- Διαφήμιση -

Το φως της πέτρας. ΜΕΡΟΣ Ε

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΟΙΞΗ

Μπά­μπης Στέρτσος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΝΑΤΟ

Η Ανα­γέν­νη­ση

“Μερι­κές φορές η ιστο­ρία δεν ξαναρ­χί­ζει με θόρυ­βο. Ξαναρ­χί­ζει με το άνοιγ­μα μιας πόρτας.”

Ο πόλε­μος είχε τελειώ­σει. Ο εμφύ­λιος είχε αφή­σει πίσω του βαθιές πλη­γές. Η Ήπει­ρος προ­σπα­θού­σε να στα­θεί ξανά στα πόδια της. Τα χωριά μετρού­σαν τις απώ­λειές τους. Τα χωρά­φια είχαν μεί­νει για χρό­νια ακαλ­λιέρ­γη­τα. Πολ­λοί νέοι είχαν φύγει. Άλλοι δεν θα επέ­στρε­φαν ποτέ. Η χώρα είχε ανά­γκη όχι μόνο από ανοι­κο­δό­μη­ση, αλλά και από ανθρώ­πους που θα μπο­ρού­σαν να ξανα­δώ­σουν ζωή στην ελλη­νι­κή ύπαιθρο.

Μέσα σε αυτή τη δύσκο­λη συγκυ­ρία, κάποιοι πίστε­ψαν ότι η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν είχε ολο­κλη­ρώ­σει την απο­στο­λή της. Το πέτρι­νο συγκρό­τη­μα είχε υπο­στεί τις συνέ­πειες των πολε­μι­κών χρό­νων. Η πολύ­χρο­νη εγκα­τά­λει­ψη είχε αφή­σει τα σημά­δια της. Οι αίθου­σες χρειά­ζο­νταν επι­σκευ­ές. Τα εργα­στή­ρια έπρε­πε να εξο­πλι­στούν ξανά. Τα χωρά­φια να καθα­ρι­στούν. Οι στά­βλοι να οργα­νω­θούν από την αρχή. Δεν υπήρ­χαν μεγά­λες οικο­νο­μι­κές δυνα­τό­τη­τες. Υπήρ­χε όμως κάτι που απο­δεί­χθη­κε ισχυρότερο.

Το 1954 η σχο­λή άνοι­ξε ξανά τις πύλες της. Δεν ήταν απλώς η επα­να­λει­τουρ­γία ενός εκπαι­δευ­τι­κού ιδρύ­μα­τος. Ήταν ένα μήνυ­μα αισιο­δο­ξί­ας για ολό­κλη­ρη την περιο­χή. Η Κόνι­τσα έβλε­πε ξανά τους πρώ­τους μαθη­τές να ανε­βαί­νουν τον δρό­μο προς τη μεγά­λη πέτρι­νη οικο­δο­μή. Οι αυλές άρχι­σαν πάλι να γεμί­ζουν φωνές. Οι καλ­λιέρ­γειες ξανα­ζω­ντά­νε­ψαν. Τα εργα­στή­ρια απέ­κτη­σαν ξανά ζωή. Ήταν μια δεύ­τε­ρη αρχή.

Η μετα­πο­λε­μι­κή Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν προ­σπά­θη­σε να αντι­γρά­ψει το παρελ­θόν. Ο κόσμος είχε αλλά­ξει. Η γεωρ­γία εξε­λισ­σό­ταν. Η ανά­γκη για καλύ­τε­ρα εκπαι­δευ­μέ­νους αγρό­τες και κτη­νο­τρό­φους ήταν μεγα­λύ­τε­ρη από ποτέ. Η σχο­λή προ­σαρ­μό­στη­κε στις νέες απαι­τή­σεις, χωρίς όμως να εγκα­τα­λεί­ψει τη φιλο­σο­φία με την οποία είχε ιδρυ­θεί. Η γνώ­ση έπρε­πε να συν­δέ­ε­ται με την πρά­ξη. Ο μαθη­τής δεν έπρε­πε μόνο να γνω­ρί­ζει. Έπρε­πε να μπο­ρεί και να εφαρ­μό­ζει. Αυτή ήταν η μεγά­λη παρα­κα­τα­θή­κη του Αναγνωστόπουλου.

Η επα­να­λει­τουρ­γία της σχο­λής δεν έγι­νε από μόνη της. Πίσω από αυτήν υπήρ­ξαν άνθρω­ποι που εργά­στη­καν με επι­μο­νή και αίσθη­μα ευθύ­νης. Γεω­πό­νοι, εκπαι­δευ­τι­κοί, διοι­κη­τι­κοί υπάλ­λη­λοι και εργα­ζό­με­νοι αφιέ­ρω­σαν χρό­νο και κόπο για να οργα­νω­θεί ξανά το εκπαι­δευ­τι­κό έργο. Οι προ­φο­ρι­κές μαρ­τυ­ρί­ες παλαιών απο­φοί­των δια­σώ­ζουν με σεβα­σμό τα ονό­μα­τα εκεί­νων που κρά­τη­σαν τη σχο­λή ζωντα­νή στις πρώ­τες δύσκο­λες μετα­πο­λε­μι­κές δεκα­ε­τί­ες. Οι ίδιοι οι από­φοι­τοι θυμού­νται ιδιαί­τε­ρα τους διευ­θυ­ντές και τους εκπαι­δευ­τι­κούς που δεν περιο­ρί­ζο­νταν στη διδα­σκα­λία, αλλά συμ­με­τεί­χαν καθη­με­ρι­νά στη ζωή της σχο­λής, στα χωρά­φια, στα εργα­στή­ρια και στο οικο­τρο­φείο. Αυτές οι μαρ­τυ­ρί­ες απο­τε­λούν σήμε­ρα πολύ­τι­μο κομ­μά­τι της συλ­λο­γι­κής μνή­μης της Κόνιτσας.

Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν ήταν ποτέ ένα απο­μο­νω­μέ­νο σχο­λείο. Ήταν ένα μικρό εργα­στή­ριο ανα­συ­γκρό­τη­σης της υπαί­θρου. Οι νέοι που φοι­τού­σαν εκεί προ­έρ­χο­νταν κυρί­ως από αγρο­τι­κές και κτη­νο­τρο­φι­κές οικο­γέ­νειες. Πολ­λοί ήταν τα πρώ­τα μέλη της οικο­γέ­νειάς τους που απο­κτού­σαν οργα­νω­μέ­νη επαγ­γελ­μα­τι­κή εκπαί­δευ­ση. Δεν μάθαι­ναν μόνο να καλ­λιερ­γούν καλύ­τε­ρα τη γη. Μάθαι­ναν να παρα­τη­ρούν, να πει­ρα­μα­τί­ζο­νται, να οργα­νώ­νουν την παρα­γω­γή τους , να αντι­με­τω­πί­ζουν τη γεωρ­γία ως γνώ­ση και όχι μόνο ως παράδοση.

Εκεί­να τα πρώ­τα μετα­πο­λε­μι­κά χρό­νια κανείς δεν μπο­ρού­σε να γνω­ρί­ζει πόσο θα διαρ­κού­σε αυτή η νέα περί­ο­δος. Οι δυσκο­λί­ες ήταν πολ­λές, οι οικο­νο­μι­κοί πόροι περιο­ρι­σμέ­νοι, οι ανά­γκες μεγά­λες. Κι όμως, η σχο­λή απέ­δει­ξε για μία ακό­μη φορά ότι η δύνα­μή της δεν βρι­σκό­ταν μόνο στις εγκα­τα­στά­σεις της. Βρι­σκό­ταν στους ανθρώ­πους που πίστευαν ότι άξι­ζε να συνε­χί­σει να υπάρ­χει. Και όσο υπήρ­χαν τέτοιοι άνθρω­ποι, το όρα­μα του Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λου παρέ­με­νε ζωντανό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ

Ένα σχο­λείο που δού­λευε με τα χέρια

“Η γνώ­ση δεν έμε­νε στον πίνα­κα. Έβγαι­νε κάθε πρωί στα χωράφια.”

Ο Β΄ Παγκό­σμιος Πόλε­μος και τα δρα­μα­τι­κά χρό­νια του Εμφυ­λί­ου άφη­σαν βαθιές πλη­γές στην Ήπει­ρο. Η Κόνι­τσα βρέ­θη­κε πολ­λές φορές στο επί­κε­ντρο των συγκρού­σε­ων και η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν θα μπο­ρού­σε να μεί­νει ανεπηρέαστη.

Από τις αρχές της δεκα­ε­τί­ας του 1940 έως το 1949, η σχο­λή και το εκτε­τα­μέ­νο αγρό­κτη­μά της υπέ­στη­σαν σχε­δόν ολο­κλη­ρω­τι­κή υλι­κή κατα­στρο­φή. Κτί­ρια λεη­λα­τή­θη­καν, εξο­πλι­σμός χάθη­κε, καλ­λιέρ­γειες εγκα­τα­λεί­φθη­καν και οι εγκα­τα­στά­σεις έπα­ψαν να εξυ­πη­ρε­τούν τον εκπαι­δευ­τι­κό τους σκο­πό. Σε ορι­σμέ­νες περιό­δους του πολέ­μου, το κεντρι­κό κτί­ριο χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε ακό­μη και ως νοσο­κο­μείο, υπη­ρε­τώ­ντας τις ανά­γκες ενός τόπου που δοκι­μα­ζό­ταν καθημερινά.

Η σχο­λή που πριν από τον πόλε­μο απο­τε­λού­σε πρό­τυ­πο γεωρ­γι­κής εκπαί­δευ­σης είχε σιγή­σει. Χρειά­στη­καν αρκε­τά χρό­νια, επί­μο­νες προ­σπά­θειες και σημα­ντι­κές εργα­σί­ες απο­κα­τά­στα­σης για να ξανα­στα­θεί στα πόδια της. Μετά τον θάνα­το του Ιωάν­νη Παρ­με­νί­δη, το 1936, τη δια­χεί­ρι­ση των υπο­θέ­σε­ων του ιδρύ­μα­τος στην Ελλά­δα είχαν ανα­λά­βει ως πλη­ρε­ξού­σιοι ο διπλω­μά­της Αλέ­ξαν­δρος Α. Πάλ­λης και ο πολι­τι­κός Φίλιπ­πος Δρα­γού­μης, αδελ­φός του Ίωνα Δρα­γού­μη. Η συμ­βο­λή τους υπήρ­ξε καθο­ρι­στι­κή στη δια­τή­ρη­ση της συνέ­χειας του κλη­ρο­δο­τή­μα­τος κατά τις δύσκο­λες εκεί­νες δεκαετίες.

Το 1954 η Ανα­γνω­στο­πού­λειος άνοι­ξε ξανά τις πύλες της. Η επα­να­λει­τουρ­γία της δεν σήμαι­νε απλώς την επι­στρο­φή στην κανο­νι­κό­τη­τα. Ήταν μια νέα αρχή. Την ανα­συ­γκρό­τη­ση ανέ­λα­βαν δύο δια­κε­κρι­μέ­νοι γεω­πό­νοι, ο Δημή­τριος Παπα­δό­που­λος και ο Νικό­λα­ος Τζιώ­ρας, οι οποί­οι εργά­στη­καν συστη­μα­τι­κά ώστε η σχο­λή να απο­κτή­σει και πάλι το κύρος που είχε πριν από τον πόλε­μο. Το 1965 τη διεύ­θυν­ση ανέ­λα­βε ο Αντώ­νιος Μάν­τζιος, ενώ ο Νικό­λα­ος Τζιώ­ρας μετα­κι­νή­θη­κε στη Διεύ­θυν­ση Γεωρ­γί­ας Ιωαν­νί­νων, αφή­νο­ντας πίσω του ένα σημα­ντι­κό έργο.

Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν έμοια­ζε με τα περισ­σό­τε­ρα σχο­λεία της επο­χής. Δεν αρκού­σε να απο­στη­θί­σει κανείς ένα βιβλίο ούτε να περά­σει μια εξέ­τα­ση. Η γνώ­ση απο­κτού­σε αξία μόνο όταν δοκι­μα­ζό­ταν στην πρά­ξη. Αυτή ήταν η εκπαι­δευ­τι­κή φιλο­σο­φία που ενέ­πνεε το ίδρυ­μα από την ίδρυ­σή του και συνέ­χι­σε να καθο­δη­γεί τη λει­τουρ­γία του και στη μετα­πο­λε­μι­κή περίοδο.

