφιε­ρω­μέ­νο εξαιρετικά.

 

από το αρχείο μας

ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1998

ΤΕΥΧΟΣ 36

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: φοι­τη­τι­κή ΕΠΙκοινωνία

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like

Comments are closed.