Οι μαθη­τές διδά­σκο­νταν φυτο­τε­χνία, αμπε­λουρ­γία, δεν­δρο­κο­μία, κτη­νο­τρο­φία και βασι­κές αρχές γεω­πο­νί­ας. Όμως το μάθη­μα δεν τελεί­ω­νε ποτέ με το χτύ­πη­μα του κου­δου­νιού. Συνε­χι­ζό­ταν στους αμπε­λώ­νες, στους οπω­ρώ­νες, στους στά­βλους, στο τυρο­κο­μείο, στο πτη­νο­τρο­φείο και στα χωρά­φια του ιδρύ­μα­τος. Εκεί η θεω­ρία γινό­ταν πρά­ξη. Το αγρό­κτη­μα δεν απο­τε­λού­σε απλώς μέρος των εγκα­τα­στά­σε­ων. Ήταν η μεγα­λύ­τε­ρη αίθου­σα διδα­σκα­λί­ας της σχολής.

Οι μαθη­τές παρα­κο­λου­θού­σαν ολό­κλη­ρο τον κύκλο της παρα­γω­γής, από την προ­ε­τοι­μα­σία του εδά­φους και τη σπο­ρά έως τη συγκο­μι­δή, την επε­ξερ­γα­σία και τη διά­θε­ση των προ­ϊ­ό­ντων. Έτσι αντι­λαμ­βά­νο­νταν ότι η γεωρ­γία δεν ήταν μόνο σωμα­τι­κή εργα­σία, αλλά επι­στή­μη, σχε­δια­σμός και υπευθυνότητα.

Εξί­σου σημα­ντι­κό ρόλο δια­δρα­μά­τι­ζε το οικο­τρο­φείο. Παι­διά από τα πιο απο­μα­κρυ­σμέ­να χωριά της Ηπεί­ρου ζού­σαν μαζί επί μήνες. Η κοι­νή καθη­με­ρι­νό­τη­τα καλ­λιερ­γού­σε σχέ­σεις εμπι­στο­σύ­νης, συνερ­γα­σί­ας και αλλη­λεγ­γύ­ης. Η σχο­λή δεν δια­μόρ­φω­νε μόνο επαγ­γελ­μα­τί­ες. Δια­μόρ­φω­νε χαρακτήρες.

Οι μαρ­τυ­ρί­ες των απο­φοί­των φωτί­ζουν καλύ­τε­ρα από κάθε επί­ση­μο έγγρα­φο την αξία της εκπαί­δευ­σης που προ­σφε­ρό­ταν. Δεν επρό­κει­το για τον επί­ση­μο τίτλο της σχο­λής, αλλά για έναν χαρα­κτη­ρι­σμό που απο­τύ­πω­νε το κύρος που είχε απο­κτή­σει. Όποιος επέ­στρε­φε στο χωριό του μετά την απο­φοί­τη­σή του αντι­με­τω­πι­ζό­ταν συχνά ως ο άνθρω­πος που μπο­ρού­σε να δώσει λύσεις σε ζητή­μα­τα καλ­λιερ­γειών, κτη­νο­τρο­φί­ας και αγρο­τι­κής παραγωγής.

Πολ­λοί από­φοι­τοι συνέ­χι­σαν την πορεία τους στη γεωρ­γία. Άλλοι εργά­στη­καν στον δημό­σιο τομέα ή ακο­λού­θη­σαν δια­φο­ρε­τι­κά επαγ­γέλ­μα­τα. Όλοι όμως κου­βα­λού­σαν μαζί τους μια εμπει­ρία που ξεπερ­νού­σε τις τεχνι­κές γνώσεις.

Η μεγα­λύ­τε­ρη επι­τυ­χία της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου δεν ήταν ο αριθ­μός των πτυ­χιού­χων της. Ήταν ότι κάθε νέος που έφευ­γε από τις αίθου­σές της μετέ­φε­ρε ένα μέρος αυτής της γνώ­σης στον τόπο του, στην οικο­γέ­νειά του και στην κοι­νό­τη­τά του. Έτσι η σχο­λή  εκπαί­δευε, έμμε­σα, ολό­κλη­ρη την ύπαι­θρο της Ηπείρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ

Περισ­σό­τε­ρο από ένα σχολείο

“Οι περισ­σό­τε­ροι έρχο­νταν για να μάθουν μια τέχνη. Έφευ­γαν έχο­ντας απο­κτή­σει έναν τρό­πο να σκέφτονται.”

 Όσο περ­νού­σαν τα χρό­νια, η φήμη της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου ξεπερ­νού­σε τα όρια της Κόνι­τσας. Νέοι από χωριά της Ηπεί­ρου, αλλά και από γει­το­νι­κούς νομούς, έφθα­ναν για να φοι­τή­σουν σε μια σχο­λή που είχε απο­κτή­σει τη φήμη ότι συν­δύ­α­ζε τη θεω­ρη­τι­κή γνώ­ση με την καθη­με­ρι­νή πράξη.

Για τις περισ­σό­τε­ρες οικο­γέ­νειες της επο­χής, η φοί­τη­ση εκεί απο­τε­λού­σε μια σημα­ντι­κή ευκαι­ρία. Τα παι­διά τους δεν θα μάθαι­ναν μόνο να καλ­λιερ­γούν καλύ­τε­ρα τη γη ή να φρο­ντί­ζουν τα ζώα. Θα απο­κτού­σαν γνώ­σεις που θα μπο­ρού­σαν να αλλά­ξουν τον τρό­πο με τον οποίο λει­τουρ­γού­σε ολό­κλη­ρη η οικο­γε­νεια­κή εκμετάλλευση.

Η αξία της σχο­λής απο­τυ­πώ­νε­ται ακό­μη και σήμε­ρα στις προ­φο­ρι­κές μαρ­τυ­ρί­ες των απο­φοί­των και των οικο­γε­νειών τους. Πολ­λοί εξα­κο­λου­θούν να ανα­φέ­ρο­νται σε αυτήν ως «Κατω­τέ­ρα Γεω­πο­νι­κή». Δεν επρό­κει­το για την επί­ση­μη ονο­μα­σία της, αλλά για έναν χαρα­κτη­ρι­σμό που χρη­σι­μο­ποιού­σαν οι ίδιοι οι άνθρω­ποι της υπαί­θρου για να εκφρά­σουν τον σεβα­σμό τους προς το επί­πε­δο των σπου­δών που παρείχε.

Ένας από τους ανθρώ­πους που δια­τή­ρη­σαν αυτή τη μνή­μη είναι ο Γιώρ­γος Αυλω­νί­της. Θυμά­ται ότι ο θεί­ος του, από­φοι­τος της σχο­λής, μιλού­σε πάντο­τε με περη­φά­νια για τα χρό­νια των σπου­δών του και χαρα­κτή­ρι­ζε την Ανα­γνω­στο­πού­λειο «Κατω­τέ­ρα Γεω­πο­νι­κή». Δεν ήταν ένας τυπι­κός τίτλος· ήταν ο τρό­πος με τον οποίο οι ίδιοι οι από­φοι­τοι απο­τύ­πω­ναν την αξία που είχε για αυτούς η εκπαί­δευ­ση που έλαβαν.

Οι από­φοι­τοι επέ­στρε­φαν στα χωριά τους κου­βα­λώ­ντας κάτι περισ­σό­τε­ρο από ένα απο­λυ­τή­ριο. Έφερ­ναν νέες τεχνι­κές καλ­λιέρ­γειας, δια­φο­ρε­τι­κές αντι­λή­ψεις για την οργά­νω­ση της παρα­γω­γής και μεγα­λύ­τε­ρη αυτο­πε­ποί­θη­ση απέ­να­ντι στις δυσκο­λί­ες της αγρο­τι­κής ζωής. Σε πολ­λές κοι­νό­τη­τες έγι­ναν οι άνθρω­ποι στους οποί­ους απευ­θύ­νο­νταν οι συγ­χω­ρια­νοί τους όταν ήθε­λαν μια συμ­βου­λή για το αμπέ­λι, το χωρά­φι ή το κοπάδι.

Έτσι, η επιρ­ροή της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου δεν περιο­ρι­ζό­ταν στα όρια του μεγά­λου πέτρι­νου συγκρο­τή­μα­τος. Απλω­νό­ταν σε ολό­κλη­ρη την Ήπει­ρο, μέσα από τους ανθρώ­πους που είχαν περά­σει από τις αίθου­σες και τα εργα­στή­ριά της.

Κάθε από­φοι­τος ήταν ένας ζωντα­νός κρί­κος ανά­με­σα στη σχο­λή και στον τόπο του. Και όσο αυτοί οι άνθρω­ποι δημιουρ­γού­σαν, καλ­λιερ­γού­σαν και δίδα­σκαν όσα είχαν μάθει, το έργο του Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λου συνέ­χι­ζε να απο­δί­δει καρ­πούς, δεκα­ε­τί­ες μετά τον θάνα­τό του.

Η μεγα­λύ­τε­ρη επι­τυ­χία της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου δεν ήταν ότι λει­τούρ­γη­σε για πολ­λά χρό­νια. Ήταν ότι δημιούρ­γη­σε μια γενιά ανθρώ­πων που πίστε­ψαν πως η γνώ­ση μπο­ρεί να γίνει εργα­λείο προ­ό­δου για ολό­κλη­ρη την κοινωνία.

Με το πέρα­σμα του χρό­νου, η σχο­λή δεν απο­τέ­λε­σε μόνο έναν χώρο εκπαί­δευ­σης, αλλά και έναν πυρή­να κοι­νω­νι­κής συνο­χής. Οι μαθη­τές που συνα­ντή­θη­καν εκεί δημιούρ­γη­σαν δεσμούς που δια­τη­ρή­θη­καν για μια ζωή, ανταλ­λάσ­σο­ντας εμπει­ρί­ες και στη­ρί­ζο­ντας ο ένας τον άλλον στις δυσκο­λί­ες της καθημερινότητας.

Ακό­μη και όταν οι συν­θή­κες άλλα­ξαν και η λει­τουρ­γία της σχο­λής επη­ρε­ά­στη­κε από τις εξε­λί­ξεις της επο­χής, το απο­τύ­πω­μά της παρέ­μει­νε ζωντα­νό. Στις αφη­γή­σεις των παλαιό­τε­ρων, στα χωρά­φια που καλ­λιερ­γή­θη­καν με νέες μεθό­δους, στις οικο­γέ­νειες που βελ­τί­ω­σαν το βιο­τι­κό τους επί­πε­δο, η Ανα­γνω­στο­πού­λειος συνέ­χι­σε να υπάρ­χει ως σημείο αναφοράς.

Ίσως τελι­κά αυτό να ήταν και το βαθύ­τε­ρο νόη­μα της δημιουρ­γί­ας της: όχι απλώς να μετα­δώ­σει γνώ­σεις, αλλά να καλ­λιερ­γή­σει ανθρώ­πους ικα­νούς να μετα­μορ­φώ­νουν τον τόπο τους. Και σε αυτό, η Ανα­γνω­στο­πού­λειος πέτυ­χε πέρα από κάθε προσδοκία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Οι άνθρω­ποι που κρα­τού­σαν τη Σχο­λή ζωντανή

“Ένα μεγά­λο ίδρυ­μα δεν στη­ρί­ζε­ται μόνο στους τοί­χους του. Στη­ρί­ζε­ται στους ανθρώ­πους που το υπη­ρε­τούν καθημερινά.”

Η μετα­πο­λε­μι­κή πορεία της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου δεν ήταν απο­τέ­λε­σμα της προ­σπά­θειας ενός μόνο ανθρώ­που. Ήταν το έργο μιας ολό­κλη­ρης ομά­δας εκπαι­δευ­τι­κών, εργα­ζο­μέ­νων και συνερ­γα­τών που πίστε­ψαν ότι η σχο­λή εξα­κο­λου­θού­σε να έχει αποστολή.

Στις δεκα­ε­τί­ες του 1950 και του 1960, η σχο­λή γνώ­ρι­σε μία από τις πιο δημιουρ­γι­κές περιό­δους της. Οι μαρ­τυ­ρί­ες όσων έζη­σαν εκεί­να τα χρό­νια μιλούν για ένα ίδρυ­μα γεμά­το δρα­στη­ριό­τη­τα, με γεμά­τες αίθου­σες, καλ­λιερ­γη­μέ­να χωρά­φια και εργα­στή­ρια που λει­τουρ­γού­σαν καθημερινά.

Ο Θωμάς Νού­σιας, που έζη­σε από κοντά εκεί­νη την επο­χή, θυμά­ται ότι η Ανα­γνω­στο­πού­λειος «λει­τουρ­γού­σε με έναν ρυθ­μό που δύσκο­λα συνα­ντού­σε κανείς στην επαρ­χία εκεί­νης της επο­χής». Στις ανα­μνή­σεις του ξεχω­ρί­ζουν οι άνθρω­ποι που είχαν ανα­λά­βει την ευθύ­νη της λει­τουρ­γί­ας της και αφιέ­ρω­σαν τις δυνά­μεις τους στην ανά­πτυ­ξή της.

Μετα­ξύ αυτών ανα­φέ­ρει τους γεω­πό­νους που διε­τέ­λε­σαν διευ­θυ­ντές της σχο­λής σε δια­φο­ρε­τι­κές περιό­δους, καθώς και τον οικο­νο­μι­κό δια­χει­ρι­στή Ιωάν­νη Γου­σγού­νη, ο οποί­ος φρό­ντι­ζε για την εύρυθ­μη λει­τουρ­γία του ιδρύ­μα­τος. Οι μαρ­τυ­ρί­ες αυτές απο­τε­λούν πολύ­τι­μο συμπλή­ρω­μα των επί­ση­μων αρχεί­ων, για­τί απο­τυ­πώ­νουν όχι μόνο τα ονό­μα­τα, αλλά και την εικό­να που άφη­σαν οι άνθρω­ποι αυτοί στη συλ­λο­γι­κή μνή­μη της Κόνιτσας.

Οι διευ­θυ­ντές δεν περιο­ρί­ζο­νταν στον διοι­κη­τι­κό τους ρόλο. Ζού­σαν καθη­με­ρι­νά τη σχο­λή. Είχαν άμε­ση εικό­να της λει­τουρ­γί­ας των καλ­λιερ­γειών, των εργα­στη­ρί­ων, του οικο­τρο­φεί­ου και των ανα­γκών των μαθη­τών. Η παρου­σία τους ήταν διαρ­κής και η σχέ­ση τους με την τοπι­κή κοι­νω­νία στενή.

Χαρα­κτη­ρι­στι­κό είναι ότι ο εκά­στο­τε διευ­θυ­ντής κατοι­κού­σε στο πέτρι­νο σπί­τι που βρί­σκε­ται πάνω από τη σχο­λή. Το σπί­τι αυτό δεν ήταν απλώς μια υπη­ρε­σια­κή κατοι­κία. Ήταν μέρος της ζωής του ιδρύ­μα­τος και σημείο ανα­φο­ράς για όσους εργά­ζο­νταν ή φοι­τού­σαν εκεί.

Οι προ­σω­πι­κές ανα­μνή­σεις δια­σώ­ζουν και μικρές ανθρώ­πι­νες ιστο­ρί­ες. Ο ίδιος ο Θωμάς Νού­σιας θυμά­ται ότι φιλο­ξε­νή­θη­κε πολ­λές φορές στο σπί­τι του διευ­θυ­ντή Νίκου Τζιώ­ρα, καθώς υπήρ­χε συγ­γε­νι­κός δεσμός ανά­με­σα στις οικο­γέ­νειές τους. Παράλ­λη­λα ανα­φέ­ρει ότι αρκε­τά χρό­νια νωρί­τε­ρα, στο ίδιο σπί­τι περ­νού­σε τα καλο­καί­ρια του ο νεα­ρός Κων­στα­ντί­νος Μητσο­τά­κης, όταν διευ­θυ­ντής της σχο­λής ήταν ο θεί­ος του, ο γεω­πό­νος Γεωρ­γιά­δης. Πρό­κει­ται για μια μικρή ψηφί­δα που δεί­χνει πώς η ιστο­ρία της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου δια­σταυ­ρώ­θη­κε, συχνά απρό­σμε­να, με πρό­σω­πα που αργό­τε­ρα δια­δρα­μά­τι­σαν σημα­ντι­κό ρόλο στη δημό­σια ζωή της χώρας.

Οι ανα­μνή­σεις αυτές δεν απο­τε­λούν απλώς προ­σω­πι­κές ιστο­ρί­ες. Απο­κα­λύ­πτουν ότι η Ανα­γνω­στο­πού­λειος ήταν ένας ζωντα­νός οργα­νι­σμός, όπου οι ανθρώ­πι­νες σχέ­σεις ανα­πτύσ­σο­νταν παράλ­λη­λα με την εκπαι­δευ­τι­κή διαδικασία.

Ίσως γι’ αυτό όσοι πέρα­σαν από τη σχο­λή δεν θυμού­νται μόνο τα μαθή­μα­τα. Θυμού­νται κυρί­ως τους ανθρώπους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΤΡΙΤΟ

Η πολι­τεία μιας μικρής κοινωνίας

“Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν ήταν μόνο σχο­λείο. Ήταν ένας μικρός κόσμος που ξυπνού­σε κάθε αυγή και κοι­μό­ταν τελευταίος.”

Πριν ακό­μη χαρά­ξει, η ζωή είχε ήδη αρχίσει.

Το πρώ­το φως έπε­φτε πάνω στον κάμπο της Κόνι­τσας και οι σκιές του μεγά­λου πέτρι­νου κτι­ρί­ου απλώ­νο­νταν αργά προς τα χωρά­φια. Από το οικο­τρο­φείο ακού­γο­νταν οι πρώ­τες κινή­σεις των μαθη­τών. Κάποιοι ετοι­μά­ζο­νταν για το πρω­ι­νό μάθη­μα· άλλοι είχαν ήδη ανα­λά­βει υπη­ρε­σία στους στά­βλους ή στις καλ­λιέρ­γειες. Στην Ανα­γνω­στο­πού­λειο η ημέ­ρα δεν χωρι­ζό­ταν αυστη­ρά σε ώρες διδα­σκα­λί­ας και ελεύ­θε­ρο χρό­νο. Η μάθη­ση ήταν μέρος της καθη­με­ρι­νής ζωής.

Το ίδρυ­μα λει­τουρ­γού­σε σαν μια μικρή οργα­νω­μέ­νη πολιτεία.

Το οικο­τρο­φείο φιλο­ξε­νού­σε μαθη­τές από απο­μα­κρυ­σμέ­να χωριά της Ηπεί­ρου. Οι αίθου­σες διδα­σκα­λί­ας συν­δέ­ο­νταν άμε­σα με τα εργα­στή­ρια. Το αγρό­κτη­μα, οι αμπε­λώ­νες, το τυρο­κο­μείο, το πτη­νο­τρο­φείο και οι υπό­λοι­πες εγκα­τα­στά­σεις απο­τε­λού­σαν ζωντα­νές προ­ε­κτά­σεις της εκπαι­δευ­τι­κής δια­δι­κα­σί­ας. Ό,τι διδα­σκό­ταν το πρωί δοκι­μα­ζό­ταν λίγες ώρες αργό­τε­ρα στην πράξη.

Για να λει­τουρ­γή­σει όμως αυτός ο μικρός κόσμος, χρεια­ζό­ταν πολύ περισ­σό­τε­ρα από καθη­γη­τές και μαθη­τές. Χρεια­ζό­ταν ανθρώ­πους που συνή­θως δεν εμφα­νί­ζο­νταν στις επί­ση­μες εκθέ­σεις και στα πρα­κτι­κά των διοι­κη­τι­κών συμβουλίων.

Χρό­νια αργό­τε­ρα, όταν άρχι­σαν να συγκε­ντρώ­νο­νται οι προ­φο­ρι­κές μαρ­τυ­ρί­ες, ένας από τους ανθρώ­πους που έζη­σαν τη σχο­λή θυμή­θη­κε κάτι που οι περισ­σό­τε­ροι είχαν παρα­λεί­ψει. «Γρά­φε­τε για τους διευ­θυ­ντές», είπε. «Γράψ­τε όμως και για εκεί­νους που κρα­τού­σαν τη σχο­λή όρθια κάθε μέρα.» Η παρα­τή­ρη­ση αυτή άξι­ζε όσο ολό­κλη­ρο κεφά­λαιο ιστο­ρί­ας. Πίσω από κάθε μάθη­μα υπήρ­χαν οι άνθρω­ποι του μόχθου. Εκεί­νοι που συντη­ρού­σαν το ηλε­κτρο­πα­ρα­γω­γό ζεύ­γος, ώστε να έχει ρεύ­μα το συγκρότημα.

Εκεί­νοι που επι­σκεύ­α­ζαν τις σωλη­νώ­σεις και τα μηχα­νή­μα­τα όταν παρου­σί­α­ζαν βλά­βες. Εκεί­νοι που φρό­ντι­ζαν τα ζώα πριν ακό­μη ξυπνή­σουν οι μαθη­τές. Εκεί­νοι που οδη­γού­σαν το τζιπ της σχο­λής στους δύσκο­λους δρό­μους της περιο­χής, μετα­φέ­ρο­ντας εφό­δια, ζωο­τρο­φές ή ανθρώ­πους όπου υπήρ­χε ανάγκη.

Στη συλ­λο­γι­κή μνή­μη της Κόνι­τσας σώζο­νται ακό­μη ονό­μα­τα που δεν συνα­ντά κανείς εύκο­λα στα επί­ση­μα αρχεία. Ο Κων­στα­ντί­νος Μπο­γκο­σιάν θυμά­ται τη Φρό­σω Πρίν­τζου, την Αλέξ Μπι­ζα­κί­δου, τον Παύ­λο Ζαμε­νό­που­λο, τον οδη­γό με το τζι­πά­κι που, όπως αφη­γεί­ται, ξεκι­νού­σε από την αγο­ρά και ανη­φό­ρι­ζε καθη­με­ρι­νά προς τη σχο­λή. Ανα­κα­λεί ακό­μη την Ευαγ­γε­λία, που συν­δέ­θη­κε με την οικο­γέ­νειά του μέσα από δεσμούς πνευ­μα­τι­κής συγ­γέ­νειας. Αυτές οι ανα­φο­ρές δεν απο­τε­λούν απλώς προ­σω­πι­κές ανα­μνή­σεις· φωτί­ζουν έναν ολό­κλη­ρο κόσμο ανθρώ­πων που εργά­στη­καν αθό­ρυ­βα και στή­ρι­ξαν την καθη­με­ρι­νή λει­τουρ­γία του ιδρύ­μα­τος. Έτσι λει­τουρ­γού­σε η Ανα­γνω­στο­πού­λειος. Όλοι είχαν δια­φο­ρε­τι­κούς ρόλους, αλλά κοι­νή απο­στο­λή. Ο γεω­πό­νος που παρέ­δι­δε μάθη­μα, ο τεχνί­της που επι­σκεύ­α­ζε μια μηχα­νή, ο εργά­της που φρό­ντι­ζε το κοπά­δι, ο οδη­γός που έφερ­νε τις προ­μή­θειες και η γυναί­κα που ετοί­μα­ζε το φαγη­τό υπη­ρε­τού­σαν, ο καθέ­νας με τον τρό­πο του, τον ίδιο σκο­πό. Να μορ­φω­θούν τα παι­διά. Ίσως γι’ αυτό, τόσες δεκα­ε­τί­ες αργό­τε­ρα, οι περισ­σό­τε­ροι δεν θυμού­νται μόνο τα μαθή­μα­τα. Θυμού­νται ανθρώ­πους. Ένα χαμό­γε­λο στην αυλή.  Μια συμ­βου­λή που δόθη­κε χωρίς να γρα­φτεί ποτέ σε βιβλίο.

Αυτές οι μικρές πρά­ξεις δεν κατα­γρά­φο­νται εύκο­λα στην επί­ση­μη ιστο­ρία. Είναι όμως εκεί­νες που επι­τρέ­πουν σε ένα ίδρυ­μα να ριζώ­σει στη μνή­μη ενός τόπου. Και ίσως αυτό να ήταν το μεγα­λύ­τε­ρο επί­τευγ­μα της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου: δεν εκπαί­δευ­σε μόνο γεωρ­γούς ή κτη­νο­τρό­φους. Δημιούρ­γη­σε μια κοι­νό­τη­τα ανθρώ­πων που αισθά­νο­νταν ότι ανή­καν σε κάτι μεγα­λύ­τε­ρο από τους ίδιους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Το σπί­τι του Διευθυντή

“Υπάρ­χουν σπί­τια που δεν κατοι­κού­νται μόνο από ανθρώ­πους. Κατοι­κού­νται και από τις ιστο­ρί­ες τους.”

Αν η Ανα­γνω­στο­πού­λειος ήταν μια μικρή πολι­τεία, τότε το πέτρι­νο σπί­τι που δέσπο­ζε λίγο ψηλό­τε­ρα από το κεντρι­κό κτί­ριο ήταν η σιω­πη­λή της καρ­διά. Εκεί κατοι­κού­σε κάθε φορά ο διευ­θυ­ντής της σχο­λής. Δεν ήταν μια τυπι­κή υπη­ρε­σια­κή κατοι­κία. Ήταν μέρος της καθη­με­ρι­νής ζωής του ιδρύ­μα­τος. Από τα παρά­θυ­ρά του μπο­ρού­σε κανείς να αγνα­ντέ­ψει τον κάμπο, τα χωρά­φια, τους αμπε­λώ­νες και τις αυλές όπου κινού­νταν αδιά­κο­πα μαθη­τές, εργα­ζό­με­νοι και καθηγητές.

Οι παλαιό­τε­ροι Κονι­τσιώ­τες το θυμού­νται ακόμη.

Ο Θωμάς Νού­σιας, που έζη­σε από κοντά τη σχο­λή στις δεκα­ε­τί­ες του 1950 και του 1960, περι­γρά­φει μια Ανα­γνω­στο­πού­λειο γεμά­τη ζωή. Οι μαθη­τές ήταν πολ­λοί, τα κτή­μα­τα απέ­δι­δαν πλού­σια παρα­γω­γή και το ίδρυ­μα λει­τουρ­γού­σε με ρυθ­μούς που δύσκο­λα μπο­ρεί να φαντα­στεί κανείς σήμερα.

Στη μνή­μη του έχουν μεί­νει και οι άνθρω­ποι που το καθο­δή­γη­σαν εκεί­να τα χρό­νια. Ανα­φέ­ρει δια­δο­χι­κά τους γεω­πό­νους Παπα­δό­που­λο, Νίκο Τζιώ­ρα και Αντώ­νη Μάν­τζιο, καθώς και τον οικο­νο­μι­κό δια­χει­ρι­στή Γιάν­νη Γου­σγού­νη. Δεν τους θυμά­ται μόνο για τις διοι­κη­τι­κές τους ιδιό­τη­τες. Τους θυμά­ται για­τί απο­τε­λού­σαν μέρος της καθη­με­ρι­νό­τη­τας της σχολής.

Ο ίδιος είχε έναν ακό­μη ιδιαί­τε­ρο δεσμό με τον χώρο. Τα καλο­καί­ρια φιλο­ξε­νού­νταν στο σπί­τι του διευ­θυ­ντή Νίκου Τζιώ­ρα, καθώς η σύζυ­γός του, Κική Πηγα­δά, ήταν αδελ­φή της μητέ­ρας του. Έτσι γνώ­ρι­σε από κοντά μια πλευ­ρά της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου που έμε­νε αθέ­α­τη για τους περισ­σό­τε­ρους: την ανθρώ­πι­νη καθη­με­ρι­νό­τη­τα πίσω από τους θεσμούς και τα αξιώματα.

Η ίδια κατοι­κία κου­βα­λού­σε και παλαιό­τε­ρες ιστο­ρί­ες. Ο Θωμάς Νού­σιας αφη­γεί­ται ότι, τρεις δεκα­ε­τί­ες νωρί­τε­ρα, εκεί περ­νού­σε τα καλο­καί­ρια του ο νεα­ρός Κων­στα­ντί­νος Μητσο­τά­κης, όταν διευ­θυ­ντής της σχο­λής ήταν ο θεί­ος του, ο γεω­πό­νος Γεωρ­γιά­δης. Είναι μια μικρή ψηφί­δα της ιστο­ρί­ας, που δεί­χνει πώς ένα εκπαι­δευ­τι­κό ίδρυ­μα της ακρι­τι­κής Ηπεί­ρου συν­δέ­θη­κε, έστω και περι­φε­ρεια­κά, με πρό­σω­πα που αργό­τε­ρα δια­δρα­μά­τι­σαν σημα­ντι­κό ρόλο στη δημό­σια ζωή της χώρας.

Ακό­μη πιο χαρα­κτη­ρι­στι­κή είναι μια ανά­μνη­ση του ίδιου από το 1985. Τότε συνά­ντη­σε τη σύζυ­γο του Γεωρ­γιά­δη. Εκεί­νη, παρά τα χρό­νια που είχαν περά­σει, θυμό­ταν τους περισ­σό­τε­ρους Κονι­τσιώ­τες με το μικρό τους όνο­μα και αρκε­τούς τους είχε βαφτί­σει η ίδια.

«Τώρα κατά­λα­βα για­τί ο ανι­ψιός σας, ο Κώστας Μητσο­τά­κης, έχει βαφτί­σει τη μισή Ελλά­δα», της είπε χαμο­γε­λώ­ντας. «Το έχει το σόι σας.»

Το περι­στα­τι­κό μπο­ρεί να μοιά­ζει ασή­μα­ντο. Δεν είναι όμως. Δεί­χνει κάτι βαθύ­τε­ρο. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν ήταν απρό­σω­πο δημό­σιο ίδρυ­μα. Ήταν μια κοι­νό­τη­τα ανθρώ­πων. Οι οικο­γέ­νειες των διευ­θυ­ντών, οι εργα­ζό­με­νοι, οι μαθη­τές και οι κάτοι­κοι της Κόνι­τσας συνυ­πήρ­χαν καθη­με­ρι­νά. Οι σχέ­σεις που δημιουρ­γού­νταν δεν τελεί­ω­ναν με τη λήξη μιας σχο­λι­κής χρο­νιάς· συνέ­χι­ζαν για δεκα­ε­τί­ες και μετα­τρέ­πο­νταν σε ανα­μνή­σεις που περ­νού­σαν από γενιά σε γενιά.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο αξιό­πι­στη από­δει­ξη της σημα­σί­ας ενός εκπαι­δευ­τι­κού ιδρύ­μα­τος: όταν, πολ­λά χρό­νια μετά τη λει­τουρ­γία του, οι άνθρω­ποι δεν θυμού­νται μόνο τι διδά­χθη­καν, αλλά και ποιοι τους άνοι­ξαν το σπί­τι τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΠΕΜΠΤΟ

Όταν το Όρα­μα Συνά­ντη­σε τον Χρόνο

“Κάθε μεγά­λο ίδρυ­μα γεν­νιέ­ται για να υπη­ρε­τή­σει μια επο­χή. Το δύσκο­λο είναι να συνε­χί­σει να υπη­ρε­τεί την επόμενη.”

Για περισ­σό­τε­ρα από τριά­ντα χρό­νια η Ανα­γνω­στο­πού­λειος είχε δικαιώ­σει εκεί­νους που πίστε­ψαν στην αξία της.

Εκα­το­ντά­δες νέοι πέρα­σαν από τις αίθου­σες και τα εργα­στή­ριά της. Άλλοι επέ­στρε­ψαν στα χωριά τους ως καλύ­τε­ροι γεωρ­γοί και κτη­νο­τρό­φοι. Άλλοι ακο­λού­θη­σαν δια­φο­ρε­τι­κές επαγ­γελ­μα­τι­κές δια­δρο­μές, έχο­ντας όμως απο­κτή­σει έναν τρό­πο σκέ­ψης που τους συνό­δευ­σε σε όλη τους τη ζωή. Το ίδρυ­μα είχε κατα­φέ­ρει κάτι σπά­νιο. Δεν εκπαί­δευε μόνο ανθρώ­πους. Δημιουρ­γού­σε πρό­τυ­πα. Όμως η ιστο­ρία δεν μένει ποτέ ακίνητη.

Στη δεκα­ε­τία του 1960 η Ελλά­δα άρχι­σε να αλλά­ζει με ταχύ­τη­τα που λίγοι είχαν προ­βλέ­ψει. Οι δρό­μοι βελ­τιώ­νο­νταν. Οι πόλεις μεγά­λω­ναν. Η βιο­μη­χα­νία ανα­πτυσ­σό­ταν. Τα πανε­πι­στή­μια άνοι­γαν νέους ορί­ζο­ντες. Η μετα­νά­στευ­ση προς την Αθή­να, τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, τη Γερ­μα­νία και την Αυσ­ρα­λία απορ­ρο­φού­σε χιλιά­δες νέους της ελλη­νι­κής υπαί­θρου. Οι γονείς άρχι­σαν να ονει­ρεύ­ο­νται για τα παι­διά τους μια ζωή δια­φο­ρε­τι­κή από τη δική τους. Όχι πλέ­ον το χωρά­φι, το γρα­φείο, το δημό­σιο. Το πανε­πι­στή­μιο. Η αλλα­γή αυτή δεν αφο­ρού­σε μόνο την οικο­νο­μία. Άλλα­ζε και την ίδια την έννοια της εκπαί­δευ­σης. Εκεί όπου άλλο­τε μια γεωρ­γι­κή σχο­λή απο­τε­λού­σε μονα­δι­κή ευκαι­ρία κοι­νω­νι­κής ανέ­λι­ξης, εμφα­νί­ζο­νταν πλέ­ον νέες δυνα­τό­τη­τες. Τεχνι­κές σχο­λές, επαγ­γελ­μα­τι­κά λύκεια, ανώ­τε­ρες σχο­λές, νέα εκπαι­δευ­τι­κά ιδρύματα.

Η γνώ­ση δια­χε­ό­ταν πλέ­ον σε πολύ περισ­σό­τε­ρους φορείς. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν έμει­νε αμέ­το­χη. Προ­σάρ­μο­ζε τα προ­γράμ­μα­τά της. Εμπλού­τι­ζε τις δρα­στη­ριό­τη­τές της. Ανα­ζη­τού­σε νέους τρό­πους να αντα­πο­κρι­θεί στις απαι­τή­σεις της επο­χής. Δεν εγκα­τέ­λει­ψε ποτέ τον βασι­κό της σκο­πό. Αλλά ο κόσμος γύρω της άλλα­ζε ταχύ­τε­ρα από οποιο­δή­πο­τε εκπαι­δευ­τι­κό ίδρυ­μα μπο­ρού­σε να αλλάξει.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη μεγά­λη μετά­βα­ση, υπήρ­χε ακό­μη ένα ερώ­τη­μα που δεν είχε πάψει να απα­σχο­λεί όσους γνώ­ρι­ζαν καλά την ιστο­ρία της. Ήταν άρα­γε η σχο­λή που λει­τούρ­γη­σε εκεί­νη που είχε ονει­ρευ­τεί ο ίδιος ο Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος; Η απά­ντη­ση δεν είναι απλή.

Η δια­θή­κη του ευερ­γέ­τη δια­τυ­πώ­νει με σαφή­νεια την επι­θυ­μία του να δημιουρ­γη­θεί, όταν οι συν­θή­κες το επέ­τρε­παν, μια ανώ­τε­ρη ελλη­νι­κή σχο­λή, οργα­νω­μέ­νη κατά το πρό­τυ­πο των καλύ­τε­ρων γερ­μα­νι­κών γυμνα­σί­ων της επο­χής, ανοι­κτή σε μαθη­τές χωρίς διακρίσεις.

Η ιστο­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ακο­λού­θη­σε δια­φο­ρε­τι­κό δρό­μο. Οι επί­τρο­ποι του κλη­ρο­δο­τή­μα­τος και οι άνθρω­ποι που δια­χει­ρί­στη­καν την πολύ­τι­μη δωρεά έκρι­ναν ότι η Ήπει­ρος των αρχών του 20ού αιώ­να είχε πρω­τί­στως ανά­γκη από μια πρό­τυ­πη πρα­κτι­κή γεωρ­γι­κή σχο­λή. Ήταν μια επι­λο­γή που αντα­πο­κρι­νό­ταν στις οικο­νο­μι­κές και κοι­νω­νι­κές ανά­γκες της επο­χής, καθώς η περιο­χή στη­ρι­ζό­ταν σχε­δόν απο­κλει­στι­κά στη γεωρ­γία και την κτηνοτροφία.

Το δίλημ­μα αυτό απα­σχό­λη­σε ήδη τους συγ­χρό­νους του Ανα­γνω­στό­που­λου. Σε μια μακρο­σκε­λή επι­στο­λή του προς τον Μητρο­πο­λί­τη Σπυ­ρί­δω­να, τον Ιού­λιο του 1908, ο για­τρός Κων­στα­ντί­νος Κυρα­τσί­δης υπε­ρα­σπί­στη­κε με θέρ­μη την ανά­γκη να υλο­ποι­η­θεί το αρχι­κό εκπαι­δευ­τι­κό όρα­μα του ευερ­γέ­τη. Υπο­στή­ρι­ζε ότι μια σχο­λή υψη­λού επι­πέ­δου θα λει­τουρ­γού­σε ως «φωτι­στι­κή εστία» για ολό­κλη­ρη την Ήπει­ρο, θα καλ­λιερ­γού­σε την ελλη­νι­κή παι­δεία και θα απο­τε­λού­σε πρό­τυ­πο για τις επό­με­νες γενιές.

Η ιστο­ρία, όμως, δεν γρά­φε­ται μόνο από τα ορά­μα­τα. Γρά­φε­ται και από τις ανά­γκες κάθε επο­χής. Και η επο­χή εκεί­νη επέ­λε­ξε έναν δια­φο­ρε­τι­κό δρό­μο. Ίσως γι’ αυτό δεν έχει νόη­μα να ανα­ζη­τή­σου­με σήμε­ρα νικη­τές και ηττημένους.

Το πραγ­μα­τι­κό ερώ­τη­μα είναι άλλο. Αν η Ανα­γνω­στο­πού­λειος, ακό­μη και μέσα από αυτή τη δια­φο­ρε­τι­κή πορεία, κατά­φε­ρε τελι­κά να υπη­ρε­τή­σει το πνεύ­μα της προ­σφο­ράς που ενέ­πνευ­σε τον Μιχα­ήλ Αναγνωστόπουλο.

Η απά­ντη­ση βρί­σκε­ται στις ζωές των ανθρώ­πων που πέρα­σαν από τις αίθου­σές της και εκεί­νες δεν χωρούν εύκο­λα ούτε σε δια­θή­κες ούτε σε διοι­κη­τι­κές αποφάσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ

Η Σχο­λή που αρνή­θη­κε να σβήσει

“Οι μεγά­λοι οργα­νι­σμοί δεν πεθαί­νουν από τη μια μέρα στην άλλη. Προ­σπα­θούν πρώ­τα να προσαρμοστούν.”

Η ιστο­ρία της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου δεν χωρί­ζε­ται σε δύο απλές περιό­δους: στην ακμή και στην παρακ­μή. Ανά­με­σά τους παρεμ­βάλ­λε­ται μια μακρά επο­χή προ­σαρ­μο­γής, γεμά­τη προ­σπά­θειες να βρε­θεί ένας νέος ρόλος μέσα σε μια Ελλά­δα που άλλα­ζε διαρκώς.

Από την ίδρυ­σή της το 1925 η σχο­λή είχε υπη­ρε­τή­σει έναν πολύ συγκε­κρι­μέ­νο σκο­πό: να εκπαι­δεύ­σει νέους ανθρώ­πους στην επι­στη­μο­νι­κή γεωρ­γία και στην ορθο­λο­γι­κή δια­χεί­ρι­ση της γης. Όμως η κοι­νω­νία της δεκα­ε­τί­ας του 1970 δεν ήταν πλέ­ον εκεί­νη που είχε γνω­ρί­σει ο Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος ούτε εκεί­νη που είχαν συνα­ντή­σει οι πρώ­τοι διευ­θυ­ντές της.

Η ελλη­νι­κή ύπαι­θρος άλλα­ζε πρό­σω­πο. Οι αγρο­τι­κές οικο­γέ­νειες μειώ­νο­νταν. Οι νέοι ανα­ζη­τού­σαν δια­φο­ρε­τι­κές επαγ­γελ­μα­τι­κές διε­ξό­δους, ενώ η επαγ­γελ­μα­τι­κή εκπαί­δευ­ση απο­κτού­σε νέες μορ­φές μέσα από το δημό­σιο εκπαι­δευ­τι­κό σύστημα.

Μέσα σε αυτό το περι­βάλ­λον η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν επέ­λε­ξε την αδρά­νεια. Επέ­λε­ξε να μετα­σχη­μα­τι­στεί. Στις εγκα­τα­στά­σεις της φιλο­ξε­νή­θη­καν δια­φο­ρε­τι­κές εκπαι­δευ­τι­κές δομές, τεχνι­κές και επαγ­γελ­μα­τι­κές κατευ­θύν­σεις, ενώ το συγκρό­τη­μα συνέ­χι­σε να υπη­ρε­τεί την εκπαί­δευ­ση με άλλους τρό­πους. Οι αίθου­σες που κάπο­τε φιλο­ξε­νού­σαν απο­κλει­στι­κά μελ­λο­ντι­κούς γεωρ­γούς γέμι­σαν πλέ­ον από μαθη­τές δια­φο­ρε­τι­κών ειδι­κο­τή­των. Ίσως κάποιοι είδαν αυτή την εξέ­λι­ξη ως απο­μά­κρυν­ση από το αρχι­κό όρα­μα. Ίσως όμως να ήταν ακρι­βώς το αντίθετο.

Αν ο πυρή­νας της δια­θή­κης του Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λου ήταν η προ­σφο­ρά παι­δεί­ας στους νέους της περιο­χής, τότε κάθε νέα εκπαι­δευ­τι­κή χρή­ση του κτι­ρί­ου απο­τε­λού­σε, με δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο, συνέ­χεια αυτής της απο­στο­λής. Η πέτρα παρέ­με­νε η ίδια. Άλλα­ζαν οι άνθρω­ποι. Άλλα­ζαν τα βιβλία. Άλλα­ζαν τα επαγγέλματα.

Η απο­στο­λή, όμως, παρέ­με­νε κοι­νή: να δώσει στους νέους τα εφό­δια για μια καλύ­τε­ρη ζωή. Αυτή η δια­δο­χι­κή προ­σαρ­μο­γή εξη­γεί για­τί η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν έσβη­σε όταν ολο­κλη­ρώ­θη­κε ο κύκλος της Γεωρ­γι­κής Σχο­λής. Το συγκρό­τη­μα συνέ­χι­σε να απο­τε­λεί εκπαι­δευ­τι­κό κύτ­τα­ρο της Κόνι­τσας για πολ­λές ακό­μη δεκα­ε­τί­ες, στε­γά­ζο­ντας νέες δομές και νέες γενιές μαθητών.

Ήταν μια ήρε­μη μετά­βα­ση. Χωρίς τυμπα­νο­κρου­σί­ες. Χωρίς μεγά­λες δηλώ­σεις. Αλλά κάθε αλλα­γή άφη­νε πίσω της κάτι από την προη­γού­με­νη επο­χή. Οι παλιοί στά­βλοι έχα­ναν στα­δια­κά τον αρχι­κό τους ρόλο. Τα εργα­στή­ρια απο­κτού­σαν δια­φο­ρε­τι­κές χρή­σεις. Τα χωρά­φια δεν είχαν πλέ­ον την ίδια εκπαι­δευ­τι­κή σημα­σία. Κανείς τότε δεν μπο­ρού­σε να γνω­ρί­ζει ότι αυτές οι μικρές μετα­βο­λές ήταν οι πρώ­τες ψηφί­δες μιας μεγα­λύ­τε­ρης ιστο­ρι­κής αλλα­γής. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος εξα­κο­λου­θού­σε να λει­τουρ­γεί όμως είχε ήδη αρχί­σει η μετα­μόρ­φω­σή της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΕΒΔΟΜΟ

Όταν σίγη­σαν οι φωνές  στην αυλή

“Οι μεγά­λες ιστο­ρί­ες δεν τελειώ­νουν με έναν θόρυ­βο. Τελειώ­νουν όταν, χωρίς να το κατα­λά­βει κανείς, πάψουν να ακού­γο­νται οι φωνές τους.”

Η ιστο­ρία της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου δεν έκλει­σε με μια υπουρ­γι­κή από­φα­ση ούτε με ένα τελευ­ταίο χτύ­πη­μα του κου­δου­νιού. Έκλει­σε όπως κλεί­νουν οι περισ­σό­τε­ροι μεγά­λοι ιστο­ρι­κοί κύκλοι. Αθό­ρυ­βα. Στην αρχή δεν το πρό­σε­ξε κανείς. Κάθε χρό­νο λιγό­τε­ροι μαθη­τές. Μια ειδι­κό­τη­τα που καταρ­γού­νταν. Ένα εργα­στή­ριο που χρη­σι­μο­ποιού­νταν όλο και πιο σπά­νια. Η κοι­νω­νία είχε αλλά­ξει. Οι νέοι ανα­ζη­τού­σαν δια­φο­ρε­τι­κούς δρό­μους. Η επαγ­γελ­μα­τι­κή εκπαί­δευ­ση οργα­νω­νό­ταν πλέ­ον μέσα από νέους θεσμούς, ενώ η γεωρ­γία, αν και παρέ­με­νε βασι­κός πυλώ­νας της ελλη­νι­κής οικο­νο­μί­ας, δεν απο­τε­λού­σε πια το όνει­ρο των περισ­σό­τε­ρων νέων. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν απέ­τυ­χε. Ολο­κλή­ρω­σε τον ιστο­ρι­κό της κύκλο.

Όπως εύστο­χα σημειώ­νει ο Ιωάν­νης Παπαϊ­ω­άν­νου, είχε πλέ­ον «ολο­κλη­ρώ­σει τον προ­ο­ρι­σμό της». Η φρά­ση αυτή απο­δί­δει ίσως δικαιό­τε­ρα από κάθε άλλη την πορεία ενός ιδρύ­μα­τος που γεν­νή­θη­κε για να υπη­ρε­τή­σει τις ανά­γκες μιας συγκε­κρι­μέ­νης επο­χής και το έκα­νε με συνέ­πεια επί πολ­λές δεκαετίες.

Το 2010 έκλει­σαν και οι τελευ­ταί­ες εκπαι­δευ­τι­κές δομές που στε­γά­ζο­νταν στο ιστο­ρι­κό συγκρό­τη­μα. Για πρώ­τη φορά μετά από ογδό­ντα πέντε χρό­νια συνε­χούς εκπαι­δευ­τι­κής παρου­σί­ας, οι αυλές έμει­ναν άδειες. Δεν υπήρ­ξε κάποια τελε­τή απο­χαι­ρε­τι­σμού. Δεν τρα­βή­χτη­κε η φωτο­γρα­φία του τελευ­ταί­ου μαθη­τή. Δεν δια­σώ­θη­κε η στιγ­μή που η πόρ­τα έκλει­σε για τελευ­ταία φορά. Η σιω­πή εγκα­τα­στά­θη­κε αργά. Σαν να απο­σύρ­θη­κε δια­κρι­τι­κά η ζωή από τους δια­δρό­μους. Τα θρα­νία έμει­ναν στις θέσεις τους. Οι πίνα­κες κρά­τη­σαν πάνω τους αχνά ίχνη κιμω­λί­ας. Σε κάποια ντου­λά­πια παρέ­μει­ναν βιβλία και παλιοί φάκε­λοι. Στις απο­θή­κες, εργα­λεία που κάπο­τε χρη­σι­μο­ποιού­νταν καθη­με­ρι­νά περί­με­ναν μάταια να ξανα­πιά­σουν δου­λειά. Οι πέτρι­νοι τοί­χοι δεν γνώ­ρι­ζαν από διοι­κη­τι­κές απο­φά­σεις. Είχαν μάθει μόνο να φυλά­νε ιστο­ρί­ες. Για τους κατοί­κους της Κόνι­τσας, η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν ήταν ποτέ ένα απλό σχο­λι­κό κτί­ριο. Ήταν τόπος μαθη­τεί­ας. Τόπος εργα­σί­ας. Τόπος συνάντησης.

Εκεί μεγά­λω­σαν γενιές νέων, εργά­στη­καν δάσκα­λοι και γεω­πό­νοι, έζη­σαν οικο­γέ­νειες, δημιουρ­γή­θη­καν φιλί­ες που κρά­τη­σαν μια ζωή. Γι’ αυτό και η σιω­πή της δεν αφο­ρού­σε μόνο το ίδιο το κτί­ριο. Αφο­ρού­σε έναν ολό­κλη­ρο τόπο. Τα χρό­νια πέρα­σαν. Η φύση άρχι­σε να καλύ­πτει δια­κρι­τι­κά όσα είχαν αφή­σει πίσω τους οι άνθρω­ποι. Κι όμως, η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν έγι­νε ποτέ ερεί­πιο της μνή­μης. Έμει­νε εκεί. Περι­μέ­νο­ντας όχι να ξανα­γί­νει αυτό που ήταν, αλλά να απο­κτή­σει έναν νέο λόγο ύπαρ­ξης. Για­τί υπάρ­χουν ιδρύ­μα­τα που συνε­χί­ζουν να διδά­σκουν ακό­μη και όταν έχουν πάψει να λει­τουρ­γούν ως σχολεία.

Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος ήταν ένα από αυτά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΟΓΔΟΟ

Τα χαρ­τιά που περίμεναν

“Μερι­κές φορές η ιστο­ρία δεν χάνε­ται. Απλώς περι­μέ­νει κάποιον να τη διαβάσει.”

Η πόρ­τα άνοι­ξε αργά. Όχι για­τί είχε σκου­ριά­σει η κλει­δα­ριά. Αλλά για­τί κανείς δεν την είχε ανοί­ξει με πραγ­μα­τι­κό ενδια­φέ­ρον εδώ και πολ­λά χρό­νια. Πάνω στα ράφια στοι­βά­ζο­νταν φάκε­λοι. Χαρ­τό­κου­τα. Παλιά βιβλία πρω­το­κόλ­λου. Δεμέ­να πρα­κτι­κά συνε­δριά­σε­ων. Κατά­στι­χα με κιτρι­νι­σμέ­νες σελί­δες. Η σκό­νη είχε γίνει σχε­δόν μέρος του χαρ­τιού. Δεν υπήρ­χε τίπο­τε θεα­μα­τι­κό. Καμία χαμέ­νη δια­θή­κη. Κανέ­να μεγά­λο μυστι­κό. Μόνο η καθη­με­ρι­νό­τη­τα ενός ιδρύ­μα­τος που επί δεκα­ε­τί­ες κατέ­γρα­φε με επι­μέ­λεια τη ζωή του. Και όμως… Μέσα σε εκεί­νους τους φακέ­λους βρι­σκό­ταν κάτι που δεν μπο­ρού­σε να απο­τυ­πω­θεί σε κανέ­ναν κατά­λο­γο. Η συνέ­χεια μιας μνήμης.

Οι πρώ­τες σελί­δες έμοια­ζαν ψυχρές. Αριθ­μοί πρω­το­κόλ­λου, απο­φά­σεις, προ­ϋ­πο­λο­γι­σμοί, εγκρί­σεις, επι­σκευ­ές, προ­μή­θειες. Όσο όμως προ­χω­ρού­σε κανείς βαθύ­τε­ρα, οι άνθρω­ποι άρχι­ζαν να εμφα­νί­ζο­νται πίσω από τις λέξεις. Ένας διευ­θυ­ντής που ζητού­σε να επι­σκευα­στεί μια στέ­γη πριν από τον χει­μώ­να. Ένας καθη­γη­τής που πρό­τει­νε την αγο­ρά νέων γεωρ­γι­κών εργα­λεί­ων. Ένας μαθη­τής που έπαιρ­νε υπο­τρο­φία. Ένας από­φοι­τος που έστελ­νε χρό­νια αργό­τε­ρα ένα γράμ­μα ευγνω­μο­σύ­νης. Ξαφ­νι­κά, τα αρχεία έπαυαν να είναι διοι­κη­τι­κά έγγρα­φα. Γίνο­νταν ανθρώ­πι­νες ιστορίες.

Κάπου ανά­με­σα στις σελί­δες εμφα­νί­στη­κε ξανά το όνο­μα του Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λου. Όχι ως μορ­φή του παρελ­θό­ντος. Αλλά ως μια συνε­χής παρου­σία. Η δια­θή­κη του. Οι οδη­γί­ες του. Οι απο­φά­σεις των επι­τρό­πων. Η αλλη­λο­γρα­φία με τη Βοστόνη.

Η περί­φη­μη επι­στο­λή του 1908, που τόσα χρό­νια παρέ­με­νε γνω­στή μόνο σε λίγους ερευ­νη­τές, απο­κτού­σε τώρα νέο νόη­μα. Δεν ήταν απλώς ένα ιστο­ρι­κό τεκ­μή­ριο· ήταν η από­δει­ξη ότι πίσω από κάθε μεγά­λο ίδρυ­μα υπήρ­ξαν άνθρω­ποι που δια­φω­νού­σαν, προ­βλη­μα­τί­ζο­νταν και προ­σπα­θού­σαν να πάρουν τις καλύ­τε­ρες δυνα­τές απο­φά­σεις για το μέλ­λον του.

Όσο περισ­σό­τε­ρο ξετυ­λι­γό­ταν το νήμα των εγγρά­φων, τόσο πιο καθα­ρά φαι­νό­ταν ότι η ιστο­ρία της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου δεν μπο­ρού­σε να χωρέ­σει σε λίγες ημε­ρο­μη­νί­ες. Ήταν πολύ μεγα­λύ­τε­ρη. Για­τί δεν ανή­κε μόνο στους διευ­θυ­ντές. Δεν ανή­κε μόνο στους ευερ­γέ­τες. Δεν ανή­κε μόνο στους μαθη­τές. Ανή­κε σε έναν ολό­κλη­ρο τόπο.

Κάπου εκεί γεν­νή­θη­κε μια απο­ρία. Πώς ήταν δυνα­τόν μια τόσο μεγά­λη ιστο­ρία να έχει μεί­νει σχε­δόν άγνω­στη; Πώς γινό­ταν άνθρω­ποι που είχαν περά­σει τη ζωή τους μέσα σε αυτή τη σχο­λή να φεύ­γουν σιγά σιγά χωρίς να αφή­νουν πίσω τους τις ανα­μνή­σεις τους; Η απά­ντη­ση δεν βρι­σκό­ταν μέσα στους φακέ­λους. Βρι­σκό­ταν έξω από αυτούς. Στους ανθρώ­πους. Και για να βρε­θούν οι άνθρω­ποι, έπρε­πε πρώ­τα να ακου­στεί ξανά το όνο­μα της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου. Έπρε­πε κάποιος να κάνει την πρώ­τη ερώ­τη­ση. Και να έχει την υπο­μο­νή να ακού­σει τις απα­ντή­σεις. Εκεί­νη ακρι­βώς τη στιγ­μή, χωρίς να το γνω­ρί­ζει ακό­μη, άρχι­ζε να γρά­φε­ται το τελευ­ταίο κεφά­λαιο της ιστο­ρί­ας της σχο­λής. Όχι μέσα σε κάποιο γρα­φείο. Αλλά μέσα στις μνή­μες όσων είχαν ζήσει ένα κομ­μά­τι της.

Κάπου, χιλιά­δες χιλιό­με­τρα μακριά από την Κόνι­τσα, ένας άνθρω­πος διά­βα­ζε εκεί­νες τις σελί­δες και ανα­ρω­τιό­ταν αν είχε έρθει η στιγ­μή να ξανα­μι­λή­σει για τη σχολή

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΕΝΑΤΟ

Η Δεύ­τε­ρη Ευκαιρία

“Υπάρ­χουν κτί­ρια που δια­σώ­ζο­νται ως μνη­μεία. Και υπάρ­χουν κτί­ρια που ξανα­γί­νο­νται κομ­μά­τι της ζωής ενός τόπου.”

Όταν το 2010 έκλει­σαν και οι τελευ­ταί­ες εκπαι­δευ­τι­κές δομές που στε­γά­ζο­νταν στην Ανα­γνω­στο­πού­λειο, πολ­λοί πίστε­ψαν ότι η ιστο­ρία της είχε ολο­κλη­ρω­θεί. Το μεγά­λο πέτρι­νο συγκρό­τη­μα έμει­νε για χρό­νια σιω­πη­λό. Οι αίθου­σες άδεια­σαν, οι αυλές ερή­μω­σαν και η φθο­ρά άρχι­σε να αφή­νει δια­κρι­τι­κά το απο­τύ­πω­μά της. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος, όμως, δεν είχε πει ακό­μη την τελευ­ταία της λέξη.

Το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο του Ιδρύ­μα­τος, σε συνερ­γα­σία με την Πολι­τεία, την Περι­φέ­ρεια Ηπεί­ρου και τον Δήμο Κόνι­τσας, επέ­λε­ξε έναν δια­φο­ρε­τι­κό δρό­μο. Αντί να αντι­με­τω­πι­στεί το κτί­ριο ως ένα ακό­μη ιστο­ρι­κό μνη­μείο, απο­φα­σί­στη­κε να απο­κτή­σει νέα ζωή, παρα­μέ­νο­ντας ανοι­χτό στην κοι­νω­νία. Η λύση δεν ήταν να επι­στρέ­ψει στο παρελ­θόν. Ήταν να απο­κτή­σει ένα νέο μέλλον.

Με τη στή­ρι­ξη ευρω­παϊ­κών προ­γραμ­μά­των ξεκί­νη­σαν σημα­ντι­κές εργα­σί­ες απο­κα­τά­στα­σης. Το ισό­γειο μετα­τρά­πη­κε σε έναν σύγ­χρο­νο πολυ­χώ­ρο πολι­τι­σμού, εκπαί­δευ­σης και κοι­νω­νι­κών δρά­σε­ων, ενώ παράλ­λη­λα προ­χώ­ρη­σε ο σχε­δια­σμός για την αξιο­ποί­η­ση του πρώ­του ορό­φου ως δια­συ­νο­ρια­κού κέντρου εναλ­λα­κτι­κού του­ρι­σμού. Τμή­μα­τα του ιστο­ρι­κού αγρο­κτή­μα­τος εξα­κο­λου­θούν να αξιο­ποιού­νται, ενώ ο πρό­τυ­πος αμπε­λώ­νας θυμί­ζει δια­κρι­τι­κά ότι η γη υπήρ­ξε πάντο­τε ανα­πό­σπα­στο κομ­μά­τι της ταυ­τό­τη­τας της σχο­λής. Έτσι, το κτί­ριο απέ­κτη­σε μια δεύ­τε­ρη ζωή. Όχι ως μου­σείο ενός χαμέ­νου κόσμου. Αλλά ως ζωντα­νός χώρος που εξα­κο­λου­θεί να υπη­ρε­τεί την κοι­νω­νία, έστω με δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο. Σιγά σιγά, οι πέτρι­νοι τοί­χοι άρχι­σαν να γεμί­ζουν ξανά ανθρώ­πους αυτή τη φορά, όχι για να διδά­ξουν ή να διδα­χθούν, αλλά για να θυμηθούν.

Όχι  με μαθη­τές αυτή τη φορά, αλλά με επι­σκέ­πτες, με κατοί­κους της Κόνι­τσας,  με ερευ­νη­τές, καλ­λι­τέ­χνες και παλιούς απο­φοί­τους που επέ­στρε­φαν για να ξανα­συ­να­ντή­σουν ένα κομ­μά­τι της ζωής τους.

Ιδιαί­τε­ρη συγκί­νη­ση προ­κά­λε­σαν οι εκδη­λώ­σεις μνή­μης προς τιμήν του μεγά­λου ευερ­γέ­τη Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λου. Οι μαρ­τυ­ρί­ες παλιών σπου­δα­στών, όπως του Χρή­στου Παγού­ρα και του Φώτη Κωλέ­τση, έφε­ραν ξανά στο προ­σκή­νιο την καθη­με­ρι­νό­τη­τα της σχο­λής και υπεν­θύ­μι­σαν ότι η πραγ­μα­τι­κή ιστο­ρία της γρά­φτη­κε από τους ανθρώ­πους της.

Ξεχω­ρι­στή ήταν και η παρου­σία του διε­θνούς φήμης συγ­γρα­φέα Νίκου Γκα­τζο­γιάν­νη, μέλους του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου του Ιδρύ­μα­τος, ο οποί­ος ανέ­δει­ξε τη σημα­σία του έργου του Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λου για την Ήπει­ρο και την ελλη­νι­κή παρά­δο­ση των εθνι­κών ευερ­γε­τών. Ο πρό­ε­δρος του Ιδρύ­μα­τος Brian Potts υπο­γράμ­μι­σε τη συνέ­χεια της απο­στο­λής του κλη­ρο­δο­τή­μα­τος, ενώ το θεα­τρι­κό έργο «Φάρος Ευερ­γε­σί­ας: Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος», σε κεί­με­νο και σκη­νο­θε­σία του Πανα­γιώ­τη Γεωρ­γού­λα, έδω­σε καλ­λι­τε­χνι­κή μορ­φή στη ζωή και στο όρα­μα του μεγά­λου ευερ­γέ­τη. Η μου­σι­κή του Δημή­τρη Υφα­ντή και οι σύγ­χρο­νες προ­βο­λές (video mapping) απέ­δει­ξαν ότι ακό­μη και η ιστο­ρία μπο­ρεί να συνο­μι­λή­σει δημιουρ­γι­κά με τη σύγ­χρο­νη επο­χή. Πίσω όμως από κάθε επι­τυ­χη­μέ­νη ανα­γέν­νη­ση υπάρ­χουν πάντο­τε άνθρω­ποι που εργά­ζο­νται αθόρυβα.

Πολ­λοί από όσους γνώ­ρι­σαν την πορεία της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου ανα­γνω­ρί­ζουν ότι ο αεί­μνη­στος Γιώρ­γος Μπα­σάς συνέ­βα­λε καθο­ρι­στι­κά στη διά­σω­ση του ιστο­ρι­κού συγκρο­τή­μα­τος σε μια δύσκο­λη περί­ο­δο. Τα τελευ­ταία χρό­νια, τη σκυ­τά­λη ανέ­λα­βε η Ματώ Μπα­σά, η οποία, ως πλη­ρε­ξού­σια του Ιδρύ­μα­τος στην Ελλά­δα, εργά­στη­κε με επι­μο­νή, μεθο­δι­κό­τη­τα και αγά­πη για την απο­κα­τά­στα­ση, την ανά­δει­ξη και τη νέα πορεία της σχολής.

Οι εντυ­πώ­σεις όσων παρα­κο­λού­θη­σαν τις εκδη­λώ­σεις απο­τύ­πω­σαν καλύ­τε­ρα από κάθε επί­ση­μη ανα­κοί­νω­ση το κλί­μα της ημέ­ρας. Ο Κώστας Κίτσιος στά­θη­κε στη σημα­σία της ανα­καί­νι­σης του κτι­ρί­ου και στη συμ­βο­λή της Περι­φέ­ρειας Ηπεί­ρου στη μετα­τρο­πή του σε έναν σύγ­χρο­νο χώρο πολι­τι­σμού. Ο George Pilidis μίλη­σε με θερ­μά λόγια για τη μακρό­χρο­νη προ­σπά­θεια διά­σω­σης της σχο­λής, απο­δί­δο­ντας ιδιαί­τε­ρη ανα­γνώ­ρι­ση τόσο στον Γιώρ­γο όσο και στη Ματώ Μπα­σά για το έργο τους.

Ίσως αυτή να είναι η μεγα­λύ­τε­ρη δικαί­ω­ση του Μιχα­ήλ Αναγνωστόπουλου.

Η σχο­λή που ίδρυ­σε δεν υπάρ­χει πλέ­ον με τη μορ­φή που τη γνώ­ρι­σαν οι παλιές γενιές. Εξα­κο­λου­θεί όμως να υπη­ρε­τεί τον τόπο, όχι μόνο ως ένα σημα­ντι­κό αρχι­τε­κτο­νι­κό μνη­μείο, αλλά ως ζωντα­νός χώρος μνή­μης, πολι­τι­σμού και συνάντησης.

Και σαν να μην έφτα­νε αυτό, κάτι ακό­μη άρχι­σε να συμβαίνει.

Καθώς οι πόρ­τες της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου άνοι­γαν ξανά, άρχι­σαν να ανοί­γουν και οι καρ­διές των ανθρώ­πων. Παλιοί μαθη­τές, εργα­ζό­με­νοι και οικο­γέ­νειες απο­φοί­των άρχι­σαν να ανα­ζη­τούν παλιές φωτο­γρα­φί­ες, να θυμού­νται ονό­μα­τα, να μοι­ρά­ζο­νται ιστο­ρί­ες που έμοια­ζαν χαμέ­νες. Η Στέλ­λα Γκρέ­μου  σχο­λιά­ζο­ντας  στο facebook  θυμή­θη­κε τον πατέ­ρα της ο οποί­ος υπήρ­ξε από­φοι­το της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου δηλώ­νο­ντας  τη συγκί­νη­ση της για τις σχε­τι­κές εκδη­λώ­σεις  που έλα­βαν χώρα. Η ιστο­ρία της σχο­λής έπα­ψε να βρί­σκε­ται μόνο μέσα στα αρχεία. Άρχι­σε να επι­στρέ­φει εκεί όπου ανή­κε πάντα. Στη μνή­μη των ανθρώπων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΟ

Οι φωνές επιστρέφουν

“Η ιστο­ρία δεν γρά­φε­ται μόνο στα αρχεία. Γρά­φε­ται και στη μνή­μη όσων την έζησαν.”

Στην αρχή ήταν μόνο μια ανάρ­τη­ση. Ένα κιτρι­νι­σμέ­νο έγγρα­φο. Μια χρο­νο­λο­γία. Ένα όνο­μα ξεχα­σμέ­νο μέσα σε κάποιο βιβλίο. Κανείς δεν μπο­ρού­σε να φαντα­στεί ότι αυτά τα λίγα ίχνη θα άνοι­γαν έναν δρό­μο που οδη­γού­σε σε εκα­το­ντά­δες ανθρώ­πους. Μόλις η ιστο­ρία της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου άρχι­σε να δημο­σιο­ποιεί­ται, συνέ­βη κάτι απρό­σμε­νο. Οι άνθρω­ποι άρχι­σαν να θυμού­νται. Κάθε δημο­σί­ευ­ση έφερ­νε κι ένα νέο πρό­σω­πο. Κάθε φωτο­γρα­φία ξεκλεί­δω­νε μια ακό­μη ανά­μνη­ση. Κάθε ερώ­τη­ση γεν­νού­σε μια νέα αφή­γη­ση. Δεν υπήρ­χε κανέ­να οργα­νω­μέ­νο σχέ­διο. Καμία πρό­σκλη­ση. Καμία καμπά­νια. Μόνο η δύνα­μη της μνήμης.

Ο Θωμάς Νού­σιας δεν μίλη­σε για ημε­ρο­μη­νί­ες. Θυμή­θη­κε το πέτρι­νο σπί­τι του διευ­θυ­ντή. Θυμή­θη­κε τους γεω­πό­νους που πέρα­σαν από τη σχο­λή. Θυμή­θη­κε τα καλο­καί­ρια της παι­δι­κής του ηλι­κί­ας. Μέσα σε λίγες γραμ­μές ξανα­ζω­ντά­νε­ψε μια ολό­κλη­ρη επο­χή. Λίγο αργό­τε­ρα εμφα­νί­στη­κε ο Κων­στα­ντί­νος Μπο­γκο­σιάν. Δεν στά­θη­κε στους διευ­θυ­ντές. Μίλη­σε για τους ανθρώ­πους που δεν έγρα­φαν ποτέ τα βιβλία της ιστο­ρί­ας. Για εκεί­νους που φρό­ντι­ζαν τις μηχα­νές. Που οδη­γού­σαν το τζιπ. Που κρα­τού­σαν αναμ­μέ­νη τη γεν­νή­τρια. Που δού­λευαν αθό­ρυ­βα ώστε η σχο­λή να λει­τουρ­γεί κάθε μέρα. Ύστε­ρα ήρθε ο Παύ­λος Γιαν­νού­λης. Δεν θυμή­θη­κε τα κτί­ρια. Θυμή­θη­κε τους καθη­γη­τές του. Τον Μπί­λη. Τον Τζού­ρα. Τον Παπαιω­άν­νου. Θυμή­θη­κε ακό­μη και έναν συμ­μα­θη­τή. Τον Σωτή­ρη Μπα­κό­λα. Ήταν ο τρό­πος του να πει ότι οι άνθρω­ποι μένουν περισ­σό­τε­ρο από τα γεγο­νό­τα. Ακο­λού­θη­σαν κι άλλοι. Ο Γιώρ­γος Αυλω­νί­της θυμή­θη­κε τον θείο του που σπού­δα­σε στη σχο­λή και έλε­γε πάντο­τε με περη­φά­νια ότι είχε τελειώ­σει την «Κατω­τέ­ρα Γεω­πο­νι­κή». Άλλοι έστει­λαν φωτο­γρα­φί­ες. Άλλοι πτυ­χία. Άλλοι ξεχα­σμέ­νες ανα­μνή­σεις. Άλλοι απλώς ένα όνο­μα και κάθε όνο­μα γινό­ταν η αρχή μιας νέας έρευνας.

Κάπως έτσι γρά­φτη­καν οι τελευ­ταί­ες σελί­δες αυτού του βιβλί­ου. Όχι μπρο­στά σε μια βιβλιο­θή­κη. Αλλά μέσα από έναν διά­λο­γο που άνοι­ξε ανά­με­σα σε ανθρώ­πους οι οποί­οι είχαν έναν κοι­νό τόπο ανα­φο­ράς. Την Ανα­γνω­στο­πού­λειο. Για πρώ­τη φορά μετά από πολ­λά χρό­νια, η σχο­λή δεν ακου­γό­ταν μέσα από τα πρα­κτι­κά των συνε­δριά­σε­ων ούτε μέσα από υπη­ρε­σια­κά έγγρα­φα. Ακου­γό­ταν μέσα από τις φωνές εκεί­νων που τη βίω­σαν. Και τότε έγι­νε φανε­ρό κάτι που κανέ­να αρχείο δεν θα μπο­ρού­σε ποτέ να κατα­γρά­ψει. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν είχε σωθεί επει­δή δια­τη­ρή­θη­καν οι πέτρες της. Είχε σωθεί επει­δή δια­τη­ρή­θη­καν οι άνθρω­ποί της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ

Η κλη­ρο­νο­μιά

“Οι ευερ­γέ­τες δεν κρί­νο­νται από τα κτί­ρια που άφη­σαν. Κρί­νο­νται από το αν οι ιδέ­ες τους συνε­χί­ζουν να γεν­νούν ζωή.”

Περισ­σό­τε­ρο από έναν αιώ­να είχε περά­σει από τότε που ο Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος συνέ­τα­ξε τη δια­θή­κη του. Ο κόσμος είχε αλλά­ξει. Οι αυτο­κρα­το­ρί­ες είχαν καταρ­ρεύ­σει. Δύο παγκό­σμιοι πόλε­μοι είχαν αλλά­ξει την Ευρώ­πη. Η Ήπει­ρος είχε πάψει να είναι παρα­με­θό­ρια επαρ­χία μιας αυτο­κρα­το­ρί­ας και απο­τε­λού­σε πλέ­ον ανα­πό­σπα­στο τμή­μα της ελλη­νι­κής πολι­τεί­ας. Οι άνθρω­ποι άλλα­ξαν. Τα επαγ­γέλ­μα­τα άλλα­ξαν. Η εκπαί­δευ­ση άλλα­ξε. Όμως ένα πράγ­μα έμει­νε στα­θε­ρό. Η ανά­γκη ενός τόπου να επεν­δύ­ει στη γνώ­ση. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν υπάρ­χει σήμε­ρα ως Γεωρ­γι­κή Σχο­λή. Δεν θα μπο­ρού­σε άλλω­στε. Οι ανά­γκες που υπη­ρέ­τη­σε στις αρχές του εικο­στού αιώ­να δεν είναι οι ίδιες με εκεί­νες του εικο­στού πρώ­του. Κι όμως, όποιος στα­θεί σήμε­ρα μπρο­στά στο πέτρι­νο συγκρό­τη­μα δεν αντι­κρί­ζει ένα απο­τυ­χη­μέ­νο ίδρυ­μα. Αντι­κρί­ζει το απο­τύ­πω­μα μιας ιδέ­ας που άντε­ξε στον χρό­νο. Οι χώροι απο­κτούν νέες χρή­σεις. Οι αίθου­σες γεμί­ζουν ξανά ανθρώ­πους. Οι εκδη­λώ­σεις επι­στρέ­φουν. Η τοπι­κή κοι­νω­νία ξανα­βρί­σκει έναν χώρο που ποτέ δεν έπα­ψε να θεω­ρεί δικό της. Όχι με νοσταλ­γία, με θλιμ­μέ­νες ματιές στο παρελ­θόν αλλά με ευθύ­νη. Για­τί κατά­λα­βε πως η ιστο­ρία δεν δια­τη­ρεί­ται μόνο με μνη­μό­συ­να και επε­τεια­κές ομι­λί­ες. Δια­τη­ρεί­ται όταν απο­κτά νέο νόη­μα για κάθε γενιά. Και ίσως αυτό να απο­τε­λεί τη μεγα­λύ­τε­ρη δικαί­ω­ση του ευερ­γέ­τη. Δεν κλη­ρο­δό­τη­σε μόνο ένα κτί­ριο. Δεν κλη­ρο­δό­τη­σε μόνο μια περιου­σία. Κλη­ρο­δό­τη­σε έναν τρό­πο σκέ­ψης. Την πεποί­θη­ση ότι η μόρ­φω­ση απο­τε­λεί τη μεγα­λύ­τε­ρη επέν­δυ­ση που μπο­ρεί να κάνει ένας άνθρω­πος για τον τόπο του. Αυτή η ιδέα δεν γερ­νά. Δεν εγκα­τα­λεί­πε­ται. Δεν κλεί­νει τις πόρ­τες της. Απλώς βρί­σκει κάθε φορά νέους ανθρώ­πους για να την υπηρετήσουν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Εκεί όπου η Ιστο­ρία Συνα­ντά τη Μνήμη

“Υπάρ­χουν τόποι που τους επι­σκέ­πτε­σαι. Και υπάρ­χουν τόποι που, όταν τους γνω­ρί­σεις, γίνο­νται μέρος της ζωής σου.”

Σήμε­ρα, όποιος ανε­βαί­νει τον δρό­μο προς την Ανα­γνω­στο­πού­λειο δεν αντι­κρί­ζει μόνο ένα επι­βλη­τι­κό πέτρι­νο συγκρό­τη­μα. Αντι­κρί­ζει έναν αιώ­να ιστο­ρί­ας. Οι τοί­χοι παρα­μέ­νουν οι ίδιοι. Οι καμά­ρες. Οι αυλές. Τα παρά­θυ­ρα που βλέ­πουν προς τον κάμπο. Η πέτρα άντε­ξε. Όπως άντε­ξαν και οι ιστο­ρί­ες που κου­βα­λά. Το κτί­ριο δεν είναι πια γεμά­το μαθη­τές. Δεν ακού­γο­νται κου­δού­νια. Δεν υπάρ­χουν καθη­γη­τές να παρα­δί­δουν μάθη­μα. Κι όμως… Δεν επι­κρα­τεί η εγκα­τά­λει­ψη. Επι­κρα­τεί μια δια­φο­ρε­τι­κή μορ­φή ζωής. Οι αίθου­σες φιλο­ξε­νούν πλέ­ον πολι­τι­στι­κές εκδη­λώ­σεις. Οι χώροι ανοί­γουν για ανθρώ­πους κάθε ηλι­κί­ας. Οι επι­σκέ­πτες περι­η­γού­νται σε ένα κτί­ριο που δεν απο­τε­λεί απλώς μνη­μείο αρχι­τε­κτο­νι­κής. Απο­τε­λεί μνη­μείο παι­δεί­ας. Κάθε χρό­νο τελού­νται εκδη­λώ­σεις αφιε­ρω­μέ­νες στον Μιχα­ήλ Αναγνωστόπουλο.

Ο Δήμος Κόνι­τσας, το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο του Ιδρύ­μα­τος και η Περι­φέ­ρεια Ηπεί­ρου συμ­βάλ­λουν ώστε η μνή­μη του ευερ­γέ­τη να παρα­μέ­νει ζωντα­νή. Παράλ­λη­λα, μέσα από ευρω­παϊ­κά προ­γράμ­μα­τα, το ιστο­ρι­κό συγκρό­τη­μα απο­κτά νέες λει­τουρ­γί­ες, συν­δέ­ο­ντας την κλη­ρο­νο­μιά του με τις ανά­γκες της σύγ­χρο­νης κοινωνίας.

Ίσως αυτή να είναι η μεγα­λύ­τε­ρη νίκη απέ­να­ντι στον χρό­νο. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν δια­τη­ρή­θη­κε ως ένα άψυ­χο μνη­μείο. Παρέ­μει­νε ένας χώρος συνά­ντη­σης. Ένας τόπος που εξα­κο­λου­θεί να καλεί ανθρώ­πους να μπουν μέσα, να γνω­ρί­σουν την ιστο­ρία του και να σκε­φτούν τι μπο­ρεί να σημαί­νει προ­σφο­ρά. Για­τί η προ­σφο­ρά δεν μετριέ­ται μόνο με χρή­μα­τα. Μετριέ­ται με το απο­τύ­πω­μα που αφή­νει στις επό­με­νες γενιές.

Ο Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λος δεν έζη­σε για να δει τη σχο­λή να λει­τουρ­γεί. Δεν πρό­λα­βε να γνω­ρί­σει τους χιλιά­δες μαθη­τές που πέρα­σαν από τις αίθου­σές της. Δεν περ­πά­τη­σε ποτέ στις αυλές της. Κι όμως, ήταν παρών σε κάθε επο­χή της. Στην ίδρυ­ση. Στην ακμή. Στις δυσκο­λί­ες. Στις αλλα­γές. Στη δεύ­τε­ρη ζωή της. Και ίσως να είναι παρών ακό­μη. Όχι ως ιστο­ρι­κό πρό­σω­πο. Αλλά ως ιδέα. Η ιδέα ότι ένας άνθρω­πος μπο­ρεί να αλλά­ξει τον τόπο του, ακό­μη κι όταν δεν βρί­σκε­ται πια εκεί

Κάπο­τε γρά­φτη­κε ότι η μεγα­λύ­τε­ρη κλη­ρο­νο­μιά ενός ευερ­γέ­τη είναι τα κτί­ρια που αφή­νει πίσω του. Ίσως αυτό να μην είναι ακρι­βές. Τα κτί­ρια γερ­νούν. Οι χρή­σεις αλλά­ζουν. Οι επο­χές περνούν.

Εκεί­νο που δεν γερ­νά είναι η από­φα­ση ενός ανθρώ­που να επεν­δύ­σει στη μόρ­φω­ση των επό­με­νων γενε­ών. Αυτή ήταν η πραγ­μα­τι­κή κλη­ρο­νο­μιά του Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λου. Και αυτή εξα­κο­λου­θεί να φωτί­ζει την Κόνι­τσα. Όχι για­τί το λένε τα βιβλία. Αλλά για­τί το απο­δει­κνύ­ει η ίδια η ιστορία.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ένα βιβλίο τελειώ­νει όταν τελειώ­νουν οι σελί­δες του. Η ιστο­ρία της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου, όμως, δεν τελειώ­νει εδώ. Γρά­φε­ται ακόμη.

Κάθε φορά που ένας παλιός από­φοι­τος δεί­χνει στο εγγό­νι του μια ξεθω­ρια­σμέ­νη φωτο­γρα­φία. Κάθε φορά που κάποιος θυμά­ται έναν δάσκα­λο, έναν συμ­μα­θη­τή ή έναν εργά­τη που κρά­τη­σε ζωντα­νή τη σχο­λή. Κάθε φορά που ανοί­γει ένας φάκε­λος σε κάποιο αρχείο ή εμφα­νί­ζε­ται μια άγνω­στη επι­στο­λή από το παρελ­θόν. Η ιστο­ρία συνε­χί­ζει να συμπλη­ρώ­νε­ται. Όχι από έναν συγ­γρα­φέα. Αλλά από μια ολό­κλη­ρη κοι­νό­τη­τα ανθρώ­πων. Αυτό το βιβλίο δεν φιλο­δο­ξεί να έχει την τελευ­ταία λέξη. Φιλο­δο­ξεί να είναι η αρχή μιας μεγα­λύ­τε­ρης προ­σπά­θειας. Να συγκε­ντρω­θούν ακό­μη περισ­σό­τε­ρες μαρ­τυ­ρί­ες. Να δια­σω­θούν φωτο­γρα­φί­ες, επι­στο­λές, πτυ­χία και τεκμήρια.

Να κατα­γρα­φούν οι ανα­μνή­σεις όσων έζη­σαν την Ανα­γνω­στο­πού­λειο πριν σβή­σουν μαζί με τους τελευ­ταί­ους μάρ­τυ­ρες της επο­χής. Για­τί κάθε ιστο­ρία που δεν κατα­γρά­φε­ται κιν­δυ­νεύ­ει να χαθεί. Και κάθε ιστο­ρία που σώζε­ται γίνε­ται παρα­κα­τα­θή­κη για τις γενιές που έρχονται.

Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν ανή­κει πια μόνο στην Κόνι­τσα. Ανή­κει στην ιστο­ρία της ελλη­νι­κής παιδείας.

Και το φως που άνα­ψε κάπο­τε ένας άνθρω­πος από το Πάπι­γκο εξα­κο­λου­θεί να ταξι­δεύ­ει, όχι πάνω στις πέτρες του κτι­ρί­ου, αλλά στις συνει­δή­σεις όσων πιστεύ­ουν ότι η γνώ­ση, η προ­σφο­ρά και η μνή­μη μπο­ρούν ακό­μη να αλλά­ξουν τον κόσμο.

.….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….…..

Η διαθήκη του μέλλοντος

«Ένα βιβλίο τελειώ­νει όταν τελειώ­σουν οι σελί­δες του.

Μια δια­θή­κη, όμως, τελειώ­νει μόνο όταν πάψει να εκπληρώνεται.»

Περισ­σό­τε­ρο από έναν αιώ­να πριν, ένας άνθρω­πος από το Πάπι­γκο, εγκα­τε­στη­μέ­νος χιλιά­δες χιλιό­με­τρα μακριά, στη Βοστό­νη, πήρε μια από­φα­ση που ξεπερ­νού­σε τη διάρ­κεια της δικής του ζωής. Δεν σκέ­φτη­κε μόνο τους ανθρώ­πους της επο­χής του. Σκέ­φτη­κε εκεί­νους που δεν είχαν ακό­μη γεν­νη­θεί. Δεν τους γνώ­ρι­ζε. Δεν θα μάθαι­νε ποτέ τα ονό­μα­τά τους. Κι όμως, τους εμπι­στεύ­θη­κε. Τους άφη­σε μια παρα­κα­τα­θή­κη. Όχι μόνο ένα κτί­ριο. Όχι μόνο μια περιου­σία. Αλλά μια ευθύ­νη. Να χρη­σι­μο­ποιούν τη γνώ­ση για να υπη­ρε­τούν τον άνθρω­πο. Να θεω­ρούν την παι­δεία πρά­ξη προ­σφο­ράς. Να μην αφή­σουν ποτέ έναν τόπο να φτω­χύ­νει επει­δή έχα­σε τη μνή­μη του. Για πολ­λά χρό­νια η παρα­κα­τα­θή­κη αυτή πήρε τη μορ­φή μιας σχο­λής. Αργό­τε­ρα πήρε τη μορ­φή ενός πολι­τι­στι­κού χώρου. Αύριο ίσως πάρει μια εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κή μορ­φή. Αυτό δεν έχει σημα­σία. Για­τί οι μεγά­λες ιδέ­ες δεν κατοι­κούν στα κτί­ρια. Κατοι­κούν στους ανθρώ­πους. Η Ανα­γνω­στο­πού­λειος δεν απο­τε­λεί σήμε­ρα απλώς ένα ιστο­ρι­κό μνη­μείο. Απο­τε­λεί μια ανοι­χτή ερώ­τη­ση προς κάθε νέα γενιά.

Τι θα κάνε­τε εσείς με όσα παρα­λά­βα­τε; Θα αρκε­στεί­τε να τα θαυ­μά­ζε­τε; ή θα τα συνεχίσετε;

Η ιστο­ρία αυτού του βιβλί­ου δεν γρά­φτη­κε για να κλεί­σει έναν λογα­ρια­σμό με το παρελ­θόν. Γρά­φτη­κε για να ανοί­ξει έναν διά­λο­γο με το μέλλον.

Αν, ύστε­ρα από την τελευ­ταία σελί­δα, κάποιος νέος θελή­σει να γνω­ρί­σει καλύ­τε­ρα τον τόπο του… αν κάποιος από­φοι­τος ανα­ζη­τή­σει μια παλιά φωτογραφία…

αν κάποια οικο­γέ­νεια ανοί­ξει ένα συρ­τά­ρι και βρει ένα πτυ­χίο, μια επι­στο­λή ή μια ανά­μνη­ση και απο­φα­σί­σει να τη μοιραστεί…

αν κάποιος ευερ­γέ­της του αύριο εμπνευ­στεί από τον Μιχα­ήλ Ανα­γνω­στό­που­λο και πιστέ­ψει ότι αξί­ζει να επεν­δύ­σει στον άνθρω­πο και στην παιδεία…

τότε η δια­θή­κη του δεν θα ανή­κει πια στην ιστορία.

Θα εξα­κο­λου­θεί να γράφεται.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγα­λύ­τε­ρη νίκη απέ­να­ντι στον χρόνο.

.….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….……

«Η δια­θή­κη αυτή δεν ανή­κει στο παρελ­θόν.
Ανή­κει σε κάθε άνθρω­πο που πιστεύ­ει ότι η γνώ­ση, η προ­σφο­ρά και η μνή­μη μπο­ρούν ακό­μη να αλλά­ξουν έναν τόπο.»

.….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….….

Η δια­θή­κη συνεχίζεται.……

.

 

 

Το βιβλίο αυτό αφιερώνεται 

στους μαθη­τές, στους δασκά­λους, στους εργα­ζο­μέ­νους και στους ευερ­γέ­τες της Ανα­γνω­στο­που­λεί­ου· αλλά και σε όλους εκεί­νους που κρά­τη­σαν ζωντα­νή τη μνή­μη της όταν οι αίθου­σές της σίγησαν.

Αφιε­ρώ­νε­ται με ιδιαί­τε­ρη αγά­πη στον θείο μου Παύ­λο Γιαν­νού­λη από­φοι­το της  Σχολής

 Η  ιστο­ρία ενός τόπου δεν γρά­φε­ται μόνο από όσους τον δημιούργησαν.

Γρά­φε­ται και από όσους αρνή­θη­καν να τον ξεχάσουν.

 

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ

ΜΕΡΟΣ Α 

ΜΕΡΟΣ  Β

ΜΕΡΟΣ Γ 

ΜΕΡΟΣ Δ 

Βρεί­τε μας και στη σελί­δα μας στο Facebook: Η Κόνι­τσα σήμε­ρα Konitsa today

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Διαφήμιση -

- Δια­φή­μι­ση -

- Δια­φή­μι­ση -

You might also like

Comments are closed.